Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καραντίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καραντίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Ιουλίου 2018

Μέθη και ακολασία στη Χώρα και στα Λαζαρέτα του 1600



Ο William Biddulph ήταν ένας άνθρωπος που πρέπει να ενέπνεε κάποιο σεβασμό στους προτεσταντικούς εκκλησιαστικούς κύκλους της Ελισσαβετιανής Αγγλίας. Είχε σπουδάσει στην Οξφόρδη και ήταν προστατευόμενος του Richard Bancroft, Αρχιεπισκόπου του Canterbury. Ακόμη και σήμερα οι πληροφορίες που μας άφησε για το Λεβάντε του καιρού του, κυρίως για τη Συρία και την Παλαιστίνη, είναι σίγουρα πολύτιμες. Ήταν ο πρώτος Αγγλόφωνος που περιέγραψε την κατανάλωση καφέ στο Χαλέπι, μισό αιώνα πριν το ρόφημα αυτό γίνει γνωστό στη χώρα του. Και ο πρώτος που ανέφερε τη χρήση ταχυδρομικών περιστεριών, που τότε λέγονταν Βαγδάτης. Προσωπικά θεωρώ επίσης σημαντικό πως έγραψε για Κούρδους ‘λάτρεις του Διαβόλου’ – δηλαδή τους Γιεζίντι – στο Αφρίν της Συρίας επειδή, δυστυχώς, η φετινή εισβολή του Τουρκικού στρατού και των ισλαμοκατσαπλιάδων συμμάχων τους στην περιοχή θα τους εξαφανίσει από εκεί ολοκληρωτικά.

Σταλμένος από τη Βρετανική Εταιρεία του Λεβάντε – πρόγονο της περίφημης Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών – σαν ιερέας των εγκατεστημένων στην Ανατολή εμπόρων της, ο Biddulph πέρασε και από τη Ζάκυνθο. Δεν έμεινε – ο σχετικά μικρός αριθμός Άγγλων εμπόρων φαίνεται πως δεν δικαιολογούσε το ανάλογο έξοδο. Ο George Wheler κατέκρινε έντονα την έλλειψη προτεστάντη ιερωμένου στο νησί τρία τέταρτα του αιώνα αργότερα.

Η αναχώρηση του Biddulph δεν πρέπει να στενοχώρησε ιδιαίτερα τους Άγγλους της Ζακύνθου πάντως. Κρίνοντας από αυτά που έγραψε στο βιβλίο του (1) αρεσκόταν στη σφοδρή κριτική όχι μόνο άλλων δογμάτων και θρησκειών αλλά και της ηθικής μελών του ποιμνίου του. Διατυμπάνισε  δια του πιεστηρίου κάποιους καθόλου κολακευτικούς ισχυρισμούς. Όσο και αν το βιβλίο περιέχει δήθεν προσωπικές επιστολές, που τάχα δημοσίευσε κάποιος άλλος και όχι ο ίδιος ο συγγραφέας, το φύλλο συκής παραήταν μικρό. Γι αυτό ίσως, κάποιοι σημαίνοντες έμποροι της Πόλης και του Χαλεπιού, με αφορμή τη διαγωγή του πνευματικού τους καθοδηγητή στη Ζάκυνθο, φρόντισαν να τον πληρώσουν με το ίδιο νόμισμα. Ας δούμε όμως πρώτα τι έγραψε για την επίσκεψη του στο Τζάντε ο ίδιος ο Biddulph:

Τα δύο επόμενα μέρη που είδαμε και αξίζουν κάποια αναφορά ήταν δύο νησιά στην Ελλάδα, η Zephalonia και το Zante, ανάμεσα στα οποία περάσανε τα πλοία μας. Και τα δύο κατοικούνται από Έλληνες αλλά διοικούνται από τη σινιορία της Βενετίας, η οποία κάθε τρίτο χρόνο στέλνει πρεβεδούρους, μαζί με άλλους αξιωματούχους, για να κάνουν κουμάντο εκεί. Είναι και τα δύο πολύ γόνιμα νησιά που παράγουν μεγάλη ποσότητα σταφίδας, ελιών, νεραντζιών (2), πορτοκαλιών και λεμονιών αλλά μικρή ποσότητα δημητριακών που συνεχώς φέρνουν από αλλού. Αν λόγω κακοκαιρίας, ή πειρατών, ή κουρσάρων δεν μπορούν να έρθουν δημητριακά θα είναι έτοιμοι να λιμοκτονήσουν σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Η Zephalonia λεγόταν παλιά Ιθάκη, όπου ο Οδυσσέας, γιός του Λαέρτη, ήταν βασιλιάς και ξεπερνούσε όλους τους Έλληνες σε ευφράδεια και ευστροφία. Θεωρείται από τους αρχαίους συγγραφείς περίφημος ταξιδευτής αλλά αν ζούσε στις μέρες μας τα ταξίδια του δεν θα λογαριάζονταν καθόλου σε σύγκριση με αυτά των σημερινών – επειδή ταξίδεψε μόνο μεταξύ Βενετίας και Αιγύπτου, που σήμερα είναι ένα συνηθισμένο ταξίδι.

Το Zante παλιά λεγόταν Ζάκυνθος. Ήταν κάποτε ένα δασωμένο νησί στο Ιόνιο Πέλαγος, δυτικά της Πελοποννήσου. Αλλά τώρα έχει απομείνει πολύ λίγο δάσος. Είναι ολόγυρα λοφώδες αλλά το μέσον του είναι μια επίπεδη και εύφορη κοιλάδα, που αποδίδει μεγάλη ποσότητα σταφίδας, η οποία έρχεται από κει στην Αγγλία. Οι Έλληνες αναρωτιούνται τι την κάνουμε τόση σταφίδα και μερικές φορές ρωτάνε αν την κάνουμε βαφή ή την ταΐζουμε στα γουρούνια. Ήταν πολύ φτωχοί άνθρωποι όταν οι έμποροι μας άρχισαν να πραματεύονται εκεί αλλά τώρα έχουν γίνει πλούσιοι και περήφανοι.

Υπάρχει επίσης μία πόλη σε αυτό το νησί και λέγεται όπως το νησί Zante, η οποία χτίστηκε από το Ζάκυνθο, γιό του Δάρδανου, που βασίλεψε εκεί. Μείναμε στο καράβι δέκα μέρες έξω από αυτή την πόλη μέχρι να πάρουμε πράτιγο (3), δηλαδή άδεια να αποβιβαστούμε ή να κάνουμε εμπόριο μαζί τους – επειδή το έθιμο είναι να μη δίνουν αμέσως άδεια αποβίβασης σε κανένα ξένο εκτός αν φέρει πιστοποιητικό υγείας από την αφετηρία του, το οποίο εμείς δεν είχαμε.

Έτσι, κάποιους από την εταιρεία μας, που είχαν δουλειές εκεί, τους στείλαμε στα Λαζαρέτα, τα οποία είναι ένα μέρος σαν το λοιμοκαθαρτήριο στα Moorfields, όπου, ακόμα και αν αυτοί είναι καλά, πρέπει να μείνουν όσο ευχαριστεί τους σινιόρους επί της υγείας, άλλοτε είκοσι και άλλοτε σαράντα μέρες. Στο μεταξύ αν κάποιος από την παρέα αρρωστήσει, ακόμη και  προς το τέλος των σαράντα ημερών, πρέπει να μείνουν άλλες σαράντα.


Όσο δεν έχουν πράτιγο έχουν ένα φρουρό, ο οποίος φροντίζει να μην έρθουν σε επαφή με κανένα, ούτε κανένας να έρθει σε επαφή μαζί τους. Μπορούν όμως οι φίλοι τους να τους επισκέπτονται και να τους μιλούν από απόσταση. Αλλά αν πάνε πολύ κοντά ο φρουρός τους φωνάζει alargo, alargo, που σημαίνει σταθείτε πιο πίσω. Και όποιος πλησιάσει τόσο πολύ ώστε να μπορεί να τους αγγίξει χάνει το δικό του πράτιγο , και πρέπει να τους κάνει παρέα για το υπόλοιπο της καραντίνας τους. Αν φέρουν τίποτα γράμματα για κάποιους εμπόρους στη πόλη ο φρουρός τα ανοίγει και τα αερίζει πάνω από φωτιά πριν τα διανείμει. Αν όμως το γράμμα είναι ραμμένο (ή έχει οποιαδήποτε κλωστή πάνω του) δεν πρέπει να διανεμηθεί ώσπου να πάρει πράτιγο αυτός που το έφερε.

Αυτό το κάνουν δήθεν για να αποφύγουν τις αρρώστιες αλλά υπάρχουν περαιτέρω κίνητρα, από τη μια για να εισπράξουν από δωροδοκίες και από την άλλη για να μαθαίνουν για τις δουλειές όλων των ξένων και το τι εμπορεύματα φέρνουν.


Όποιος τολμήσει να αποβιβαστεί χωρίς πράτιγο κινδυνεύει να απαγχονιστεί ή να υποστεί το strappado (4). Ακόμη και αν έχουν πιστοποιητικό ότι επικρατεί υγεία στο μέρος από το οποίο ήρθαν δεν πρέπει να αποβιβαστούν στη ακτή πριν δείξουν το fede τους, δηλαδή το ξεκάθαρο ανοιχτό έγγραφο, στους τρεις αξιωματούχους που λέγονται σινιόροι της υγείας.

Το Zante υποφέρει πολύ από σεισμούς. Δεν περνάει χρόνος χωρίς πολλούς σεισμούς, ιδιαίτερα στους μήνες του Σεπτεμβρίου και του Οκτωβρίου, στους οποίους μου έχουν τύχει δύο ή τρεις σεισμοί σε μια εβδομάδα. Γι αυτό το λόγο φτιάχνουν τα σπίτια τους πολύ χαμηλά, για να μην τα ρίξουν οι σεισμοί. Και όταν αισθανθούν το ξεκίνημα των σεισμών (είτε είναι μέρα είτε νύχτα) οι Έλληνες αμέσως χτυπάνε τις καμπάνες για να δώσουν το έναυσμα στον κόσμο να προσευχηθεί.

Στο Zante υπάρχει ένα πολύ ισχυρό κάστρο, πάνω σε ένα ψηλό λόφο. Είναι επίσης πολύ μεγάλο, όσο η μισή πόλη του Zante, και εκεί μένει ο πρεβεδούρος, που κυβερνάει το νησί, και πολλοί άλλοι. Εκεί είναι και το μέρος της κρίσης, όπου όλες οι υποθέσεις, κακουργηματικές και νομικές, κρίνονται από τον πρεβεδούρο και τους συμβούλους του. Πάνω από αυτό το μέρος αυτοί οι δύο Λατινικοί στίχοι είναι γραμμένοι με χρυσά γράμματα:

Hic locus odit, amat, punit, conservat, honorat                                                                                        
Nequitiam, pacem, crimina, jurat, probos.

Οι οποίοι μπορούν να αγγλοποιηθούν ως εξής: Αυτό το μέρος μισεί την ασωτεία, αγαπά την ειρήνη και τιμωρεί την κακοήθεια, διατηρεί το δίκαιο και την ισότητα, και τιμά επάξια τους αγαθούς (5).’

Ίσως ακόμα πιο ενδιαφέροντα και διαφωτιστικά για τις συνθήκες στη Ζάκυνθο εκείνη την εποχή είναι όσα καταμαρτυρούσαν στον Biddulph κάποιοι άσπονδοι φίλοι του. Το κατά πόσο αυτά είναι αληθινά ή πρόκειται για υπερβολές και συκοφαντίες δεν μπορούμε να το ξέρουμε αλλά μεγαλύτερη σημασία έχει για μας το αν θα μπορούσαν να είναι αληθινά. Η απάντηση σε αυτό είναι καταφατική. Επιπλέον είναι αρκετά διασκεδαστικά. Στις 6 Μαΐου 1609 ο γιατρός της Εταιρείας του Λεβάντε John Kitely από την Κωνσταντινούπολη έγραφε για τον Biddulph στον παλαίμαχο έμπορο John Sanderson που είχε πια επιστρέψει στη Αγγλία (6):

Δες τη συμπεριφορά του στο Χαλέπι, εδώ (στην Κωνσταντινούπολη) και τώρα στο τέλος στη Ζάκυνθο, στο Λαζαρέτο, όπου τον τσάκωσαν οι φρουροί στα πράσα με εκείνη την Αγγλίδα πόρνη που σου έχω πει.  Αυτός ο Κρεβατόλυκος (7), ή μάλλον λύκος στο κρεβάτι κολλημένος σε μια σκύλα, αφού τον πιάσανε έτσι, έκανε τον τρελό, και αφού ντροπιάστηκε έτσι ανοιχτά, ξεπέρασε κάθε όριο ντροπής και εμφανιζόταν δημόσια κάθε μέρα τρεκλίζοντας από το πιοτό, δημιουργώντας σκάνδαλο για τη θρησκεία μας και ντροπιάζοντας ολόκληρο το έθνος μας να βλέπεις να τον δείχνουν οι Έλληνες λέγοντας (8): ορίστε ο εφημέριος της κόλασης είναι μεθυσμένος. Από τη μεριά μου συμφωνώ αμέσως με τη γνώμη των Ελλήνων γι αυτή την τελευταία ξεφτίλα, ότι μπορεί κάλλιστα να τον περιγράψουμε σαν παπά της κόλασης.

Η πληροφορία ότι υπήρχαν ιερόδουλες σε ένα πολυσύχναστο λιμάνι σαν αυτό της Ζακύνθου δεν προκαλεί έκπληξη, είναι όμως ενδιαφέρον το ότι ο συγκεκριμένος τομέας υπηρεσιών ανθούσε σε τέτοιο βαθμό ώστε Αγγλίδες είχαν αποκτήσει ένα μερίδιο της αγοράς. Το ότι ο Biddulph έμεινε στο Λαζαρέτο κατά την επιστροφή του στην Αγγλία δίνει βάρος στην περιγραφή των συνθηκών εκεί. Θα ήταν άλλωστε απίθανο να είχε αποβιβαστεί στη Ζάκυνθο προερχόμενος από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και να μην είχε περάσει από το Λαζαρέτο. Το ότι υπήρχε πάλι τρόπος να εισχωρήσει κρυφά στο λοιμοκαθαρτήριο μια πόρνη ρίχνει καινούργιο φως στην καταγγελία του περί δωροδοκιών.

Τα όσα διαδίδονταν γι αυτόν δεν επηρέασαν την επαγγελματική του εξέλιξη στη χώρα του. Ίσως δεν έγιναν πιστευτά, καλώς ή κακώς. Ίσως τότε, όπως και τώρα, όσα έκαναν οι Άγγλοι στη Ζάκυνθο έμεναν συνήθως στο νησί και κανείς στη δική τους μεγαλόνησο δεν ήθελε να τα ξέρει. Έτσι, αρκετά παράλληλα ερωτήματα παραμένουν αιωρούμενα, για παράδειγμα, εκείνη τη Λατινική επιγραφή στο παλάτσο του πρεβεδούρου την είδε σαν τουρίστας ή σαν κατηγορούμενος; Πάντως αν ήταν κατηγορούμενος ‘την έβγαλε καθαρή’. Η μούρλια και το λάδωμα είχαν πάντα πέραση στον παράδεισο μας.

 

------------------------------------------------------------------------

1) William Biddulph, The Travels of Certaine Englishmen into Africa, Asia and to the Blacke Sea, Λονδίνο 1609.

 

2) Η μετάφραση σε νεράντζια με κάποια επιφύλαξη. Το κείμενο αναφέρει ‘pomecitrons’, το οποίο μεταφράζω λίγο αυθαίρετα σε κιτρόμηλα, δηλαδή νεράντζια.

3) Prattick με την ορθογραφία του κειμένου.

4) Strappado ή corda ήταν το μαρτύριο του σκοινιού. Το θύμα δενόταν πισθάγκωνα και κρεμιόταν από τα χέρια.

5) Η ίδια επιγραφή, κάποτε με μικροδιαφορές, φαίνεται πως κοσμούσε αρκετά κυβερνεία και άλλα σημαντικά κτίρια της Δυτικής Ευρώπης. Μια καλύτερη παρουσίαση της θα ήταν νομίζω ως εξής: Hic locus odit nequitiam, amat pacem, punit crimina, conservat jurat, honorat probos. Και μια, κατά τη γνώμη μου, πιο ακριβής μετάφραση: Αυτό το μέρος μισεί την αμέλεια, αγαπά την ειρήνη, τιμωρεί τα εγκλήματα, τηρεί τους νόμους και τιμά τους αγαθούς.

6)  G. Maclean, Looking East: English Writing and the Ottoman Empire Before 1800, Λονδίνο 2007, σ. 84.

Witness his behaviour at Aleppo, here (i.e. Istanbul), and now lastly at Zante in the Lazarotto where he was found by the guardians in the very action rem in re, with that Inglishe strumpitt who I formerly described unto you. This Bed-woolfe or rather a woolfe in bed limed to a bitch, being so taken, fayned himselfe Lunitique, and beinge thus openly shamed became past all shame and was seene reeleing-drunke publiklie every day to the scandall of our religion and shame of our whole nation to see the Greekes pointing at him saying ecco il vicario de l’inferno e imbriago. For my part I am of the Greekes opinion with this last imposition betimes that he may be well termed the vicar of hell.

7) Ο Kitely κάνει ένα λογοπαίγνιο αλλοιώνοντας το όνομα Biddulph στο σχεδόν ομόηχο Bed-woolfe.

8) Βάζει στα χείλη των Ελλήνων φράση στη Βενετική διάλεκτο. Αυτή φαίνεται πως ήταν το κύριο μέσο επικοινωνίας Ζακυνθινών και Άγγλων τότε. Imbriago είναι το Βενετικό αντίστοιχο το Ιταλικού ebriaco, που σημαίνει μεθυσμένος.


Ανανέωση 26/07/18
Δύο φίλοι του ιστολογίου, η Άλεξ και ο Ζακύνθιος ΚΑΣ, με πληροφόρησαν πως υπάρχει στη νεοελληνική αντιδάνειο που αντιστοιχεί στο prattick, το πράτιγο. Υπάρχει μάλιστα και το ρήμα πρατιγάρω. Έκανα λοιπόν τις απαραίτητες διορθώσεις. Τις θερμές μου ευχαριστίες και στους δύο.



Δυστυχώς έχω προβλήματα με το λογαριασμό μου και δεν μου δίνει τη δυνατότητα να απαντήσω σε σχόλια. Αν θέλετε απάντηση παρακαλώ γράψτε μου στο pampalaea@gmail.com








Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Το Μαραθονήσι της Ζακύνθου – Μέρος Γ΄


Το Μαραθονήσι και η Λίμνη του Κεριού το 1741

Στα 1728, ένας καταζητούμενος Ζακυνθινός, που είχε καταφύγει στο Μοριά όπως συνηθιζόταν τότε, αρρώστησε ενόσω επισκεπτόταν κρυφά τους δικούς του στη Χώρα. Αυτοί ζήτησαν τη βοήθεια ενός γνωστού ζωγράφου και αγιογράφου, στον οποίο αποδίδονται κάποιες από τις παραστάσεις της Φανερωμένης, το Γερόλυμο Στράτη Πλακωτό (1), επειδή επιδιδόταν και στην πρακτική ιατρική. Σύντομα αρρώστησαν βαριά τόσο ο Γερόλυμος όσο και οι γιοί του. Σήμανε συναγερμός, αφού ο Μοριάς εκείνη την εποχή είχε πληγεί από την πανούκλα, αλλά παρά τις προειδοποιήσεις του βετεράνου Εβραίου γιατρού Ααρών Αλμπρόν τα ενδεδειγμένα μέτρα άργησαν να εφαρμοστούν λόγω της διαφωνίας των αστίατρων. Τελικά τα θύματα μεταφέρθηκαν στο Λοιμοκαθαρτήριο, όπου είναι γνωστό πως ο Γερόλυμος πέθανε, ενώ το σπίτι τους μαζί με το ζωγραφικό εργαστήριο πυρπολήθηκαν. Στο μεταξύ όμως η πανούκλα χτύπησε πολλές συνοικίες και αργότερα ξεπέρασε τα σύνορα της Χώρας, φτάνοντας στο Μπανάτο από τη μια πλευρά και στο Αργάσι από τη άλλη. Εντονότερο ήταν το πρόβλημα στο Γκέτο, όπου από το 1712 είχαν στριμωχτεί όλες οι Εβραϊκές οικογένειες (2).

Ήταν ανάγκη να μεταφερθεί ένας μεγάλος αριθμός οικογενειών στο Λοιμοκαθαρτήριο, γνωστό τότε σαν Λαζαρέτο, στην παραλία μεταξύ Κήπων και Αργασιού, την τοποθεσία δηλαδή που και σήμερα λέγεται Λαζαρέτα. Το Λοιμοκαθαρτήριο όμως βρισκόταν από χρόνια σε άθλια κατάσταση, αποτέλεσμα της απληστίας και της επί δεκαετίες κακοδιαχείρισης του γηραιού ισόβιου διοικητή του (priore) Antonio Cattarin. Επιπλέον πλησίαζε το καλοκαίρι και η εποχή του θερισμού. Η Ζακυνθινή ύπαιθρος, γεμάτη αμπέλια, ελαιώνες και περιβόλια, δεν μπορούσε να προμηθεύσει πάνω από το ένα τρίτο του απαιτούμενου σιταριού για τη διατροφή του πληθυσμού. Για το υπόλοιπο η Ζάκυνθος βασιζόταν σε εισαγωγές, κυρίως από το Μοριά. Τουλάχιστον χίλιες Ζακυνθινές οικογένειες αδυνατούσαν να αγοράσουν τις αναγκαίες ποσότητες και κάπου δυόμιση χιλιάδες χωρικοί πήγαιναν να θερίσουν στο Μοριά κάθε καλοκαίρι και να αμειφθούν σε είδος. Στο γυρισμό έπρεπε να μείνουν για μια βδομάδα στο Λαζαρέτο αν στο Μοριά υπήρχε επιδημία – και οι επιδημίες στις Οθωμανικές περιοχές ήταν συνεχείς.  

Για να αντιμετωπιστεί η έλλειψη χώρου, και ίσως για να πλήξει τα οικονομικά συμφέροντα του Antonio Cattarin, ο πρεβεδούρος γκενεράλες της θάλασσας Francesco Correr αποφάσισε τη μεταφορά των Εβραίων στο Μαραθονήσι. Είχε από πριν την εκδήλωση της επιδημίας προτείνει τη μεταφορά εκεί μελλοντικά και των θεριστών, αφού στη νησίδα υπήρχε χώρος, καθαρός αέρας και πόσιμο νερό, όπως είχε πει. Ξεκίνησε έτσι μια νέα φάση στην ιστορία του Μαραθονησιού, η χρήση του σαν λοιμοκαθαρτήριο. Δεν έχει δημοσιευτεί ως τώρα καμιά πληροφορία για το αν το μοναστήρι της Παναγίας Μαραθονησιώτισσας ήταν επανδρωμένο κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, ούτε για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της νησίδας.

Ο Francesco Correr πάντως είχε φροντίσει ήδη από τον προηγούμενο χρόνο να βολέψει ισοβίως στη θέση του επικεφαλής (deputato) του νέου λοιμοκαθαρτηρίου τον Αντώνιο Καψοκέφαλο. Ο Αντώνιος Καψοκέφαλος δεν θα ήταν έμμισθος αλλά θα πληρωνόταν 25 άσπρα (3) από κάθε θεριστή. Ήταν γιός του κόντε Αναστασίου Καψοκέφαλου, ο οποίος είχε διακριθεί στον τελευταίο, ατυχή Βενετοτουρκικό πόλεμο μια δεκαετία νωρίτερα (4).

Ουσιαστικά ο διορισμός αυτός παρέκαμπτε πρόσφατη οδηγία της Βενετικής εξουσίας, η οποία αφορούσε τα συνηθισμένα, μη-εποχιακά λοιμοκαθαρτήρια, να εκλέγονται οι επικεφαλείς για συγκεκριμένη θητεία.  Απαγόρευε μάλιστα να είναι οι θητείες τους συνεχόμενες σε περίπτωση επανεκλογής. Σε εμάς, τέκνα της Ελλάδας του 20ου και 21ου αιώνα, όπου δεν έχει υπάρξει ποτέ διαπλοκή και δεν διανοείται κανείς να δημιουργήσει θέση για ημέτερο, όλα αυτά φαντάζουν αρκετά παρακμιακά. Ήταν όμως πολύ συνηθισμένες καταστάσεις τον τελευταίο αιώνα της Βενετοκρατίας.

Αφού καταπολεμήθηκε επιτυχώς η επιδημία μέχρι τα τέλη του 1728 οι Εβραίοι εγκατέλειψαν το Μαραθονήσι και επέστρεψαν στο Γκέτο. Επιστράφηκε στις δημόσιες αποθήκες και στους ιδιώτες η ξυλεία που είχε χρησιμοποιηθεί, και αφέθηκε για λίγο το νησάκι στις χελώνες και τα θαλασσοπούλια. Παρά τις αντιδράσεις από τους θεριστές και άλλες πλευρές το Μαραθονήσι χρησιμοποιήθηκε σαν εποχιακό Λαζαρέτο την πρώτη πενταετία της δεκαετίας του 1730. Οι δραπετεύσεις, κάποιες φορές ομαδικές, οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης και τα πλημμελή υγειονομικά μέτρα ανάγκασαν τις αρχές να εξετάσουν άλλες λύσεις, όπως την παράλληλη χρησιμοποίηση των βραχονησίδων Βόιδι και Άγιος Νικόλας ή την επέκταση του κυρίως Λοιμοκαθαρτηρίου (5). Από το 1735, και μέχρι το 1749, συνεχίστηκαν οι διαμάχες και οι παλινωδίες ώσπου το καλοκαίρι εκείνο λειτούργησε μόνιμα πια το Μαραθονήσι σαν Λαζαρέτο των θεριστών. Ωστόσο κάποιες χρονιές η καραντίνα γινόταν αλλού επειδή δεν υπήρχε διαθέσιμη βομβάρδα (6), η οποία θα συνόδευε τα πλοιάρια των θεριστών στη νησίδα.


Σχέδιο του Μαραθονησιού το 1747 όπου απεικονίζονται οι ‘εγκαταστάσεις’ του Λοιμοκαθαρτηρίου, δηλαδή 4 παραλληλόγραμμοι περιφραγμένοι χώροι, η Παναγία, ο αμυντικός πύργος, οικήματα και τρία πηγάδια.


Απεικόνιση βομβάρδας από το Μουσείο Correr της Βενετίας.

Η τραγωδία δεν άργησε. Το 1751 ένα πλοιάριο που μετέφερε αγρότες στο Μαραθονήσι ναυάγησε και πνίγηκαν 23 από αυτούς. Στις ταραχές που επακολούθησαν κινδύνεψε και ο ίδιος ο Αντώνιος Καψοκέφαλος. Την επόμενη χρονιά δραπέτευσαν 34 από τους θεριστές. Ίσως αυτό συνετέλεσε στην απόφαση τις τοπικής εξουσίας τον ίδιο χρόνο να δαπανήσει 1000 δουκάτα για υπόστεγα, ώστε να μη βρίσκονται όλη μέρα κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού οι υπό περιορισμό θεριστές. Ένα μέρος του ποσού διατέθηκε για την ανακαίνιση της κατοικίας του επικεφαλής, όπου θα έμεναν και οι μαρκουλίνοι της φρουράς για να τους έχει κοντά του. Ο Αντώνιος Καψοκέφαλος διατήρησε τη θέση του ως το θάνατο του το 1770.

Με το θάνατο του Αντωνίου η θέση θα έπρεπε να γίνει εκλόγιμη σύμφωνα με απόφαση του 1745 αλλά παρουσιάστηκε σαν διεκδικητής ο γιός του κατά 25 χρόνια μικρότερου αδελφού του Τζώρτζη, ο οποίος λεγόταν Γάμπαρας (7). Ο μικρός Γάμπαρας δεν είχε όπως φαίνεται κλείσει ακόμα τα 14 αλλά προσφέρθηκε να τον αντικαταστήσει μέχρι την ενηλικίωση του ο μπαμπάς του ο Τζώρτζης. Αυτός ήταν διοικητής της πολιτοφυλακής και χρησιμοποίησε το ανεκδιήγητο επιχείρημα πως δεν πείραζε που τα καλοκαίρια θα ήταν στο Μαραθονήσι επειδή την πολιτοφυλακή την αποτελούσαν χωρικοί και οι χωρικοί τα καλοκαίρια περνούσαν από το Μαραθονήσι. Επιπλέον ήταν άνθρωπος διορατικός και είχε φροντίσει να συνεισφέρει οικονομικά στο Λοιμοκαθαρτήριο σε ανύποπτο χρόνο. Τώρα είχε φτάσει η ώρα να εξαργυρώσει την ευεργεσία του. Με τέτοιες πλάτες πως να μην κερδίσει τη θέση το παιδί, μόνο που δεν του τη δώσανε ισόβια.

Όταν ο Γάμπαρας ήταν γύρω στα 28, δηλαδή στα 1784, παρουσιάστηκε άλλος διεκδικητής, ο Αλέξανδρος Νερούλης. Η οικογένεια Νερούλη ήταν παλιοί τσιταντίνοι, όπως και οι Καψοκέφαλοι, και είχαν γραφτεί στο Libro dOro πριν το 1580 (8). Ο Αλέξανδρος Νερούλης είχε διακριθεί σαν πρώην επικεφαλής της Σανιτάς, δηλαδή του Υγειονομείου, και κέρδισε τη θέση στο Μαραθονήσι αλλά ετεροχρονισμένα. Αποφασίστηκε ότι θα αναλάμβανε καθήκοντα αφού ο Γάμπαρας συμπλήρωνε μία ακόμα θητεία 8 ετών! Δεν διευκρινίζεται αν τελικά ανέλαβε ποτέ καθήκοντα ο Νερούλης ενώ, ακόμη και αν δεν εξέπνευσε ο ίδιος στην οκταετία, εξέπνευσε η Γαληνοτάτη Δημοκρατία λίγα χρόνια αργότερα. Το πιθανότερο είναι πως δεν ανέλαβε ποτέ. Με άγνωστο τρόπο, μετά το τέλος της Βενετοκρατίας βρέθηκε απόλυτος κύριος του Μαραθονησιού ο κόντε Πέτρος Μακρής, την οικογένεια του οποίου χώριζε πολύχρονη διαμάχη με τους Νερούληδες.

Οι Μακρήδες ήταν και αυτοί παλιά αρχοντική οικογένεια και το όνομα τους είχε δοξαστεί ένα αιώνα νωρίτερα, δηλαδή την εποχή του Μοροζίνι. Ο Ιωάννης Μακρής είχε πάρει τον τίτλο του κόμη το 1767 και μαζί του 800 στρέμματα από τον λεγόμενο Κάμπο του Νερούλη σαν φέουδο. Ο Κάμπος του Νερούλη ήταν μια βαλτώδης έκταση 2000 στρεμμάτων, που αργότερα έγινε γνωστή σαν Λίμνη Μακρή και για να τη βρεις σήμερα πρέπει να αναζητήσεις τον Κρατικό Αερολιμένα Διονύσιος Σολωμός. Οι Νερούληδες, οι οποίοι φαίνεται είχαν τίτλους για μέρος μόνο της περιοχής αλλά την εκμεταλλεύονταν ολόκληρη, δεν χώνεψαν ποτέ την απώλεια προς όφελος του Μακρή και η διαμάχη των δύο οικογενειών παρατάθηκε τουλάχιστον μέχρι το 1823 (9).

Το πότε ακριβώς και με ποιό τρόπο η οικογένεια Μακρή πήρε στην κατοχή της το Μαραθονήσι είναι ένα ζήτημα για το οποίο δεν έχουν παρουσιαστεί πληροφορίες, πολύ περισσότερο ντοκουμέντα. Ο Αλέξανδρος Νερούλης είναι πολύ απίθανο να διεκδίκησε τη διοίκηση του εποχιακού Λαζαρέτου επί μιας νησίδας η οποία ανήκε στην αντίπαλη και πολύ ισχυρή οικογένεια Μακρή, πολύ δε περισσότερο να το είχε κάνει με κάποιο βαθμό επιτυχίας. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε, όχι αβάσιμα, ότι το Μαραθονήσι άλλαξε χέρια μετά το 1784. Ποιός όμως το πούλησε ή με οποιοδήποτε τρόπο το μεταβίβασε στην οικογένεια Μακρή;

Αν αληθεύει, έστω και κατά ένα μέρος, η κατά την άγραφη παράδοση της οικογένειας Σιδηροκαστρίτη ιστορία που μου διηγήθηκε πριν λίγα χρόνια η Μαρία Σιδηροκαστρίτη – Κοντονή, τότε σίγουρα δεν το πήρε από αυτούς. Οι Σιδηροκαστρίτες, παλιοί κτήτορες της Μαραθονησιώτισσας, ήταν ελεύθεροι χωρικοί, άνθρωποι διαφορετικής κουλτούρας αλλά και δυνατοτήτων από την αρχοντική οικογένεια Νερούλη. Έλυναν λοιπόν τις διαφορές τους, όπως και  πολλοί άλλοι Ζακυνθινοί, όχι στα δικαστήρια αλλά με τα όπλα. Σύμφωνα με την οικογενειακή τους παράδοση, κάποιος Σιδηροκαστρίτης, εκφράζοντας τη δυσαρέσκεια του για την κατάληξη της νησίδας, έριξε ανεπιτυχώς μια κουμπουριά στον κόντε Μακρή. Γι αυτή την απόπειρα κρεμάστηκε, και το σώμα του, πισσωμένο, έμεινε εκτεθειμένο για τριήμερο στην πλατεία μέσα σε κλουβί. Το πότε έγινε αυτό δεν διασώθηκε αλλά ο τρόπος της εκτέλεσης, και ειδικά η πίσσα και το κλουβί, παραπέμπει όχι στη Βενετοκρατία αλλά στην Αγγλοκρατία, όταν εκτελέσεις αυτού του είδους ήταν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Δείχνει δε ότι ακόμα και το 19ο αιώνα, όταν πλέον η Βενετία δεν υπήρχε σαν κρατική οντότητα, η οικογένεια Σιδηροκαστρίτη θεωρούσε ότι είχε δικαιώματα στο Μαραθονήσι και ότι αυτά είχαν καταπατηθεί από το Μακρή.

Η γενικευμένη παραδοχή ότι το Μαραθονήσι παραχωρήθηκε κάποτε από τους Βενετούς στην οικογένεια Μακρή δεν αποτελεί παρά αυθαίρετη εικασία και δεν στηρίζεται σε κανένα ντοκουμέντο ή μαρτυρία. Στην πραγματικότητα φαίνεται αρκετά απίθανη. Οι ανιψιοί του Ιωάννη Μακρή έφεραν τον τίτλο του σαν κληρονόμοι του φέουδου και όχι επειδή τιμήθηκαν από τη Βενετία ή τους παραχωρήθηκε κάποιο φέουδο. Αντίθετα, από το 1770 και μετά, οι Βενετικές αρχές είχαν λόγους να τους αντιμετωπίζουν με καχυποψία λόγω του ότι ήταν από τους πρωτεργάτες της Ζακυνθινής εκστρατείας στη Γαστούνη στα Ορλωφικά. Έκαναν μάλιστα και φυλακή γι αυτό το λόγο.

Από αυτούς ο Βασίλειος αποδείχτηκε όχι μόνο πολύ δραστήριος και φιλόδοξος πολιτικά αλλά και ιδιαίτερα ευέλικτος. Τόσο που το οικόσημο του θα έπρεπε να το στολίζει ανεμούριο. Αμέσως μετά την αποτυχία των συνομωσιών του αδελφού του Δραγανίγου για τη μαζική δολοφονία των Γαλλόφιλων Δημοκρατικών στη λιτανεία των Αγίων Πάντων, και αργότερα της Φανερωμένης, το 1796, εκδηλώθηκε ο ίδιος σαν Γαλλόφιλος (10). Αυτό δεν τον εμπόδισε δύο χρόνια αργότερα να βρεθεί έμπιστος του Ρώσου Πλωτάρχη Tisenghausen και από τους αρχηγούς της ‘Υψηλής Αστυνομίας’ μαζί με τον Αντώνιο Μαρτινέγκο. Στα ταραγμένα χρόνια που ακολούθησαν ο ισχυρός κομματάρχης, μεγαλοκτηματίας, νομικός και έμπορος ‘κόντε Μπαζίγιος’ συνέχισε την ίδια τακτική, και από συνεργάτης βρέθηκε αντίπαλος του Μαρτινέγκου, πότε εξυμνώντας το Βοναπάρτη και πότε υποκλινόμενος στο Βρετανικό Στέμμα, ανάλογα με τη φορά του ανέμου.

Αυτό που προβάλλει σαν η πιθανότερη εκδοχή για το Μαραθονήσι είναι ότι η προσπάθεια του Αλέξανδρου Νερούλη να εκλεγεί επικεφαλής του Λοιμοκαθαρτηρίου κέντρισε το ενδιαφέρον της αντίπαλης οικογένειας Μακρή για τη νησίδα. Το να περάσει το Μαραθονήσι στα χέρια των Μακρήδων στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα, όταν βρίσκονταν στο απόγειο της δύναμης τους, και οι αδελφοί Καψοκέφαλοι ήταν διοικητές της Πολιτοφυλακής, μάλλον δεν ήταν δύσκολο. Το ότι ο Γάμπαρας Καψοκέφαλος δεν είχε κατά πάσα πιθανότητα δικαίωμα να το πουλήσει ήταν απλή λεπτομέρεια εκείνη τη χαοτική και ανώμαλη εποχή. Το σίγουρο πάντως είναι πως στα τέλη της δεκαετίας του 1810, όταν πια οι Βρετανοί είχαν εδραιωθεί στα Ιόνια Νησιά, ο Πέτρος Μακρής, γιός του Βασιλείου, αναφέρεται πια σαν ιδιοκτήτης του Μαραθονησιού.  

Χάρτης του 1821 όπου το Μαραθονήσι αναφέρεται σαν ιδιοκτησία του κόντε Πέτρου Μακρή.

Γνωρίζουμε πως το μοναστήρι λειτουργούσε εκείνη την εποχή, αν και ίσως όχι ολόκληρο το χρόνο. Σύμφωνα με μια πληροφορία οι μοναχοί ήταν δύο (11):

Το 1810 ζούσαν σε αυτό το μέρος δύο ερημίτες, και μένανε σε ένα τετράγωνο πύργο, χτισμένο μέσα σε ένα κήπο φυτεμένο με ελαιόδεντρα, ο οποίος προσφέρει εξαιρετική θέα της περιοχής. Η ψηλή και απότομη πρόσοψη του νησιού αποτελείται από πεζούλες φυτεμένες με σιτάρι, και εδώ κι εκεί ελιές. Ανάμεσα στα βράχια υπάρχουν πολλά περίεργα φυτά και λουλούδια.

Τον Ιανουάριο του 1817 ο William Turner έκανε καραντίνα στη Λίμνη του Κεριού, όπου λειτουργούσε τώρα πια λοιμοκαθαρτήριο, το οποίο μάλιστα διέθετε και μόνιμο ικρίωμα για να μη μένει αμφιβολία ως προς τις συνέπειες μη συμμόρφωσης. Μια μέρα επισκέφτηκε το ‘βράχο’, όπως αποκαλούσε το Μαραθονήσι, και έγραψε (12):

Το βραδάκι πήγα στο βράχο που προφυλάσσει την είσοδο του λιμανιού, και που στέκεται ακριβώς στο κέντρο της. Εδώ βρίσκεται μια μικρή Ελληνική εκκλησία και μοναστήρι, γύρω από τα οποία υπάρχουν λίγα ελαιόδεντρα και τρία ή τέσσερα καλλιεργημένα χωράφια. Βρήκαμε εδώ ένα σκύλο και δύο γάτες στα πρόθυρα της λιμοκτονίας, αφού δεν υπήρχε ψυχή στα νησί, γιατί φαίνεται πως οι παπάδες μένουν εδώ μόνο το καλοκαίρι. Ταΐσαμε τις γάτες και πήραμε μαζί μας το σκύλο, ο οποίος ήταν από την ίδια κοπρίτικη ράτσα με κοντά αυτιά όπως εκείνοι της Κωνσταντινούπολης.

Μια κατοπινή αναφορά, σχετικά απροσδιόριστη χρονικά αλλά πάντως την περίοδο της Βρετανικής ‘προστασίας’, δείχνει πως ο Πέτρος Μακρής, ο οποίος ήταν πιθανότατα αυτός που γλύτωσε από το σμπάρο του Σιδηροκαστρίτη, ίσως είχε κάποια συμμετοχή (13) και σε άλλο Μαραθονησιώτικο δράμα με πυροβολισμούς. Είναι το τελευταίο που θα αναφερθεί εδώ, και επαφίεται στον αναγνώστη να το χαρακτηρίσει, ανάλογα με την ευαισθησία του στα δικαιώματα των τράγων και γενικότερα των γιδιών, σαν τραγωδία, ιλαροτραγωδία ή απλή Ζακυνθινή ‘μάντσια’ (14).

Το ένα (από τα νησιά), που λέγεται Maratonisi, είναι ψηλό και εμφανές, και είναι σχεδόν απέναντι από τα πηγάδια (της πίσσας). Άλλα, πιο χαμηλά, βρίσκονται προς το μέσο και την ανατολική πλευρά του κόλπου. Το ψηλό νησί λέγεται τώρα Goat island λόγω ενός αστείου σε βάρος ενός αξιωματικού της φρουράς πριν από όχι πολύ καιρό. Σε αυτό τον κύριο άρεσε πολύ το κυνήγι, και μερικές φορές το εξασκούσε προκαλώντας ενόχληση στους κτηματίες. Μια μέρα κάποιος Ζακυνθινός βρήκε ευκαιρία στη Λέσχη να επαινέσει τη σκοπευτική του δεινότητα και να τον ρωτήσει αν είχε ποτέ σκοτώσει κάποιο από τα αγριοκάτσικα αυτού του μικρού νησιού. ‘Α! Όχι, δεν είχα ιδέα ότι υπήρχαν τέτοια.’ ‘Λοιπόν,’ είπε ο πονηρός Ζακυνθινός, ‘μην το κουβεντιάσεις με κανένα, διαφορετικά θα χάσεις την ευκαιρία, αλλά απλώς πήγαινε με μια βάρκα στο νησί μια μέρα και προσπάθησε.’ Ο αθλητής μας έπεσε στην παγίδα και πολύ σύντομα ετοιμάστηκε για ημερήσιο κυνήγι αγριοκάτσικου. Αποβιβάστηκε στο νησί και, σκαρφαλώνοντας τον μάλλον απότομο, βραχώδη γκρεμό, πολύ γρήγορα είδε μερικές γίδες να βόσκουν στην αραιή βλάστηση. Όπως είναι αρκετά φυσικό ήταν μάλλον συνεσταλμένες και προσπάθησαν να αποφύγουν την παρατήρηση του παρείσακτου. Εις μάτην. Σε λίγο μια από αυτές έπεσε θύμα. Οι άλλες όμως, ευτυχώς, γλύτωσαν προσωρινά. Επέστρεψε με το θήραμα του αλλά δεν είπε τίποτα για την τύχη του. Μια ή δύο μέρες αργότερα ένας κύριος (όχι ο πληροφοριοδότης του) τον σταμάτησε στο δρόμο και του είπε με μεγάλη ευγένεια, ‘Ευχαρίστως να πηγαίνετε στο νησί μου να περάσετε την ώρα σας όποτε επιθυμείτε, σας παρακαλώ όμως να μην πυροβολείτε τις γίδες.’ Ο ιδιοκτήτης είχε βάλει εκεί τις γίδες για καλοκαιρινή βοσκή, και ιδέα δεν είχε ότι θα αντιμετωπίζονταν σαν ferae naturae (15).’

Κάπως έτσι, όπως τα ιστορήσαμε, ο Ναός της Φύσης, ο μικρός προμαχώνας του Χριστιανισμού και της Ευρώπης, το ιερό ερημητήριο του Μαραθονησιού, έγινε καλοκαιρινό λοιμοκαθαρτήριο, και μετά βοσκοτόπι, για να καταλήξει σχετικά πρόσφατα φιλετάκι προς αξιοποίηση, με συρματοπλέγματα και απαγορευτικές πινακίδες. Υπήρξε κάποια αντίσταση, η λέπρα της αγοράς και της ζήτησης δεν έχει αφήσει τους πάντες κατάκοιτους, και έτσι η σημερινή ιδιοκτήτρια εταιρεία συμβιβάζεται με ‘ήπια’ αξιοποίηση, ‘αποκατάσταση’ των κτιρίων τη λένε, και άλλα εύηχα. Μόνο που σε κάποιους από μας τα εύηχα μας φέρνουν βήχα. Οι φωτογραφίες ντόπιων προσκυνητών και παπάδων, απογόνων των ‘χωρικών εγκατοίκων’ που κάποτε υπεράσπισαν το νησί, αλλά και αυτών που κάθε χρόνο πλήρωναν για μια βδομάδα αναγκαστική ηλιοθεραπεία εκεί, να είναι χωρισμένοι από το εκκλησάκι με συρματόπλεγμα, κάθε άλλο παρά καθησυχαστικές είναι. Μακάρι όμως ο βήχας να μας κοπεί.

------------------------------------------------------------------------------ 

1)  Βλέπε Λ. Ζώης, Λεξικόν, έκδοση 1963, λήμμα Στράτης, σσ. 617 -618.

2)  Οι περί πανώλης πληροφορίες, όπως και τα σχετικά με τη χρήση του Μαραθονησιού σαν εποχιακό λοιμοκαθαρτήριο, προέρχονται από το βιβλίο της Κατερίνας Κωνσταντινίδου ‘Το κακό οδεύει έρποντας ... Οι λοιμοί της πανώλης στα Ιόνια Νησιά (17ος – 18ος αι)’, Βενετία 2007. Θα ήθελα να ευχαριστήσω την Πηνελόπη Αβούρη που μου έδωσε την ευκαιρία να συμβουλευτώ το βιβλίο πριν το αγοράσω.

3)  Νόμισμα μικρής αξίας. Το πλήθος όμως των φιλοξενουμένων φαίνεται πως ήταν εγγύηση ενός πολύ καλού εισοδήματος.

4)  Σύμφωνα με το Λεωνίδα Ζώη η οικογένεια Καψοκέφαλου είχε εγκατασταθεί στη Ζάκυνθο στις αρχές του 16ου αιώνα και γράφτηκε στη Χρυσόβιβλο το 1598. Ο Αναστάσιος είχε αντικαταστήσει επανειλημμένα τον σοπρακόμιτο Καίσαρα Καπνίση, πιθανότατα γύρω στα 1698, και είχε επίσης διοικήσει τουλάχιστον δύο δικά του πλοιάρια με 34 άνδρες στον πόλεμο του 1715 - 1718. Μαζί του είχε και τον νεαρό τότε Αντώνιο. Ο Αναστάσιος τιμήθηκε για τις υπηρεσίες του με τον τίτλο του κόμη το 1718.

5)  Βλέπε και την εργασία του Διον. Ζήβα ‘Τα Λαζαρέτα της Ζακύνθου’ στον τόμο ‘Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό’, Ζάκυνθος 2009, όπου στη σελίδα 346 δημοσιεύτηκε σχέδιο του 1735 με την προτεινόμενη επέκταση.

6)  Η βομβάρδα ήταν μικρό πολεμικό, κανονιοφόρος όπως θα λέγαμε σήμερα. Η ονομασία της προέρχεται από το ότι πολλές φορές, εκτός από τα συνηθισμένα ναυτικά πυροβόλα έφερε και βομβάρδες, δηλαδή πυροβόλα που έκαναν επισκηπτική βολή όπως οι όλμοι.

7)  Η Ιταλική οικογένεια Γάμπαρα είχε εγγραφεί στη Χρυσόβιβλο της Ζακύνθου το 1686 και είχε συγγενέψει με τους Καψοκέφαλους και τους Μακρήδες. Το τελευταίο αρσενικό μέλος της οικογένειας αποβίωσε το 1735 και έτσι το όνομα εξέλιπε. Για να διατηρηθεί η ανάμνηση του ονόματος ο Τζώρτζης Καψοκέφαλος, σύζυγος της Νικολέττας Γάμπαρα, βάφτισε το γιό του Γάμπαρα και ο Γάμπαρας έβγαλε το δικό του γιό Γαμπαράκη. Ο ‘εκλαμπρότατος και ευγενέστατος εξουσιαστής των αρμάτων Κυρ. κόμις Γάμπαρας Καψοκέφαλος’ δηλητηριάστηκε το 1811 λόγω των σχέσεων του με την Αυστρία κατά το Λεωνίδα Ζώη.

8)  Παναγιώτης Χιώτης, Ιστορικά Απομνημονεύματα, τ. 3ος, σ. 959.

9)  Το 1773 ο Βενετός πρεβεδούρος είχε μειώσει την παραχωρούμενη στον Ιωάννη Μακρή έκταση από 800 σε 550 στρέμματα επειδή τα υπόλοιπα ανήκαν σε άλλα πρόσωπα. Το 1823 οι αδελφοί Νερούλη είχαν προσπαθήσει να εγείρουν και πάλι αξιώσεις αλλά μετά από αλλεπάλληλες δίκες απέτυχαν. Όπως (1), λήμμα Λίμνη, σ. 356.

10)  Ντίνος Κονόμος, Ζάκυνθος Πεντακόσια Χρόνια (1478 – 1978), Τόμος Τρίτος, Πολιτική Ιστορία, (Τεύχος Α΄ 1478 – 1800), σ. 175.

11)  John Purdy, The New Sailing Directory for the Mediterranean Sea, Λονδίνο 1826, σ. 208.

12)  Journal of a tour in the Levant, τ. 3ος, Λονδίνο 1820, σ. 312.   

13)  Μπορεί όμως να πρόκειται και για το γιό του Κωνσταντίνο.

14)  David Thomas Ansted, The Ionian Islands in the year 1863, Λονδίνο 1863, σσ. 410 – 411.

15)  Νομικός όρος που περιγράφει άγρια ζώα.

Τρίτη 17 Απριλίου 2012

Έμποροι και λαθρέμποροι στο Πόρτο πριν τέσσερεις αιώνες

Πλοία και βάρκες απέναντι στον Εξηνταβελόνη το 17ο αιώνα.

Στα 1893 – 94 ο Σπυρίδων Δε Βιάζης έγραψε μια σημαντικότατη σειρά άρθρων στον ‘Παρνασσό’ με τίτλο ‘Ιστορικαί σημειώσεις περί σταφίδος εν Επτανήσω και ιδίως εν Ζακύνθω’. Σε αυτήν περιγράφει την ιστορία του ‘μαύρου χρυσού’, που αποτέλεσε τον κυριότερο παράγοντα ευημερίας της Ζακύνθου από το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα ως την Ένωση με την υπόλοιπη Ελλάδα. Μεγάλο μέρος της εργασίας του Δε Βιάζη ασχολείται με τις προσπάθειες της Βενετίας, αφέντρας των νησιών του Ιονίου από τα τέλη του 15ου αιώνα μέχρι και την εκπνοή του 18ου, να ελέγξει, για ίδιον όφελος, την παραγωγή και το εμπόριο του πολύτιμου αυτού αγαθού.

Η χειρότερη κρίση που προκάλεσε η Βενετική σταφιδική πολιτική ήταν στη διάρκεια της επταετίας 1602 – 1609, όταν είχε απαγορευθεί τελείως η απευθείας εξαγωγή σταφίδας από τα Ιόνια νησιά. Για αυτήν την έντονα φορτισμένη περίοδο, όταν η οικονομική καταστροφή της Ζακύνθου, της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης κόντευε να γίνει μη αναστρέψιμη, ο Δε Βιάζης ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες του υπομνήματος διαμαρτυρίας του Συμβουλίου της Κοινότητας της Ζακύνθου, με ημερομηνία 8 Οκτωβρίου του 1602. Σε αυτό το υπόμνημα, γραμμένο κάτι λιγότερο από δύο μήνες μετά την απόφαση που επέβαλε την εξαγωγή Επτανησιακής σταφίδας μόνο μέσω Βενετίας, εκφράζονται οι εύλογοι φόβοι των Ζακυνθινών και διαφαίνεται η απελπισία τους. Για το τι επακολούθησε όμως παρέχει ελάχιστες, σχεδόν επιγραμματικές, πληροφορίες. Γι αυτά τα πολύ δύσκολα χρόνια μπορούμε σήμερα να πούμε μερικά πράγματα επιπλέον, ρίχνοντας λίγο περισσότερο φως στο κεφάλαιο αυτό της Ιστορίας μας, και ίσως έτσι καταφέρουμε να διακρίνουμε αμυδρά το λιμάνι της Ζακύνθου εκείνη την εποχή, το Πόρτο.

Όταν ο John Locke επισκέφθηκε τη Ζάκυνθο στο τέλος Ιουλίου του 1553 έμεινε έκπληκτος από τους κομπασμούς των ντόπιων για τη στρατιωτική τους δύναμη. ‘Μου φαίνεται παράξενο,’ έγραψε, ‘ότι μπορούν να διατηρούν τόσους άνδρες σε αυτό το νησί, γιατί το καλύτερο προϊόν τους είναι το κρασί και όλα τα υπόλοιπα είναι της συμφοράς.’ (1) Είναι φανερό ότι η μαζική παραγωγή σταφίδας και η απορρόφηση της από τους Άγγλους δεν είχε ακόμη ξεκινήσει, όπως άλλωστε προκύπτει από τα στοιχεία του Δε Βιάζη. Μέσα σε μια γενιά όμως η παραγωγή και το εμπόριο είχαν εκτοξευτεί. Τόσο, που στις 26 Ιανουαρίου του 1581 (1580 με το Βενετικό ημερολόγιο), και όχι το 1584 όπως λέει ο Δε Βιάζης, η Βενετία επέβαλε βαρύτατη φορολογία στην αγορά του προϊόντος, το νέο δασμό ή nuova imposta. Για κάθε χίλιες λίτρες το Βενετικό κράτος εισέπραττε δέκα δουκάτα, ποσό που συχνά υπερδιπλασίαζε το κόστος της σταφίδας για τους ξένους εμπόρους. Ο πρωτεύων λόγος της επιβολής δεν ήταν ούτε η χρησιμοποίηση των προσόδων για την αγορά αποθεμάτων σταριού – κάτι για το οποίο οι Βενετοί ανησυχούσαν πραγματικά αλλά για λόγους στρατηγικούς και όχι φιλανθρωπικούς – ούτε μια γενικότερη επιθυμία αύξησης των κρατικών εσόδων. Ήταν μια αντίδραση στην πολιτική της Αγγλίδας βασίλισσας Ελισάβετ, η οποία με την προστατευτική της πολιτική εμπόδιζε τη Βενετική εμπορική δραστηριότητα στη χώρα της. Στόχος ήταν, στην πραγματικότητα, η εκδίωξη των Άγγλων από τη Ζάκυνθο.

Η Αγγλική όρεξη για σταφίδα όμως ήταν ακόρεστη. Αν και περιέχει μια δόση υπερβολής, είναι χαρακτηριστικό αυτό που έγραψε για τους Άγγλους ο Βενετός πρεσβευτής στο Λονδίνο Alvise Contarini στις 23 Φεβρουαρίου του 1629 (2):

Αυτός ο λαός καταναλώνει περισσότερη σταφίδα από όση όλος ο υπόλοιπος κόσμος μαζί, και είναι τόσο συνηθισμένοι σε αυτή την πολυτέλεια και τους αρέσει τόσο πολύ, που λέγεται πως άνθρωποι κρεμάστηκαν επειδή δεν είχαν αρκετά χρήματα για να την αγοράσουν, σε κάποιες δημοφιλείς γιορτές, στις οποίες είναι παράδοση (να την καταναλώνουν).

 Έτσι το εμπόριο του ‘μαύρου χρυσού’ συνέχισε να διογκώνεται και ανάγκασε τους Βενετούς να εντείνουν τα μέτρα περιορισμού της παραγωγής, φτάνοντας ακόμα και στο ξερίζωμα καλλιεργειών. Η παρουσία των Άγγλων, και σε μικρότερο βαθμό των Ολλανδών, των Γάλλων και των Ισπανών, παραγκώνιζε τους Βενετούς εμπόρους από τον πατροπαράδοτο χώρο της κυριαρχίας τους, την ανατολική Μεσόγειο. Και, ενώ δυσκολεύονταν οι Βενετοί να τα βγάλουν πέρα με το θεμιτό ανταγωνισμό, γρήγορα προστέθηκαν έντονα φαινόμενα λαθρεμπορίου και διαφθοράς, αναμενόμενα απότοκα των δικών τους φορομπηχτικών επιλογών. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά φούντωσε στο τέλος και η πειρατεία, ιδιαίτερα όταν στα τελειώματα του πολέμου των Άγγλων με τους Ισπανούς πολλοί πρώην ‘νόμιμοι’ κουρσάροι οδηγήθηκαν στο δρόμο της παράνομης και αδικαιολόγητης ληστείας.

Βενετσιάνικο εμπορικό σε απεικόνιση του 1629.

***

Με την κατάσταση που επικρατούσε ίσως να μην είναι εντελώς άσχετη η απόφαση για την οικοδόμηση Λαζαρέτων, δηλαδή λοιμοκαθαρτηρίων, στην Κέρκυρα και τη Ζάκυνθο το 1588. Φαίνεται πως η καραντίνα, κάποια μορφή της οποίας πιθανότατα προϋπήρχε του λοιμοκαθαρτηρίου, χρησιμοποιήθηκε σαν ένα ακόμα όπλο στην προσπάθεια να βρεθούν οι Βενετοί έμποροι και ναυτικοί σε θέση πλεονεκτικότερη των ανταγωνιστών τους. Την άνοιξη του 1599 επισκέφθηκε τη Ζάκυνθο ο Thomas Dallam πηγαίνοντας στην Κωνσταντινούπολη. Το πλοίο του ήταν Αγγλικό και είχε κάνει τελευταίο σταθμό στο Αλγέρι, από όπου είχαν κάνει πανιά στις 4 Απριλίου. Έφτασαν στη Ζάκυνθο στις 20 του μήνα και λέει χαρακτηριστικά (3):

Ο Πρεβεδούρος (κυβερνήτης) και εκείνοι οι αξιωματούχοι που του παραστέκονται, τους οποίους λένε σινιόρους της υγείας, δεν μας επέτρεπαν να βγούμε στην ξηρά επειδή ερχόμαστε από το Αλγέρι, όπου ζουν Τούρκοι, και φέραμε μερικούς Τούρκους από εκεί με το πλοίο μας – παρόλα αυτά μετά από έξι μέρες μας δώσανε pratique (4), δηλαδή άδεια να αποβιβαστούμε. Η διαταγή είναι όσοι έρχονται από οποιοδήποτε μέρος της Τουρκίας, και δεν έχουν υγειονομικό έγγραφο από κάποιο Βενετό ή Ιταλό, να παραμένουν είτε επί του πλοίου ή στη φυλακή που λέγεται Λαζαρέτο για δέκα μέρες – αν στο μεταξύ κάποιος αρρωστήσει πρέπει να μείνουν για άλλες δέκα μέρες και ούτω καθεξής, μέχρι να αποκατασταθεί η υγεία τους.

Βλέπουμε λοιπόν πως ένα Βενετικό πλοίο, ερχόμενο για παράδειγμα από τη Σμύρνη, μπορούσε να αποφύγει την καραντίνα με ένα πιστοποιητικό του εκεί Βενετού προξένου, που βεβαίωνε ότι δεν υπήρχε εκεί επιδημία. Τέτοιο χαρτί ίσως να μην ήταν πάντα εύκολο για τους Άγγλους να το αποκτήσουν. Στην περίπτωση του Dallam οι υγειονόμοι έκαναν και κάποια ‘έκπτωση’, ίσως επειδή το πλοίο είχε ήδη περάσει πάνω από δύο βδομάδες στη θάλασσα ώσπου να φτάσει. Ο Dallam στην επιστροφή του από την Κωνσταντινούπολη στην Αγγλία όμως, κάνοντας και πάλι στάση στη Ζάκυνθο, αναγκάστηκε να εξαντλήσει τη δεκαήμερη καραντίνα. Εντελώς διαφορετική ήταν η αντιμετώπιση των Βενετικών πλοίων, ιδιαίτερα όταν μετέφεραν σημαίνοντα πρόσωπα. Ας δούμε τι έγραψε ο Πορτογάλος Pedro Teixeira στα τέλη Μαΐου του 1605, ερχόμενος με ένα Βενετικό πλοίο από την Αλεξανδρέττα και έχοντας κάνει στάση στην, επίσης Οθωμανική, Κύπρο (5):

Όταν μπήκαμε στο λιμάνι περάσαμε τη νύχτα πάνω στο πλοίο και βγήκαμε όλοι στην ξηρά το πρωί. Παρά το ότι πιστοποιήθηκε ότι είμαστε όλοι υγιείς συναντήσαμε μεγάλες δυσκολίες στο να πάρουμε pratique, ζήτημα στο οποίο η Σινιορία επαγρυπνεί ιδιαίτερα. Σαν μεγάλη χάρη, και επειδή δείχτηκε μεγάλο ενδιαφέρον, μας κρατήσανε σε μια αποθήκη μέχρις ότου οι υγειονόμοι αποφασίσουν τι να μας κάνουν. Ο Κυβερνήτης (της Ζακύνθου), ο διοικητής της μοίρας (του στόλου) (6), και άλλοι διακεκριμένοι φίλοι του συντρόφου μας, του Piero dal Ponte, έκαναν ότι μπορούσαν για μας. Παρόλα αυτά δεν μας άφησαν ελεύθερους πριν τις τρεις το απόγευμα – τόσο αυστηρά χειρίζονται αυτή την υπόθεση αυτά τα έθνη. Κατά τη διάρκεια της καθυστέρησης και της κράτησης μας, εξεπλάγην από την αφθονία των δώρων και των αναψυκτικών που στάλθηκαν στον Piero dal Ponte. Είμαστε γύρω στα σαράντα άτομα, και όμως δεν σταματήσαμε να τρώμε και να πίνουμε όλη μέρα, για να μην πω για αυτά που δόθηκαν στους φρουρούς μας, αν και δεν τα χρεώσανε σε μας όπως γίνεται εδώ συνήθως.

Όσο και αν ο Teixeira θεωρούσε τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε το πλοίο τους αυστηρό, στην πραγματικότητα έμειναν σε καραντίνα για μερικές ώρες μόνο. Αν και δεν υπάρχει αμφιβολία πως ρόλο έπαιξαν και οι διασυνδέσεις του Piero dal Ponte, φαίνεται καθαρά το πόσο ελαστικοί δείχνονταν οι υγειονόμοι στην εφαρμογή των κανονισμών όταν ήθελαν. Πιο κάτω ο Teixeira αφήνει να διαφανεί ένας άλλος λόγος που επέβαλε να μην μείνουν περισσότερο στη διάθεση της sanità (υγειονομείου):

Η άφιξη (του πλοίου μας) ήταν αρκετά ενοχλητική για μερικούς άλλους που ήδη φορτώνανε στο λιμάνι. Επειδή είναι νόμος, σε όλα τα λιμάνια της Σινιορίας, ότι κανένα άλλο πλοίο δεν θα φορτώσει όταν είναι διαθέσιμο Βενετικό αμπάρι.

***

Βλέποντας οι Βενετοί ότι τα μέτρα που είχαν πάρει στη δεκαετία του 1580 δεν είχαν τα επιθυμητά αποτελέσματα εξέδωσαν διάταγμα το 1602, με το οποίο απαγόρευαν να γίνεται απευθείας εξαγωγή σταφίδας στο εξωτερικό. Όλος ο καρπός προς εξαγωγή έπρεπε να συγκεντρώνεται στη Βενετία και εκεί θα πληρωνόταν από τους ξένους εμπόρους και η nuova imposta. Υποχρεώνονταν ακόμη οι πλοίαρχοι που θα πήγαιναν στη Βενετία για να φορτώσουν σταφίδα να έχουν φέρει άλλα αγαθά για ξεφόρτωμα, όχι όμως αγαθά από το Λεβάντε. Ο χρόνος που ανακοινώθηκε το διάταγμα σήμαινε πως τα νέα θα μαθαίνονταν στη Ζάκυνθο ακριβώς τη στιγμή που οι Άγγλοι θα ετοιμάζονταν να φορτώσουν, έχοντας μάλιστα ήδη πληρώσει. Όλο το εμπόρευμα φορτώθηκε σε Βενετικά πλοία και στάλθηκε στη Βενετία, σε πολλές όμως περιπτώσεις η σταφίδα βράχηκε και οι Άγγλοι ισχυρίζονταν ότι έπαθαν ζημιά 50.000 δουκάτων.

Ο νέος αυτός νόμος, ακόμη και αν θα πήγαιναν οι Άγγλοι πλοίαρχοι στη Βενετία, σήμαινε την εξόντωση των μικροπαραγωγών και των μικρεμπόρων του Ιονίου, οι οποίοι δεν είχαν τη δυνατότητα να προωθήσουν το εμπόρευμα για πώληση στο μυχό της Αδριατικής. Επιπλέον οι Ζακυνθινοί πρόβλεψαν στο υπόμνημα διαμαρτυρίας τους πως οι Άγγλοι αντί να πάνε στη Βενετία θα στρέφονταν προς τις Τουρκοκρατούμενες περιοχές του Μοριά και της Ρούμελης. Αυτό ακριβώς έγινε – ελάχιστοι Άγγλοι ψώνισαν από το λιμάνι της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας. Οι υπόλοιποι τράβηξαν για τις Τουρκοκρατούμενες περιοχές γύρω από τον Πατραϊκό Κόλπο. Επειδή όμως οι ποσότητες που μπορούσαν να βρουν εκεί δεν επαρκούσαν, φρόντιζαν να συμπληρώνουν με λαθραίες ποσότητες από τη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά. Αν η βαριά φορολογία της nuova imposta ήταν μέχρι τότε απλώς κίνητρο για λαθρεμπορία, το νέο διάταγμα κυριολεκτικά ανάγκαζε τους Επτανήσιους να παρανομήσουν.

Ο δραστήριος και αυστηρός πρεβεδούρος της Ζακύνθου Maffio Michiel έδωσε μια εικόνα της κατάστασης που αντιμετώπιζε σε τρεις αναφορές του προς το Δόγη και τη Γερουσία την άνοιξη του 1604. Στην πρώτη, με ημερομηνία 8 Μαρτίου, έγραφε (7):

Στα μισά του περασμένου μήνα έφτασε σε αυτό το λιμάνι το Αγγλικό πλοίο ‘Little Phoenix’, με πλοίαρχο το Robert Olet, από τη Βενετία με σταφίδα, και το Αγγλικό πλοίο ‘Greyhound’, από τη Σμύρνη και τη Χίο, με βαμβάκι, μετάξι κ.α., και τα δύο με προορισμό την Αγγλία. Πληροφορήθηκα ότι τη νύχτα, κρυφά, σταφίδες φορτώθηκαν και στα δύο πλοία παράνομα. Καθώς είναι αδύνατο σε αυτή την ανοιχτή παραλία να χρησιμοποιήσω βία, σχεδίασα ένα τέχνασμα για να φέρω τους δύο πλοιάρχους στο κάστρο, έτσι ώστε, ενώ τους κρατούσα ομήρους, να ψάξω ελεύθερα τα σκάφη τους. Το σχέδιο μου πέτυχε με το ‘Little Phoenix’ αλλά η έρευνα δεν αποκάλυψε τίποτα ενοχοποιητικό. Ο πλοίαρχος του ‘Greyhound’ όμως αρνήθηκε να παρουσιαστεί μπροστά μου, χρησιμοποιώντας διάφορες δικαιολογίες. Γι αυτό έστειλα τον αξιωματικό μου μαζί με το Ναύαρχο (;) να ερευνήσουν το πλοίο μια μέρα που ο πλοίαρχος δεν ήταν πάνω. Εκεί, ανάμεσα στις μπάλες με το βαμβάκι, βρήκαν μερικές σταφίδες και αμέσως προσπάθησαν να ξεκρεμάσουν το πηδάλιο του ‘Greyhound’ για να συλλάβουν το πλοίο. Το πλήρωμα όμως ξεσηκώθηκε και τους έδιωξε. Σήκωσαν άγκυρα και βγήκαν εκτός βολής αμέσως – και για έξι μέρες έμειναν στα ανοιχτά με τη σημαία μάχης να ανεμίζει (8). Καθώς δεν είχα τη δύναμη να τους τιμωρήσω για το θράσος τους προχώρησα στην απαγγελία κατηγοριών, τη δίκη και την τιμωρία του πλοιάρχου και ενός εμπόρου, οι οποίοι είχαν αγοράσει σταφίδες.

Θα πρέπει εδώ να εξηγήσουμε τι εννοούσε ο Michiel με τη φράση ‘ανοιχτή παραλία’. Το λιμάνι της Ζακύνθου, ανέκαθεν μικρό, βρισκόταν στην περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται η πλατεία Σολωμού. Από το βορρά το προστάτευε ένας υποτυπώδης λιμενοβραχίονας που εκτεινόταν μέχρι τη νησίδα πάνω στην οποία ήταν χτισμένος ο Άγιος Νικόλας του Μόλου. Οι συνεχείς επιχώσεις, που επέβαλε η ανάπτυξη της πόλης (του Borgo della Marina), είχαν μικρύνει το λιμάνι ακόμη περισσότερο. Στα μέσα του 16ου αιώνα υπήρχε χώρος μόνο για ένα κάτεργο (9). Επειδή εκτός από πρόβλημα χώρου μπορεί να υπήρχε και πρόβλημα βάθους, είναι πιθανό να μην μπορούσε να αράξει μέσα στο λιμάνι ούτε ένα μεγάλο εμπορικό, αφού το βύθισμα τους ήταν τουλάχιστον υπερδιπλάσιο από αυτό ενός κάτεργου. Έριχναν λοιπόν άγκυρα έξω από το λιμάνι, μέσα στον όρμο που σχηματίζεται από το Κρυονέρι στα βόρεια ως τον Άγιο Σπυρίδωνα του Αργασιού, και ακόμη πιο πέρα ως την Πούντα Νταβία, στα νότια.

Το τόξο αυτό τους πρόσφερε στοιχειώδη μόνο προστασία από τους πιο συνηθισμένους ανέμους της περιοχής. Η ελλιπής αυτή προστασία αντισταθμιζόταν σε ένα βαθμό από την εξαιρετική ποιότητα του βυθού, που επέτρεπε πολύ καλή αγκυροβόληση. Η ακτογραμμή  λοιπόν που προσπαθούσε να ελέγξει ο πρεβεδούρος ήταν πολύ μεγάλη, πάνω από εφτά χιλιόμετρα, και σε αυτή θα πρέπει να προστεθεί μια θαλάσσια έκταση ανάλογου μήκους και πλάτους αρκετών εκατοντάδων μέτρων. Δεν μπορούσε να επιβάλλει τη θέληση του ούτε με το πυροβολικό της εποχής, που είχε δραστικό βεληνεκές μόνο λίγες εκατοντάδες μέτρα.

Ο όρμος της Ζακύνθου σε επιπεδομετρικό χάρτη του 1625. Στην πραγματικότητα ο όρμος είναι πολύ πιο ανοικτός και εκτεταμένος.

Η δεύτερη αναφορά του Michiel, μόλις δύο μέρες αργότερα (10).

Παρά τις διαταγές, οι οποίες απαγορεύουν την εξαγωγή σταφίδας, τόσο οι Άγγλοι όσο και οι ντόπιοι συνεχίζουν να λαθρεμπορεύονται. Δώδεκα νησιώτες περιμένουν να δικαστούν, αν και μερικοί άλλοι έχουν ήδη καταδικαστεί σε πολύ αυστηρές ποινές. Τις προάλλες έδιωξα ένα Αγγλικό πλοίο από το λιμάνι, αλλά παρέμεινε στα ανοιχτά ώσπου οι ντόπιοι φόρτωσαν λαθραία ένα φορτίο σταφίδα. Την ίδια μέρα, προς το βράδυ, οι τελωνειακοί μου βρήκαν μια βάρκα με είκοσι έξι σακιά σταφίδα στην πόρτα μιας αποθήκης – οι περισσότερες από αυτές τις αποθήκες είναι σε θέσεις πολύ ευνοϊκές για λαθρεμπόριο. Στη βάρκα, και γύρω από την αποθήκη, ήταν δεκαέξι άντρες οπλισμένοι με αλαβάρδες, σπαθιά και άλλα είδη όπλων, οι οποίοι χρησιμοποίησαν βία για να εμποδίσουν τους τελωνειακούς να κατασχέσουν τη βάρκα ή να μπουν στην αποθήκη. Αυτό θα το είχαν καταφέρει εύκολα αλλά όταν έφτασε επιτόπου ο Καπετάνιος των αρκεμπουζιέρων αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, και οι τελωνειακοί πήρανε τη βάρκα και σφραγίσανε την αποθήκη, μέσα στην οποία υπήρχε μία άλλη βάρκα, ήδη φορτωμένη σταφίδες για να τις πάει στο πλοίο. Έχω ανακηρύξει εγκληματίες δύο από αυτούς τους πολίτες, τα ονόματα των υπολοίπων δεν τα ξέρω ακόμη. Θα τους τιμωρήσω σύμφωνα με το νόμο. Η Γαληνότητα σας θα συμπεράνει από αυτό ότι είμαι τελείως αδύναμος να ελέγξω αυτό το λαθρεμπόριο. Τους λόγους τους έχω ήδη εξηγήσει και δεν θα τους επαναλάβω. Αν η ανώτατη εξουσία δεν λάβει μέτρα οι εντολές της δεν θα γίνονται σεβαστές.

Από αυτό που λέει ο Michiel καταλαβαίνουμε πως οι σαραγιάντες (σταφιδέμποροι) είχαν τις αποθήκες τους πάνω στη θάλασσα.  Ίσως πάνω στην άμμο – στα βόρεια της πόλης υπήρχε η Σαμπιονέρα, αμμουδιά που έφτανε μέχρι το Κρυονέρι, και στα νότια, από το σημερινό Άγιο Λουκά περίπου, η Μεγάλη Σαμπιονέρα ή ο Άμμος, μέχρι το ποτάμι, που πιο πέρα συνεχιζόταν με τους Άμμους των Κήπων. Ίσως πάλι να ήταν φτιαγμένες πάνω σε κάποιο ρεπάρο (11). Η αποθήκη ήταν αναγκαία γιατί αν βρεχόταν η σταφίδα θα ήταν άχρηστη. Βοηθούσε όμως και στο να μη βλέπει κανείς απέξω τι φορτώνανε. Μόλις νύχτωνε για τα καλά άνοιγαν τα φύλλα της πόρτας που έβλεπε στη θάλασσα και η βάρκα με το παράνομο φορτίο σπρωχνόταν στα βαθιά. Έφευγε με κατεύθυνση το φανάρι του πλοίου που περίμενε, αθέατη και σχεδόν τελείως αθόρυβη. Ήταν πια σχεδόν αδύνατο να τους συλλάβουν.

Τον Απρίλιο εξακολουθούσε να υπάρχει απούλητη σταφίδα – πριν την απαγόρευση θα είχε πουληθεί το Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο – και οι Βενετοί εξακολουθούσαν το κυνήγι του λαθρεμπορίου. Στις 21 του μήνα έγραφε ο Michiel (12):

Στις 5 αυτού του μήνα έφτασε στο λιμάνι το Αγγλικό πλοίο ‘Pearl’, με πλοίαρχο τον Ezechiel Cripps, από την Κωνσταντινούπολη. Ο ιδιοκτήτης και ο υπεύθυνος φορτίου ανέβηκαν, ως συνήθως, στο κάστρο για να μου αναφέρουν. Τους είπα ότι, αν ήθελαν να μείνουν στο λιμάνι, θα έπρεπε να μου δώσουν εγγύηση ότι δεν θα φορτώσουν σταφίδα, και ότι δεν θα αναχωρούσαν πριν τους γίνει έρευνα. Είπαν ότι δεν είχαν δουλειά εδώ και μόλις αποβίβαζαν κάποιους επιβάτες θα απέπλεαν. Τους είπα ότι τους έδινα όλη την ημέρα αλλά θα έπρεπε να αποπλεύσουν πριν νυχτώσει – και έτσι πήγαν κάτω στο λιμάνι. Το σούρουπο έμαθα ότι ήταν ακόμη στο λιμάνι και δεν έδειχναν ότι ετοιμάζονται για απόπλου, γι αυτό έστειλα τον αξιωματικό μου κάτω να τους πει να ξεκουμπιστούν αμέσως αλλιώς θα έπαιρνα άλλα μέτρα. Απαίτησαν γραπτή δήλωση για τους λόγους της αποβολής τους. Μετά από αυτή την αναιδή και θρασεία απάντηση, και βλέποντας καθαρά ότι σκόπευαν να μείνουν και να εκτελέσουν κάποιο κρυφό σχέδιο, διέταξα ένα κανόνι να τους σκοπεύσει, και έδωσα εντολή στον μεγαλοπρεπή Alvise Marcello, που βρισκόταν στο λιμάνι με τη γαλέα του, να επιβάλλει την εκτέλεση των διαταγών μου αλλά να μη βάλει σε κίνδυνο το πλοίο του ή το πλήρωμα του. Αμέσως έστρεψε τα κανόνια του προς το Αγγλικό και μετά ρίχτηκε από μία κανονιά, πρώτα από το κάστρο κα μετά από τη γαλέα. Καμιά δεν χτύπησε το ‘Pearl’, και αμέσως σήκωσε άγκυρα και έφυγε για τη Γλαρέντζα, όπου έμεινε αρκετές μέρες.

Από αυτά βλέπει η Γαληνότητα σας τη θρασεία συμπεριφορά των Αγγλικών πλοίων στα λιμάνια σας – είναι αποφασισμένοι να αγνοούν όλες τις διαταγές και να κάνουν ότι τους αρέσει. Αν ο ένδοξος Σινιόρ Giacomo Giustinian, Διοικητής του Στόλου των γαλεών, όργωνε αυτά τα νερά τα πράγματα θα πήγαιναν καλύτερα, και αυτό το θρασύ έθνος ή θα κρατιόταν μακριά ή θα υπάκουε στους κανονισμούς.

Εδώ ο Michiel μας λέει ποιά ήταν η συνήθης διαδικασία όταν ένα πλοίο άραζε στον όρμο της Ζακύνθου. Οι υπεύθυνοι πήγαιναν κατευθείαν στον πρεβεδούρο να εξηγήσουν το σκοπό της επίσκεψης τους και ήταν αυτός που καθόριζε αν, και με ποιές προϋποθέσεις, θα μπορούσαν να μείνουν (13). Φυσικά αυτό γινόταν μόνο αν τα υγειονομικά τους έγγραφα ήταν εντάξει ή έρχονταν από λιμάνι από το οποίο τέτοια έγγραφα δεν χρειάζονταν.

***

Αξίζει ίσως εδώ να ανοίξουμε μια παρένθεση για να κάνουμε κάποιες υποθέσεις σχετικές με το τί γινόταν εκείνη την εποχή όταν ένα πλοίο έφτανε στο λιμάνι. Οι πρώτοι άνθρωποι με τους οποίους θα συνομιλούσαν οι ναυτικοί μόλις έριχναν άγκυρα θα ήταν οι υγειονόμοι. Γνωρίζουμε ότι, σε κατοπινά χρόνια, το Υγειονομείο – που στα τέλη του 17ου αιώνα βρισκόταν κοντά στον Άγιο Νικόλα του Μόλου, σε οίκημα που ανήκε στην εκκλησία – είχε δικό του σκάφος για να προσεγγίζει τα νεοαφιχθέντα πλοία. Το σκάφος της Σανιτάς διατηρήθηκε τουλάχιστον μέχρι το τέλος της Αγγλοκρατίας, όταν το κουμάντο του το είχε ο Βερνάρδος Λεφτάκης. Τον καιρό του Michiel τέτοιο σκάφος μάλλον δεν υπήρχε ακόμη. Γνωρίζουμε ότι στις 9 Απριλίου 1586 αρκετοί Άγγλοι από το πλοίο Hercules, προερχόμενο από το Βρίστολ και έχοντας πιάσει προηγουμένως στη Μάλτα, προσπάθησαν να βγουν στη Ζάκυνθο αλλά δεν τους επιτράπηκε και γύρισαν στο πλοίο τους. Πήγαν στην Πάτρα και στις 24 Απριλίου ξαναγύρισαν στη Ζάκυνθο, όπου αυτή τη φορά τους επιτράπηκε να αποβιβαστούν μετά από αρκετές διαδικασίες. Ο αφηγητής μάλιστα λέει ότι τον περιποιήθηκαν πολύ στο ‘English house’ (μάλλον το πρακτορείο της Αγγλικής ‘Εταιρείας της Βενετίας’) (14).

Η πρώτη επαφή, από μακριά, γινόταν οπωσδήποτε με το σινιάλο του κάστρου. Αν και δεν γνωρίζουμε σίγουρα, είναι πιθανό ότι πλησίαζαν με αναρτημένη τη σημαία τους, δηλώνοντας έτσι την εθνικότητα τους. Κατόπιν τη χαμήλωναν σημαντικά, σαν δείγμα σεβασμού στην κυρίαρχη δύναμη του λιμανιού. Γνωρίζουμε ότι εκείνη ακριβώς την εποχή οι Άγγλοι είχαν απαιτήσει, και πετύχει, να χαμηλώνουν οι Ολλανδοί τις σημαίες τους και να μαζεύουν τις γάμπιες των πρωραίων ιστών τους όταν συναντούσαν Αγγλικό πλοίο σε νερά που θεωρούνταν Αγγλικά. Το μάζεμα της γάμπιας, και την αποστολή βάρκας με τον πλοίαρχο του εμπορικού στις πολεμικές γαλέες, είχαν πετύχει σχεδόν ταυτόχρονα οι Βενετοί από τους Άγγλους.

Αυτό το μάζεμα της γάμπιας είχε την έννοια ότι το πλοίο έκοβε ταχύτητα, δίνοντας στο άλλο πλοίο το πλεονέκτημα και αποδεικνύοντας έτσι τις καλές του προθέσεις. Την ίδια έννοια είχαν και οι κανονιοβολισμοί, που αργότερα χαρακτηρίστηκαν χαιρετιστήριοι. Άδειαζε δηλαδή τα κανόνια του το πλοίο, αποδεικνύοντας τη φιλική του διάθεση, και το άλλο πλοίο ανταποκρινόταν με παρόμοιο τρόπο. Το ίδιο γινόταν αν το πλοίο περνούσε μπροστά από φρούριο ή το προσέγγιζε. Με τον καιρό η διαδικασία έγινε εντελώς συμβολική και ο χαιρετισμός από τις δύο πλευρές δινόταν με μια άσφαιρη κανονιά.

Με την ευκαιρία ας περιγράψουμε μια σκηνή που έλαβε χώρα έξω από το ‘Πόρτο’ το 1586 και που φαίνεται ότι δεν ήταν τότε καθόλου σπάνια (15). Οι Άγγλοι έμπαιναν στη Μεσόγειο σε νηοπομπές, από το φόβο των Ισπανών, με τους οποίους δεν βρίσκονταν ακόμα σε πόλεμο τυπικά – η εμπόλεμη κατάσταση κράτησε από το 1588 ως το 1604 – αλλά αλληλοχτυπιόντουσαν μόλις έβρισκαν, ή κατασκεύαζαν, κάποια αφορμή. Περνώντας τη Σικελία, που ανήκε στους Ισπανούς, χώριζαν και τραβούσε ο καθένας για τον προορισμό του. Συχνά έδιναν ραντεβού στη Ζάκυνθο για την επιστροφή αφού η θέση της βόλευε τις συγκλίνουσες πορείες τους και ήταν νησί ‘γνωστό σε όλους τους πιλότους’. Μια τέτοια νηοπομπή από 5 πλοία είχε αποφασίσει να συναντηθεί στο Τζάντε για ανεφοδιασμό σε τρόφιμα και νερό, και να ξεκινήσει το ταξίδι της επιστροφής. Το πλοίο από την Κωνσταντινούπολη έφτασε πρώτο πολύ νωρίς και ξεκίνησε τη συμφωνημένη εικοσαήμερη αναμονή. Οι υπόλοιποι δεν άργησαν πολύ και σύντομα έφτασαν τα δύο πλοία από την Τρίπολη του Λιβάνου. Η συνάντηση γιορτάστηκε με εκατέρωθεν κανονιοβολισμούς, τύμπανα, τρουμπέτες και ανάρτηση σημαιών. Λίγες μέρες αργότερα έφτασαν και τα δύο πλοία από τη Βενετία, οπότε επαναλήφθηκαν οι συνηθισμένοι χαιρετισμοί.

Περίμεναν να ανεφοδιαστούν οι νεοφερμένοι αλλά στο μεταξύ είχε φτάσει στη Ζάκυνθο η πληροφορία ότι οι Ισπανοί είχαν μαζέψει δύο ισχυρούς στόλους και τους περίμεναν. Ο ένας στόλος, από 30 πολεμικές γαλέες, βρισκόταν στα στενά του Γιβραλτάρ και ο άλλος, από 20, ήταν χωρισμένος μεταξύ Μάλτας και Σικελίας. Η γνώμη των Ζακυνθινών ήταν πως με τέτοιο συσχετισμό δυνάμεων οι Άγγλοι θα καταστρέφονταν αν δεν απέδιδαν τιμές προς το Ισπανικό στέμμα. Οι Άγγλοι έπεσαν πάνω στους Ισπανούς κοντά στο νησί Παντελλερία, νότια της Σικελίας, στις 13 Ιουλίου, όπου βρέθηκαν αντιμέτωποι με 13 γαλέες. Οι Ισπανοί έστειλαν μία φρεγάτα (ελαφρύ σκάφος με κουπιά) και τους ζήτησαν να στείλουν τους πλοιάρχους τους και τους υπεύθυνους φορτίου στη γαλέα του Ισπανού ναυάρχου μαζί με όλα τους τα έγγραφα, επειδή, όπως είπαν, βρισκόντουσαν σε νερά του βασιλιά της Ισπανίας. Οι Άγγλοι αρνήθηκαν και ακολούθησε πεντάωρη μάχη, κατά την οποία οι Ισπανοί έπαθαν αρκετές ζημιές και αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν.

Αγγλικό πλοίο συγκρούεται με μεγαλύτερο Ισπανικό στα τέλη του 16ου αιώνα.

Αυτό γινόταν και με πλοία που προσέγγιζαν το λιμάνι της Ζακύνθου εκείνο τον καιρό, έστελναν τον πλοίαρχο και τον υπεύθυνο φορτίου στο κάστρο με τα έγγραφα τους. Οι υπόλοιπες διαδικασίες μόλις άρχιζαν να διαμορφώνονται στις αρχές του 17ου αιώνα και δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το τι ακριβώς συνέβαινε. Το πλοίο του Pedro Teixeira, πέφτοντας πάνω σε τέσσερες Μαλτέζικες γαλέες κοντά στη Ρόδο, χρησιμοποίησε σήματα καπνού για να εξασφαλίσει ότι δεν θα του επιτεθούν.

Το τι γινόταν αν κάποιο πλοίο άραζε στη Ζάκυνθο χωρίς άδεια εξαρτιόταν από την εθνικότητα του, το αν υπήρχαν συμφωνίες μεταξύ της χώρας του και της Βενετίας, αλλά και το συσχετισμό δυνάμεων, τόσο στο λιμάνι όσο και γενικότερα. Ο Teixeira μας πληροφορεί ότι αν κάποιο Τουρκικό πλοίο έμπαινε σε Βενετικά ύδατα ή λιμάνι χωρίς άδεια μπορούσε να συλληφθεί, και αν το πλήρωμα πρόβαλλε αντίσταση μπορούσε να φονευθεί, αρκεί αυτό να γινόταν μέσα σε 24 ώρες. Αν περνούσαν οι 24 ώρες τότε έπρεπε να αφήσουν το πλοίο ελεύθερο. Το ίδιο βράδυ με τον Teixeira μπήκε στο λιμάνι, χωρίς άδεια, ένα Τουρκικό κάτεργο κυνηγημένο από δύο Χριστιανικά. Όταν όμως μαθεύτηκε ότι πάνω στο πλοίο βρισκόταν ο ‘βασιλιάς’ του Αλγερίου (πασάς στην πραγματικότητα), που πήγαινε στην Κωνσταντινούπολη να δει το σουλτάνο, το άφησαν ελεύθερο με τον όρο να αναχωρήσει αμέσως.

***

Κλείνοντας την παρένθεση ας ξαναγυρίσουμε στο εμπόριο, όπου μέσα σε λίγα χρόνια η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο, με τη σταφίδα να πουλιέται σε εξευτελιστικές τιμές ή και να μένει απούλητη, και την τοπική οικονομία να έχει δεχτεί σοβαρό πλήγμα, αφού οι Άγγλοι είχαν μεταφέρει τις δραστηριότητες τους στα λιμάνια που ελέγχονταν από τους Οθωμανούς. Χαμένοι δεν έβγαιναν μόνο οι Επτανήσιοι αλλά και η ίδια η Βενετία, αφού έχανε τεράστια ποσά σε δασμούς. Έτσι, το Φεβρουάριο του 1609 (1608 με το Βενετικό ημερολόγιο) οι Ζακυνθινοί έστειλαν στη Βενετία μια διμελή αντιπροσωπεία, σε μια ύστατη προσπάθεια να ανατραπεί η απαγόρευση εξαγωγής. ‘Πρέσβεις’ της Κοινότητας της Ζακύνθου ήταν ο Εμμανουήλ Βολτέρρας και ο Εμμανουήλ Βλαστός, οι οποίοι υπέβαλαν σχετικό αίτημα στη Γερουσία στις 13 Φεβρουαρίου. Η Γερουσία ζήτησε τη γνώμη των Εφόρων επί του Εμπορίου (Savii alla Mercanzia) και των δύο τελευταίων γκουβερναδόρων της Ζακύνθου, του Maffio Michiel και του Geronimo Corner. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και ο Michiel, ο οποίος μισούσε τους Άγγλους όσο θανάσιμα τον μισούσαν και αυτοί, αναγνώρισε το αδιέξοδο της Βενετικής πολιτικής. Ανέφεραν λοιπόν στη Γερουσία οι δύο πρώην αξιωματούχοι στις 20 Μαρτίου 1609 (17):

Επιχειρήματα εναντίον του νόμου του 1602 που απαγορεύει τέτοιες πωλήσεις στους Δυτικούς.

Ο νόμος είναι επιζήμιος και δεν επιτυγχάνει το σκοπό του.

Οι Δυτικοί και κυρίως οι Άγγλοι, όντας αποκλεισμένοι από τη Ζάκυνθο έχουν μεταφέρει την επιχειρηματική τους δραστηριότητα στην Πάτρα, όπου διαθέτουν πρόξενο και αντιπροσώπους. Στέλνουν εκεί τα φορτία από kersey, londrina (16), κασσίτερο και άλλα είδη που ξεφορτώνονταν και πουλιόντουσαν στη Ζάκυνθο προς όφελος των τελωνείων – και έτσι όλο το κέρδος της Γαληνότητας σας μεταφέρεται στην Τουρκία. Το εμπόριο σταφίδας της Πάτρας και του Μοριά μεγαλώνει με αυτό τον τρόπο. Οι Άγγλοι έχουν δώσει προκαταβολές για να μπορέσουν οι κάτοικοι να καλλιεργήσουν σταφίδα και έχουν προσπαθήσει να δώσουν κίνητρα σε καλλιεργητές να πάνε εκεί από τη Ζάκυνθο, και το εμπόριο τώρα γίνεται στην Πάτρα, τη Ναύπακτο, το Αιτωλικό, τα Βασιλικά και την Κόρινθο. Είναι ξεκάθαρο ότι αυτό (το εμπόριο) θα αυξηθεί σύντομα – και εναπόκειται εντελώς στους Άγγλους, οι οποίοι πολύ γρήγορα θα είναι αδιάφοροι στο Ζακυνθινό προϊόν – είναι ήδη γνωστό πόσο μικρή ποσότητα σταφίδας αγόρασαν από τη Βενετία από τότε που πέρασε αυτός ο νόμος. Είναι σκληρό για τους κατοίκους της Ζακύνθου να βλέπουν το χρυσάφι που έπρεπε να ερχόταν σε αυτούς να πηγαίνει στην Τουρκία.

Επίσης το στάρι που ερχόταν με αυτά τα πλοία κρατούσε χαμηλά την τιμή του σταριού από το Μοριά.

Η Γαληνότητα σας χάνει 36 με 40.000 δουκάτα το χρόνο που έφερνε η nuova imposta από τη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά. Ξένα πλοία συχνάζουν στα λιμάνια του Λεβάντε όλο και περισσότερο – δεν έρχονται στη Βενετία με τα φορτία τους, όπως ήταν το σχεδιαζόμενο αποτέλεσμα του Νόμου. Πάνε στην Πάτρα, φορτώνουν σταφίδα από το Μοριά και συμπληρώνουν όση λείπει με λαθραία σταφίδα που στέλνεται από τη Ζάκυνθο στη Γλαρέντζα τη νύχτα. Καμία αστυνόμευση δεν φέρνει αποτέλεσμα, γιατί τα νησιά είναι ανοιχτά και οι κάτοικοι σε πλήρη συνεννόηση με τους αγοραστές.

Όλο το εμπόριο της Ζακύνθου υποφέρει, δεν υπάρχει εκεί φορτίο για τα Βενετικά πλοία.

Οι Άγγλοι και οι άλλοι κάνουν εμπόριο μεταξύ Πάτρας, Μεσσίνας και Λιβόρνο. Φορτώνουν λάδι από τη Μεθώνη και την Κορώνη – αυτό το λάδι ερχόταν παλιότερα στη Βενετία.

Όλες αυτές οι ανωμαλίες θα εξαλειφθούν εύκολα αν η Κυβέρνηση επέστρεφε στις προηγούμενες συνθήκες, επιτρέποντας την ελεύθερη εξαγωγή από τα δύο νησιά για τη Δύση, υποκείμενη στη nuova imposta επί της σταφίδας. Διότι αν γινόταν γνωστό στους Άγγλους ότι οι αξιωματούχοι σας δεν θα επέτρεπαν σε κανένα πλοίο που έχει ξεφορτώσει στην Πάτρα να φορτώσει σταφίδα στη Ζάκυνθο, θα ήταν τόσο πρόθυμοι να αγοράσουν ελεύθερα σταφίδα στη Ζάκυνθο που θα παρατούσαν την Πάτρα, την οποία προτίμησαν μόνο για να περιμένουν για σταφίδα και επειδή είχαν αποφασίσει να μην πάνε για κανένα λόγο στη Βενετία. Το εμπόριο θα επέστρεφε στη Ζάκυνθο, και θα εισέρεε στάρι επειδή οι Άγγλοι προτιμούν να εμπορεύονται εκεί παρά στην Τουρκία. Τα έσοδα των τελωνείων θα αυξηθούν και η Γαληνότητα σας δεν θα χάνει όπως από τότε που πέρασε ο Νόμος.

Απομένει να αποκρούσουμε την ένσταση ότι αν αναζωογονηθεί το εμπόριο της σταφίδας σε αυτά τα νησιά τα χωράφια θα εγκαταλείψουν την καλλιέργεια σιτηρών, τα νησιά θα εξαρτώνται από ξένες χώρες για σιτηρά και θα υπάρχει κίνδυνος να χαθούν. Αλλά η Γαληνότητα σας πρόσφατα απαγόρευσε το φύτεμα άλλων κλημάτων με ποινή το ένα τρίτο της σοδειάς. Αν αυτός ο κανόνας τηρηθεί δεν θα υπάρχει καινούργιο φύτεμα. Δεύτερον, όλα τα σταφιδάμπελα είναι αμμώδη ή αργιλώδη, και κατά συνέπεια ακατάλληλα για σιτηρά ενώ είναι από τη φύση τους κατάλληλα για αμπέλια και σταφίδες. Τίποτα δεν θα ήταν πιο απεχθές στους κατοίκους από το να υποχρεωθούν να καλλιεργούν σιτηρά σε γη που ταιριάζει σε αμπέλια. Τρίτον, υπάρχει ένα κονδύλι 50.000 δουκάτων στο ταμείο της Ζακύνθου ειδικά για την αγορά σιτηρών. Όπως και να έχει αν τα λιμάνια είναι γεμάτα με πλοία ο Κυβερνήτης μπορεί πάντα να στέλνει μερικά για σιτηρά στο Αρχιπέλαγος ή στην Αλβανία.

Η σχετική αναφορά των Εφόρων δόθηκε στις 31 Μαρτίου και ουσιαστικά συμφωνεί σε όλα τα σημεία με τους Michiel και Corner. Εντύπωση προκαλεί η ειλικρίνεια της αναφοράς σε ορισμένα σημεία, που θα ήταν αφοπλιστική αν δεν ήταν τόσο ωμή (18).

Η έλλειψη σιτηρών στη Ζάκυνθο οφείλεται κατά ένα μέρος στη φύση του χώματος και κατά το άλλο στο γεγονός ότι μεγάλο μέρος της γης σε χρήση για την παραγωγή σιτηρών είναι τώρα φυτεμένο με αμπέλια. Αποφασίστηκε ένας νόμος για να εμποδίσει την επέκταση των αμπελιών. Η nuova imposta μπήκε σε ισχύ το 1580, όχι τόσο για να αυξήσει τα δημόσια έσοδα αλλά για να διώξει τους Δυτικούς από το εμπόριο της Ζακύνθου και να το επαναφέρει στους Βενετούς. Αυτή η πράξη δεν είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα, και το 1602 πέρασε ένας νόμος που απαγόρευε την εξαγωγή σταφίδας από τη Ζάκυνθο για τη Δύση, με σκοπό να αναγκάσει όλη τη σταφίδα να έρχεται στη Βενετία, όπου θα φορτωνόταν για τη Δύση μετά την πληρωμή της nuova imposta.

Οι Έφοροι έκαναν συγκεκριμένες προτάσεις για επιστροφή στα ισχύοντα προ του 1602 αλλά και επιπλέον φορολογία για να χτιστούν μεγαλύτερες σιταποθήκες (fonteghi). Επίσης πρότειναν την παραχώρηση της είσπραξης της nuova imposta σε ιδιώτη για να καταπολεμηθεί το λαθρεμπόριο. Η Σερενίσσιμα δεν μπορούσε πια παρά να αναγνωρίσει ότι είχε χάσει το παιχνίδι που προσπάθησε να παίξει στις πλάτες των Ζακυνθινών. Στις 9 Μαΐου 1609 συγκατένευσε στην απόσυρση του νόμου του 1602 και προκήρυξε πλειοδοτικό διαγωνισμό για το συμβόλαιο είσπραξης των δασμών στις 15 Ιουλίου.

Η απόπειρα αυτή απαγόρευσης της εξαγωγής σταφίδας από τη Ζάκυνθο δεν ήταν η μοναδική. Η επόμενη ήρθε από τους Άγγλους, 30 χρόνια μετά τη Βενετική. Ούτε αυτή πέτυχε. Η σταφίδα συνέχισε να είναι η κινητήρια δύναμη της Ζακυνθινής οικονομίας για πολύ καιρό. Οι συνεχείς αυξήσεις όμως των δασμών είχαν στα τέλη του 18ου αιώνα οδηγήσει τον πολύτιμο καρπό, απούλητο, στα στομάχια των γουρουνιών. Ήταν η εποχή που η Βενετία είχε για τα καλά βουλιάξει στην παρακμή, εκεί που την είχε από καιρό καταδικάσει ο παραμερισμός της από τις αναδυόμενες ναυτιλιακές δυνάμεις της Δύσης. Άρχιζε, δύσκολα, μια νέα εποχή.

Η πηγή του μαύρου χρυσού, ο κάμπος της Ζακύνθου.



------------------------------------------------------------------------------  

(1)  Του είχαν πει ότι διέθεταν 20.000 ένοπλους και μπορούσαν να μαζέψουν 500 με 600 καβαλάρηδες μέσα σε μία ώρα. Η υπερβολή ήταν μάλλον σκόπιμη. Δεν γνώριζε κανείς αν ο περαστικός έμπορος με τον οποίο συζητούσε ήταν στην πραγματικότητα κατάσκοπος, ούτε αν ο προσκυνητής των Αγίων Τόπων, όπως ο Locke, θα πιανόταν σε λίγες μέρες αιχμάλωτος και θα μαρτυρούσε τα πάντα στους πειρατές. The voyage of M. John Locke to Jerusalem, The Principal Navigations, Voyages, Traffiques and Discoveries of the English Nation του Richard Hakluyt, τ. 5, 1904, σ. 83.

(2)  Calendar of State Papers Relating to English Affairs in the Archives of Venice, τόμος 21: 1628-1629, έκδοση 1916, σ. 553.

(3)  Early voyages and travels in the Levant, The diary of Master Thomas Dallam 1599 - 1600, έκδοση του 1893, σ. 19.

(4)  Η Γαλλική λέξη pratique, με ελληνική απώτερη καταγωγή (πρακτική), είναι ο διεθνής όρος για άδεια επιβίβασης μετά την εκπλήρωση των υγειονομικών προϋποθέσεων.

(5)  The Travels of Pedro Teixeira: with his Kings of Harmuz and extracts from his Kings of Persia, μετάφραση του William F. Sinclair, εισαγωγή και σημειώσεις του Donald Ferguson, έκδοση του 1902, σσ. 145 – 146.

(6)  Εκείνη τη μέρα είχαν φτάσει στη Ζάκυνθο δέκα Βενετσιάνικες γαλέες.

(7)  Calendar of State Papers Relating to English Affairs in the Archives of Venice, τόμος 10: 1603-1607, Έκδοση 1900, σσ. 135 – 136.

(8)  Η σημαία μάχης ήταν μια σημαία πολύ μεγάλων διαστάσεων στο ψηλότερο σημείο του πλοίου. Την αναρτούσαν σε περίπτωση πολεμικής εμπλοκής, έτσι ώστε να φαίνεται μέσα από τους καπνούς και να γνωρίζουν τα σύμμαχα πλοία τη θέση τους και ότι εξακολουθούν να πολεμούν. Σε πολλές περιπτώσεις η ανάρτηση της γινόταν για εκφοβισμό αλλά στο συγκεκριμένο επεισόδιο ήταν επίδειξη ανυποχώρητης αποφασιστικότητας.

(9)  Δημήτρης Αρβανιτάκης, Τι χωράει σε ένα μίλι; Οι παρενέργειες της δημιουργίας της πόλης του Αιγιαλού, Ζάκυνθος: Λογοτεχνικό Ιστορικό και Λαογραφικό Ημερολόγιο 2001, σ. 139.

(10)  Όπως σημ. 7, σ. 137.

(11)  Κατασκευή από ογκόλιθους που προεξείχε από την ξηρά μέσα στη θάλασσα και ήταν συνηθισμένη στη Ζάκυνθο. Υπήρχε και περιοχή που λεγόταν Ρεπάρα. Η λέξη προέρχεται από το Ιταλικό riparo, που σημαίνει καταφύγιο.

(12)  Όπως σημ. 7, σσ. 144 - 145.

(13)  Αργότερα την αίτηση στον πρεβεδούρο την έκανε ο πρόξενος, όταν υπήρχε. Αν και οι Άγγλοι είχαν ιδρύσει πρακτορείο στη Ζάκυνθο από χρόνια, και μερικοί έμποροι έμεναν στη Ζάκυνθο μόνιμα, φαίνεται ότι δεν υπήρχε ακόμη πρόξενος στις αρχές του 17ου αιώνα.

(14)  Collection of the Early Voyages, Travels, and Discoveries, of the English Nation, του Richard Hacluyt, τόμος 2ος, έκδοση 1810, σ. 419. Ίσως ο λόγος για τον οποίο δεν τους επιτράπηκε η αποβίβαση στη Ζάκυνθο την πρώτη φορά ήταν ότι μετέφεραν 20 Τούρκους, πρώην σκλάβους σε Ισπανικό κάτεργο, τους οποίους είχε απελευθερώσει ο Sir Francis Drake.

(15)  Όπως προηγούμενη σσ. 422 – 426.

(16)  Kersey και Londrina ήταν είδη μάλλινων υφασμάτων.

(17)  Calendar of State Papers Relating to English Affairs in the Archives of Venice, τόμος 11: 1607-1610, έκδοση 1904, σσ. 246 – 247.

(18)  Όπως προηγούμενη σσ. 253 – 255.
Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .