Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Loredan. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Loredan. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Το στρατόπεδο του Μπόχαλη – μέρος Β΄

Άποψη του Κάστρου και του Γιαλού το 17ο αιώνα με ορατούς τους ανεμόμυλους της Μπόχαλης.

Το καλοκαίρι του 1479, δηλαδή αμέσως μετά το το τέλος του πολέμου με τη Βενετία, ο Μωάμεθ ο Πορθητής έβαλε σε κίνηση το τελευταίο από τα μεγαλεπήβολα σχέδια του. Μετά την Κωνσταντινούπολη ήθελε και τη Ρώμη. Σύμμαχος της Ρώμης, και κράτος παρεμβαλλόμενο γεωγραφικά ανάμεσα στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την Ιταλία, ήταν το Δουκάτο της Αγίας Μαύρας. Χρησιμοποιώντας σαν δικαιολογίες τις παλιότερες επιδρομές Στρατιωτών από εδάφη του Δουκάτου, τον γάμο του Λεονάρδου Τόκκο, για τον οποίο δεν είχε πάρει άδεια από το σουλτάνο όπως δήθεν όφειλε, και κυρίως τα οφειλόμενα στον Σαντζάκμπεη της Ηπείρου ‘κανίσκια’ (1) – σχεδιασμένη προβοκάτσια αυτό το τελευταίο – οι Οθωμανοί επιτέθηκαν στο δουκάτο.
Επικεφαλής των επιτιθέμενων ήταν ο Γκεντίκ (Φαφούτης) Αχμέτ, Πασάς του Αυλώνα στην Αλβανία, στόλαρχος και πρώην Μέγας Βεζίρης – ο ικανότερος, εμπειρότερος, και πιο ένδοξος στρατηγός της αυτοκρατορίας. Ο Λεονάρδος Τόκκο, μην μπορώντας να αντισταθεί, εγκατέλειψε το Κάστρο της Αγίας Μαύρας στη Λευκάδα για το Κάστρο του Αγίου Γεωργίου στην Κεφαλονιά. Επειδή ούτε εκεί αισθάνθηκε ασφαλής έφυγε με την οικογένεια, τους θησαυρούς και τα κειμήλια του – το σημαντικότερο από τα οποία ήταν το πόδι της Αγίας Άννας – για την Ιταλία. Οι Τούρκοι κατέλαβαν διαδοχικά τη Βόνιτσα, τη Λευκάδα, και κατόπιν την Κεφαλονιά και την Ιθάκη. Παρόλο που δεν φαίνεται να συνάντησαν αντίσταση πήραν αμέτρητες χιλιάδες σκλάβους, ερημώνοντας τα πάντα. Η Ιθάκη έμεινε τελείως ακατοίκητη μέχρι τις αρχές του επόμενου αιώνα. Μια μικρή μοίρα του Βενετικού στόλου, με διοικητή το ναύαρχο Antonio Loredan, περιορίστηκε να παρακολουθεί στενά τα τεκταινόμενα και να κάνει κάποιες ανθρωπιστικές παρεμβάσεις (2).
Σειρά είχε η Ζάκυνθος, το νοτιότερο από τα νησιά του δουκάτου. Οι Βενετοί υπήκοοι εκεί, πιθανότατα με την υποστήριξη όλου του πληθυσμού, είχαν υψώσει τη σημαία του Αγίου Μάρκου σαν μέσο προστασίας από την αναμενόμενη εισβολή. Ο Antonio Loredan ήταν αποφασισμένος να μην αφήσει τη Ζάκυνθο να έχει την τύχη των άλλων νησιών, παρόλο που διακινδύνευε ένα νέο, ακόμη πιο καταστρεπτικό για τη Βενετία πόλεμο, και ταυτόχρονα το δικό του κεφάλι. Ο Γκεντίκ Αχμέτ δεν έδειξε διάθεση για σύγκρουση, παρόλο που ο στόλος του υπερτερούσε αριθμητικά του Βενετικού στην περιοχή. Μάλλον δεν ήταν η φήμη του Loredan – ήρωα του πολέμου στην Αλβανία το 1474 και με πάνω από είκοσι χρόνια πείρα στη θάλασσα – που τον σταμάτησε. Ήταν και ο ίδιος ο Γκεντίκ ακόμη μεγαλύτερος ήρωας στα μάτια των πολεμιστών του. Γενίτσαρος, είχε ανεβεί από το τίποτα όλα τα σκαλοπάτια της ιεραρχίας, είχε συντρίψει τους Γενουάτες στη Μαύρη Θάλασσα και τους Καραμανίδες πρίγκιπες της Ανατολίας. Όμως ένας νέος πόλεμος με τη Βενετία θα έμπαινε εμπόδιο στα σχέδια του σουλτάνου για επίθεση εναντίον του βασιλιά της Νεάπολης και του πάπα.
Συμβιβάστηκαν, έστειλαν για οδηγίες στην Κωνσταντινούπολη,  από το σουλτάνο και το μπάιλο (Βενετό πρεσβευτή). Στο μεταξύ συμφώνησαν να περιμένουν. Οι Τούρκοι δεν περίμεναν. Ενώ ο Loredan είχε απομακρυνθεί αποβίβασαν αγήματα για να πάρουν σκλάβους.  Ήταν 7 Σεπτεμβρίου του 1479. Στη Ζάκυνθο όμως βρισκόταν πλέον ο Πέτρος Μπούας, επικεφαλής πεντακοσίων Στρατιωτών. Κυνήγησαν τους Τούρκους, ελευθέρωσαν αιχμαλώτους και πήραν κεφάλια. Ο Γκεντίκ Αχμέτ εξαγριώθηκε και έκανε απόβαση κανονική. Οι Στρατιώτες επιτέθηκαν, πέταξαν του Τούρκους στη θάλασσα, τους πήραν και τις μπομπάρδες που είχαν αποβιβάσει για να γκρεμίσουν τα τείχη του Κάστρου (3)(4). Σε αντίποινα ο πασάς επιτέθηκε σε όποιο πλεούμενο βρέθηκε στην περιοχή και συνέχισε να κάνει μικρής κλίμακας επιδρομές. Οι αψιμαχίες έδιναν και έπαιρναν. Τελικά έφτασαν οι οδηγίες από την Πόλη.
Όλοι οι Βενετοί υπήκοοι θα αποχωρούσαν ανενόχλητοι από το νησί πριν το καταλάβει το ασκέρι του πασά – αυτή ήταν η συμφωνία. Μαζί με τους υπηκόους της Βενετίας όμως έβρισκαν την ευκαιρία και αποχωρούσαν πολλοί από τους υπόλοιπους. Οι Τούρκοι έβγαλαν έξω κρυφά 500 άνδρες πριν την εκκένωση με σκοπό να αρπάξουν όσους μπορέσουν πριν πετάξει το πουλί. Μια ομάδα 20 Στρατιωτών που είχε πάει για νερό – που να φτάσει το νερό της Μπόχαλης και του Ακρωτηριού για μέχρι και 25.000 κόσμο, χώρια τα ζωντανά –  τους πήρε χαμπάρι. Μαζεύτηκαν και οι υπόλοιποι Στρατιώτες και πετσόκοψαν τους Τούρκους μέχρι τον τελευταίο. Έτσι ολοκληρώθηκε επιτυχώς η εκκένωση του πληθυσμού. Τα υπάρχοντα τους αναγκάστηκαν να τα εγκαταλείψουν, τόσο οι απλοί κάτοικοι όσο και οι Στρατιώτες.
Αυτά είναι σε γενικές γραμμές τα γνωστά ιστορικά γεγονότα. Μπορούμε όμως, με βάση αυτά, να προχωρήσουμε σε κάποια ακόμη συμπεράσματα. Το πρώτο πράγμα που διαφαίνεται είναι ο λόγος αποστολής του Πέτρου Μπούα. Ήταν κάτι περισσότερο από ένας παλιός, έμπειρος καπετάνιος. Ήταν τότε ο πιο σημαίνων Αρβανίτης του Μοριά. Επιπλέον, καταγόταν από την ίδια περιοχή με τους Μοραΐτες πρόσφυγες στη Ζάκυνθο. Τον γνώριζαν, πολλοί από αυτούς ήταν κατά πάσα πιθανότητα παλιοί συμπολεμιστές του, ή ακόμα και συγγενείς του. Ο Μπόχαλης, αντίθετα, προερχόταν από τα σύνορα Μάνης και Αρκαδίας, ενώ ο Μποζίκης ήταν Αργείος. Σε κείνες τις κρίσιμες και αγωνιώδεις στιγμές ο Μπούας ήταν ίσως ο μόνος άνθρωπος που μπορούσε να πείσει τους πρόσφυγες να πολεμήσουν, ή να αποχωρήσουν, ανάλογα με τις αποφάσεις της Βενετικής εξουσίας, αντί να δράσουν σύμφωνα με τις παρορμήσεις και τα ένστικτα τους.
Δίκαια ο Μπούας αναφέρεται σαν ο ηγέτης που προξένησε στους Τούρκους δύο βαριές ήττες, πραγματικά σωτήριες για τον πληθυσμό του νησιού. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Νικόλαος Μπόχαλης και ο Πέτρος Μποζίκης κρατούσαν σημειώσεις όσο ο Μπούας πολεμούσε. Συμμετείχαν στις μάχες και αυτό αναγνωρίζεται έμμεσα σε ένα άλλο έγγραφο. ‘Το πόσο βαρειά και σημαντική για το κράτος μας είναι η συμβολή των πιστότατων Μπόχαλη και Μποζίκη, αρχηγών των Στρατιωτών μας που βρίσκονταν στο μέρος που λέγεται Ζάκυνθος, δεν υπάρχει κανείς που να μην το γνωρίζει,’ αναφέρεται (5).  
Το τι θα περίμενε τους Ζακυνθινούς χωρίς τη γενναιότητα αυτών των ανθρώπων μπορεί να το αποδώσει πειστικότατα η παρακάτω φωτογραφία. Πρόκειται για μερικά μόνο από τα οστά των σφαγιασθέντων κατοίκων του Ιταλικού Οτράντο, το οποίο ο Γκεντίκ Αχμέτ κατέλαβε ένα χρόνο αργότερα.

Όσο όμως μεγάλη και αν ήταν η συμβολή των καπεταναίων και των παλληκαριών τους, οι πολεμικές επιτυχίες δεν ανήκουν μόνο σε αυτούς. Πεντακόσιοι ελαφροί ιππείς θα ήταν απίθανο να κατόρθωναν μόνοι τους να εξαλείψουν το Τουρκικό προγεφύρωμα. Ο Γκεντίκ Αχμέτ μπορεί να ήταν μέθυσος και αθυρόστομος, και να είχε σε αυτή την περίπτωση υποτιμήσει τον αντίπαλο, αλλά ήταν ικανός και έμπειρος στρατηγός. Είχε πάρει πολλά κάστρα μέχρι τότε και κάνει κάμποσες αποβάσεις. Πριν βγάλει στην ξηρά το πυροβολικό του θα είχε αποβιβάσει χιλιάδες πεζούς και μερικούς  τουλάχιστον ιππείς. Για την απόκρουση και δίωξη τους θα ήταν αναγκαία  η κινητοποίηση όλων όσων διέθεταν οπλισμό και ήξεραν να τον χρησιμοποιήσουν. Ακόμη και η επιστράτευση  δουλοπάροικων οπλισμένων με ότι μεταποιημένο εργαλείο είχαν διαθέσιμο πρέπει να θεωρείται πιθανή.
Ίσως οι μετέπειτα σταδιοδρομίες μελών κάποιων παλιών αρχοντικών οικογενειών της Ζακύνθου σαν καπεταναίοι Στρατιωτών, όπως των Σιγούρου και Γαήτα, να έχουν τις ρίζες τους σε αυτήν εδώ τη σύγκρουση. Το βέβαιο είναι ότι οι παλιοί Στρατιώτες που είχαν βρει καταφύγιο στο νησί τη δεκαετία του 1460, και οι γιοί τους, θα είχαν πάρει μέρος στην αναμέτρηση. Οι άνθρωποι αυτοί δεν πρέπει νομίζω να θεωρούνται  περαστικοί από τη Ζάκυνθο και άσχετοι με τους σημερινούς Ζακυνθινούς.
Τα επώνυμα όλων των οικογενειών ενός μεγάλου μέρους της βορειοδυτικής Πελοποννήσου, λίγο πριν την έναρξη του Βενετοτουρκικού πολέμου 1463 – 1469, έχουν διασωθεί χάρη στους λεπτομερείς καταλόγους που συνέταξαν οι Οθωμανοί για φορολογικούς σκοπούς. Με την έναρξη του πολέμου η περιοχή επαναστάτησε συντασσόμενη με τους Βενετούς. Μετά από κάποιες αρχικές επιτυχίες οι Βενετικές δυνάμεις ηττημένες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πρόσκαιρες κατακτήσεις τους και έτσι οι επαναστάτες κατέληξαν κατά ένα μεγάλο μέρος πρόσφυγες στη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά. Μπορούμε, χάρη στη φοροεισπρακτική επιμέλεια των Τούρκων, να γνωρίζουμε τα ονοματεπώνυμα των αρχηγών νοικοκυριών από τον πληθυσμό που αποτέλεσε την πηγή των προσφύγων.
Οι Οθωμανοί είχαν φροντίσει να επισημάνουν ποιά ήταν η κυρίαρχη γλώσσα σε κάθε χωριό, τα Ρωμαίικα ή τα Αρβανίτικα. Τα ονόματα των αρχηγών Αρβανίτικων οικογενειών τα έχει δημοσιεύσει στο διαδίκτυο ο Δημήτρης Λιθοξόου, για τους δικούς του ιδεολογικοπολιτικούς λόγους. Ανάμεσα τους εντόπισα ολόκληρη εκατοντάδα επωνύμων που μαρτυρούνται στη Ζάκυνθο, κυρίως από το 16ο αιώνα (6). Από αυτά, μέχρι και το 40% έχουν σήμερα εκλείψει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν εκλείψει και οι απόγονοι αυτών των ανθρώπων μεταξύ των σημερινών Ζακυνθινών – κάθε άλλο. Από τα υπόλοιπα υπάρχουν πολλά που είναι και σήμερα πολύ διαδεδομένα. Αυτή η εκατοντάδα επωνύμων φερόταν από σχεδόν 600 οικογένειες, δηλαδή το ένα τρίτο του συνόλου. Αν και αυτό δεν αποτελεί από μόνο του απόδειξη της ιστορικής πορείας καμιάς συγκεκριμένης οικογένειας από αυτές, ο όγκος των ονομάτων αποτελεί ισχυρότατη ένδειξη ότι ένα μεγάλο μέρος των προσφύγων, Αρβανιτών και μη, έχοντας σκορπιστεί στις διάφορες Βενετικές κτήσεις σε μια δεύτερη προσφυγιά, κατέληξε και πάλι τελειωτικά στη Ζάκυνθο – είτε με τον πρώτο εποικισμό, στα πρώτα χρόνια της Βενετοκρατίας, είτε στην τρίτη τους προσφυγιά λίγο αργότερα, όταν υπέκυψαν οι Βενετικές κτήσεις στις οποίες είχαν καταφύγει.
Πριν τελειώσουμε ας πούμε λίγα πράγματα για τους πολέμαρχους που υπεράσπισαν τη Ζάκυνθο για πάνω από δύο μήνες το φθινόπωρο του 1479. Ο Πέτρος Μπούας φαίνεται πως ήταν σε πιο προχωρημένη ηλικία από τους άλλους δύο, και ήταν γνωστή προσωπικότητα με μεγάλη επιρροή ακόμη και πριν την έλευση των Τούρκων στο Μοριά.  Ήταν ανάμεσα στους δεκατρείς Μοραΐτες άρχοντες στους οποίους απηύθυνε επιστολή ο Μωάμεθ Β΄το 1454. Στις πόλεις και τα χωριά του κάμπου της δυτικής Πελοποννήσου έκαναν κουμάντο οι Ραούληδες, ή Ράλληδες, αλλά στις κατούνες των ανεπίδεκτων εξουσίας κατοίκων της ορεινής ζώνης μόνο ο λόγος του Μπούα είχε ίσως βαρύτητα. Σε όλη τη διάρκεια του πολέμου έμεινε πιστός στη Βενετία και συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του για μερικά ακόμη χρόνια μετά τα γεγονότα της Ζακύνθου. Πέθανε από φυσικά αίτια μια δεκαετία αργότερα.
Για τον Πέτρο Μποζίκη θα πούμε λίγο περισσότερα, γιατί μας δίνει την ευκαιρία να δείξουμε τι θεριά φωλιάζανε κάποτε εκεί που σήμερα πίνετε τον καφέ σας και τρώτε φρυγανιά με παγωτό. Δεν είχε τόση επιρροή όσο ο Μπούας, τουλάχιστον αρχικά, ούτε ήταν πάντα πιστός στη Βενετία (7). Ιππότης του Αγίου Μάρκου ο ίδιος, είχε τρεις αδελφούς: το Γεώργιο, που ήταν μάλλον μαζί με τον Πέτρο ο μεγαλύτερος, το Δήμα, επίσης Ιππότη του Αγίου Μάρκου, και το Μέξη ή Μέξα (8). Λίγο πάνω από ένα χρόνο μετά την αναχώρηση του Πέτρου από τη Ζάκυνθο ο Μέξης ακολούθησε το Θεόδωρο Μπούα, και εξήντα άλλους Στρατιώτες και τσαγδάρους (9) από το Ναύπλιο, σε μια επιδρομή εναντίον των Τούρκων του Άργους. Σέρνοντας μαζί τους κάπου τριάντα αιχμαλώτους τράβηξαν για την επαναστατημένη Μάνη, να ενωθούν με τη δύναμη του Κροκόνδειλου Κλαδά. Όλοι οι Στρατιώτες του Μοριά ήταν δυσαρεστημένοι με την συνθήκη ειρήνης αλλά περισσότερο από όλους οι Μανιάτες, αφού η Μάνη είχε παραχωρηθεί στους Τούρκους.
Μετά την ήττα του κινήματος ο Μέξης Μποζίκης και πολλοί άλλοι πήραν τα βουνά και ξεκίνησαν αυτό που σήμερα αποκαλείται κλεφτοπόλεμος. Ο Πέτρος και οι άλλοι αδελφοί, αν και δεν είχαν βγει στο κλαρί, τους παρείχαν υποστήριξη, και χρειάστηκε να αμνηστευτούν και αυτοί από τους Βενετούς προκειμένου να μεταβούν στην Ιταλία για να πολεμήσουν στον πόλεμο της Φερράρας. Είναι ενδεικτικό ότι οι Βενετοί αμνήστευσαν τους αντάρτες με την προτροπή των Οθωμανών, σε τέτοιο σημείο απελπισίας είχαν φέρει τους Τούρκους αυτοί οι πρώτοι Κλεφταρματωλοί του Μοριά (10). Παρά τον ευσεβή πόθο των Τούρκων, και των Βενετών, ότι θα γλυτώσουν από τους Κλέφτες με την αποστολή χιλιάδων Στρατιωτών στην Ιταλία ο κλεφτοπόλεμος δεν σταμάτησε. Συνεχίστηκε για αιώνες. Τον Πέτρο ακολούθησαν στην Ιταλία 540 Στρατιώτες. Λίγο μετά το γυρισμό του από εκεί οι Τούρκοι τον κατηγόρησαν ότι ήταν ο κρυφός αρχηγός των Κλεφτών. Ίσως αυτό να έχει σχέση με το ότι την άνοιξη του 1486 ο Πέτρος, ο Δήμας, ο Μέξης, και ο γιός του Πέτρου Γεώργιος στάλθηκαν δέσμιοι στη Βενετία. Απελευθερώθηκαν όμως και επέστρεψαν στο Ναύπλιο μέσα σε ένα δίμηνο (11).
Stradiot και haydut το 16ο αιώνα. Αρματωλός και Κλέφτης, οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Το 1494 οι Μποζικαίοι ξαναπήγαν στην Ιταλία για να αντιμετωπίσουν Γαλλική εισβολή. Για τη δράση τους εκεί, όπου τον Πέτρο Μποζίκη ακολούθησαν αυτή τη φορά 520 Στρατιώτες,  μεταφέρω εδώ ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το Σάθα (12) – αναγκαστικά σε μονοτονικό:

Ιδού τι έγραψε τότε προς την Γερουσίαν ο προνοητής των Στρατιωτών Κονταρίνης: «Ελθόντες οι Στρατιώται εις Βεζέβενε ενεκαρδίωσαν και παρηγόρησαν τους κατοίκους.  Ενώ ο δουξ της Αυρηλίας καθ’ εκάστην ημέραν ελεηλάτει, τώρα ήλθεν η σειρά των Στρατιωτών». Και τω όντι άμα στρατωνισθέντες εν Βεζέβενε εξήλθον «δια να ίδωσιν αν οι εχθροί έχωσιν καρδιάν δια να μετρηθώσιν – η εμπροσθοφυλακή των προχωρήσασα εν μίλιον συνήντησε 40 βαρυσιδήρους ιππείς, 100 τσαγράτορας (βαλλιστροφόρους) και τρεις τοξότας, και ορμήσασα κατ’ αυτών συνέλαβεν είκοσιν εξ αιχμαλώτους, και εφόνευσεν 9 και 12 ίππους – αν δε ήσαν πολυαριθμότεροι ουδείς θα εσώζετο. Τέλος πάντων, τελευτά η έκθεσις, οι Γάλλοι εύρον τον αντίπαλον και καθ’ εκάστην οι Στρατιώται μας κάτι κάμνουσι». Μετ’ ολίγον πεντήκοντα Στρατιώται διευθύνονται προς αυτόν το γαλλικόν στρατόπεδον δια να ίδωσιν, ως έλεγον «οποίον είδος ανθρώπων ήσαν αυτοί οι Γάλλοι». Δύο αδελφοί του Πέτρου Βουζύκη έφθασαν σχεδόν εις τα εχθρικά χαρακώματα – 17 Γάλλοι ιππείς ορμώσι κατ’ αυτών, οι δε δύο Στρατιώται προσποιηθέντες φυγήν, στρέφονται δια ταχυτάτου ελιγμού και φονεύουσι δύο και αιχμαλωτίζουσιν ισαρίθμους. Την επιούσαν οι Στρατιώται στήσαντες ενέδραν φονεύουσι εννέα και αιχμαλωτίζουσιν τριάκοντα – τότε  είς των υιών του Πέτρου Βουζύκη διώκων τους εχθρούς, δεν ηδυνήθη να σταματήση τον ίππον του, όστις πηδήσας εις τα εχθρικά χαρακώματα συνελήφθη μετά του ιππέως. Ο προνοητής επρότεινε την ανταλλαγήν του νεαρού Στρατιώτου προς πλειοτέρους Γάλλους – εικάζεται όμως ότι εφονεύθη υπό των εξωργισμένων εχθρών.

Ο Μέξης σκοτώθηκε στην πολιορκία του Ναυπλίου από τους Τούρκους το 1500 και ο Γεώργιος το 1503. Οι Μποζικαίοι συνέχισαν να υπηρετούν σαν Στρατιώτες στο Ναύπλιο, μέχρι την παραχώρηση του στους Τούρκους το 1540, και σε πολλά άλλα μέρη. Κάποιος Μιχαήλ Μποζίκης εμφανίζεται και στον κατάλογο της Ζακυνθινής κομπανίας του Δημητρίου Παλαιολόγου το 1539.
Οι Μποχαλαίοι, όπως οι Μποζικαίοι, οι Μπουαίοι, και οι περισσότερες φάρες Στρατιωτών, συνέχισαν για πολύ καιρό να είναι φυτώρια πολεμιστών. Το Νικόλαο Μπόχαλη τον ξαναβρίσκουμε στο Šibenik της Δαλματίας το 1496 με 50 Στρατιώτες. Ο Κωνσταντίνος Μπόχαλης, που αναφέρει ο Ζώης, ήταν μάλλον γιός του, γιατί και αυτός αναφέρεται σαν dominus, και δρούσε μέχρι τη δεκαετία του 1530 στην υπηρεσία της Βενετίας. Έναν άλλο Μπόχαλη συναντάμε στον 5ο τόμο της Historia del rey don Hernando el Católico του Jerónimo Zurita του 16ου αιώνα. Τον περιγράφει σαν Teodoro Bocalo Griego, Capitan de Estradiotes, hombre valiente, y muy esforçado, y de quien el Gran Capitan tuvo satisfacion en esta Guerra, δηλαδή Θεόδωρο Μπόχαλη, Έλληνα, καπετάνιο Στρατιωτών, άνδρα γενναίο, και πολύ αφοσιωμένο, από τον οποίο ήταν ικανοποιημένος ο αρχιστράτηγος σε αυτό τον πόλεμο. Είχε στις διαταγές του dozientos (doscientos) Estradiotes Griegos, muy escogida gente de cavallo, δηλαδή διακόσιους  Έλληνες Στρατιώτες, πολύ διαλεχτούς καβαλάρηδες. Ο Ισπανός ιστορικός τα λέει αυτά γιατί ο Θεόδωρος Μπόχαλης βρισκόταν στην υπηρεσία των Ισπανών το 1502 στην Ιταλία. Τόσο εντυπωσιάστηκαν από τους Στρατιώτες οι Ισπανοί ώστε ο Φερδινάνδος ο Καθολικός – ο σύζυγος της γνωστής από την ιστορία του Κολόμβου Ισαβέλλας – επιστρέφοντας στην Ισπανία το 1507 τους πήρε μαζί του. Έτσι, αυτοί οι, ως επί το πλείστον, αβασίλευτοι βουνήσιοι αποτέλεσαν από τότε, και για πολλές δεκαετίες, επίλεκτο έφιππο τμήμα της Βασιλικής Φρουράς της Ισπανίας.

----------------------------------------------------------------------------------------- 
(1)  Δώρα, που στην πραγματικότητα ήταν φόρος υποτέλειας.
(2)  Οι Βενετοί εξαγόρασαν πολλούς αιχμαλώτους, οι οποίοι λόγω της υπερπροσφοράς πουλιόντουσαν για λιγότερο από μισό τσεκίνι. Ενδεικτικά ένα άλογο κόστιζε από είκοσι και πάνω. Σε μια περίπτωση οι γαλέες προσέγγισαν μια ακτή της Ιθάκης και διέσωσαν  μερικούς απελπισμένους που προσπαθούσαν να διαφύγουν.
(3)  Τα τείχη δεν ήταν αυτά που σώζονται σήμερα και που χτίστηκαν αργότερα από τους Βενετούς με νέες προδιαγραφές για να είναι ανθεκτικά στις βολές πυροβολικού της εποχής. Επιπλέον είχαν πιθανότατα πάθει σημαντικές ζημιές από μεγάλο σεισμό μια δεκαετία νωρίτερα.
(4)  Η τοποθεσία της μάχης αυτής δεν είναι γνωστή. Πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη μας ότι η Ζάκυνθος εκείνη την εποχή δεν διέθετε ούτε έναν καρόδρομο και η δυσκολία μεταφοράς κανονιών δια ξηράς ήταν μεγάλη. Επομένως ο Γκεντίκ πρέπει να αποβιβάστηκε πολύ κοντά στο Κάστρο. Η παραλία του Άμμου προς νότον δεν ήταν η καταλληλότερη γιατί ο μοναδικός δρόμος ανάβασης – κακοτράχαλο μονοπάτι στην πραγματικότητα – σκαρφάλωνε στην αρκετά απότομη πλαγιά παράλληλα και ακριβώς κάτω από τα τείχη στο τελευταίο τμήμα του. Οι Οθωμανικές δυνάμεις θα ήταν εξαιρετικά ευάλωτες κατά τη δύσκολη ανάβαση τόσο σε βολές από το κάστρο όσο και σε ξαφνικές αντεπιθέσεις. Τέτοιου είδους πληροφορίες θα ήταν διαθέσιμες στους Οθωμανούς από χρόνια. Αυτό αφήνει σαν μοναδική πιθανή εκδοχή, κατά τη γνώμη μου, την παραλία του Τσιλιβή.
(5)  Σάθας, Μνημεία, τόμος 7ος, σελ. 22.
1479, 11 Februarii
Quanti ponderi et importantie sit statui nostro expedire fidelissimos nostros Bocholi et Busichii capita Stratiotorum nostrorum qui fuerunt super loco Jacynthi nemo est qui ignoret, propterea Vadit pars quod in primo consilio qui congregabitur expediri debeant suprascripta et alia etiam capita Stratiotorum quemadmodum videbitur huic consilio, nec intrari posit sub aliqua alia material nisi expedita suprascripta (capita) Stratiotorum , et omnes de Collegio qui possunt ponere partes teneantur ponere opiniones suas, et expedita ipsa causa in nulla alia re posit intrari, nisi in rebus spectantibus a parte maris.
(6)  Σε καμία περίπτωση δεν ισχυρίζομαι ότι αυτά τα επώνυμα είναι τα μοναδικά. Πιθανότατα υπάρχουν και άλλα. Πολλά από τα επώνυμα είναι αλλοιωμένα και κάποια τελείως αγνώριστα. Πρέπει να επισημάνω ότι ο κατάλογος του Λιθοξόου είναι με Κροατικούς χαρακτήρες, μεταγραμμένος από άλλον με Κυριλλικούς, ενώ αρχικά τα επώνυμα είχαν γραφτεί με Αραβικούς. Οι αριθμοί δείχνουν νοικοκυριά με το ίδιο επώνυμο. Τα επώνυμα με αστερίσκο έχουν, από όσο ξέρω, εκλείψει στη Ζάκυνθο.
Αβράμης* [4], Ακρίτης* [2], Αλαμάνος [1], Ανδρόνικας* [3], Αρβανίτης* [1], Βαμβακάς [1], Βισβάρδης [4], Βλασσόπουλος [1], Βλαχιώτης [18], Βλάχος* [2], Βοζαΐτης [1(?)], Βυθούλκας [6], Γκλαβάς [7], Γκρέκας [2], Γολέμης [10], Γραμματικός* [6], Γραμματικόπουλος [1], Δαμιανός* [1], Δράμεσης* [7], Ζαπάντης* [6], Ζουπάνος (και Ζουρμπάνος στη Ζάκυνθο) [3-4], Καγκάδης* [7], Καλέντζης [4], Καλημάνης* [2], Καμπάσης [1], Καπαρέλλης [4], Καρδιοκάφτης [3], Κεφαλληνός [4], Κιούρκας [1-2], Κλάδης [3], Κόκλας [18], Κολοβός* [2], Κόμης [9], Κοτσώνης [2], Κουρτέσης [4], Κούτσης [25], Λαγούτσης [2], Λαμπέτης* [2], Λάτας [16], Λιβάνης [5], Λιόπεσης* [20], Λογοθέτης [4], Λουκίσας [7], Λόντζης ή Λούντζης [6], Λυκούρεσης [13], Μακρίσης* [2(?)], Μαλακάσης* [4], Μαντζάρος* [2], Μάντουκας* [4], Μάσκαρης* [4], Μαστραντώνης* [5], Ματαράγκας [4], Μαυρομ(μ)άτης [6], Μαυρωτάς [1], Μάνεσης [28], Μάτεσης [1], Μέγκουλας* [5], Μελίτης (στη Ζάκυνθο Μελίτας) [2-3], Μηλιώτης* [2], Μουζάκης [3], Μουρίκης [6], Μούσουρας [10], Μπαβάσης* [3], Μπάλτζας* [1], Μπαρμπούτσης* (όχι οικογένεια αλλά τοποθεσία ‘του Μπαρμπούτση’ στο Ρωμήρι το 1520) [9], Μπάστας [4], Μπάφης [5], Μπίτσης* [6], Μπούας [14], Νικηφόρος* [5], Ορφανός* [9], Παπαγιαννόπουλος* [8], Παπαδάτος [8], Παυλόπουλος* [3], Παύλος* [3], Πελεκάνος [4], Πέτας [14], Πλατυστόμου [4], Πλέσσας [21], Ράφτης [3], Ραψομάτης (Ραψομανίκης) [4], Ρένεσης [16], Ρίκκας* [2], Ρωμανός [3], Σαμάρης* [2], Σέρβος* [3], Σκλήβας [6], Σπάτας* [19], Σούλης [14], Σούρμπης [6], Στασινός [4], Σταυράκης [2], Στράτης ή Στρατής [3], Στρατίκης* [2], Στρούζας [1], Τρούσας [9], Φλεμοτόμος [1], Φλόκας* [2], Χαϊκάλης [5], Χαλανδρινός* (στη Ζάκυνθο Καλανδρινός) [1], Ψάρης [16].
(7)  Diana Gilliland Wright και John Melville Jones, The Greek Correspondence of Bartolomeo Minio Volume I: Dispacci from Nauplion, 1479 – 1483, 2008, File H.
(8)  Το όνομα Μέξης είναι Αρβανίτικο επώνυμο. Είναι πολύ πιθανό η μητέρα τους να ήταν το γένος Μέξη.
(9)  Πεζοί χωρικοί που φαίνεται πως στο Μεσαίωνα είχαν υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας στους Φράγκους άρχοντες. Η λέξη αναφέρεται στο Χρονικόν του Μορέως: Κράζει τινές του συγγενεῖς, φίλους τε καὶ γειτόνους, τσαγδάρους καὶ λιμαρικούς, βουλὴν μὲ αὐτοὺς ἀπῆρεν .... Το 15ο αιώνα, όταν υπήρξε ανάγκη, στρατολογήθηκαν από τους Βενετούς σαν μισθοφόροι και πολέμησαν ακόμη και στην Ιταλία. Σύμφωνα με το Σάθα ονομάστηκαν έτσι από την τσάγδα, το κοντό σιδερένιο δόρυ που χρησιμοποιούσαν.
(10)  Βλέπε 7.
(11)  Βλέπε 7.
(12)  Κωνσταντίνος Ν. Σάθας,  Έλληνες Στρατιώται εν τη Δύσει και η Αναγέννησις της Ελληνικής Τακτικής, 1885, σελ. 45.


Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011

Ο βασιλιάς, ο καστρόπυργος, και η Θαλασσομαχούσα


Μπορεί οι Βενετοί να μην άφησαν κανένα στοιχείο για τα Στροφάδια επί πολλές δεκαετίες μετά το 1416, άφησαν όμως άλλοι, ο πρώτος ένας Φλωρεντινός. Ο περιηγητής Cristoforo Buondelmonti (1) μας λέει στα 1420 ότι οι μοναχοί ήταν πάνω από 50 και ζούσαν σε ένα πύργο, επειδή οι παλιότεροι είχαν απαχθεί από βαρβάρους (2). Αναφέρεται σε Guminus και Caloieri, λέγοντας με άλλα λόγια ότι ήταν ορθόδοξοι, και πληροφορεί ότι η εκκλησία ήταν μέσα στον πύργο. Ακόμη ότι ζούσαν χωρίς να τρώνε καθόλου κρέας αλλά μόνο ψάρια ξεραμένα στον ήλιο, ξερό ψωμί, και νερό, για να παραδώσουν την ψυχή τους στον Ύψιστο άσπιλη (3).
Η αναφορά σε πάνω από 50 μοναχούς δείχνει ότι το μοναστήρι ήταν καλά εδραιωμένο το 1420 και δεν αποτελούσε κάποια πρόσφατη προσπάθεια επανεγκατάστασης ορθοδόξων στα Στροφάδια. Οι αιχμάλωτοι δηλαδή που εξαγόρασε ο Gritti το 1411, όπως δικαιολογημένα υποστηρίζει ο Δ. Μούσουρας (4), ήταν ορθόδοξοι. (Διόρθωση 28/09/11: ο Μούσουρας λέει μόνο ότι το μοναστήρι ήταν ορθόδοξο πολύ πριν το 1420)  
Το ότι η εκκλησία βρισκόταν μέσα στον πύργο είναι επίσης αξιοσημείωτο, γιατί αυτή η διάταξη διατηρήθηκε μέχρι σήμερα και είναι μοναδική σε ορθόδοξο μοναστήρι (5). Επιπλέον, είναι νομίζω μία ισχυρή ένδειξη ότι το κατώτερο μέρος του παλιού, δυτικού τμήματος του καστρόπυργου είναι το ίδιο που φτιάχτηκε από τους Βενετούς το 1416. Μάλλον δεν είναι τυχαίο ότι κοιτώντας τον από τα δυτικά θυμίζει τους Βενετσιάνικους πύργους της Νάξου. Κατά τους Γ. Πουλημένο και Ι. Στουφή – Πουλημένου η Μονή Στροφάδων δεν είναι ένα μοναστήρι με αμυντικό πύργο αλλά ένα οχυρωματικό έργο που επανδρώθηκε από μοναχούς (6). Αυτό δεν συνάδει μόνο με την απομόνωση και την τρωτότητα της μονής αλλά και με τα σχέδια των Βενετών το 1416 όπως υποστήριξα σε κείνη την ανάρτηση. Ο καστρόπυργος είναι φτιαγμένος για να αντέχει, σε σημαντικό βαθμό, σε βολές πυροβολικού που διέθεταν οι οργανωμένοι στρατοί της εποχής και όχι μόνο για να αντιστέκεται στον ελαφρά οπλισμένο συρφετό που αποβιβαζόταν από τις πειρατικές φούστες.
Η Βενετική ευεργεσία ξεχάστηκε σχετικά γρήγορα. Απομεινάρι της το 1532 ήταν μονάχα η σχέση της μονής με την οικογένεια Loredan που επικαλέσθηκε τότε ο ηγούμενος. Μια άλλη ευεργεσία όμως δεν ξεχάστηκε ποτέ. Ίσως γιατί προήλθε από ένα βασιλιά ορθόδοξο που μιλούσε τη γλώσσα τους – ένα δικό τους βασιλιά. Στον κώδικα των Στροφάδων, χρονολογημένο 1704-1705, αναφέρεται ότι το μοναστήρι ανακαινίστηκε από τον Ιωάννη Η’ Παλαιολόγο (7). Το ίδιο αναφέρει και ένα δίπτυχο της μονής περίπου ένα αιώνα αργότερα (8). Τόσο μάλιστα έντονη ήταν η ανάμνηση της ευεργεσίας του Ιωάννη ώστε σε ένα γράμμα ζητείας του 1707  υποστηρίζεται ότι ο αυτοκράτορας ίδρυσε τη μονή (9)!
Το δίπτυχο του 19ου αιώνα αναφέρει σαν χρονολογία της ανακαίνισης το 1440 (10). Τη χρονολογία αυτή δεν αποδέχεται ο Μούσουρας (11) ενώ οι Πουλημένος και Στουφή – Πουλημένου (12) τη θεωρούν προβληματική. Πραγματικά, πρόκειται για μια προσπάθεια από τους μοναχούς της εποχής να προσδιοριστεί μια ξεχασμένη χρονολογία συνδέοντας την ανακαίνιση με το πολύ γνωστό ταξίδι του Ιωάννη για τη σύνοδο της Φλωρεντίας (1437-1440). Αν και τα πλοία που μετέφεραν την πολυπληθή ορθόδοξη αντιπροσωπεία πέρασαν από την περιοχή, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να δείχνει ότι σταμάτησαν στα Στροφάδια.
Τόσο η μετάβαση όσο και η επιστροφή έγιναν στην καρδιά του χειμώνα και ήταν ταξίδια δύσκολα. Όπως μας λέει ο μέγας εκκλησιάρχης της Αγίας Σοφίας Σίλβεστρος Συρόπουλος στα απομνημονεύματα του, όλοι οι σκλάβοι (13) πέθαναν από πανώλη στο πρώτο ταξίδι και τα πλοία κινδύνεψαν σοβαρά από καταιγίδα στην Κεφαλονιά. Με τα μεγάλα και γνωστά διλήμματα περί ένωσης των Εκκλησιών που απασχολούσαν τον Ιωάννη, και τη δυσκολία του ταξιδιού, ούτε η επίσκεψη σε νησίδες, ούτε η ανακαίνιση μονών θα ήταν στην ημερήσια διάταξη. Ούτε και χρήματα υπήρχαν πλέον. Όλα τα έξοδα μετάβασης και παραμονής της αντιπροσωπείας στην Ιταλία τα πλήρωσε ο πάπας.
Πότε λοιπόν ανακαίνισε ο αυτοκράτορας το μοναστήρι των Στροφάδων; Ένα άγνωστο, ή  απόλυτα παραμελημένο, στοιχείο είναι πως το 1436 πέρασε από τα Στροφάδια ο Ισπανός προσκυνητής και περιηγητής Pero Tafur. Επειδή είχε πέσει ο αέρας του δόθηκε η δυνατότητα να αποβιβαστεί. Πήγε στους μοναχούς – που τους αποκαλεί calogueros του Αγίου Βασιλείου – ψάρια, γιατί ήξερε και αυτός πως δεν τρώνε κρέας. Τον δέχτηκαν με ευχαρίστηση και τον ξενάγησαν στο μοναστήρι, που το λέει Estanfárie – προφανώς εκ του Σταμφάνη, όπως λέγεται το μεγαλύτερο από τα νησιά (14). Εντυπωσιάστηκε αρκετά λοιπόν ο Tafur για να χαρακτηρίσει το μοναστήρι muy notable, πολύ αξιοπρόσεκτο. Το συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε είναι πως μάλλον δεν χρειαζόταν ανακαίνιση γιατί είχε ήδη ανακαινισθεί από τον αυτοκράτορα.
Μία επιπλέον ένδειξη είναι πως ο André Grasset de Saint-Sauveur, που επισκέφθηκε τη μονή το 1781, έγραψε ότι την ίδρυσε μία  πριγκίπισσα της δυναστείας των Τόκκο (15). Αυτό βέβαια δεν είναι ακριβές, αφού γνωρίζουμε ότι η μονή προϋπήρχε της δυναστείας, παραπέμπει όμως έμμεσα στην εποχή του γάμου του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και της Ζακυνθινής Μαγδαληνής/Θεοδώρας Τόκκο (16). Ο γάμος είχε γίνει έξω από την πολιορκημένη Πάτρα τον Ιούλιο του 1428 όπως είχε αναφερθεί στο προηγούμενο. Ήδη τότε, όλα τα εδάφη της Βαρονίας της Πάτρας, εκτός από την ίδια την πόλη, φαίνεται πως είχαν περάσει στην εξουσία του αυτοκράτορα. Η ανακαίνιση δηλαδή πρέπει να έγινε στο δεύτερο ήμισυ του 1428 ή, πιθανότερα, το 1429.
Η μονή των Στροφάδων όπως την είδε ο André Grasset de Saint-Sauveur
Ας θυμίσουμε πως ο γάμος αυτός ήταν το αποτέλεσμα της ήττας του Κάρολου Α΄ Τόκκο από το στόλο του Ιωάννη Παλαιολόγου στη Ναυμαχία των Εχινάδων το 1427. Ο Ιωάννης δεν είχε μόνο αποκομίσει εδάφη και δόξα από τη νίκη του στις Εχινάδες αλλά και χρήματα (17). Τα ποσά για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων ευγενών και μόνο πρέπει να ήταν πολύ μεγάλα. Τα ξόδεψε όμως σε ευεργεσίες – οι δωρεές σε μοναστήρια ήταν από τις πιο συνηθισμένες της εποχής – που γέμισαν το άδειο πια από χρήματα ταμείο του (18). Με μέρος αυτών των χρημάτων έγινε λοιπόν, όπως φαίνεται, η ανακαίνιση της μονής των Στροφάδων (19) (20).
Ένα ερώτημα που είναι εύλογο και πρέπει να απαντηθεί είναι το αν οι Παλαιολόγοι πριν την ανακαίνιση προσάρτησαν τα Στροφάδια, αφού οι διάφοροι ηγεμόνες δεν έκαναν δωρεές αποκλειστικά σε μονές της επικράτειας τους. Μέσα σε λίγα χρόνια οι Βυζαντινοί είχαν ουσιαστικά εξαλείψει τη Βαρονία της Πάτρας και περιορίσει τα υπολείμματα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας σε δύο μόνο κάστρα, απορροφώντας όλες τις κτήσεις τους. Ταυτόχρονα είχαν πάρει από το Δουκάτο της Αγίας Μαύρας όλα τα εδάφη που είχε αποκτήσει στο Μοριά και του είχαν στερήσει τη δυνατότητα για θαλάσσιες πολεμικές επιχειρήσεις. Τα Στροφάδια ήταν δικά τους αν τα ήθελαν. Και τα ήθελαν!
Ο λόγος ήταν ελάχιστα διαφορετικός από αυτό των Βενετών το 1416. Ο Πρίγκιπας Κεντυρίων Ζακκαρία κρατούσε ακόμη τα κάστρα της Χαλανδρίτσας και της Αρκαδιάς και ήταν ο επόμενος στόχος. Πραγματικά το καλοκαίρι του 1429, και ενώ η πόλη της Πάτρας αντιστεκόταν ακόμη στις δυνάμεις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ο μικρός Παλαιολόγος, ο Θωμάς, εμφανίζεται στο προσκήνιο πολιορκώντας τη Χαλανδρίτσα. Αν η Αρκαδιά δεν ήταν ακόμη υπό πολιορκία η σειρά της θα ερχόταν πολύ σύντομα. Τα Στροφάδια βρίσκονται ακριβώς απέναντι της σε απόσταση 31 ναυτικών μιλίων. Ένας χρήσιμος και ήδη οχυρωμένος σταθμός ανεφοδιασμού σε νερό, ευκαιριακό καταφύγιο, παρατηρητήριο και ορμητήριο ενέδρας για τα Βυζαντινά κάτεργα από τη Γλαρέντζα και το Ποντικόκαστρο (21). Για την Ιστορία η πόλη της Πάτρας παραδόθηκε λίγο αργότερα, ενώ οι τελευταίοι υποστηρικτές του αρχιεπισκόπου Μαλατέστα άντεξαν την πείνα και τις κακουχίες, κλεισμένοι στο κάστρο, μέχρι το 1430. Το Γενάρη αυτού του χρόνου παντρεύτηκε ο Θωμάς την κόρη του Ζακκαρία Αικατερίνη (Catharina), το μοναδικό γνήσιο του παιδί, παίρνοντας προίκα τη Χαλανδρίτσα. Το 1432 κληρονόμησε και την Αρκαδιά. Ολόκληρος ο Μοριάς ήταν στα χέρια των Παλαιολόγων εκτός από τις Βενετικές κτήσεις Μεθώνη, Κορώνη, Ναβαρίνο, Άργος και Ναύπλιο.
Οι Παλαιολόγοι είχαν λοιπόν λόγους να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή στα Στροφάδια την εποχή της ανακαίνισης. Τι είδους ανακαίνιση όμως είχε ανάγκη το μοναστήρι όταν οι Βενετοί το είχαν οχυρώσει λίγο παραπάνω από μια δεκαετία νωρίτερα; Το ότι ξεκίνησαν τα έργα οι Βενετοί δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι τα τελείωσαν, αφού, όπως είπαμε, τον επόμενο χρόνο κατέλαβαν το Ναβαρίνο και κατά πάσα πιθανότητα το ενδιαφέρον τους για τα νησιά μειώθηκε. Ούτε σημαίνει πως ενδιαφέρθηκαν για χρήσιμες λειτουργικές εγκαταστάσεις πέρα από τις αμυντικές. Επιπλέον είναι απίθανο οι καθολικοί Βενετοί να φρόντισαν για το διάκοσμο του νέου ναού στο εσωτερικό του πύργου, ενός ναού ορθόδοξου. Μπορούμε νομίζω να πούμε με σιγουριά πως αυτό αποτέλεσε μέρος της ευεργετικής δράσης του Ιωάννη.
Πως αλλιώς θα μπορούσε άλλωστε να εξηγηθεί πειστικά η παρουσία μιάς αριστουργηματικής, Κωνσταντινουπολίτικης εικόνας στα Στροφάδια σε συνδυασμό με το μοναδικό και παράξενο προσωνύμιο της; Μιλάω βέβαια για την υπέροχη Παναγία Θαλασσομαχούσα που, προερχόμενη από τα Στροφάδια, βρίσκεται σήμερα στον Ι.Ν. Αγίου Διονυσίου στον Άμμο. Μόνο δώρο αυτοκρατορικό, αναμνηστικό της νίκης στη ναυμαχία των Εχινάδων και αφιέρωμα ευχαριστήριο στην Υπέρμαχο Στρατηγό, μπορεί να είναι.

Μία εικόνα της Θεοτόκου συνόδευε πάντα το Βυζαντινό αυτοκράτορα στη μάχη (22). Θα μπορούσε να είναι η ίδια εικόνα που συνόδεψε τον Ιωάννη σε αυτή την εκστρατεία; Σε ποιά θέση πιο αρμόζουσα θα μπορούσε να την είχε αναθέσει αν όχι σε ένα καστρόπυργο μοναστηριού αφιερωμένου στη χάρη της, στη μέση του πελάγους; Νομίζω πως όχι. Η εικόνα πού συνόδευε τον αυτοκράτορα θα επέστρεφε μαζί του στην Κωνσταντινούπολη με τις πρέπουσες τιμές. Επιπλέον η Θαλασσομαχούσα, αν και φορητή εικόνα, έχει αρκετά μεγάλες διαστάσεις (122,5 εκ. x 93 εκ.). Ο Βασίλειος Β΄ ( ο Βουλγαροκτόνος) στη μάχη της Αβύδου το 989 κρατούσε στο ένα χέρι το ξίφος και στο άλλο εικόνισμα της Παναγίας (23), το οποίο πρέπει να ήταν σημαντικά μικρότερο. Πρακτικά, η Νικοποιός εικόνα πρέπει να μπορούσε να φέρεται άνετα από έναν ιππέα της βασιλικής ακολουθίας. Το ενδεχόμενο όμως να φερόταν η Θαλασσομαχούσα από το πλοίο που μετέφερε τον Ιωάννη στο Μοριά, ή από τη ναυαρχίδα του Λεοντάριου, δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Προφανώς η ανάμνηση της τιμητικής αυτοκρατορικής ευεργεσίας και η προσωνυμία της Παναγίας διατηρήθηκαν, ενώ η ανάμνηση της νικηφόρας ναυμαχίας έσβησε με τον καιρό. Η παράδοση βέβαια μας λέει ότι η εικόνα ρίχτηκε στη θάλασσα από τους εικονοκλάστες και τα κύματα την έφεραν στα Στροφάδια. Γνωρίζουμε όμως πως το περί εικονομαχίας τμήμα της παράδοσης είναι δημιούργημα της κάπως πεζής φαντασίας κάποιου μοναχού, μιας και η Θαλασσομαχούσα έχει χρονολογηθεί (24) στις αρχές του 13ου αιώνα, δηλαδή κάμποσους αιώνες αργότερα.
Αν και μέχρι τώρα κανείς δεν είχε συνδέσει τη Θαλασσομαχούσα με τη ναυμαχία των Εχινάδων, υπάρχει ήδη σαν αντίλογος η άποψη πως η χρονολόγηση αυτή ενισχύει την βασιμότητα της παράδοσης περί ίδρυσης της μονής από το Θεόδωρο Α΄ Λάσκαρη. Πραγματικά ο Θεόδωρος Α΄ Λάσκαρης βασίλεψε στη Μικρά Ασία στο πρώτο μισό του 13ου αιώνα. Η παράδοση όμως διέσωσε μόνο τα ονόματα των ιδρυτών Θεόδωρος Λάσκαρης και Ειρήνη Λασκαρίνα – και τίποτα άλλο (25). Τόσο η ταύτιση των ιδρυτών με τον αυτοκράτορα της Νίκαιας και την κόρη του, όσο και η χρονική τοποθέτηση της ίδρυσης στα χρόνια της βασιλείας του, είναι κατοπινές υποθέσεις που βασίστηκαν αποκλειστικά στη σύμπτωση των ονομάτων.
Θεωρητικά, η ίδρυση από τον Θεόδωρο Α΄ ίσως ήταν δυνατή. Οι σχέσεις των Φράγκων φεουδαρχών της Αχαΐας με την Καθολική Εκκλησία κάθε άλλο παρά αρμονικές ήταν στην αρχή της Φραγκοκρατίας. Η καθολική ιεραρχία επιθυμούσε τον, με κάθε μέσο και πίεση, ασπασμό του δόγματος τους από τους ορθοδόξους υπηκόους των κατακτημένων περιοχών, αλλά οι πραγματιστές βαρόνοι, που δεν είχαν καμία διάθεση να έλθουν αντιμέτωποι με επαναστάσεις, δεν συνεργάζονταν. Οι σχέσεις τους είχαν πάρει το χαρακτήρα ψυχρού πολέμου και ο πρώτος βαρόνος της Πάτρας, ο Guillaume Aleman, δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει την κατοικία του Λατίνου αρχιεπισκόπου και τη μητρόπολη σαν οικοδομικά υλικά για το κάστρο του (26). Παρ’ όλα αυτά η επανασυμφιλίωση βαρόνων και Δυτικής Εκκλησίας ήταν ζήτημα χρόνου και οι Βυζαντινοί της Νίκαιας εξακολουθούσαν να είναι εχθροί και των δύο. Η ίδρυση μονής από ένα ορθόδοξο βασιλιά της Ανατολίας στην αντίθετη πλευρά της Φραγκοκρατούμενης Ελλάδας θα ήταν, από πολιτική και οικονομική σκοπιά, τόσο σοφή όσο η απόφαση ενός σημερινού Αμερικανού να στήσει ιδιωτική επιχείρηση στο Ιράν. Όπως άλλωστε είδαμε, η μονή είχε περάσει στα χέρια των καθολικών στα τέλη του αιώνα, και ίσως πολλές δεκαετίες νωρίτερα.
Ακόμα και αν ο Θεόδωρος Α΄Λάσκαρης ήταν ο ιδρυτής της μονής τίποτα δεν τον συνδέει με την εικόνα αυτή. Ούτε βέβαια η υπόθεση ότι ήταν δώρο δικό του εξηγεί την ονομασία της εικόνας, ενώ αντίκειται και στον περί αυτής θρύλο. Σύμφωνα με αυτόν η Θαλασσομαχούσα ονομάστηκε έτσι γιατί έφτασε στα Στροφάδια από την Κωνσταντινούπολη – όχι από τη Νίκαια – ταξιδεύοντας όρθια πάνω στα κύματα. Προσωπικά πιστεύω ότι αυτό είναι το αληθινό, ποιητικό-λατρευτικό τμήμα της παράδοσης. Αυτό που μας λέει πως ήρθε πάνω σε πολεμικό πλοίο (27).

--------------------------------------------------------------------- 
(1)  Cristoforo Buondelmonti, Liber insularum Archipelagi, σσ. 61-62.
(2)  In ea igitur fraternitas Caloierorum resedit, quae cum piscibusque aqua asperam trahit vitam. Et quia, semel a barbaris captivi, omnes venditi fuerunt, moderni colentes, ut secure viam Dei contemplari possent, turrim aedificavere , in qua vere vitam gerunt heremiticam, et ex omni progenie plus quam quinquaginta ibi coadunati recreantur.Η αναφορά σε βαρβάρους παραπέμπει σε Βορειοαφρικανούς, κατοίκους δηλαδή της Μπαρμπαριάς (Βέρβερους).
(3)  In quibus turris cum ecclesia est, et Caloieri horis canonicis in eam conveniunt, ubi Guminus, i. e. prior, vitam sanctorum patrum coram omnibus legendo declarat. Igitur quid sit vita istorum, iudica, pater, quia cerie asperrima reputatur, cum spatium habeant unius milliarii et a terra octingentorum stadiorum elongati. Ibi carnes neglectae sunt, et cum piscibus, saepe a sole combustis, paneque arido et aqua vitam sustentare congaudent, ut Altissimo immaculatam quilibet suam possit reddere animam.
(4)  Διονύσιος Μούσουρας, Αι μοναί Στροφάδων και Αγίου Γεωργίου των Κρημνών Ζακύνθου, σ. 50.
(5) Αικατερίνη Θεοδωροπούλου, Η Μονή Στροφάδων: Αποτύπωση – Παθολογία – Προδιαγραφές Αποκατάστασης, Διατριβή Διπλώματος Ειδίκευσης, σ. 21.
(6)  Γρηγόρης Α. Πουλημένος και Ιωάννα Στουφή – Πουλημένου, Το Οικοδομικό Χρονικό της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Στροφάδων, Μονές της Ζακύνθου: Ιστορία – Αρχιτεκτονική – Τέχνη, Πρακτικά Επιστημονικής Ημερίδας, 1996, σ. 233.
(7)  Μούσουρας, Αι μοναί, σ. 61.
(8)  Παναγιώτης Χιώτης, Ιστορικά απομνημονεύματα της νήσου Ζακύνθου, τ. Β΄, σ. 535.
(9)  Μούσουρας, Αι μοναί, σ. 304.
(10)  Ανεκαινίσθη το μοναστήριον των Στροφάδων από τον μακαρίτην Ιωάννην Παλαιολόγον Αυτοκράτορα Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος ήτον βασιλεύς εις τους 1440.
(11)  Μούσουρας, Αι μοναί, σ. 59.
(12)  Πουλημένος και Στουφή – Πουλημένου, Το Οικοδομικό Χρονικό, σ. 230.
(13)  Οι σκλάβοι ήταν από τα σημαντικότερα προϊόντα εξαγωγής των λιμανιών της Μαύρης Θάλασσας, από όπου επέστρεφαν τα Βενετικά πλοία που μετέφεραν τους ορθόδοξους στην Ιταλία, αν και το συγκεκριμένο φορτίο ήταν παράνομο.
(14)  é seys millas antes fallamos un escullo do está un monesterio muy notable de calogueros de Sant Basilio, que nosotros los latinos llamamos monges, é allí, porque el viento era escaso é por ver el monesterio, rogué al patrón que con la barca me embiase, é fui al monesterio, é léveles pescado, que Jamás ellos según su regla non comen carne; ellos nos rescibieron alegremente c nos mostraron la casa, é luego nos par"timos. Dizen los de aquella tierra que viven santamente ; á este monesterio llaman Estanfárie., από το Coleccion De Libros Españoles Raros Ó Curiosos, τ. 8, σσ. 44-45.
(15)  Une princesse de la famille Tocchis, régnante à Zante, bâtit le monastére de Strophades, sous l’invocation du rédempteur;”, André Grasset de Saint-Sauveur, Voyage historique, littéraire et pittoresque dans les isles et possessions ci-devant vénitiennes du Levant, σ. 324.
(16)  Πουλημένος και Στουφή – Πουλημένου, Το Οικοδομικό Χρονικό, σ. 231.
(17)  Ου μην αλλ’ επεί και πλούτος υπετέθη τη ανδρία”, Σπυρίδων Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τ. Γ’, Ανωνύμου Πανηγυρικός εις Μανουήλ και Ιωάννην Η΄ τους Παλαιολόγους, βλέπε π. 50, σ. 198.
(18)  Βλέπε προηγούμενη παραπομπή.

(19)  Ο William Miller στο The Latins in the Levant, a history of Frankish Greece (1204-1566), σ. 534, έγραψε “When, however, the Greeks recovered Achaia, the Emperor John VI restored the monastery of the Redeemer.” Ο Miller εννοούσε βέβαια John VIII και όχι John VI, ενώ συνδέει την ανακαίνιση της μονής με την κατάκτηση της Αχαΐας. Δεν είναι ξεκάθαρο άν λέγοντας Αχαΐα εννοεί την περιοχή της Πάτρας ή το Πριγκηπάτο της Αχαΐας. Το σίγουρο είναι πως δεν συνδέει τα Στροφάδια με την Αγία Μαύρα ή τη Βενετία.
(20)  Η σύλληψη της ιδέας ότι η μονή των Στροφάδων ανακαινίσθηκε με χρήματα που είχαν σαν προέλευση τη νίκη στις Εχινάδες δεν είναι δική μου. Ανήκει, μαζί με την ευγνωμοσύνη μου, στον Pierre A. MacKay, ομότιμο καθηγητή στο Τμήμα Κλασσικών Σπουδών του University of Washington. Κατά ευτυχή σύμπτωση δούλευε πάνω στον Ανώνυμο Πανηγυρικό όταν έψαχνα στοιχεία και εξηγήσεις για την ανακαίνιση πριν από ενάμιση χρόνο περίπου.
(21)  Δηλαδή το – μάλλον άτυχο στις ελληνικές ονομαστικές επιλογές που το αφορούν – Κατάκολο.

(22)  Bissera V. Pentcheva, Icons and power: the Mother of God in Byzantium, σ. 75. 
(23)  Βλέπε προηγούμενη παραπομπή.
(24)  Μυρτάλη Αχειμάστου – Ποταμιάνου, Εικόνες της Ζακύνθου, σσ. 46-48.
(25)  Π. Χιώτης, Ιστορικά απομνημονεύματα, τ. Β΄, σσ. 535-536.
(26)  William Miller, The Latins in the Levant, σ. 51.
(27)  Κατά την ταπεινή μου άποψη η Θαλασσομαχούσα θα πρέπει να μεταφερθεί από την εκκλησία στο μουσείο της μονής, όχι μόνο γιατί αδικείται από το φωτισμό αλλά και γιατί αποτελεί εθνικό κειμήλιο.

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011

Οι ‘καλοί’ Βενετοί και οι καλόγεροι

Καλόγερος στα Στροφάδια το 1912
   Την άνοιξη του 1411 η Βενετία αποφάσισε (1) να αποζημιώσει τον Antonio Gritti, Βενετό πρόξενο στην Τύνιδα, για τα έξοδα εξαγοράς σκλάβων που είχε αρπάξει μία Βορειοαφρικάνικη φούστα (1). Ήταν μερικοί μοναχοί των Στροφάδων και τα άπορα μέλη του πληρώματος μίας Κορωναίικης γρυπαρίας (2).
Οι Κορωναίοι ήταν υπήκοοι της Βενετίας ήδη από διακόσια χρόνια νωρίτερα. Όταν ο Gritti εξαγόραζε την ελευθερία τους ήξερε εκ των προτέρων ότι θα πάρει τα λεφτά του πίσω. Οι Στροφαδιώτες όμως; Όπως θα δούμε σε επόμενη ανάρτηση δεν ήταν καν Καθολικοί. Δεν ξέρουμε πόσοι ήταν αλλά το ποσό ήταν σίγουρα μεγάλο. Αν και οι τιμές υπάκουαν στο νόμο της προσφοράς και της ζήτησης μπορούμε χοντρικά να πούμε πως ένας σκλάβος κόστιζε περίπου όσο ένα άλογο. Με σημερινούς όρους όσο ένα αυτοκίνητο. Αν ο καλός αυτός άνθρωπος απελευθέρωνε όποιον άπορο Χριστιανό έφτανε αλυσοδεμένος στο Τούνεζι, θα χρεοκοπούσε μέσα σε λίγους μήνες το πολύ. Πρέπει να ήταν σίγουρος για την αποζημίωση του και όντως αποζημιώθηκε. Γιατί όμως να πληρώσει, έτσι χωρίς ιδιαίτερο δισταγμό, η Βενετική Σινιορία αν δεν ήταν υπήκοοι της; Και μάλιστα πλήρωσε χωρίς νύξη για αίτηση αποζημίωσης από τον ηγεμόνα του οποίου ήταν υπήκοοι οι μοναχοί.
Βορειοαφρικάνικη φούστα ή γαλιότα με σπασμένο κατάρτι
Στα τεράστιας έκτασης Βενετικά αρχεία, που μελετώνται εντατικά από τους ερευνητές εδώ και δύο αιώνες, δεν έχει βρεθεί παλιότερο έγγραφο αναφερόμενο στα Στροφάδια. Αυτός είναι μάλλον ο λόγος που κανένας ιστορικός μέχρι τώρα δεν θεώρησε πιθανό ότι ανήκαν τότε στη Βενετία. Η μόνη εξήγηση που προτείνεται είναι πως ανήκαν στο Δουκάτο της Αγίας Μαύρας, το διάδοχο κράτος της Παλατινής Κομητείας Κεφαλληνίας και Ζακύνθου, και, επειδή οι Βενετοί δεν ήταν γνωστοί για ανιδιοτέλεια ή γενναιοδωρία, η απελευθέρωση των μοναχών εικάζεται πως ήταν το αποτέλεσμα μιας στενής και αμοιβαία επωφελούς σχέσης μεταξύ της μονής των Στροφάδων και της Βενετίας. Δεν αμφισβητώ ότι οι σχέσεις Στροφαδιωτών και Βενετών ήταν διαχρονικά καλές και αμοιβαία επωφελείς. Αυτό όμως καθόλου δεν σημαίνει πως οι Βενετοί θα έφταναν να αντιμετωπίζουν τους μοναχούς σαν υπηκόους τους. Η θεωρούμενη ειδική σχέση, ακόμα και αν την γνώριζε, δεν θα ενέπνεε τον Antonio Gritti με καμία βεβαιότητα ότι θα πάρει πίσω τα χρήματα του. Επιπλέον, όπως έδειξα στην προηγούμενη ανάρτηση, τα Στροφάδια δεν φαίνεται να ανήκαν στους Ορσίνι όταν διαφέντευαν τη Ζάκυνθο. Αντιπρότεινα ότι τα Στροφάδια πρέπει να ήταν έδαφος της Βαρονίας της Πάτρας.
Και πως, θα ρωτήσει κάποιος δικαιολογημένα, δένει η δική μου πρόταση με την απελευθέρωση των μοναχών το 1411; Η εξήγηση είναι πως το 1411 η Βαρονία της Πάτρας ανήκε προσωρινά στη Βενετία. Από το 1402 τουλάχιστον, η Βενετία ενδιαφερόταν για την Πάτρα ψάχνοντας για περισσότερα ερείσματα στο Μοριά (4). Τελικά νοίκιασαν τη βαρονία για μία πενταετία το 1408 (5) από τον Αρχιεπίσκοπο Στέφανο Ζακκαρία (Stefano Zaccaria), τον όχι ιδιαίτερα αγαπητό αδελφό του τελευταίου Φράγκου Πρίγκιπα της Αχαΐας Κεντυρίωνα Ζακκαρία (Centurione Zaccaria). Το 1413 επέστρεψαν την Πάτρα στη διοίκηση του αρχιεπισκόπου αλλά χωρίς να εγκαταλείψουν τις φιλοδοξίες τους και, μάλλον, ούτε την πραγματική εξουσία. Το 1417 η συμφωνία ανανεώθηκε και οι Βενετοί έγιναν πάλι, και τυπικά, κύριοι της βαρονίας. Η κατάσταση ανησύχησε τον Πάπα Μαρτίνο Ε΄, που έβλεπε να αποξενώνεται η περιουσία της Καθολικής Εκκλησίας και που είχε εύκολα διαβλέψει τις προθέσεις των Βενετών. Μετά την αντίδραση του η Βενετία παρέδωσε ξανά τη διοίκηση της Πάτρας στον αρχιεπίσκοπο το 1419 (6). Διατήρησε όμως σημαντική επιρροή μέχρι την κατάληψη της από τις δυνάμεις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου μια δεκαετία αργότερα. Με άλλα λόγια, οι Βενετοί αντιμετώπισαν τους μοναχούς των Στροφάδων σαν υπηκόους τους ακριβώς επειδή ήταν όντως υπήκοοι τους εκείνη την εποχή.
Όταν μιλήσαμε για τις σχέσεις της μονής των Στροφάδων με τη Βενετική οικογένεια Loredan είχαμε αναφέρει ένα άλλο Βενετικό έγγραφο που αφορούσε το μοναστήρι και που συντάχθηκε ακριβώς πέντε χρόνια μετά από αυτό για την αποζημίωση του Gritti. Είναι η απόφαση της Βενετίας να βοηθήσει τους μοναχούς των Στροφάδων να χτίσουν και να οχυρώσουν ένα κτίριο, για να προστατευτούν από τις επιθέσεις Μουσουλμάνων πειρατών που είχαν λεηλατήσει τα νησιά και πάρει αιχμαλώτους (7). Παρατηρούμε ότι η απόφαση αυτή του 1416 πάρθηκε στο διάστημα που οι Βενετοί είχαν παραδώσει τη διοίκηση της Πάτρας – και των Στροφάδων που ήταν εξάρτημα της – στον αρχιεπίσκοπο-βαρόνο Στέφανο Ζακκαρία. Ένα χρόνο αργότερα θα την αναλάμβαναν και πάλι. Η ‘φιλάνθρωπη’ και ‘ευσεβής’ αυτή χειρονομία θα είχε οπωσδήποτε τη σύμφωνη γνώμη του ‘συνεταίρου’ τους αρχιεπισκόπου και θα είχε παρθεί μετά από αίτημα των απελευθερωθέντων με την παρέμβαση του Gritti μοναχών.
Το περίεργο σε αυτή την υπόθεση είναι πως, λογικά, οι μοναχοί θα είχαν ζητήσει βοήθεια για την οχύρωση της μονής λίγο μετά την επίθεση των πειρατών. Οι Βενετοί όμως θυμήθηκαν το παραγκωνισμένο αίτημα μια ολόκληρη πενταετία αργότερα, και μάλιστα όταν δεν είχαν πλέον τυπικά καμιά υποχρέωση αφού τη διακυβέρνηση της βαρονίας εξασκούσε και πάλι ο αρχιεπίσκοπος. Προς τι λοιπόν αυτή η ξαφνική επίδειξη φιλανθρωπίας; Ο χρόνος της απόφασης, σε συνδυασμό με το ότι εκείνη τη χρονιά ο Πρίγκιπας της Αχαΐας Κεντυρίων Ζακκαρία διαπραγματευόταν την πώληση του Ναβαρίνου στους Γενουάτες (8), ρίχνει τη σκιά της υποψίας στα Βενετικά κίνητρα.
   Το Ναβαρίνο είναι πολύ κοντά στα δύο μάτια της Βενετίας στο Μοριά, τη Μεθώνη και την Κορώνη. Οι Βενετοί ήταν ανήσυχοι από την προοπτική οι αιώνιοι ανταγωνιστές και συχνοί αντίπαλοι τους να βάλουν πόδι στην περιοχή (9). Η Μεθώνη βρίσκεται μόνο 7 ναυτικά μίλια νότια του Ναβαρίνου. Τα Στροφάδια 38 ναυτικά μίλια βορειοδυτικά του. Επιπλέον είναι ακριβώς απέναντι από μία άλλη παραλιακή κτήση του Κεντυρίωνα, την Αρκαδιά (Κυπαρισσία). Τα νησάκια, που ίσως χαρίστηκαν στον πάπα γιατί θεωρούνταν μπελάς, απέκτησαν ξαφνικά στρατηγική αξία λόγω της θέσης τους και του πόσιμου νερού (10) που διέθεταν άφθονο (11).
Το λιμάνι και το κάστρο του Ναβαρίνου το 1680
   Τα κατ’ εξοχήν πολεμικά πλοία της εποχής ήταν τα λεγόμενα κάτεργα ή γαλέες (12) που σήμερα έχει επικρατήσει να λέγονται γαλέρες. Κάθε ένα από αυτά είχε 150-180 κωπηλάτες. Μαζί με τους υπόλοιπους ναυτικούς και το απαραίτητο άγημα τοξοτών ο αριθμός έφτανε, και συχνά ξεπερνούσε κατά πολύ, τους 250. Το καλοκαίρι, που γίνονταν και οι περισσότερες επιχειρήσεις, οι ανάγκες σε νερό ήταν πολύ μεγάλες, ιδιαίτερα αν υπήρχε νηνεμία. Θα μπορούσε να πεί κανείς πως το νερό ήταν το καύσιμο των πολεμικών του Μεσαίωνα στη Μεσόγειο. Όμως αυτά τα πλοία δεν μπορούσαν να μεταφέρουν μεγάλη ποσότητα φορτίου και κατά συνέπεια ούτε νερού. Η γεωγραφική θέση των Στροφάδων είναι τέτοια που, αν κάποιος σκόπευε να προχωρήσει σε ναυτικό αποκλεισμό του Ναβαρίνου και της Αρκαδιάς, ελέγχοντας τες επέκτεινε τη ζώνη αποκλεισμού και το χρόνο παραμονής των πλοίων του σε περιπολία. Ήταν δηλαδή τα νησιά ένας πολλαπλασιαστής δύναμης, κάτι σαν αβύθιστο πετρελαιοφόρο στόλου θα λέγαμε σήμερα, και ιδιαίτερα χρήσιμα για την αποσόβηση της εγκατάστασης ανεπιθύμητων νέων γειτόνων. Η προθυμία της Σινιορίας να βοηθήσει δήθεν τους μοναχούς έκρυβε την ορατή προοπτική να χρησιμοποιηθούν για την αποτροπή της Γενουατικής παρουσίας στο Μοριά. Ακόμη και αν αυτό δεν γινόταν επιτευκτό τα Στροφάδια θα βοηθούσαν στον μελλοντικό έλεγχο της ναυτικής δραστηριότητας των Γενουατών στην περιοχή.
Η κατασκευή οχυρού σε έδαφος που τυπικά δεν ανήκε στη Βενετία χρειαζόταν κάποια εύσχημη δικαιολογία και οι πειρατικές επιδρομές ήταν ιδανική. Έτσι ξεθάφτηκε το προ πενταετίας αίτημα των καλογέρων. Η παρουσία στις νησίδες πληρωμάτων του στόλου – που οι Βενετοί απασχολούσαν τακτικά στην κατασκευή οχυρωματικών έργων – θα απέτρεπε στο μεταξύ τυχόν κατάληψη τους από τον αντίπαλο. Τελικά, για να είναι σίγουροι, οι Βενετοί κατέλαβαν το Ναβαρίνο το 1417 (13), μόλις προλαβαίνοντας την κατάληψη του από τους Γενουάτες (14). Οι Βενετικές πηγές ιστορικών πληροφοριών για τα Στροφάδια θα σωπάσουν ξανά μέχρι το τέλος του αιώνα, ισχυρότατη ένδειξη πως η εξάρτηση τους από τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία εκείνο τον καιρό δεν ήταν παρά ένα σχετικά σύντομο επεισόδιο. Σε λίγο περισσότερο από μια δεκαετία όμως θα ανοίξει ένα καινούργιο κεφάλαιο της ιστορίας τους.

-------------------------------------------------------------------- 

(1) “31 mars - 7 avril 1411. Venise accorde, au consul de Tunis, Antoine Gritti ', la restitution des dépenses faites pour le rachat de quelques moines enlevés par une « fuste » maure sur l'île de Strivali ', et de quelques hommes sans moyens, pris par le même vais-seau sur une griparia de Coron.”, από το Revue de l’Orient latin, τ. 4ος, σ. 508.

(2)  Η φούστα ήταν μικρό πολεμικό τύπου γαλέρας με 48-72 κωπηλάτες. Μαζί με το υπόλοιπο πλήρωμα μπορεί να είχε πάνω από 100 ενόπλους, αφού και οι κωπηλάτες έπαιρναν μέρος στις μάχες αντίθετα με το αυτό που πιστεύουν πολλοί. Ήταν το πλοίο που προτιμούσαν οι πειρατές λόγω της ταχύτητας του, της ευελιξίας του και της δυνατότητας του να επιχειρεί σε ρηχά, παράκτια νερά.
(3)  Η λέξη γρυπαρία προέρχεται από τη λέξη γρύπος, όπως στο Μεσαίωνα λεγόταν το γνωστό μας ψαροκάικο. Ήταν δηλαδή ένα μεγάλο καΐκι που το χρησιμοποιούσαν κυρίως για μεταφορές. Οι Βενετοί το έλεγαν griparia και οι Τούρκοι igribar.
(4)  Κωνσταντίνος Σάθας, Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τ. 10ος, Cancellaria Secreta, 3.
(5)  Kenneth M. Setton, The Papacy and the Levant (1204-1571), Volume I, The Thirteenth and Fourteenth Centuries, σ. 14, και William Miller, The Latins in the Levant, a history of Frankish Greece (1204-1566), σ. 364.
(6)  Kenneth M. Setton & Harry W. Hazard, A History of the Crusades, τ. 3, The Fourteenth and Fifteenth Centuries, σ. 163.

(7) "6-11 avril 1416. Le gouvernement vénitien décide d'aider les moines des « scopuli Strivalii, siti prope Mothonum » à bâtir et à fortifier une maison pour se défendre contre les incursions des pirates musulmans, qui pillaient et prenaient des captifs dans l'Ile”, από το Revue de l’Orient latin, τ. 4ος, σ. 563.

(8)  Σπυρίδων Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τ. Γ’, Πρόλογος, σ. κγ’.
(9)  Βλέπε προηγούμενη παραπομπή.
(10)  αν λάχη και θέλης να πας εις τα Στρουφάδια διά νερόν άμε εις το ακρωτήριν το λιγνόν”, Armand Delatte, Les portulans grecs, σ. 52. 

(11)  ΄Ενας παλιός θρύλος των Στροφάδων λέει πως το νερό πηγαίνει εκεί υπόγεια από τον ποταμό Αλφειό. Λέγεται ότι έχουν βρεθεί φύλλα πλατάνου και άλλα αντικείμενα σε πηγάδια που είναι αδύνατο να προήλθαν από τα νησιά. Βλ. Walter Rodwell Wright, Horae Ionicae, σσ. 50-52. Ο θρύλος βέβαια δεν είναι αναγκαστικά μύθος. Βλέπε Cindy Clendenon, Ancient Greek Hydromyths About the Submarine Transport of Terrestrial Fresh Water Through Seabeds Offshore of Karstic Regions, σ. 5.
(12)  Και οι δύο όροι είναι ελληνικής προέλευσης. Το γαλέα προέρχεται από το σκυλόψαρο γαλέος λόγω του μακρόστενου σχήματος του πλοίου. Οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν τον όρο kadirga και οι Ιταλοί galea.
(13)  Kenneth M. Setton & Harry W. Hazard, A History of the Crusades, τ. 3, The Fourteenth and Fifteenth Centuries, σ. 163.
(14)  William Miller, The Latins in the Levant, a history of Frankish Greece (1204-1566), σ. 385.

 
Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .