Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σιγούροι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σιγούροι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

Οι πειρατές και τα άτυχα πιτσούνια του πρεβεδούρου


Ο Maffio Michiel ήταν πρεβεδούρος (provveditor, κυβερνήτης) της Ζακύνθου το 1603 και 1604. Η θητεία ήταν συνήθως διετής και όχι πάντα καλοδεχούμενη από τους Βενετούς ευπατρίδες που καλούνταν να υπηρετήσουν. Ο Μάφφιος Μικέλης, έτσι τον γράφει ο Κατραμής, δεν είχε σκοπό να αφιερώσει τη διετία αυτή στον παράνομο πλουτισμό, ή στην καλοπέραση, όπως έκαναν πολλοί. Δεν μπορούσε να μείνει σιωπηλός μπροστά σε αυτά που έβλεπε. Στις 22 Φεβρουαρίου 1603 έγραφε προς τη Σινιορία (1):
Οι Άγγλοι γίνονται απόλυτοι άρχοντες αυτών των υδάτων – γιατί εκτός από την αρπαγή και τη ληστεία που γίνεται καθημερινά σε κάθε είδους σκάφος, και ιδιαίτερα σε αυτά των υπηκόων της Γαληνότητας σας, υποσκελίζουν παντελώς τους υπηκόους σας στις μεταφορές, αδυνατίζουν τους τελωνειακούς δασμούς και καταστρέφουν το εμπόριο, όπως οι Εξοχότητες σας πρέπει να γνωρίζουν πολύ καλά.
Συνεχίζει αναφέροντας πως, εκμεταλλευόμενοι μια ασάφεια του νόμου, οι Άγγλοι πλήρωναν ειδικούς δασμούς μόνο για τέσσερα είδη: μαλλί, kersey (τραχύ αλλά ελαφρό μάλλινο ύφασμα), broadcloth (καλής ποιότητας μάλλινο πυκνής ύφανσης), και κασσίτερο. Δεν πλήρωναν παρά τον πολύ χαμηλό, συνηθισμένο δασμό εμπορευόμενοι ράβδους μολύβδου, παστά ψάρια, τυρί, αυγοτάραχο, καραβόπανα, σχοινί, καπέλα, κάλτσες, μπαρούτι, και άλλα που δεν κατονομάζει. Προτείνει στη Σινιορία να τσακίσει τους Άγγλους στη φορολογία για να σηκωθούν να φύγουν, όπως ακριβώς διώχτηκαν οι Βενετοί έμποροι από την Αγγλία.
Το μένος του Michiel εναντίον των Άγγλων δεν ήταν αδικαιολόγητο, ούτε υπερέβαλλε στις κατηγορίες του. Σύμφωνα με τον προκάτοχο του, τον Piero Bondumier, πάνω από τριάντα Αγγλικά καράβια περνούσαν στη Μεσόγειο κάθε χρόνο και επιδίδονταν όχι μόνο στο εμπόριο και στο λαθρεμπόριο αλλά και στην πειρατεία. Τη μέρα που έφτασε ο Michiel στη Ζάκυνθο, στις 10 Ιανουαρίου 1603 (2), έφτασε επίσης το πλήρωμα του Βενετικού πλοίου ‘Veniera’ (3). Το πλοίο αυτό, στο οποίο επέβαινε ο απερχόμενος πρεσβευτής της Βενετίας στην Αλεξάνδρεια Zuane Da Mosto, είχε καταληφθεί από τον Άγγλο πειρατή William Piers το Δεκέμβριο, νότια της Πελοποννήσου. Το πλήρωμα, μαζί με το Ζακυνθινό άρχοντα Φραγκίσκο Μονδίνο και μερικούς Άγγλους εμπόρους από τη Ζάκυνθο, είχε σταλεί στην Τουρκοκρατούμενη Μεθώνη, όπου βρισκόταν ο Piers, για να προσπαθήσουν να πάρουν πίσω το πλοίο και τα εμπορεύματα τους. Όχι μόνο είχαν αποτύχει αλλά στην επιστροφή είχαν πέσει πάλι θύματα πειρατείας από ένα Αγγλικό μπριγκαντίνι (4).
Μόλις τρεις μέρες πριν την αναφορά της 22ας Φεβρουαρίου ο Michiel είχε γράψει μια άλλη:
Αυτό που φοβόμουνα έγινε. Οι Άγγλοι λεηλάτησαν το καραμοσάλι (5) Sicuro (6) στο λιμάνι του Πεταλά (7). Το είχα στείλει για στάρι (8). Πήραν όλα τα λεφτά που προορίζονταν για την αγορά του σταριού και δύο κανόνια. Κανείς δεν ξέρει τι απέγιναν εννέα μέλη του πληρώματος. Οι κάτοικοι του νησιού είναι σε απόγνωση λόγω της καταστροφής των ελπίδων τους.
Συνημμένη είχε στείλει την κατάθεση του Antonio Lase, υπεύθυνου φορτίου (9) του πλοίου:
Στα ανοιχτά της Κεφαλονιάς είδαμε ένα Αγγλικό πλοίο στα νότια. Μας πλησίασε και έριξε έξι κανονιές, τρεις με μπάλα και τρεις άσφαιρες. Κατεβάσαμε τα πανιά και ανεβήκαμε στην κουβέρτα να ρωτήσουμε τι θέλανε και να τους πούμε ποιοί είμαστε. Ρωτήσανε αν μπορούμε να τους δώσουμε προμήθειες, νερό, και έναν πλοηγό. Ο σινιόρ Σιγούρος τους έστειλε ένα βαρέλι κρασί, ψωμί, και κάποιον που τον λέγανε Battista Corsari (10) από τη Ζάκυνθο. Φτάσαμε τελικά στο λιμάνι του Πεταλά. Το Αγγλικό πλοίο μας ακολούθησε μέχρι εκεί και το πρωί στείλαμε για να πάρουμε πίσω τον άνθρωπο μας ενώ οι δύο σινιόρι Σιγούροι βγήκαν στην ξηρά με όλα τους τα λεφτά. Αγοράσανε ψάρια και γυρίσανε στο καράβι την ώρα του φαγητού, με τα λεφτά ακόμα πάνω τους. Η βάρκα μας δεν είχε γυρίσει ακόμα και έτσι ο σινιόρ Σιγούρος έστειλε το βαρκάκι να τον φέρει και να πάει στους Άγγλους ένα μεγάλο ψάρι. Φάγαμε και λίγο μετά είδαμε μια βάρκα να φεύγει από το Αγγλικό καράβι και να έρχεται προς το μέρος μας. Είχε πάνω γύρω στους είκοσι Άγγλους και έναν από τους ανθρώπους μας. Συσκεφθήκαμε για το αν θα έπρεπε να ανοίξουμε πυρ αλλά καθώς πλησίασε η βάρκα αναγνωρίσαμε το δικό μας και την αφήσαμε να έρθει. Ανέβηκαν πάνω και εμείς ετοιμάσαμε τα όπλα μας – αυτοί όμως άρχισαν να συμπεριφέρονται εκφοβιστικά και ένας τους έδωσε μια σπαθιά σε ένα γέρο ναύτη που στεκόταν εκεί. Τότε ο σινιόρ Ιερώνυμος Σιγούρος πήδησε στη βάρκα του πλοίου και οι υπόλοιποι είτε στη θάλασσα είτε στη βάρκα (11). Ο σινιόρ Αλέξανδρος Σιγούρος, εγώ, και τρεις άλλοι μείναμε μόνοι μας στο πλοίο. Τράβηξα το σπαθί μου να υπερασπιστώ το εαυτό μου αλλά οι άλλοι δεν κάνανε τίποτα. Ενώ χτυπιόμουνα με έναν Άγγλο ένας άλλος με τραυμάτισε στο λαιμό με ένα μακρύ κοντάρι, και επίσης έναν άλλο ναύτη και ένα τζόβενο. Μετά μας δέσανε και άρχισαν να λεηλατούν το πλοίο. Πήραν όλα τα λεφτά και τα ρούχα που βρήκανε, ξεσκαλώσανε το πηδάλιο από τους μεντεσέδες, και αρπάξανε δύο πυροβόλα. Μετά πήγανε πίσω στο πλοίο τους. Δύο από αυτούς ήταν τραυματισμένοι – ο καπετάνιος από εμένα και ένας άλλος από το Νικολό Ρωμανό. Δεν ξαναείδα αυτούς που στείλαμε στο Αγγλικό καράβι. Όταν ρωτήθηκε αν γνώριζε κανέναν από αυτούς τους Άγγλους απάντησε ότι ήξερε δύο ή τρεις που τους είχε δει άλλες φορές στη Ζάκυνθο.
Ο πρεβεδούρος δεν έμεινε στις αναφορές. Κάλεσε αμέσως όλους τους Άγγλους εμπόρους της Ζακύνθου, τους τα έψαλε και τους ζήτησε αποζημίωση. Όταν διαμαρτυρήθηκαν, λέγοντας ότι δεν έχουν ούτε σχέση με τους πειρατές ούτε λεφτά για αποζημίωση, τους φυλάκισε στο Κάστρο και τους άφησε ελεύθερους μόνο με χρηματική εγγύηση. Στο μεταξύ έδωσε εντολές να ψαχτούν τα εμπορεύματα τους μην τυχόν βρεθούν εκεί κλοπιμαία.
Έστειλε ακόμα μερικές φρεγάτες (12) στο κανάλι μεταξύ Κεφαλονιάς και Ζακύνθου όπου είχαν εμφανιστεί ύποπτα πλοία. Τα πλοιάρια αυτά είχαν πάει μόνο για αναγνώριση, αφού δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα με καράβια οπλισμένα με κανόνια. Ούτε και με τον χειμωνιάτικο καιρό όμως τα έβγαλαν πέρα και γύρισαν πίσω άπρακτες. Έτσι έγραψε στον Πρεβεδούρο του Στόλου και στο Διοικητή των μεγάλων γαλεών στην Κέρκυρα για βοήθεια. Ο πρώτος όμως ήταν σοβαρά άρρωστος και ο δεύτερος περίμενε να ετοιμαστεί η συνοδεία του.

Τα πλοία από τον Ατλαντικό είχαν σημαντικότατα πλεονεκτήματα απέναντι στα πολεμικά της Μεσογείου. Εδώ ένα γαλιόνι συγκρούεται με δύο γαλέες, και έχοντας εμβολίσει τη μία είναι έτοιμο να τσακίσει τα κουπιά της άλλης.
Τα πράγματα φαίνονταν να χειροτερεύουν, με μαντάτα νέων πειρατικών επιθέσεων και ανησυχητικές πληροφορίες. Οι πειρατές, που δεν έβρισκαν πια καταφύγιο στη Πάτρα μετά από παρέμβαση του Άγγλου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη, τραβούσαν τώρα για τη Μεθώνη και την Κορώνη. Στην Τύνιδα, σύμφωνα με έναν Άγγλο πλοίαρχο, είχαν καταφύγει τουλάχιστον δώδεκα Άγγλοι πλοίαρχοι, εξόριστοι από την Αγγλία, όλοι πειρατές.
Δεν άργησαν όμως και κάποια ευχάριστα νέα. Οι ναυτικοί του πλοίου του Σιγούρου που είχαν σταλθεί στο πειρατικό φαίνεται πως επιβίωσαν και γύρισαν στη Ζάκυνθο. Στα τέλη Απριλίου ο Michiel έγραψε:
Πληροφορήθηκα από το Battista Corsari από την Chioggia πως σε ένα Αγγλικό πλοίο που βρισκόταν στο λιμάνι ήταν δύο από τους πειρατές που είχαν λεηλατήσει το πλοίο του. Έστειλα να φέρουν τον Άγγλο καραβοκύρη με το πρόσχημα ότι θα του έδινα γράμματα για την Αγγλία. Όταν ήρθε στο Κάστρο απαίτησα να μου τους παραδώσει, λέγοντας του ότι δεν είχα τίποτα εναντίον του, αν και προσωπικά είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι δεν υπάρχει ούτε ένας ναυτικός αυτού του έθνους που δεν είναι πειρατής. Υπάκουσε στις εντολές μου και μου τους έφερε. Είναι στη φυλακή και ομολόγησαν αμέσως. Δικαιολογούνται πως τους παρέσυρε ο καπετάνιος τους, θα προχωρήσω στη δίκη τους.
Κάπου δυο βδομάδες νωρίτερα τρία Αγγλικά bertoni (13) είχαν καταλάβει μια Βενετική marciliana (14) φορτωμένη ξυλεία κοντά στα Στροφάδια. Το ένα τους τη ρυμούλκησε στη Μεθώνη για να την πουλήσει μαζί με το φορτίο της. Οι Τούρκοι όμως συνέλαβαν τον καπετάνιο, κάποιον Buer, τον αδελφό του, και άλλους δύο, και απαίτησαν την παράδοση  της λείας αλλιώς θα τους έστελναν αλυσοδεμένους στη Ζάκυνθο. Ο καπετάνιος συμφώνησε και φαίνεται πως τη γλύτωσε, παρόλο που ο Michiel έγραψε αμέσως στον κατή (kadi, δικαστή) της Μεθώνης και στον σαντζάκμπεη (κυβερνήτη) του Μοριά ζητώντας την τιμωρία τους και την επιστροφή της marciliana.

Υπάρχουν ελάχιστες απεικονίσεις που ταυτίζονται με τα bertoni στη σχετική βιβλιογραφία, και όσες έχω δει, κατά την άποψη μου, απεικονίζουν γαλιόνια. Τη διαφορά μεταξύ ενός μεγάλου Ισπανικού γαλιονιού και ενός Ολλανδικού bertone μπορείτε να τη δείτε σε αυτή τη σκηνή από τη ναυμαχία του Γιβραλτάρ το 1607.
Μέσα στις δύο πρώτες βδομάδες του Μαΐου συνέβη ένα άλλο περιστατικό. Ένας Άγγλος πλοίαρχος από το Dartmouth – ο οποίος είχε κουρσέψει δύο Βενετικά πλοία με το Φλαμανδικής κατασκευής bertone Legion’ – έπιασε στη Μεθώνη για να πουλήσει τη λεία του. Όσο αυτός βρισκόταν στην ξηρά, το πλήρωμα του – 37 Άγγλοι και 3 Έλληνες – έκανε πανιά για να πουλήσει το κούρσος στην Αφρική, εγκαταλείποντας τον μαζί με έναν ακόμη από το πλήρωμα. Τους συνέλαβαν οι Τούρκοι και τους έστειλαν στη Γαστούνη, την έδρα του σαντζάκμπεη. Μόλις το έμαθαν ο νυν και ο πρώην Άγγλος πρόξενος στην Πάτρα φοβήθηκαν και διέφυγαν στη Ζάκυνθο.
Στη Ζάκυνθο ο Michiel γνώριζε και για τη σύλληψη του καπετάνιου και για το ότι οι σκαστοί της Πάτρας ήταν κλεπταποδόχοι συνεργάτες του. Τους συνέλαβε και ζήτησε την έκδοση των κρατουμένων της Γαστούνης. Ο σαντζάκμπεης Mehmet τους έστειλε στη Ζάκυνθο υπό την φρούρηση Αθηναίων εμπόρων. Φαίνεται όμως ότι η κλίκα των πειρατών είχε υποστηρικτές στο νησί ανάμεσα στους εγκατεστημένους εκεί Άγγλους εμπόρους, οι οποίοι ήταν διατεθειμένοι να ξοδέψουν σημαντικά ποσά για να τους σώσουν. Έτσι ο σαντζάκμπεης, σχεδόν αμέσως, ζήτησε τους κρατούμενους πίσω με διάφορες δικαιολογίες. Ο Michiel υποψιάστηκε ότι το πραγματικό κίνητρο του κυβερνήτη του Μοριά ήταν η προσδοκία ενός γερού μπαξισιού για να τους ελευθερώσει. Αρνήθηκε να τους επιστρέψει, με κάποιες ευγενικές δικαιολογίες για να κερδίσει χρόνο. Στο μεταξύ καταδίκασε και τους τέσσερεις σε θάνατο αλλά εκτέλεσε μόνο τους προξένους, όπως έγραψε στις 28 Μαΐου (με το παλιό ημερολόγιο).
Έχοντας ομολογήσει και κριθεί ένοχοι για αυτό το έγκλημα, εγώ με το Συμβούλιο μου, τους καταδικάσαμε να κρεμαστούν, και η ποινή εκτελέστηκε σε ένα ψηλό πύργο αυτού του κάστρου, όπου τα σώματα τους θα παραμείνουν στη θέα της πόλης και του λιμανιού μέχρι να λιώσουν, σαν φόβητρο για όλους όσους διαπράττουν τέτοια κακά. Καταδίκασα επίσης σε παρόμοια ποινή τον πλοίαρχο και το σύντροφο του, αλλά ο σεβασμός προς το σαντζάκμπεη του Μοριά με έκανε να αναστείλω την εκτέλεση.
Ο Οθωμανός κυβερνήτης είχε πλέον αρχίσει να γίνεται απειλητικός. ‘Αυτή η ιστορία δεν θα έχει καθόλου καλό τέλος, να το ξέρεις,’ έγραψε στον Michiel. Ο πρεβεδούρος φοβήθηκε ότι ο Mehmet, για αντίποινα, θα συλλάμβανε Ζακυνθινούς που πήγαιναν στο Μοριά για εμπόριο και έδωσε εντολή να σταματήσουν να πηγαίνουν σκάφη απέναντι χωρίς δική του εξουσιοδότηση. Αυτό όμως έπληττε το εμπόριο και δημιουργούσε τεράστιο πρόβλημα στη Ζάκυνθο, η οποία ήταν εξαρτημένη από το Μοριά για πολλά από τα απαραίτητα, ιδιαίτερα τρόφιμα. Έστειλε λοιπόν το Φραγκίσκο Μονδίνο να μεταπείσει το Mehmet. Ο Μονδίνος πρόσφερε στον σαντζάκμπεη 300 κορώνες μπαξίσι αλλά εκείνος ήταν αμετάπειστος. Σαν να μην έφτανε αυτό οι Άγγλοι πειρατές της Μεσογείου είχαν εξαγριωθεί από την εκτέλεση των εμπόρων της Πάτρας. Ένα θύμα πειρατικής επίθεσης κατέθεσε στις αρχές Νοεμβρίου:
Το πρώτο πράγμα που έκαναν μόλις επιβιβάστηκαν (οι πειρατές) ήταν να ρωτήσουν αν υπήρχαν Βενετοί ευγενείς στο πλοίο, καθώς σκόπευαν να τους κρεμάσουν αμέσως, σε αντίποινα για το κρέμασμα των Άγγλων στη Ζάκυνθο, και είπαν ότι σκόπευαν να περιπολούν εκεί μέχρι να πιάσουν κάποιο Βενετό.
Το αδιέξοδο με το Σαντζάκμπεη συνεχίστηκε για πάνω από ένα χρόνο. Ο Michiel κατάφερε, μέσω του Βενετού βάιλου (πρεσβευτή ) στην Κωνσταντινούπολη, να εκδοθεί γραπτή εντολή από το Σουλτάνο στο Mehmet να υποχωρήσει. Την πήγε στη Γαστούνη ο Μονδίνος και πάλι. Ο Mehmet όμως, με πρόφαση κάποια διατύπωση στο έγγραφο, εξακολουθούσε να επιμένει. Χρειάστηκε νέα διαταγή του Σουλτάνου, η οποία – μαζί με γράμμα της μητέρας του μπέη που συμβούλευε το ‘φως των ματιών της’ να υπακούσει – επιδόθηκε τον Αύγουστο του 1604. Οι δύο πειρατές εκτελέστηκαν στις 11 Σεπτεμβρίου (με το παλιό ημερολόγιο) σε ‘ένα ψηλό και ευδιάκριτο σημείο, όπου φαίνονταν από ολόκληρη την πόλη και το λιμάνι’.
Πλησίαζε πια το τέλος της θητείας του Maffio Michiel, τον Ιανουάριο του 1605. Το Νοέμβριο έστειλε την οικοσκευή του στη Βενετία με το Βενετικό bertone Moresini’ (15). Το πλοίο το διοικούσε Βενετός, αλλά ο καπετάνιος και κάμποσα μέλη του πληρώματος ήταν Άγγλοι. Το ‘Moresini’ συνάντησε ένα Αγγλικό πλοίο, μάλλον ένα μεγάλο bertone των 400 τόνων, με 100 άντρες και 28 κανόνια. Ο Michiel διηγήθηκε τι συνέβη.
Πριν τρεις μέρες το bertoneMoresini’, το οποίο απέπλευσε από εδώ στις 19 Νοεμβρίου, επέστρεψε στο λιμάνι. Είχε λεηλατηθεί από ένα πειρατικό λίγο έξω από το κανάλι. Εγώ είμαι το μεγαλύτερο θύμα, γιατί αυτοί οι ληστές κατάστρεψαν ή έκλεψαν το μεγαλύτερο μέρος της οικοσκευής μου και αυτής του Καγκελλαρίου και αξιωματικού μου. Καθώς ήταν το τέλος της θητείας μου είχαμε φορτώσει το μεγαλύτερο μέρος των προσωπικών μας αντικειμένων, πιστεύοντας ότι το ‘Moresini’ ήταν ένα καλό, αξιόπλοο, καλά οπλισμένο καράβι. Αλλά δυστυχώς έπεσε πάνω σε αυτούς τους δολοφόνους. Ο καραβοκύρης, καθώς βρισκόταν πάνω στο πειρατικό κατά τη διάρκεια της λεηλασίας, δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας, αλλά οι επιβάτες με βεβαιώνουν πως οι περισσότεροι πειρατές είναι Άγγλοι, και ότι έπεσαν πάνω στα πράγματα μου σαν λυσσασμένα σκυλιά, παρόλο που δεν πείραξαν το υπόλοιπο φορτίο κάποιας αξίας. Ότι δεν θέλανε, όπως διακοσμημένα κεραμικά (majolica) και πήλινα, τα κάνανε κομματάκια με αγαλλίαση, και επίσης μερικά κουτιά της οικογένειας μου. Αλλά η μεγαλύτερη απόδειξη της ασπλαχνίας τους είναι ότι σκότωσαν μερικά περιστέρια που οι γυναίκες της οικογένειας μου στέλνανε στη Βενετία για προσωπική τους ευχαρίστηση. Τα πουλιά ήταν σε ένα κλουβί κρεμασμένο εξωτερικά στο πλευρό του πλοίου, και οι πειρατές τα σκοτώσανε και τα πετάξανε στη θάλασσα. Αυτό το έκαναν, υποθέτω, για να πάρουν εκδίκηση επειδή κρέμασα έναν πλοίαρχο και τρεις Άγγλους ναυτικούς. Δεν παραπονιέμαι, γιατί είμαι έτοιμος να θέσω τη ζωή τη δική μου και των παιδιών μου στην υπηρεσία της Γαληνότητας σας.
Αν και την πειρατική εκδίκηση την πλήρωσαν ακριβότερα τα κακόμοιρα τα πιτσουνάκια, οι Άγγλοι δεν ξέχασαν εύκολα αυτόν που αποκαλούσαν ‘the hanging governor’. Πάνω από δύο αιώνες αργότερα, το 1829, η Αγγλίδα συγγραφέας Catherine Grace Frances Gore, στο διήγημα της ‘The bride of Zante’, ονόμασε τον πρεβεδούρο της Ζακύνθου Michaeli . Ήταν μια καθόλου τυχαία παραπομπή στον Michiel σαν εκπρόσωπο των διεφθαρμένων, καταπιεστικών, και αχώνευτων Βενετών. Ειρωνικότατα όμως, ήταν πλέον οι συμπατριώτες της Gore που έστηναν κρεμάλες στη Ζάκυνθο.

--------------------------------------------------------------------- 
(1)  Οι περί Άγγλων αναφορές του Michiel και άλλα σχετικά έγγραφα από τα Βενετικά Αρχεία, μεταφρασμένα στα Αγγλικά, μπορούν να βρεθούν στην ιστοσελίδα http://www.british-history.ac.uk/.
(2)  Υπάρχει μια σχετική δυσαρμονία στις ημερομηνίες των εγγράφων επειδή κάποιες είναι σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο και άλλες με το Γρηγοριανό. Επίσης, κάποιες φορές θεωρείται σαν αρχή του χρόνου η 1η Ιανουαρίου και άλλες η 1η Μαρτίου.
(3)  Προφανώς το πλοίο ανήκε σε κάποιον Venier.
(4)  Μικρό δικάταρτο πλοίο που πολύ συχνά χρησιμοποιούσαν οι πειρατές (briganti), εξ ου και το όνομα του.
(5)  Μικρού ή μεσαίου μεγέθους, δικάταρτο εμπορικό της Ανατολικής Μεσογείου με ψηλή πρυμναία υπερκατασκευή.  Ετυμολογείται από το Τουρκικό karamürsel.
(6)  Από το όνομα φαίνεται πως ανήκε στην οικογένεια Σιγούρου.
(7)  Ο Πεταλάς είναι η μεγαλύτερη από τις Εχινάδες νήσους, κοντά στην Αιτωλοακαρνανία. Σήμερα είναι ακατοίκητος.
(8)  Λόγω της εκτεταμένης σταφιδοκαλλιέργειας η Ζάκυνθος δεν μπορούσε να καλύψει με εγχώρια παραγωγή ούτε το ένα τρίτο των αναγκών της σε σιτηρά. Συχνά υπήρχε μεγάλη έλλειψη ψωμιού, πράγμα που έπληττε περισσότερο τα κατώτερα στρώματα του πληθυσμού.
(9) Ο Lase ήταν πιθανότατα έμπιστος του Michiel και θα διαπραγματευόταν την αγορά των σιτηρών.
(10)  Σε άλλο έγγραφο του Michiel κάποιος Battista Corsari αναφέρεται πως ήταν από την Chioggia, ένα λιμάνι κοντά στη Βενετία. Πάντως υπήρχε και στη Ζάκυνθο οικογένεια Κορσάρη εκείνη την εποχή, όπως και οικογένεια Κουρσάρη στα Λαγκαδάκια, σύμφωνα με το Λ. Ζώη.
(11)  Συχνά τα Βενετσιάνικα πλοία εκείνης της εποχής ήταν ασφαλισμένα. Έτσι όχι μόνο το πλήρωμα αλλά και οι ίδιοι οι πλοιοκτήτες δεν ήταν διατεθειμένοι να διακινδυνέψουν δίνοντας μάχη εναντίον των πειρατών.
(12)  Η φρεγάτα ήταν ένα πολύ μικρό σκάφος, με ένα μόνο τριγωνικό πανί, χωρίς κατάστρωμα, και μέχρι 12 κωπηλάτες σε κάθε πλευρά. Ήταν όμως πολύ ευπροσάρμοστο, γι αυτό μεγάλωσε προοδευτικά, φτάνοντας τις σημερινές διαστάσεις των 5 και 6 χιλιάδων τόνων.
(13) Η μεγάλη πλειοψηφία των Άγγλων και Ολλανδών πειρατών που μάστιζαν τη Μεσόγειο το δεύτερο μισό του 16ου και το πρώτο μισό του 17ου αιώνα χρησιμοποιούσαν ένα τύπο πλοίου που οι Βενετοί αποκαλούσαν bertone. Το όνομα αυτό μάλλον αποτελεί αναγραμματισμό του bretone (βρετανικό). Από τις σχετικά λίγες πληροφορίες που παρέχουν οι Βενετικές πηγές φαίνεται ότι ήταν πλοίο πολύ συγγενικό με το γαλιόνι αλλά μικρότερο. Το bertone είχε τρία κατάρτια και ένα ή δύο καταστρώματα – το γαλιόνι τρία μέχρι πέντε κατάρτια και τουλάχιστον δύο καταστρώματα. Προέρχονταν και τα δύο από τον τύπο πλοίου που οι Βενετοί αποκαλούσαν nave αλλά είναι πιο γνωστό με την Πορτογαλική ονομασία carraca. Ένα τέτοιο βλέπετε στην πρώτη εικόνα της ανάρτησης. Το γαλιόνι όμως, και πολύ περισσότερο το bertone, είχαν πολύ μικρότερη πρωραία υπερκατασκευή και γενικά πιο αεροδυναμικό σχήμα. Υπερτερούσαν δραματικά απέναντι στις γαλέες και τις γαλεάτσες των Μεσογειακών κρατών.  Μπορούσαν να φέρουν μεγαλύτερο αριθμό κανονιών, η κατάληψη τους από γαλέα με ρεσάλτο ήταν σχεδόν αδύνατη λόγω διαφοράς ύψους, και χρειάζονταν πολύ μικρότερο πλήρωμα. Το σημαντικότερο ίσως ήταν πως μπορούσαν να πλέουν με άσχημο καιρό, κάτι που δυσκόλευε πολύ τις γαλέες. Έτσι τα Βορειοευρωπαϊκά bertoni, σε αντίθεση με τις Βορειοαφρικανικές φούστες, επιχειρούσαν κατά προτίμηση το χειμώνα. Ο Michiel, στην αναφορά του της 6ης Νοεμβρίου 1603, έγραφε: Οι Άγγλοι πειρατές άρχισαν να εμφανίζονται πάλι, τώρα που φτάνει η εποχή που τους ευνοεί. Είναι συνηθισμένοι να μένουν στη θάλασσα το καταχείμωνο και με το χειρότερο καιρό, χάρη στην ανθεκτικότητα των πλοίων τους και την επιδεξιότητα των ναυτικών τους.  Και το καλοκαίρι όμως το bertone, με εκτόπισμα μόλις 200 – 300 τόνους  συνήθως, και βύθισμα πού συχνά δεν ξεπερνούσε τα 2,5 μέτρα, ταξίδευε με την παραμικρότερη πνοή του ανέμου. Οι Βενετοί αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν και οι ίδιοι bertoni, δεν έφτασαν όμως ποτέ τη δεξιότητα των δασκάλων τους.
(14) Φτηνό στην κατασκευή και τη χρήση εμπορικό με προέλευση από την Αδριατική. Ήταν χαμηλό, φαρδύ, χωρίς τρόπιδα και με τετράγωνα πανιά.
(15) Το πραγματικό όνομα του πλοίου ήταν ‘Santa Maria’ αλλά, όπως γινόταν συχνά, εδώ χρησιμοποιείται το όνομα του πλοιοκτήτη ή του κυβερνήτη.

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

Η σαΐτα του Μάρκου Σιγούρου


Πριν από πολλούς μήνες είχαμε αναφερθεί στον Thomas Sanders, σκλάβο στην Τρίπολη της Λιβύης. Είχαμε πει τότε πως όταν απελευθερώθηκε, το 1585, είχε μεταφερθεί στη Ζάκυνθο με πλοίο του Μάρκου Σιγούρου. Ο Sanders έγραψε (1):

Και περίπου τρεις μήνες μετά την απελευθέρωση μας (τον Ιούλιο του 1585), ο κύριος Barton με όλα τα απομεινάρια της παρέας του, αναχώρησε από την Τρίπολη για τη Ζάκυνθο, με ένα σκάφος που αποκαλείται settee, ενός Μάρκου Σιγούρου που έμενε στη Ζάκυνθο. Μετά την άφιξη μας στη Ζάκυνθο μείναμε δεκαπέντε μέρες πάνω στο πλοίο πριν να πάρουμε platego (2), δηλαδή άδεια αποβίβασης – επειδή είχε πανούκλα στο μέρος από το οποίο είχαμε έρθει.
Τρεις μέρες μετά την αποβίβαση μας ήρθε ένα άλλο settee, Μασσαλιώτικο, με προορισμό την Κωνσταντινούπολη. Τότε ο κύριος Barton και η παρέα του, μαζί με δύο ακόμη από την Εταιρεία μας, επιβιβάστηκαν σαν επιβάτες σε αυτό το settee και πήγαν στην Κωνσταντινούπολη.
Αλλά οι υπόλοιποι εννέα απο μας μείναμε στη Ζάκυνθο, και περίπου τρεις μήνες αργότερα επιβιβαστήκαμε σε ένα πλοίο του προαναφερθέντος Μάρκου Σιγούρου, το οποίο ήρθε στη Ζάκυνθο και είχε προορισμό την Αγγλία.
Ο Μάρκος Σιγούρος ήταν ο επιφανέστερος εκπρόσωπος της σημαντικότερης οικογένειας της Ζακύνθου εκείνη την εποχή. Οι Σιγούροι ήταν απόγονοι των Νορμανδών De Segur και βρίσκονταν ήδη εγκατεστημένοι στη Ζάκυνθο χρόνια αμέτρητα (3). Από τα τελευταία χρόνια της δυναστείας των Τόκκο, το αργότερο, είχαν ασπαστεί την Ορθοδοξία. Είχαν γλυτώσει στην καταστροφή από τους Τούρκους το 1479 και επιστρέψει λίγα χρόνια αργότερα, στις αρχές της Βενετοκρατίας. Υπηρέτησαν πιστά τους Βενετούς, στην αρχή σαν Στρατιώτες. Μάρκος λεγόταν και ο πρωτότοκος γιός της οικογένειας που είχε σκοτωθεί στη πολιορκία του κάστρου του Αγίου Γεωργίου στην Κεφαλονιά το 1500. Μάρκος λεγόταν και ο ανιψιός του, κατοπινός αρχηγός της οικογένειας. Ο μικρότερος αδελφός αυτού του Μάρκου, ο Νούκιος ή Νούτζος, πατέρας του Αγίου Διονυσίου, ακολούθησε και αυτός το παράδειγμα του παππού του Νούτζου και υπηρέτησε σαν καπετάνιος Στρατιωτών στην Ιταλία. Αργότερα, ένας άλλος Νούτζος, γιός του αδελφού του Μάρκου και του Νούτζου, του Ιωάννη, έδρασε στην επαναστατημένη Μάνη.
Με την πολεμική της δράση η οικογένεια κατόρθωσε να πετύχει την αναγνώριση από τη Βενετία των παλιών τίτλων ευγενείας και την επανάκτηση της προγονικής περιουσίας. Πέτυχε όμως και την παραχώρηση πολλών νέων χτημάτων. Τώρα πια η δράση τους απλώθηκε και στη θάλασσα. Ο Μάρκος, πρωτότοκος γιός του Ιάκωβου, τον διαδέχτηκε σαν σοπρακόμιτος πολεμικού πλοίου το 1527. Σχεδόν ταυτόχρονα έγινε σοπρακόμιτος και ο αδελφός του Κωνσταντίνος. Το 1535 ακολούθησε ο Νούτζος.
Οι Σιγούροι βέβαια φρόντιζαν να οικοδομούν συμμαχίες με άλλες ισχυρές φαμελιές του τόπου. Μάνα των Μάρκου, Κωνσταντίνου, Νούτζου, και Ιωάννη ήταν η Ισαβέλλα, από την αρχοντική – βυζαντινής προέλευσης – οικογένεια των Μονδίνων (Μουντίνων). Η αδελφή τους Λάουρα παντρεύτηκε το Δημήτριο, δευτερότοκο γιό του αρχικαπετάνιου των Στρατιωτών της Ζακύνθου Θεόδωρου Παλαιολόγου, της γνωστής αυτοκρατορικής οικογένειας. Στα τέλη του 1532, μερικούς μήνες μετά το θάνατο του Θεόδωρου, ο Μάρκος ορίστηκε από το Δημήτριο πληρεξούσιος του για την τακτοποίηση των κληρονομικών του υποθέσεων. Οι Παλαιολόγοι, αν και έμεναν πια στη Βενετία, είχαν μεγάλη περιουσία στη Ζάκυνθο από τη γυναίκα του Θεόδωρου, τη Μαρία Καντακουζηνή που είχε σκοτωθεί στο μεγάλο σεισμό του 1513.
Ο Δημήτριος δεν μπορούσε φαίνεται να κατεβεί ο ίδιος στη Ζάκυνθο εκείνη την εποχή γιατί αντιμετώπιζε σοβαρότατα οικογενειακά προβλήματα. Πιο συγκεκριμένα, δύο μήνες αργότερα, η Lucietta Martini, κόρη του αρχιναυπηγού της Βενετίας, έκανε αίτηση ακύρωσης του γάμου της με το Δημήτριο με το αιτιολογικό της διγαμίας. Το ντοκουμέντο αυτό – εκατό δυσανάγνωστες σελίδες στα Λατινικά απ’ ότι ακούω – δεν έχει μέχρι τώρα δημοσιευτεί, αν και θα έλυνε πολλές απορίες που δημιουργούνται σε σχέση με το γάμο αυτό και περιέχει πληροφορίες τόσο για τους Παλαιολόγους όσο και για τους Σιγούρους (4).
Το οικόσημο των Σιγούρων. Ένα γεράκι κατασπαράσσει ένα περιστέρι.
Ο Μάρκος που φιλοξένησε το Sanders ήταν γιός του Κωνσταντίνου και πρωτοξάδελφος του Αγίου Διονυσίου. Μαζί με τον αδελφό του Αγησίλαο ήταν οι κατεξοχήν εκπρόσωποι μιας Ζακυνθινής τάξης εμπόρων και εφοπλιστών – άλλο τρανταχτό όνομα ήταν το Σουμάκης – που, από τη ναυμαχία της Ναυπάκτου το 16ο αιώνα ως τον Κρητικό πόλεμο το 17ο, έπαιξαν πρωτεύοντα ρόλο στο εμπόριο της ανατολικής Μεσογείου με τη Δυτική Ευρώπη και κυρίως την Αγγλία (5).
Όπως μας λέει ο Sanders οι Σιγούροι έστελναν δικά τους καράβια απ’ ευθείας στην Αγγλία. Τα νταραβέρια τους εκεί τα είχε αναλάβει ο Ιωάννης Νταραβέρας (Zuanne Da Riviera), ένας Ζακυνθινός μόνιμα εγκατεστημένος το Λονδίνο που έγινε και πρόξενος της Βενετίας (6). Για τα ταξίδια αυτά προσελάμβαναν Άγγλους καπετάνιους και ολόκληρα τσούρμα. Έφταναν δε να παραγγέλνουν πλοία σε ναυπηγεία της Βαλτικής. Τα ονόματα των πλοίων τους δεν τα γνωρίζουμε, τουλάχιστον όχι τα περισσότερα. Κάποιες φορές αναφέρονται σαν Segura, χωρίς να είναι σίγουρο αν το όνομα του πλοίου ήταν Σιγούρα, ή αν, κατά τη Βενετική συνήθεια, απλώς αντικατόπτριζε το όνομα του ιδιοκτήτη ή του καπετάνιου. Ένα από τα πλοία τους λεγόταν Παναγία Σκοπιώτισσα. Το όνομα αυτό ήταν αναμφίβολα το δημοφιλέστερο στη Ζάκυνθο. Υπήρχε και πλοίο του Μιχαήλ Σουμάκη που λεγόταν έτσι, και να μην ξεχνάμε την ομώνυμη γαλέα των Μουντίνων στη ναυμαχία της Ναυπάκτου – των Σιγούρων η γαλέα λεγόταν Ιουδήθ.
Τι πλοίο όμως ήταν αυτό το settee που λέει ο Sanders; Από το Concise Oxford Dictionary of English Etymology του 1996 μαθαίνουμε ότι λεγόταν και settea, αργότερα sattee, και satia, από το Ιταλικό saettia και saetta, Λατινικά sagitta, που σημαίνει βέλος. Ήταν δηλαδή ο τύπος πλοίου που Ελληνικά λέγεται σαΐτα. Δεν βρήκα απεικόνιση σαΐτας του 16ου αιώνα, βρήκα όμως του 17ου, από το ταξίδι του Edmund Dummer στη Μεσόγειο το 1682, και είναι το σχέδιο στην αρχή της ανάρτησης. Μία από τις σαΐτες απεικονίζεται με συνδυασμό τριγωνικών πανιών με βορειοευρωπαϊκά τετράγωνα, το 16ο αιώνα όμως τα πανιά θα ήταν μόνο τριγωνικά.
Τα πλοία αυτά όργωναν τη Μεσόγειο από το 16ο αιώνα μέχρι το 19ο. Στο William Falconer's Dictionary of the Marine, έκδοση του 1769, διαβάζουμε:
SETTEE, (scitie, Fr.) Δικάταρτο πλοίο με τριγωνικά πανιά, τα οποία λέγονται κοινώς λατίνια. Αυτά τα σκάφη χρησιμοποιούνται αποκλειστικά στη Μεσόγειο, και γενικά τα ταξιδεύουν Ιταλοί, Έλληνες, ή Μωαμεθανοί.
Μια σύντομη περιγραφή μας δίνει το Oxford Companion to Ships and the Sea του 2006:
Δικάταρτο πλοίο της Μεσογείου. Είχαν λατίνια και στους δύο ιστούς, και συχνά χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά εφεδρικών πληρωμάτων των γαλερών. Είχαν μονό κατάστρωμα με μακριά, οξεία πλώρη, και ανήκαν περισσότερο στην ανατολική παρά στη δυτική Μεσόγειο. Χρησιμοποιήθηκαν από το 16ο μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Μερικές φορές λέγονταν και balancelles, από τα διπλά λατίνια.
Μπαλαντζέλες λεγόντουσαν αυτά τα σκαριά στη Γαλλία και τη βόρειο Ιταλία. Στη νότια Ιταλία όμως λεγόντουσαν παραντζέλες και αυτός ο όρος πέρασε και στο Ελληνικό λεξιλόγιο. Στον παρακάτω πίνακα του Edward William Cooke του 1847 μία παραντζέλα μισοκρυμμένη πίσω από ένα άλλο σκάφος. Στο βάθος ο Βεζούβιος.

-------------------------------------------------------------- 
1)  ‘An English Garner, The unfortunate Voyage of the Jesus to Tripoli, in 1584’, τόμος 2, σσ.  20-21, 1879.
2)  Pratique, από τον Ελληνικό όρο πρακτική, μέσω Μεσαιωνικής Λατινικής και Γαλλικής.
3) Λεωνίδα Ζώη, Ο Άγιος Διονύσιος, Προστάτης Ζακύνθου, Ζάκυνθος 1895. Από το ίδιο έργο προέρχονται οι περισσότερες περί Σιγούρων πληροφορίες της ανάρτησης  χωρίς αναφορά σε διαφορετική πηγή.
4) Η Μαριάννα Κολυβά ανέφερε το έγγραφο αυτό πριν πολλά χρόνια λέγοντας ότι θα επανέλθει για να το μελετήσει. Θεόδωρος Παλαιολόγος, Αρχηγός Μισθοφόρων «Στρατιωτών» και Διερμηνέας στην Υπηρεσία της Βενετίας, Θησαυρίσματα, 1973, σελ. 153.
(5)  Maria Fusaro, Cooperating mercantile networks in the Early Modern Mediterranean: The English and the Greeks, a Case Study, Commercial Networks in the Early Modern World, European University Institute, Φλωρεντία, 2002 και Coping with transition: Greek merchants and ship owners between Venice and England in the late sixteenth century, Oxford University, 2005, της ιδίας.
(6)  Βλέπε προηγούμενο.

Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

Φλεγόμενα βέλη και λογχοφόροι παπάδες

Στρατιώτης από το ‘Έλληνες Στρατιώται εν τη Δύσει’ του Κ. Σάθα


Με την έναρξη της ‘saison’, στην αρχή της άνοιξης του 1571, οι Ζακυνθινοί πήραν μία πρόγευση του τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Δύο Τουρκικές φούστες (1) επέδραμαν στις Βολίμες, στο ορεινό βόρειο τμήμα του νησιού. Επίθεση στα ορεινά σήμαινε πως οι έφιπποι Στρατιώτες έχαναν μεγάλο μέρος της χρησιμότητας τους.  Δεν μπορούσαν να κινηθούν γρήγορα στα κακοτράχαλα μονοπάτια, να αποκόψουν και να κυκλώσουν τους κουρσάρους, να τους εξοντώσουν με τις θυελλώδεις επελάσεις τους.  Αρκετοί εξ άλλου από τους Ζακυνθινούς Στρατιώτες βρίσκονταν εκείνη την εποχή στην Κύπρο, όπου, όσοι ήταν ακόμα ζωντανοί, έπαιρναν μέρος στην απελπισμένη άμυνα της πολιορκημένης Φαμαγκούστας (Αμμοχώστου). Το βάρος έπεσε εκείνη τη φορά στους τσέρνιδους (άμισθους χωριάτες πολιτοφύλακες) της αραιοκατοικημένης ορεινής ζώνης, κάτω από τις διαταγές των ντόπιων ευγενών Γεωργίου Μινώτου και Κωνσταντίνου Βλαστού.
Οι Τούρκοι λεηλάτησαν το μοναστήρι του Άι Γιώργη στα Γκρεμνά, που οι περισσότεροι καλόγεροι το είχαν εγκαταλείψει κρύβοντας όσα πολύτιμα αντικείμενα μπόρεσαν, και πήραν αιχμαλώτους δύο γέροντες μοναχούς. Οι επιδρομείς έκαναν δύο ακόμα απόπειρες αποβάσεων  στην περιοχή πρίν αναγκαστούν να αποχωρήσουν – κακήν κακώς παρά την υποστήριξη από τα φαλκονέτα (2) των πλοίων.
Στις αρχές του καλοκαιριού τα πράγματα ήταν πολύ πιο άσχημα. Ένας τεράστιος Οθωμανικός στόλος βρισκόταν στην περιοχή – κάπου 300 πλοία, από τα οποία πάνω από 200 ήταν κάτεργα (στα Τουρκικά η γαλέα λεγόταν kadirga). Αρχηγός του στόλου (KaptanDerya) ήταν ο Αλή Πασάς, γνωστός σαν Müezzinzade (ο γιός του μουεζίνη). Ήταν σχετικά νέος και άπειρος, άσχετος με τη θάλασσα, αλλά παντρεμένος με μια από τις κόρες του Σουλτάνου Σελίμ του Μέθυσου. Μαζί του είχε τον Μεχμέτ Σουλούκ, Μπέη της Αλεξάνδρειας, κουρσάρο πασίγνωστο στους Χριστιανούς με το όνομα Σιρόκο. Επιπλέον είχε τον Ουλούτζαλη (Uluç Ali), Πασά του Αλγερίου, ένα εξισλαμισμένο πρώην αιχμάλωτο από την Κάτω Ιταλία που χρώσταγε τη μετεωρική του άνοδο στις ικανότητες του και μόνο. Από τη στεριά κατέβαινε με μεγάλο ασκέρι να τους ενισχύσει ο Περτέβ Πασάς, φίλος και μάλλον συμπατριώτης του Σερβικής καταγωγής Μεγάλου Βεζίρη Σοκολού Μεχμέτ Πασά.
Η αρμάδα είχε καταλάβει το Ρέθυμνο αλλά είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει την Κρήτη λόγω σοβαρών απωλειών σε έμψυχο υλικό. Κατόπιν είχε λεηλατήσει τα Κύθηρα. Στις 21 Μαΐου μία μοίρα 20 πλοίων υπό τον Ουλούτζαλη είχε χτυπήσει τα μικροσκοπικά νησιά των Στροφάδων, 30 μίλια νότια της Ζακύνθου, παίρνοντας σκλάβους 35 μοναχούς και δόκιμους. Ο Χριστιανικός στόλος που θα αντιμετώπιζε την τεράστια Οθωμανική αρμάδα βρισκόταν ακόμη υπό συγκρότηση στην Ιταλία.
Οι Τούρκοι και οι Βορειοαφρικανοί αποβιβάστηκαν στη Ζάκυνθο στις 5 Ιουλίου και προχώρησαν στο εσωτερικό καίγοντας και λεηλατώντας. Ήταν πάνω από 12.000 με επικεφαλής τον Ουλούτζαλη. Στην πραγματικότητα ο αριθμός τους ήταν απροσδιόριστος γιατί μπορούσαν να πηγαινοφέρνουν όσους ήθελαν από τα καράβια και τις απέναντι ακτές. Οι Ζακυνθινοί αποσύρθηκαν σε οχυρές τοποθεσίες, κυρίως στην Terra, την καστρόπολη, αφήνοντας το Borgo della Marina και το Porto, δηλαδή τη σημερινή πόλη και το λιμάνι, στους επιτιθέμενους.
Η Ζάκυνθος το 1544, του Jerome Maurand


Οι Τούρκοι περικύκλωσαν το κάστρο, όχι χωρίς αντίσταση όπως είδαμε στην ανάρτηση για το Βούλτσο, και στα βατά σημεία του λόφου στήσανε πυροβολαρχίες και πρόχειρες οχυρώσεις. Στον Αρίγκο φτιάξανε ένα ξυλόκαστρο. Ζήτησαν, όπως συνηθιζόταν, από τον πρεβεδούρο (provveditor) Paolo Contarini να παραδοθεί το κάστρο υπό όρους αλλά αυτός αρνήθηκε. Μία από τις ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες της πολιορκίας, που, σύμφωνα με το Ντίνο Κονόμο, τη διέσωσε ο Παναγιώτης Χιώτης από τα, χαμένα πλέον, ‘Χρονικά’ του Διονυσίου Βαρβιάνη στα ‘Ιστορικά Απομνημονεύματα’, είναι η χρήση από τους πολιορκημένους φλεγόμενων βελών. Μας δίνει μάλιστα και τον τρόπο κατασκευής τους.


Ίσως φαίνεται παράξενο πως βαδίζοντας προς τα τέλη του 16ου αιώνα, για τα καλά πια στην εποχή των πυροβόλων όπλων, χρησιμοποιούνταν ακόμα τόξα και βέλη. Η αλήθεια είναι πως για τους Τούρκους, που ο στρατός τους χρησιμοποιούσε ατομικά πυροβόλα όπλα πριν ακόμη καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, το τόξο εξακολουθούσε να είναι το κύριο όπλο βολής.
Τα πλεονεκτήματα του αρκεβουζίου, δηλαδή του πυροβόλου όπλου της εποχής, ήταν η αυξημένη διατρητικότητα και άμεση αποτελεσματικότητα (stopping power) σε μικρές αποστάσεις, το χαμηλό κόστος και η δυνατότητα μαζικής παραγωγής, καθώς και η εκπαίδευση του χρήστη μέσα σε λίγες μόνο μέρες. Το σύνθετο ‘ανακυρτωμένο’ τόξο, που βρισκόταν για αιώνες σε χρήση στην Ανατολή, απαιτούσε μεγάλη εμπειρία και χρόνο στην κατασκευή, τόσο του ίδιου όσο και των βελών. Η εκπαίδευση ενός καλού τοξότη έπαιρνε χρόνια συχνής εξάσκησης. Ο τοξότης αυτός όμως μπορούσε να πλήξει στόχους σε απόσταση υπερδιπλάσια του αρκεβουζιέρου, ο οποίος πέρα από τα 50 μέτρα δεν μπορούσε να σημαδέψει τίποτα μικρότερο από ... καραβέλα. Με επισκηπτική βολή το βέλος έφτανε μέχρι και 400 μέτρα και ο ρυθμός βολής ήταν τουλάχιστον εξαπλάσιος του αρκεβουζίου. Ένας αριθμός τοξοτών μπορούσε λοιπόν να εξαπολύσει πραγματική πύρινη βροχή εναντίον των θέσεων του εχθρού, προξενώντας σημαντικότατες ζημιές σε ξύλινες οχυρώσεις ή πλοία, να καταστρέψει εφόδια ή συσσωρευμένη πυρίτιδα, και γενικά να κάνει δύσκολη τη ζωή στους αντιπάλους.
Οι Βενετοί αναγνώριζαν τη χρησιμότητα του τόξου και ήταν η μόνη Δυτική δύναμη που χρησιμοποιούσε ακόμα μεγάλο αριθμό τοξοτών στο στρατό και το στόλο. Οι τοξότες αυτοί προέρχονταν από τις κτήσεις τους στα Βαλκάνια και ιδιαίτερα την Κρήτη, όπου διατηρούνταν ακμαία μια παράδοση τοξοβολίας δύο χιλιετηρίδων. Ο γνωστός μας John Locke είπε το 1553:
Οι Κρητικοί είναι δυνατοί άντρες, και πολύ καλοί τοξότες, είναι καλοί στο σημάδι. (3)
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η περιγραφή Κρητών τοξοτών του πλοιάρχου Roger Bodenham to 1551 (από το ίδιο βιβλίο, σσ. 75-76) ενώ παρέπλεε τις ακτές της Κρήτης μια Οθωμανική αρμάδα 250 πλοίων στο δρόμο για τη Μάλτα. Ταιριάζει σχεδόν απόλυτα με αυτή την απεικόνιση από τον Cesare Vecellio ενός Σφακιανού τοξότη σε Βενετική υπηρεσία το 16ο αιώνα.


Γίνανε προετοιμασίες σαν να είχαν πάει οι Τούρκοι εκεί. Υπάρχουν σε αυτό το νησί της Κρήτης πολλοί ξεκομμένοι άνθρωποι, που ζουν συνέχεια στα βουνά, ήρθαν κάτω να υπηρετήσουν (στο στρατό), σε αριθμό τέσσερες ή πέντε χιλιάδες, είναι καλοί τοξότες, ο καθένας με το τόξο και τα βέλη του, ένα σπαθί και ένα εγχειρίδιο, με μακριά μαλλιά, και μπότες που φτάνουν μέχρι τους βουβώνες τους, και ένα πουκάμισο αλυσιδωτής πανοπλίας, με το ένα μισό να κρέμεται μπροστά , και το άλλο μισό πίσω, τους στείλανε πίσω μόλις πέρασε ο στρατός (Τουρκικός στόλος). Πίνανε κρασί πέρα από κάθε μέτρο.
Δεν είναι γνωστό πόσο αναπτυγμένη ήταν η τοξοβολία στη Ζάκυνθο εκείνη την εποχή και πόσοι τοξότες υπήρχαν. Όπως φαίνεται ήταν αρκετοί για να παρενοχλούν σοβαρά τους εισβολείς. Κάθε κάτοικος πρόσφερε τότε όπως μπορούσε, με το όπλο, τη σκαπάνη, το κουπί ή το πουγκί του. Ανάμεσα σ’ αυτούς που ξεχώρισαν, πραγματικά αξεπέραστοι, ήταν οι Κουτουβαλαίοι.
Η οικογένεια Κουτούβαλη σχεδόν ξεκληρίστηκε στην πτώση της Μεθώνης το 1500. Μόνο δύο αγόρια γλίτωσαν, ο Ιωάννης, 20 χρονών, και ο αδελφός του Δημήτριος, μόλις 10. Εγκαταστάθηκαν στην νεοκατακτημένη από τους Βενετούς Κεφαλονιά και έγιναν και οι δύο σημαντικοί καπεταναίοι Στρατιωτών με δράση στην Ιταλία και τη Δαλματία. Το 1540 οι δύο αδελφοί στάλθηκαν από τους Βενετούς στη Ζάκυνθο για την ενίσχυση της άμυνας της και εγκαταστάθηκαν εκεί. Μία αναφορά του Paolo Contarini στις 28 Αυγούστου 1571 εξιστορεί ένα κατόρθωμα του Νικολάου Κουτούβαλη, γιού του Δημητρίου κατά το Λεωνίδα Ζώη. Ο Νικόλαος, ηλικίας τότε 51 χρόνων, μαζί με το γιό του Δημήτριο και έξι άλλους Στρατιώτες, βγήκαν ξαφνικά έφιπποι από το κάστρο, χωρίς καμιά υποστήριξη, και οπλισμένοι με λόγχες και ξίφη (a cavallo con lanza e spada) όρμησαν πάνω σε ένα πλήθος Τούρκων στον Άγιο Ηλία (4), περίπου στο σημερινό Σταυρό στο Ψήλωμα. Σκότωσαν εφτά Τούρκους τρέποντας τους υπόλοιπους σε φυγή, ενώ ο Νικόλαος έφερε στον Contarini το κεφάλι αυτού που σκότωσε.
Το παράξενο είναι πως ο ορμητικός καβαλάρης που έκοβε κεφάλια τουλάχιστον ημιεπαγγελματικά, ήταν ιερωμένος (prete Nicola Cuttuvali). Παπάς ήταν και ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο Κωνσταντίνος, ο οποίος αναφέρεται ότι είχε δράση και στη θάλασσα σαν επικεφαλής στολίσκου. Δεν πρέπει όμως να παραξενευόμαστε. Η κοινωνία της Ζακύνθου ήταν ακριτική και ζούσε με το όπλο παρά πόδα. Επιπλέον οι ιερείς εκλέγονταν από τις ενορίες ή τις σκόλες (συντεχνίες). Επόμενο είναι οι Στρατιώτες να διαλέγανε δικούς τους παπάδες. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η ψαλτική θα ήταν αρκετά χαμηλά στον πίνακα των απαιτουμένων προσόντων και η πραότητα του χαρακτήρα μάλλον έκοβε μόρια.
Στη θάλασσα έδρασε εκείνες τις μέρες και ένας άλλος συγγενής του παπα-Νικόλα, ο Αντώνιος Κουτούβαλης. Πήρε μέρος στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου τρεις μήνες αργότερα  σαν σοπρακόμιτος (κυβερνήτης) της ‘Γαλέρας του Συμβουλίου της Κοινότητας’, όπως έχουμε μάθει να λέμε εμείς οι Ζακυνθινοί. Είναι, νομίζω, καιρός να αναγνωρίσουμε ότι το έχουμε μάθει λάθος. Για να γίνει κάποιος σοπρακόμιτος Βενετσιάνικης γαλέρας, ή μάλλον γαλέας, έπρεπε να είναι από οικογένεια με  τίτλο ευγενείας. Τέτοιο τίτλο δεν είχαν ακόμη αποκτήσει οι Κουτουβαλαίοι. Άρα το σκάφος δεν μπορούσε να είναι γαλέα αλλά κάποιο μικρότερο πολεμικό, πιθανότατα γαλιότα. Γι αυτό και ο κατάλογος με τις γαλέες και γαλεάτσες που πήραν μέρος στη ναυμαχία περιλαμβάνει μόνο δύο πλοία από τη Ζάκυνθο: Τη Nostra Signora (Παναγία) του Νικόλαου Μονδίνου και τη Giuditta (Ιουδήθ) του Μαρίνου Σιγούρου. Γαλιότες και φούστες πρέπει να ήταν και όλα τα άλλα Ζακυνθινά πλοία που πήραν μέρος. Στην παρακάτω λεπτομέρεια αναπαράστασης της ναυμαχίας, από τη Στοά των Χαρτών του Βατικανού, φαίνονται πολεμικά διαφορετικών διαστάσεων σε διάταξη μάχης.


Μια μέρα μετά το κατόρθωμα του Κουτούβαλη ο ίδιος ο Contarini εξόρμησε από το κάστρο επικεφαλής 130 Στρατιωτών ανατρέποντας τους εχθρούς. Οι πεζοί ξεχύθηκαν προς το Γαϊτάνι, όπου βρισκόταν το κεντρικό στρατόπεδο των Οθωμανών, και τους σκόρπισαν στον κάμπο. Κατάφεραν όμως να ανασυγκροτηθούν και να αναγκάσουν τους πολιορκημένους να κλειστούν πάλι στο κάστρο. Βλέποντας ο Ουλούτζαλης πως έχανε σε αυτόν τον πόλεμο φθοράς αναγκάστηκε να προχωρήσει σε έφοδο εναντίον των τειχών. Απέτυχε και αυτή και οι εισβολείς αποχώρησαν για να κάνουν τα ίδια στην Κεφαλονιά. Από τα δύο νησιά πήραν 6.000 αιχμαλώτους και προκάλεσαν τεράστιες καταστροφές. Η κατάληξη θα μπορούσε να ήταν πολύ χειρότερη όμως. Ο Contarini και οι άρχοντες γιόρτασαν με χορό και ανέβασμα των ‘Περσών’ σε Ιταλική μετάφραση. Ο πολιτισμός στη Ζάκυνθο είναι τζαντσαμίνι (γιασεμί) που πρωτολιπάνθηκε με αίμα και πρωτάνθισε σκαρφαλωμένο στα τείχη του κάστρου.
Στις 7 Οκτωβρίου ο στόλος της Sacra Lega, περιλαμβάνοντας και πολλά καράβια από την Κρήτη, την Κέρκυρα, την Κεφαλονιά και τη Ζάκυνθο, διάλυσε τον Οθωμανικό στην είσοδο του Πατραϊκού Κόλπου σε μια από τις μεγαλύτερες και αιματηρότερες ναυτικές αναμετρήσεις της Ιστορίας. Ο γιός του μουεζίνη έχασε το κεφάλι του μαζί με πάνω από τα δύο τρίτα της τεράστιας αρμάδας του. Τη ζωή του έχασε και ο Μεχμέτ Σιρόκο. Ο Περτέβ Πασάς έχασε τη θέση του και την περιουσία του. Μόνο ο Ουλούτζαλης, που διακρίθηκε στη ναυμαχία και κατάφερε να οδηγήσει τα απομεινάρια του στόλου πίσω, βγήκε κερδισμένος. Πήρε τη χηρεύουσα θέση του αρχιναύαρχου.
--------------------------------------------------------------------------------------
(1)  Ίσως ήταν γαλιότες και όχι φούστες. Πολλές φορές δεν γινόταν διάκριση μεταξύ των δύο, ιδιαίτερα για κουρσάρικα σκάφη. Η γαλιότα ήταν μικρότερη από τη γαλέα και μεγαλύτερη από τη φούστα. Όλα ήταν μακρόστενα πλοία με τριγωνικά πανιά και κωπηλάτες. Οι κουρσάροι πρέπει να ήταν 200 με 300 άτομα αλλά δεν θα είχαν αποβιβαστεί όλοι.
(2) Μικρά κανόνια με διαμέτρημα γύρω στα 50 χιλιοστά.
(3) The Candiots are strong men, and very good archers, and shoot neere the marke. The voyage of M. John Locke to Jerusalem, από το The Principal Navigations, Voyages, Traffiques and Discoveries of the English Nation του Richard Hakluyt, τόμος 5, σσ. 84-85, έκδοση του 1904.
(4) Ο John Locke μας πληροφορεί ότι ο Άγιος Ηλίας ανήκε στους ‘άσπρους Φλάρηδες’ (white Friers), ήταν δηλαδή μοναστήρι που ανήκε στο τάγμα των Καρμελιτών. Χαρακτηριστικό της συνεχιζόμενης παρακμής του Καθολικισμού στη Ζάκυνθο, υπήρχε μόνο ένας καλόγερος. Πεντέξι χρόνια πριν υπήρχαν δύο αλλά ο ένας πέθανε. Βρισκόταν ανάμεσα σε δύο λόφους, είχε ωραία θέα και κήπο με πορτοκαλιές, λεμονιές, ροδιές και άλλα οπωροφόρα. Ο.π. σελ. 83.
Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .