Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περιηγητές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περιηγητές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Ιουλίου 2018

Μέθη και ακολασία στη Χώρα και στα Λαζαρέτα του 1600



Ο William Biddulph ήταν ένας άνθρωπος που πρέπει να ενέπνεε κάποιο σεβασμό στους προτεσταντικούς εκκλησιαστικούς κύκλους της Ελισσαβετιανής Αγγλίας. Είχε σπουδάσει στην Οξφόρδη και ήταν προστατευόμενος του Richard Bancroft, Αρχιεπισκόπου του Canterbury. Ακόμη και σήμερα οι πληροφορίες που μας άφησε για το Λεβάντε του καιρού του, κυρίως για τη Συρία και την Παλαιστίνη, είναι σίγουρα πολύτιμες. Ήταν ο πρώτος Αγγλόφωνος που περιέγραψε την κατανάλωση καφέ στο Χαλέπι, μισό αιώνα πριν το ρόφημα αυτό γίνει γνωστό στη χώρα του. Και ο πρώτος που ανέφερε τη χρήση ταχυδρομικών περιστεριών, που τότε λέγονταν Βαγδάτης. Προσωπικά θεωρώ επίσης σημαντικό πως έγραψε για Κούρδους ‘λάτρεις του Διαβόλου’ – δηλαδή τους Γιεζίντι – στο Αφρίν της Συρίας επειδή, δυστυχώς, η φετινή εισβολή του Τουρκικού στρατού και των ισλαμοκατσαπλιάδων συμμάχων τους στην περιοχή θα τους εξαφανίσει από εκεί ολοκληρωτικά.

Σταλμένος από τη Βρετανική Εταιρεία του Λεβάντε – πρόγονο της περίφημης Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών – σαν ιερέας των εγκατεστημένων στην Ανατολή εμπόρων της, ο Biddulph πέρασε και από τη Ζάκυνθο. Δεν έμεινε – ο σχετικά μικρός αριθμός Άγγλων εμπόρων φαίνεται πως δεν δικαιολογούσε το ανάλογο έξοδο. Ο George Wheler κατέκρινε έντονα την έλλειψη προτεστάντη ιερωμένου στο νησί τρία τέταρτα του αιώνα αργότερα.

Η αναχώρηση του Biddulph δεν πρέπει να στενοχώρησε ιδιαίτερα τους Άγγλους της Ζακύνθου πάντως. Κρίνοντας από αυτά που έγραψε στο βιβλίο του (1) αρεσκόταν στη σφοδρή κριτική όχι μόνο άλλων δογμάτων και θρησκειών αλλά και της ηθικής μελών του ποιμνίου του. Διατυμπάνισε  δια του πιεστηρίου κάποιους καθόλου κολακευτικούς ισχυρισμούς. Όσο και αν το βιβλίο περιέχει δήθεν προσωπικές επιστολές, που τάχα δημοσίευσε κάποιος άλλος και όχι ο ίδιος ο συγγραφέας, το φύλλο συκής παραήταν μικρό. Γι αυτό ίσως, κάποιοι σημαίνοντες έμποροι της Πόλης και του Χαλεπιού, με αφορμή τη διαγωγή του πνευματικού τους καθοδηγητή στη Ζάκυνθο, φρόντισαν να τον πληρώσουν με το ίδιο νόμισμα. Ας δούμε όμως πρώτα τι έγραψε για την επίσκεψη του στο Τζάντε ο ίδιος ο Biddulph:

Τα δύο επόμενα μέρη που είδαμε και αξίζουν κάποια αναφορά ήταν δύο νησιά στην Ελλάδα, η Zephalonia και το Zante, ανάμεσα στα οποία περάσανε τα πλοία μας. Και τα δύο κατοικούνται από Έλληνες αλλά διοικούνται από τη σινιορία της Βενετίας, η οποία κάθε τρίτο χρόνο στέλνει πρεβεδούρους, μαζί με άλλους αξιωματούχους, για να κάνουν κουμάντο εκεί. Είναι και τα δύο πολύ γόνιμα νησιά που παράγουν μεγάλη ποσότητα σταφίδας, ελιών, νεραντζιών (2), πορτοκαλιών και λεμονιών αλλά μικρή ποσότητα δημητριακών που συνεχώς φέρνουν από αλλού. Αν λόγω κακοκαιρίας, ή πειρατών, ή κουρσάρων δεν μπορούν να έρθουν δημητριακά θα είναι έτοιμοι να λιμοκτονήσουν σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Η Zephalonia λεγόταν παλιά Ιθάκη, όπου ο Οδυσσέας, γιός του Λαέρτη, ήταν βασιλιάς και ξεπερνούσε όλους τους Έλληνες σε ευφράδεια και ευστροφία. Θεωρείται από τους αρχαίους συγγραφείς περίφημος ταξιδευτής αλλά αν ζούσε στις μέρες μας τα ταξίδια του δεν θα λογαριάζονταν καθόλου σε σύγκριση με αυτά των σημερινών – επειδή ταξίδεψε μόνο μεταξύ Βενετίας και Αιγύπτου, που σήμερα είναι ένα συνηθισμένο ταξίδι.

Το Zante παλιά λεγόταν Ζάκυνθος. Ήταν κάποτε ένα δασωμένο νησί στο Ιόνιο Πέλαγος, δυτικά της Πελοποννήσου. Αλλά τώρα έχει απομείνει πολύ λίγο δάσος. Είναι ολόγυρα λοφώδες αλλά το μέσον του είναι μια επίπεδη και εύφορη κοιλάδα, που αποδίδει μεγάλη ποσότητα σταφίδας, η οποία έρχεται από κει στην Αγγλία. Οι Έλληνες αναρωτιούνται τι την κάνουμε τόση σταφίδα και μερικές φορές ρωτάνε αν την κάνουμε βαφή ή την ταΐζουμε στα γουρούνια. Ήταν πολύ φτωχοί άνθρωποι όταν οι έμποροι μας άρχισαν να πραματεύονται εκεί αλλά τώρα έχουν γίνει πλούσιοι και περήφανοι.

Υπάρχει επίσης μία πόλη σε αυτό το νησί και λέγεται όπως το νησί Zante, η οποία χτίστηκε από το Ζάκυνθο, γιό του Δάρδανου, που βασίλεψε εκεί. Μείναμε στο καράβι δέκα μέρες έξω από αυτή την πόλη μέχρι να πάρουμε πράτιγο (3), δηλαδή άδεια να αποβιβαστούμε ή να κάνουμε εμπόριο μαζί τους – επειδή το έθιμο είναι να μη δίνουν αμέσως άδεια αποβίβασης σε κανένα ξένο εκτός αν φέρει πιστοποιητικό υγείας από την αφετηρία του, το οποίο εμείς δεν είχαμε.

Έτσι, κάποιους από την εταιρεία μας, που είχαν δουλειές εκεί, τους στείλαμε στα Λαζαρέτα, τα οποία είναι ένα μέρος σαν το λοιμοκαθαρτήριο στα Moorfields, όπου, ακόμα και αν αυτοί είναι καλά, πρέπει να μείνουν όσο ευχαριστεί τους σινιόρους επί της υγείας, άλλοτε είκοσι και άλλοτε σαράντα μέρες. Στο μεταξύ αν κάποιος από την παρέα αρρωστήσει, ακόμη και  προς το τέλος των σαράντα ημερών, πρέπει να μείνουν άλλες σαράντα.


Όσο δεν έχουν πράτιγο έχουν ένα φρουρό, ο οποίος φροντίζει να μην έρθουν σε επαφή με κανένα, ούτε κανένας να έρθει σε επαφή μαζί τους. Μπορούν όμως οι φίλοι τους να τους επισκέπτονται και να τους μιλούν από απόσταση. Αλλά αν πάνε πολύ κοντά ο φρουρός τους φωνάζει alargo, alargo, που σημαίνει σταθείτε πιο πίσω. Και όποιος πλησιάσει τόσο πολύ ώστε να μπορεί να τους αγγίξει χάνει το δικό του πράτιγο , και πρέπει να τους κάνει παρέα για το υπόλοιπο της καραντίνας τους. Αν φέρουν τίποτα γράμματα για κάποιους εμπόρους στη πόλη ο φρουρός τα ανοίγει και τα αερίζει πάνω από φωτιά πριν τα διανείμει. Αν όμως το γράμμα είναι ραμμένο (ή έχει οποιαδήποτε κλωστή πάνω του) δεν πρέπει να διανεμηθεί ώσπου να πάρει πράτιγο αυτός που το έφερε.

Αυτό το κάνουν δήθεν για να αποφύγουν τις αρρώστιες αλλά υπάρχουν περαιτέρω κίνητρα, από τη μια για να εισπράξουν από δωροδοκίες και από την άλλη για να μαθαίνουν για τις δουλειές όλων των ξένων και το τι εμπορεύματα φέρνουν.


Όποιος τολμήσει να αποβιβαστεί χωρίς πράτιγο κινδυνεύει να απαγχονιστεί ή να υποστεί το strappado (4). Ακόμη και αν έχουν πιστοποιητικό ότι επικρατεί υγεία στο μέρος από το οποίο ήρθαν δεν πρέπει να αποβιβαστούν στη ακτή πριν δείξουν το fede τους, δηλαδή το ξεκάθαρο ανοιχτό έγγραφο, στους τρεις αξιωματούχους που λέγονται σινιόροι της υγείας.

Το Zante υποφέρει πολύ από σεισμούς. Δεν περνάει χρόνος χωρίς πολλούς σεισμούς, ιδιαίτερα στους μήνες του Σεπτεμβρίου και του Οκτωβρίου, στους οποίους μου έχουν τύχει δύο ή τρεις σεισμοί σε μια εβδομάδα. Γι αυτό το λόγο φτιάχνουν τα σπίτια τους πολύ χαμηλά, για να μην τα ρίξουν οι σεισμοί. Και όταν αισθανθούν το ξεκίνημα των σεισμών (είτε είναι μέρα είτε νύχτα) οι Έλληνες αμέσως χτυπάνε τις καμπάνες για να δώσουν το έναυσμα στον κόσμο να προσευχηθεί.

Στο Zante υπάρχει ένα πολύ ισχυρό κάστρο, πάνω σε ένα ψηλό λόφο. Είναι επίσης πολύ μεγάλο, όσο η μισή πόλη του Zante, και εκεί μένει ο πρεβεδούρος, που κυβερνάει το νησί, και πολλοί άλλοι. Εκεί είναι και το μέρος της κρίσης, όπου όλες οι υποθέσεις, κακουργηματικές και νομικές, κρίνονται από τον πρεβεδούρο και τους συμβούλους του. Πάνω από αυτό το μέρος αυτοί οι δύο Λατινικοί στίχοι είναι γραμμένοι με χρυσά γράμματα:

Hic locus odit, amat, punit, conservat, honorat                                                                                        
Nequitiam, pacem, crimina, jurat, probos.

Οι οποίοι μπορούν να αγγλοποιηθούν ως εξής: Αυτό το μέρος μισεί την ασωτεία, αγαπά την ειρήνη και τιμωρεί την κακοήθεια, διατηρεί το δίκαιο και την ισότητα, και τιμά επάξια τους αγαθούς (5).’

Ίσως ακόμα πιο ενδιαφέροντα και διαφωτιστικά για τις συνθήκες στη Ζάκυνθο εκείνη την εποχή είναι όσα καταμαρτυρούσαν στον Biddulph κάποιοι άσπονδοι φίλοι του. Το κατά πόσο αυτά είναι αληθινά ή πρόκειται για υπερβολές και συκοφαντίες δεν μπορούμε να το ξέρουμε αλλά μεγαλύτερη σημασία έχει για μας το αν θα μπορούσαν να είναι αληθινά. Η απάντηση σε αυτό είναι καταφατική. Επιπλέον είναι αρκετά διασκεδαστικά. Στις 6 Μαΐου 1609 ο γιατρός της Εταιρείας του Λεβάντε John Kitely από την Κωνσταντινούπολη έγραφε για τον Biddulph στον παλαίμαχο έμπορο John Sanderson που είχε πια επιστρέψει στη Αγγλία (6):

Δες τη συμπεριφορά του στο Χαλέπι, εδώ (στην Κωνσταντινούπολη) και τώρα στο τέλος στη Ζάκυνθο, στο Λαζαρέτο, όπου τον τσάκωσαν οι φρουροί στα πράσα με εκείνη την Αγγλίδα πόρνη που σου έχω πει.  Αυτός ο Κρεβατόλυκος (7), ή μάλλον λύκος στο κρεβάτι κολλημένος σε μια σκύλα, αφού τον πιάσανε έτσι, έκανε τον τρελό, και αφού ντροπιάστηκε έτσι ανοιχτά, ξεπέρασε κάθε όριο ντροπής και εμφανιζόταν δημόσια κάθε μέρα τρεκλίζοντας από το πιοτό, δημιουργώντας σκάνδαλο για τη θρησκεία μας και ντροπιάζοντας ολόκληρο το έθνος μας να βλέπεις να τον δείχνουν οι Έλληνες λέγοντας (8): ορίστε ο εφημέριος της κόλασης είναι μεθυσμένος. Από τη μεριά μου συμφωνώ αμέσως με τη γνώμη των Ελλήνων γι αυτή την τελευταία ξεφτίλα, ότι μπορεί κάλλιστα να τον περιγράψουμε σαν παπά της κόλασης.

Η πληροφορία ότι υπήρχαν ιερόδουλες σε ένα πολυσύχναστο λιμάνι σαν αυτό της Ζακύνθου δεν προκαλεί έκπληξη, είναι όμως ενδιαφέρον το ότι ο συγκεκριμένος τομέας υπηρεσιών ανθούσε σε τέτοιο βαθμό ώστε Αγγλίδες είχαν αποκτήσει ένα μερίδιο της αγοράς. Το ότι ο Biddulph έμεινε στο Λαζαρέτο κατά την επιστροφή του στην Αγγλία δίνει βάρος στην περιγραφή των συνθηκών εκεί. Θα ήταν άλλωστε απίθανο να είχε αποβιβαστεί στη Ζάκυνθο προερχόμενος από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και να μην είχε περάσει από το Λαζαρέτο. Το ότι υπήρχε πάλι τρόπος να εισχωρήσει κρυφά στο λοιμοκαθαρτήριο μια πόρνη ρίχνει καινούργιο φως στην καταγγελία του περί δωροδοκιών.

Τα όσα διαδίδονταν γι αυτόν δεν επηρέασαν την επαγγελματική του εξέλιξη στη χώρα του. Ίσως δεν έγιναν πιστευτά, καλώς ή κακώς. Ίσως τότε, όπως και τώρα, όσα έκαναν οι Άγγλοι στη Ζάκυνθο έμεναν συνήθως στο νησί και κανείς στη δική τους μεγαλόνησο δεν ήθελε να τα ξέρει. Έτσι, αρκετά παράλληλα ερωτήματα παραμένουν αιωρούμενα, για παράδειγμα, εκείνη τη Λατινική επιγραφή στο παλάτσο του πρεβεδούρου την είδε σαν τουρίστας ή σαν κατηγορούμενος; Πάντως αν ήταν κατηγορούμενος ‘την έβγαλε καθαρή’. Η μούρλια και το λάδωμα είχαν πάντα πέραση στον παράδεισο μας.

 

------------------------------------------------------------------------

1) William Biddulph, The Travels of Certaine Englishmen into Africa, Asia and to the Blacke Sea, Λονδίνο 1609.

 

2) Η μετάφραση σε νεράντζια με κάποια επιφύλαξη. Το κείμενο αναφέρει ‘pomecitrons’, το οποίο μεταφράζω λίγο αυθαίρετα σε κιτρόμηλα, δηλαδή νεράντζια.

3) Prattick με την ορθογραφία του κειμένου.

4) Strappado ή corda ήταν το μαρτύριο του σκοινιού. Το θύμα δενόταν πισθάγκωνα και κρεμιόταν από τα χέρια.

5) Η ίδια επιγραφή, κάποτε με μικροδιαφορές, φαίνεται πως κοσμούσε αρκετά κυβερνεία και άλλα σημαντικά κτίρια της Δυτικής Ευρώπης. Μια καλύτερη παρουσίαση της θα ήταν νομίζω ως εξής: Hic locus odit nequitiam, amat pacem, punit crimina, conservat jurat, honorat probos. Και μια, κατά τη γνώμη μου, πιο ακριβής μετάφραση: Αυτό το μέρος μισεί την αμέλεια, αγαπά την ειρήνη, τιμωρεί τα εγκλήματα, τηρεί τους νόμους και τιμά τους αγαθούς.

6)  G. Maclean, Looking East: English Writing and the Ottoman Empire Before 1800, Λονδίνο 2007, σ. 84.

Witness his behaviour at Aleppo, here (i.e. Istanbul), and now lastly at Zante in the Lazarotto where he was found by the guardians in the very action rem in re, with that Inglishe strumpitt who I formerly described unto you. This Bed-woolfe or rather a woolfe in bed limed to a bitch, being so taken, fayned himselfe Lunitique, and beinge thus openly shamed became past all shame and was seene reeleing-drunke publiklie every day to the scandall of our religion and shame of our whole nation to see the Greekes pointing at him saying ecco il vicario de l’inferno e imbriago. For my part I am of the Greekes opinion with this last imposition betimes that he may be well termed the vicar of hell.

7) Ο Kitely κάνει ένα λογοπαίγνιο αλλοιώνοντας το όνομα Biddulph στο σχεδόν ομόηχο Bed-woolfe.

8) Βάζει στα χείλη των Ελλήνων φράση στη Βενετική διάλεκτο. Αυτή φαίνεται πως ήταν το κύριο μέσο επικοινωνίας Ζακυνθινών και Άγγλων τότε. Imbriago είναι το Βενετικό αντίστοιχο το Ιταλικού ebriaco, που σημαίνει μεθυσμένος.


Ανανέωση 26/07/18
Δύο φίλοι του ιστολογίου, η Άλεξ και ο Ζακύνθιος ΚΑΣ, με πληροφόρησαν πως υπάρχει στη νεοελληνική αντιδάνειο που αντιστοιχεί στο prattick, το πράτιγο. Υπάρχει μάλιστα και το ρήμα πρατιγάρω. Έκανα λοιπόν τις απαραίτητες διορθώσεις. Τις θερμές μου ευχαριστίες και στους δύο.



Δυστυχώς έχω προβλήματα με το λογαριασμό μου και δεν μου δίνει τη δυνατότητα να απαντήσω σε σχόλια. Αν θέλετε απάντηση παρακαλώ γράψτε μου στο pampalaea@gmail.com








Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Το Μαραθονήσι της Ζακύνθου – Μέρος Γ΄


Το Μαραθονήσι και η Λίμνη του Κεριού το 1741

Στα 1728, ένας καταζητούμενος Ζακυνθινός, που είχε καταφύγει στο Μοριά όπως συνηθιζόταν τότε, αρρώστησε ενόσω επισκεπτόταν κρυφά τους δικούς του στη Χώρα. Αυτοί ζήτησαν τη βοήθεια ενός γνωστού ζωγράφου και αγιογράφου, στον οποίο αποδίδονται κάποιες από τις παραστάσεις της Φανερωμένης, το Γερόλυμο Στράτη Πλακωτό (1), επειδή επιδιδόταν και στην πρακτική ιατρική. Σύντομα αρρώστησαν βαριά τόσο ο Γερόλυμος όσο και οι γιοί του. Σήμανε συναγερμός, αφού ο Μοριάς εκείνη την εποχή είχε πληγεί από την πανούκλα, αλλά παρά τις προειδοποιήσεις του βετεράνου Εβραίου γιατρού Ααρών Αλμπρόν τα ενδεδειγμένα μέτρα άργησαν να εφαρμοστούν λόγω της διαφωνίας των αστίατρων. Τελικά τα θύματα μεταφέρθηκαν στο Λοιμοκαθαρτήριο, όπου είναι γνωστό πως ο Γερόλυμος πέθανε, ενώ το σπίτι τους μαζί με το ζωγραφικό εργαστήριο πυρπολήθηκαν. Στο μεταξύ όμως η πανούκλα χτύπησε πολλές συνοικίες και αργότερα ξεπέρασε τα σύνορα της Χώρας, φτάνοντας στο Μπανάτο από τη μια πλευρά και στο Αργάσι από τη άλλη. Εντονότερο ήταν το πρόβλημα στο Γκέτο, όπου από το 1712 είχαν στριμωχτεί όλες οι Εβραϊκές οικογένειες (2).

Ήταν ανάγκη να μεταφερθεί ένας μεγάλος αριθμός οικογενειών στο Λοιμοκαθαρτήριο, γνωστό τότε σαν Λαζαρέτο, στην παραλία μεταξύ Κήπων και Αργασιού, την τοποθεσία δηλαδή που και σήμερα λέγεται Λαζαρέτα. Το Λοιμοκαθαρτήριο όμως βρισκόταν από χρόνια σε άθλια κατάσταση, αποτέλεσμα της απληστίας και της επί δεκαετίες κακοδιαχείρισης του γηραιού ισόβιου διοικητή του (priore) Antonio Cattarin. Επιπλέον πλησίαζε το καλοκαίρι και η εποχή του θερισμού. Η Ζακυνθινή ύπαιθρος, γεμάτη αμπέλια, ελαιώνες και περιβόλια, δεν μπορούσε να προμηθεύσει πάνω από το ένα τρίτο του απαιτούμενου σιταριού για τη διατροφή του πληθυσμού. Για το υπόλοιπο η Ζάκυνθος βασιζόταν σε εισαγωγές, κυρίως από το Μοριά. Τουλάχιστον χίλιες Ζακυνθινές οικογένειες αδυνατούσαν να αγοράσουν τις αναγκαίες ποσότητες και κάπου δυόμιση χιλιάδες χωρικοί πήγαιναν να θερίσουν στο Μοριά κάθε καλοκαίρι και να αμειφθούν σε είδος. Στο γυρισμό έπρεπε να μείνουν για μια βδομάδα στο Λαζαρέτο αν στο Μοριά υπήρχε επιδημία – και οι επιδημίες στις Οθωμανικές περιοχές ήταν συνεχείς.  

Για να αντιμετωπιστεί η έλλειψη χώρου, και ίσως για να πλήξει τα οικονομικά συμφέροντα του Antonio Cattarin, ο πρεβεδούρος γκενεράλες της θάλασσας Francesco Correr αποφάσισε τη μεταφορά των Εβραίων στο Μαραθονήσι. Είχε από πριν την εκδήλωση της επιδημίας προτείνει τη μεταφορά εκεί μελλοντικά και των θεριστών, αφού στη νησίδα υπήρχε χώρος, καθαρός αέρας και πόσιμο νερό, όπως είχε πει. Ξεκίνησε έτσι μια νέα φάση στην ιστορία του Μαραθονησιού, η χρήση του σαν λοιμοκαθαρτήριο. Δεν έχει δημοσιευτεί ως τώρα καμιά πληροφορία για το αν το μοναστήρι της Παναγίας Μαραθονησιώτισσας ήταν επανδρωμένο κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, ούτε για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της νησίδας.

Ο Francesco Correr πάντως είχε φροντίσει ήδη από τον προηγούμενο χρόνο να βολέψει ισοβίως στη θέση του επικεφαλής (deputato) του νέου λοιμοκαθαρτηρίου τον Αντώνιο Καψοκέφαλο. Ο Αντώνιος Καψοκέφαλος δεν θα ήταν έμμισθος αλλά θα πληρωνόταν 25 άσπρα (3) από κάθε θεριστή. Ήταν γιός του κόντε Αναστασίου Καψοκέφαλου, ο οποίος είχε διακριθεί στον τελευταίο, ατυχή Βενετοτουρκικό πόλεμο μια δεκαετία νωρίτερα (4).

Ουσιαστικά ο διορισμός αυτός παρέκαμπτε πρόσφατη οδηγία της Βενετικής εξουσίας, η οποία αφορούσε τα συνηθισμένα, μη-εποχιακά λοιμοκαθαρτήρια, να εκλέγονται οι επικεφαλείς για συγκεκριμένη θητεία.  Απαγόρευε μάλιστα να είναι οι θητείες τους συνεχόμενες σε περίπτωση επανεκλογής. Σε εμάς, τέκνα της Ελλάδας του 20ου και 21ου αιώνα, όπου δεν έχει υπάρξει ποτέ διαπλοκή και δεν διανοείται κανείς να δημιουργήσει θέση για ημέτερο, όλα αυτά φαντάζουν αρκετά παρακμιακά. Ήταν όμως πολύ συνηθισμένες καταστάσεις τον τελευταίο αιώνα της Βενετοκρατίας.

Αφού καταπολεμήθηκε επιτυχώς η επιδημία μέχρι τα τέλη του 1728 οι Εβραίοι εγκατέλειψαν το Μαραθονήσι και επέστρεψαν στο Γκέτο. Επιστράφηκε στις δημόσιες αποθήκες και στους ιδιώτες η ξυλεία που είχε χρησιμοποιηθεί, και αφέθηκε για λίγο το νησάκι στις χελώνες και τα θαλασσοπούλια. Παρά τις αντιδράσεις από τους θεριστές και άλλες πλευρές το Μαραθονήσι χρησιμοποιήθηκε σαν εποχιακό Λαζαρέτο την πρώτη πενταετία της δεκαετίας του 1730. Οι δραπετεύσεις, κάποιες φορές ομαδικές, οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης και τα πλημμελή υγειονομικά μέτρα ανάγκασαν τις αρχές να εξετάσουν άλλες λύσεις, όπως την παράλληλη χρησιμοποίηση των βραχονησίδων Βόιδι και Άγιος Νικόλας ή την επέκταση του κυρίως Λοιμοκαθαρτηρίου (5). Από το 1735, και μέχρι το 1749, συνεχίστηκαν οι διαμάχες και οι παλινωδίες ώσπου το καλοκαίρι εκείνο λειτούργησε μόνιμα πια το Μαραθονήσι σαν Λαζαρέτο των θεριστών. Ωστόσο κάποιες χρονιές η καραντίνα γινόταν αλλού επειδή δεν υπήρχε διαθέσιμη βομβάρδα (6), η οποία θα συνόδευε τα πλοιάρια των θεριστών στη νησίδα.


Σχέδιο του Μαραθονησιού το 1747 όπου απεικονίζονται οι ‘εγκαταστάσεις’ του Λοιμοκαθαρτηρίου, δηλαδή 4 παραλληλόγραμμοι περιφραγμένοι χώροι, η Παναγία, ο αμυντικός πύργος, οικήματα και τρία πηγάδια.


Απεικόνιση βομβάρδας από το Μουσείο Correr της Βενετίας.

Η τραγωδία δεν άργησε. Το 1751 ένα πλοιάριο που μετέφερε αγρότες στο Μαραθονήσι ναυάγησε και πνίγηκαν 23 από αυτούς. Στις ταραχές που επακολούθησαν κινδύνεψε και ο ίδιος ο Αντώνιος Καψοκέφαλος. Την επόμενη χρονιά δραπέτευσαν 34 από τους θεριστές. Ίσως αυτό συνετέλεσε στην απόφαση τις τοπικής εξουσίας τον ίδιο χρόνο να δαπανήσει 1000 δουκάτα για υπόστεγα, ώστε να μη βρίσκονται όλη μέρα κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού οι υπό περιορισμό θεριστές. Ένα μέρος του ποσού διατέθηκε για την ανακαίνιση της κατοικίας του επικεφαλής, όπου θα έμεναν και οι μαρκουλίνοι της φρουράς για να τους έχει κοντά του. Ο Αντώνιος Καψοκέφαλος διατήρησε τη θέση του ως το θάνατο του το 1770.

Με το θάνατο του Αντωνίου η θέση θα έπρεπε να γίνει εκλόγιμη σύμφωνα με απόφαση του 1745 αλλά παρουσιάστηκε σαν διεκδικητής ο γιός του κατά 25 χρόνια μικρότερου αδελφού του Τζώρτζη, ο οποίος λεγόταν Γάμπαρας (7). Ο μικρός Γάμπαρας δεν είχε όπως φαίνεται κλείσει ακόμα τα 14 αλλά προσφέρθηκε να τον αντικαταστήσει μέχρι την ενηλικίωση του ο μπαμπάς του ο Τζώρτζης. Αυτός ήταν διοικητής της πολιτοφυλακής και χρησιμοποίησε το ανεκδιήγητο επιχείρημα πως δεν πείραζε που τα καλοκαίρια θα ήταν στο Μαραθονήσι επειδή την πολιτοφυλακή την αποτελούσαν χωρικοί και οι χωρικοί τα καλοκαίρια περνούσαν από το Μαραθονήσι. Επιπλέον ήταν άνθρωπος διορατικός και είχε φροντίσει να συνεισφέρει οικονομικά στο Λοιμοκαθαρτήριο σε ανύποπτο χρόνο. Τώρα είχε φτάσει η ώρα να εξαργυρώσει την ευεργεσία του. Με τέτοιες πλάτες πως να μην κερδίσει τη θέση το παιδί, μόνο που δεν του τη δώσανε ισόβια.

Όταν ο Γάμπαρας ήταν γύρω στα 28, δηλαδή στα 1784, παρουσιάστηκε άλλος διεκδικητής, ο Αλέξανδρος Νερούλης. Η οικογένεια Νερούλη ήταν παλιοί τσιταντίνοι, όπως και οι Καψοκέφαλοι, και είχαν γραφτεί στο Libro dOro πριν το 1580 (8). Ο Αλέξανδρος Νερούλης είχε διακριθεί σαν πρώην επικεφαλής της Σανιτάς, δηλαδή του Υγειονομείου, και κέρδισε τη θέση στο Μαραθονήσι αλλά ετεροχρονισμένα. Αποφασίστηκε ότι θα αναλάμβανε καθήκοντα αφού ο Γάμπαρας συμπλήρωνε μία ακόμα θητεία 8 ετών! Δεν διευκρινίζεται αν τελικά ανέλαβε ποτέ καθήκοντα ο Νερούλης ενώ, ακόμη και αν δεν εξέπνευσε ο ίδιος στην οκταετία, εξέπνευσε η Γαληνοτάτη Δημοκρατία λίγα χρόνια αργότερα. Το πιθανότερο είναι πως δεν ανέλαβε ποτέ. Με άγνωστο τρόπο, μετά το τέλος της Βενετοκρατίας βρέθηκε απόλυτος κύριος του Μαραθονησιού ο κόντε Πέτρος Μακρής, την οικογένεια του οποίου χώριζε πολύχρονη διαμάχη με τους Νερούληδες.

Οι Μακρήδες ήταν και αυτοί παλιά αρχοντική οικογένεια και το όνομα τους είχε δοξαστεί ένα αιώνα νωρίτερα, δηλαδή την εποχή του Μοροζίνι. Ο Ιωάννης Μακρής είχε πάρει τον τίτλο του κόμη το 1767 και μαζί του 800 στρέμματα από τον λεγόμενο Κάμπο του Νερούλη σαν φέουδο. Ο Κάμπος του Νερούλη ήταν μια βαλτώδης έκταση 2000 στρεμμάτων, που αργότερα έγινε γνωστή σαν Λίμνη Μακρή και για να τη βρεις σήμερα πρέπει να αναζητήσεις τον Κρατικό Αερολιμένα Διονύσιος Σολωμός. Οι Νερούληδες, οι οποίοι φαίνεται είχαν τίτλους για μέρος μόνο της περιοχής αλλά την εκμεταλλεύονταν ολόκληρη, δεν χώνεψαν ποτέ την απώλεια προς όφελος του Μακρή και η διαμάχη των δύο οικογενειών παρατάθηκε τουλάχιστον μέχρι το 1823 (9).

Το πότε ακριβώς και με ποιό τρόπο η οικογένεια Μακρή πήρε στην κατοχή της το Μαραθονήσι είναι ένα ζήτημα για το οποίο δεν έχουν παρουσιαστεί πληροφορίες, πολύ περισσότερο ντοκουμέντα. Ο Αλέξανδρος Νερούλης είναι πολύ απίθανο να διεκδίκησε τη διοίκηση του εποχιακού Λαζαρέτου επί μιας νησίδας η οποία ανήκε στην αντίπαλη και πολύ ισχυρή οικογένεια Μακρή, πολύ δε περισσότερο να το είχε κάνει με κάποιο βαθμό επιτυχίας. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε, όχι αβάσιμα, ότι το Μαραθονήσι άλλαξε χέρια μετά το 1784. Ποιός όμως το πούλησε ή με οποιοδήποτε τρόπο το μεταβίβασε στην οικογένεια Μακρή;

Αν αληθεύει, έστω και κατά ένα μέρος, η κατά την άγραφη παράδοση της οικογένειας Σιδηροκαστρίτη ιστορία που μου διηγήθηκε πριν λίγα χρόνια η Μαρία Σιδηροκαστρίτη – Κοντονή, τότε σίγουρα δεν το πήρε από αυτούς. Οι Σιδηροκαστρίτες, παλιοί κτήτορες της Μαραθονησιώτισσας, ήταν ελεύθεροι χωρικοί, άνθρωποι διαφορετικής κουλτούρας αλλά και δυνατοτήτων από την αρχοντική οικογένεια Νερούλη. Έλυναν λοιπόν τις διαφορές τους, όπως και  πολλοί άλλοι Ζακυνθινοί, όχι στα δικαστήρια αλλά με τα όπλα. Σύμφωνα με την οικογενειακή τους παράδοση, κάποιος Σιδηροκαστρίτης, εκφράζοντας τη δυσαρέσκεια του για την κατάληξη της νησίδας, έριξε ανεπιτυχώς μια κουμπουριά στον κόντε Μακρή. Γι αυτή την απόπειρα κρεμάστηκε, και το σώμα του, πισσωμένο, έμεινε εκτεθειμένο για τριήμερο στην πλατεία μέσα σε κλουβί. Το πότε έγινε αυτό δεν διασώθηκε αλλά ο τρόπος της εκτέλεσης, και ειδικά η πίσσα και το κλουβί, παραπέμπει όχι στη Βενετοκρατία αλλά στην Αγγλοκρατία, όταν εκτελέσεις αυτού του είδους ήταν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Δείχνει δε ότι ακόμα και το 19ο αιώνα, όταν πλέον η Βενετία δεν υπήρχε σαν κρατική οντότητα, η οικογένεια Σιδηροκαστρίτη θεωρούσε ότι είχε δικαιώματα στο Μαραθονήσι και ότι αυτά είχαν καταπατηθεί από το Μακρή.

Η γενικευμένη παραδοχή ότι το Μαραθονήσι παραχωρήθηκε κάποτε από τους Βενετούς στην οικογένεια Μακρή δεν αποτελεί παρά αυθαίρετη εικασία και δεν στηρίζεται σε κανένα ντοκουμέντο ή μαρτυρία. Στην πραγματικότητα φαίνεται αρκετά απίθανη. Οι ανιψιοί του Ιωάννη Μακρή έφεραν τον τίτλο του σαν κληρονόμοι του φέουδου και όχι επειδή τιμήθηκαν από τη Βενετία ή τους παραχωρήθηκε κάποιο φέουδο. Αντίθετα, από το 1770 και μετά, οι Βενετικές αρχές είχαν λόγους να τους αντιμετωπίζουν με καχυποψία λόγω του ότι ήταν από τους πρωτεργάτες της Ζακυνθινής εκστρατείας στη Γαστούνη στα Ορλωφικά. Έκαναν μάλιστα και φυλακή γι αυτό το λόγο.

Από αυτούς ο Βασίλειος αποδείχτηκε όχι μόνο πολύ δραστήριος και φιλόδοξος πολιτικά αλλά και ιδιαίτερα ευέλικτος. Τόσο που το οικόσημο του θα έπρεπε να το στολίζει ανεμούριο. Αμέσως μετά την αποτυχία των συνομωσιών του αδελφού του Δραγανίγου για τη μαζική δολοφονία των Γαλλόφιλων Δημοκρατικών στη λιτανεία των Αγίων Πάντων, και αργότερα της Φανερωμένης, το 1796, εκδηλώθηκε ο ίδιος σαν Γαλλόφιλος (10). Αυτό δεν τον εμπόδισε δύο χρόνια αργότερα να βρεθεί έμπιστος του Ρώσου Πλωτάρχη Tisenghausen και από τους αρχηγούς της ‘Υψηλής Αστυνομίας’ μαζί με τον Αντώνιο Μαρτινέγκο. Στα ταραγμένα χρόνια που ακολούθησαν ο ισχυρός κομματάρχης, μεγαλοκτηματίας, νομικός και έμπορος ‘κόντε Μπαζίγιος’ συνέχισε την ίδια τακτική, και από συνεργάτης βρέθηκε αντίπαλος του Μαρτινέγκου, πότε εξυμνώντας το Βοναπάρτη και πότε υποκλινόμενος στο Βρετανικό Στέμμα, ανάλογα με τη φορά του ανέμου.

Αυτό που προβάλλει σαν η πιθανότερη εκδοχή για το Μαραθονήσι είναι ότι η προσπάθεια του Αλέξανδρου Νερούλη να εκλεγεί επικεφαλής του Λοιμοκαθαρτηρίου κέντρισε το ενδιαφέρον της αντίπαλης οικογένειας Μακρή για τη νησίδα. Το να περάσει το Μαραθονήσι στα χέρια των Μακρήδων στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα, όταν βρίσκονταν στο απόγειο της δύναμης τους, και οι αδελφοί Καψοκέφαλοι ήταν διοικητές της Πολιτοφυλακής, μάλλον δεν ήταν δύσκολο. Το ότι ο Γάμπαρας Καψοκέφαλος δεν είχε κατά πάσα πιθανότητα δικαίωμα να το πουλήσει ήταν απλή λεπτομέρεια εκείνη τη χαοτική και ανώμαλη εποχή. Το σίγουρο πάντως είναι πως στα τέλη της δεκαετίας του 1810, όταν πια οι Βρετανοί είχαν εδραιωθεί στα Ιόνια Νησιά, ο Πέτρος Μακρής, γιός του Βασιλείου, αναφέρεται πια σαν ιδιοκτήτης του Μαραθονησιού.  

Χάρτης του 1821 όπου το Μαραθονήσι αναφέρεται σαν ιδιοκτησία του κόντε Πέτρου Μακρή.

Γνωρίζουμε πως το μοναστήρι λειτουργούσε εκείνη την εποχή, αν και ίσως όχι ολόκληρο το χρόνο. Σύμφωνα με μια πληροφορία οι μοναχοί ήταν δύο (11):

Το 1810 ζούσαν σε αυτό το μέρος δύο ερημίτες, και μένανε σε ένα τετράγωνο πύργο, χτισμένο μέσα σε ένα κήπο φυτεμένο με ελαιόδεντρα, ο οποίος προσφέρει εξαιρετική θέα της περιοχής. Η ψηλή και απότομη πρόσοψη του νησιού αποτελείται από πεζούλες φυτεμένες με σιτάρι, και εδώ κι εκεί ελιές. Ανάμεσα στα βράχια υπάρχουν πολλά περίεργα φυτά και λουλούδια.

Τον Ιανουάριο του 1817 ο William Turner έκανε καραντίνα στη Λίμνη του Κεριού, όπου λειτουργούσε τώρα πια λοιμοκαθαρτήριο, το οποίο μάλιστα διέθετε και μόνιμο ικρίωμα για να μη μένει αμφιβολία ως προς τις συνέπειες μη συμμόρφωσης. Μια μέρα επισκέφτηκε το ‘βράχο’, όπως αποκαλούσε το Μαραθονήσι, και έγραψε (12):

Το βραδάκι πήγα στο βράχο που προφυλάσσει την είσοδο του λιμανιού, και που στέκεται ακριβώς στο κέντρο της. Εδώ βρίσκεται μια μικρή Ελληνική εκκλησία και μοναστήρι, γύρω από τα οποία υπάρχουν λίγα ελαιόδεντρα και τρία ή τέσσερα καλλιεργημένα χωράφια. Βρήκαμε εδώ ένα σκύλο και δύο γάτες στα πρόθυρα της λιμοκτονίας, αφού δεν υπήρχε ψυχή στα νησί, γιατί φαίνεται πως οι παπάδες μένουν εδώ μόνο το καλοκαίρι. Ταΐσαμε τις γάτες και πήραμε μαζί μας το σκύλο, ο οποίος ήταν από την ίδια κοπρίτικη ράτσα με κοντά αυτιά όπως εκείνοι της Κωνσταντινούπολης.

Μια κατοπινή αναφορά, σχετικά απροσδιόριστη χρονικά αλλά πάντως την περίοδο της Βρετανικής ‘προστασίας’, δείχνει πως ο Πέτρος Μακρής, ο οποίος ήταν πιθανότατα αυτός που γλύτωσε από το σμπάρο του Σιδηροκαστρίτη, ίσως είχε κάποια συμμετοχή (13) και σε άλλο Μαραθονησιώτικο δράμα με πυροβολισμούς. Είναι το τελευταίο που θα αναφερθεί εδώ, και επαφίεται στον αναγνώστη να το χαρακτηρίσει, ανάλογα με την ευαισθησία του στα δικαιώματα των τράγων και γενικότερα των γιδιών, σαν τραγωδία, ιλαροτραγωδία ή απλή Ζακυνθινή ‘μάντσια’ (14).

Το ένα (από τα νησιά), που λέγεται Maratonisi, είναι ψηλό και εμφανές, και είναι σχεδόν απέναντι από τα πηγάδια (της πίσσας). Άλλα, πιο χαμηλά, βρίσκονται προς το μέσο και την ανατολική πλευρά του κόλπου. Το ψηλό νησί λέγεται τώρα Goat island λόγω ενός αστείου σε βάρος ενός αξιωματικού της φρουράς πριν από όχι πολύ καιρό. Σε αυτό τον κύριο άρεσε πολύ το κυνήγι, και μερικές φορές το εξασκούσε προκαλώντας ενόχληση στους κτηματίες. Μια μέρα κάποιος Ζακυνθινός βρήκε ευκαιρία στη Λέσχη να επαινέσει τη σκοπευτική του δεινότητα και να τον ρωτήσει αν είχε ποτέ σκοτώσει κάποιο από τα αγριοκάτσικα αυτού του μικρού νησιού. ‘Α! Όχι, δεν είχα ιδέα ότι υπήρχαν τέτοια.’ ‘Λοιπόν,’ είπε ο πονηρός Ζακυνθινός, ‘μην το κουβεντιάσεις με κανένα, διαφορετικά θα χάσεις την ευκαιρία, αλλά απλώς πήγαινε με μια βάρκα στο νησί μια μέρα και προσπάθησε.’ Ο αθλητής μας έπεσε στην παγίδα και πολύ σύντομα ετοιμάστηκε για ημερήσιο κυνήγι αγριοκάτσικου. Αποβιβάστηκε στο νησί και, σκαρφαλώνοντας τον μάλλον απότομο, βραχώδη γκρεμό, πολύ γρήγορα είδε μερικές γίδες να βόσκουν στην αραιή βλάστηση. Όπως είναι αρκετά φυσικό ήταν μάλλον συνεσταλμένες και προσπάθησαν να αποφύγουν την παρατήρηση του παρείσακτου. Εις μάτην. Σε λίγο μια από αυτές έπεσε θύμα. Οι άλλες όμως, ευτυχώς, γλύτωσαν προσωρινά. Επέστρεψε με το θήραμα του αλλά δεν είπε τίποτα για την τύχη του. Μια ή δύο μέρες αργότερα ένας κύριος (όχι ο πληροφοριοδότης του) τον σταμάτησε στο δρόμο και του είπε με μεγάλη ευγένεια, ‘Ευχαρίστως να πηγαίνετε στο νησί μου να περάσετε την ώρα σας όποτε επιθυμείτε, σας παρακαλώ όμως να μην πυροβολείτε τις γίδες.’ Ο ιδιοκτήτης είχε βάλει εκεί τις γίδες για καλοκαιρινή βοσκή, και ιδέα δεν είχε ότι θα αντιμετωπίζονταν σαν ferae naturae (15).’

Κάπως έτσι, όπως τα ιστορήσαμε, ο Ναός της Φύσης, ο μικρός προμαχώνας του Χριστιανισμού και της Ευρώπης, το ιερό ερημητήριο του Μαραθονησιού, έγινε καλοκαιρινό λοιμοκαθαρτήριο, και μετά βοσκοτόπι, για να καταλήξει σχετικά πρόσφατα φιλετάκι προς αξιοποίηση, με συρματοπλέγματα και απαγορευτικές πινακίδες. Υπήρξε κάποια αντίσταση, η λέπρα της αγοράς και της ζήτησης δεν έχει αφήσει τους πάντες κατάκοιτους, και έτσι η σημερινή ιδιοκτήτρια εταιρεία συμβιβάζεται με ‘ήπια’ αξιοποίηση, ‘αποκατάσταση’ των κτιρίων τη λένε, και άλλα εύηχα. Μόνο που σε κάποιους από μας τα εύηχα μας φέρνουν βήχα. Οι φωτογραφίες ντόπιων προσκυνητών και παπάδων, απογόνων των ‘χωρικών εγκατοίκων’ που κάποτε υπεράσπισαν το νησί, αλλά και αυτών που κάθε χρόνο πλήρωναν για μια βδομάδα αναγκαστική ηλιοθεραπεία εκεί, να είναι χωρισμένοι από το εκκλησάκι με συρματόπλεγμα, κάθε άλλο παρά καθησυχαστικές είναι. Μακάρι όμως ο βήχας να μας κοπεί.

------------------------------------------------------------------------------ 

1)  Βλέπε Λ. Ζώης, Λεξικόν, έκδοση 1963, λήμμα Στράτης, σσ. 617 -618.

2)  Οι περί πανώλης πληροφορίες, όπως και τα σχετικά με τη χρήση του Μαραθονησιού σαν εποχιακό λοιμοκαθαρτήριο, προέρχονται από το βιβλίο της Κατερίνας Κωνσταντινίδου ‘Το κακό οδεύει έρποντας ... Οι λοιμοί της πανώλης στα Ιόνια Νησιά (17ος – 18ος αι)’, Βενετία 2007. Θα ήθελα να ευχαριστήσω την Πηνελόπη Αβούρη που μου έδωσε την ευκαιρία να συμβουλευτώ το βιβλίο πριν το αγοράσω.

3)  Νόμισμα μικρής αξίας. Το πλήθος όμως των φιλοξενουμένων φαίνεται πως ήταν εγγύηση ενός πολύ καλού εισοδήματος.

4)  Σύμφωνα με το Λεωνίδα Ζώη η οικογένεια Καψοκέφαλου είχε εγκατασταθεί στη Ζάκυνθο στις αρχές του 16ου αιώνα και γράφτηκε στη Χρυσόβιβλο το 1598. Ο Αναστάσιος είχε αντικαταστήσει επανειλημμένα τον σοπρακόμιτο Καίσαρα Καπνίση, πιθανότατα γύρω στα 1698, και είχε επίσης διοικήσει τουλάχιστον δύο δικά του πλοιάρια με 34 άνδρες στον πόλεμο του 1715 - 1718. Μαζί του είχε και τον νεαρό τότε Αντώνιο. Ο Αναστάσιος τιμήθηκε για τις υπηρεσίες του με τον τίτλο του κόμη το 1718.

5)  Βλέπε και την εργασία του Διον. Ζήβα ‘Τα Λαζαρέτα της Ζακύνθου’ στον τόμο ‘Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό’, Ζάκυνθος 2009, όπου στη σελίδα 346 δημοσιεύτηκε σχέδιο του 1735 με την προτεινόμενη επέκταση.

6)  Η βομβάρδα ήταν μικρό πολεμικό, κανονιοφόρος όπως θα λέγαμε σήμερα. Η ονομασία της προέρχεται από το ότι πολλές φορές, εκτός από τα συνηθισμένα ναυτικά πυροβόλα έφερε και βομβάρδες, δηλαδή πυροβόλα που έκαναν επισκηπτική βολή όπως οι όλμοι.

7)  Η Ιταλική οικογένεια Γάμπαρα είχε εγγραφεί στη Χρυσόβιβλο της Ζακύνθου το 1686 και είχε συγγενέψει με τους Καψοκέφαλους και τους Μακρήδες. Το τελευταίο αρσενικό μέλος της οικογένειας αποβίωσε το 1735 και έτσι το όνομα εξέλιπε. Για να διατηρηθεί η ανάμνηση του ονόματος ο Τζώρτζης Καψοκέφαλος, σύζυγος της Νικολέττας Γάμπαρα, βάφτισε το γιό του Γάμπαρα και ο Γάμπαρας έβγαλε το δικό του γιό Γαμπαράκη. Ο ‘εκλαμπρότατος και ευγενέστατος εξουσιαστής των αρμάτων Κυρ. κόμις Γάμπαρας Καψοκέφαλος’ δηλητηριάστηκε το 1811 λόγω των σχέσεων του με την Αυστρία κατά το Λεωνίδα Ζώη.

8)  Παναγιώτης Χιώτης, Ιστορικά Απομνημονεύματα, τ. 3ος, σ. 959.

9)  Το 1773 ο Βενετός πρεβεδούρος είχε μειώσει την παραχωρούμενη στον Ιωάννη Μακρή έκταση από 800 σε 550 στρέμματα επειδή τα υπόλοιπα ανήκαν σε άλλα πρόσωπα. Το 1823 οι αδελφοί Νερούλη είχαν προσπαθήσει να εγείρουν και πάλι αξιώσεις αλλά μετά από αλλεπάλληλες δίκες απέτυχαν. Όπως (1), λήμμα Λίμνη, σ. 356.

10)  Ντίνος Κονόμος, Ζάκυνθος Πεντακόσια Χρόνια (1478 – 1978), Τόμος Τρίτος, Πολιτική Ιστορία, (Τεύχος Α΄ 1478 – 1800), σ. 175.

11)  John Purdy, The New Sailing Directory for the Mediterranean Sea, Λονδίνο 1826, σ. 208.

12)  Journal of a tour in the Levant, τ. 3ος, Λονδίνο 1820, σ. 312.   

13)  Μπορεί όμως να πρόκειται και για το γιό του Κωνσταντίνο.

14)  David Thomas Ansted, The Ionian Islands in the year 1863, Λονδίνο 1863, σσ. 410 – 411.

15)  Νομικός όρος που περιγράφει άγρια ζώα.

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Το Μαραθονήσι της Ζακύνθου – Μέρος B΄


Ο Βενετικός στόλος του Φραντσέσκο Μοροζίνι καταδιώκει τον Τουρκικό.

Από το 1494 και για πολλές γενιές, άγνωστο πόσες, το Μαραθονήσι ανήκε στο μικρό μοναστήρι που φιλοξενούσε, και αυτό με τη σειρά του στην οικογένεια Σιδηροκαστρίτη από τον Πισινόντα. Πλούτο δεν είχε, λίγα μόνο στρέμματα καλλιεργήσιμης γης χωράγανε στο βατό, βόρειο τμήμα του. Το κρατούσανε όμως, το αφήνανε κληρονομιά στους νεότερους και συντηρούσανε ολοένα το μοναστήρι της Παναγίας της Μαραθονησιώτισσας, κάτι που πρέπει να ήτανε όρος απαράβατος για να μην το πάρει πίσω η Βενετική εξουσία και το παραχωρήσει σε κάποιον άλλο. Ήταν χρήσιμα τέτοια μικρά μοναστήρια, κάθε νησίδα γύρω από τη Ζάκυνθο είχε κι από ένα, προκεχωρημένα φυλάκια και παρατηρητήρια που λειτουργούσανε όσο αντέχανε στις πειρατικές επιθέσεις.

Πολλάκις το νησύδριον υπέστη καταστροφάς εκ πειρατών, αλλ’ εύρον εκεί εκ τούτων τον τάφον πέντε τω 1530, τη ανδρεία χωρικών εγκατοίκων’ μας πληροφορεί ο Σπυρίδων Δε Βιάζης (1). Εκείνες τις μέρες το Μαραθονήσι ανήκε σε κάποιο Νικόλαο Σιδηροκαστρίτη και την αδελφή του. Εφημέριος το 1531 ήταν ο Φιλόθεος Ραζής (2). Η οικογένεια Ραζή ήταν και αυτή από τον Πισινόντα, όπου κατείχαν άλλο μοναστήρι, του Σωτήρος, και έχουν δέσει επανειλημμένα το όνομα τους σαν ιερομόναχοι και ηγούμενοι με το μεγάλο μοναστήρι των Στροφάδων. Η καταγωγή τους είναι από την Κεφαλονιά και μακρύτερα στο χρόνο, τον 13ο αιώνα, από την Πολωνία. ‘Όχι ακριβή’ χαρακτηρίζει την πληροφορία περί Πολωνίας ο Λεωνίδας Ζώης (3), χωρίς όμως να εξηγεί το λόγο της αμφισβήτησης αυτής. Και μπορεί ο Ζώης να είχε δίκιο, μπορεί όμως και όχι, μιας και το όνομα Ραζής απαντάται αυτούσιο ακόμα και σήμερα στις ακτές της Βαλτικής. Σλαβικό βέβαια δεν είναι, η απώτερη καταγωγή του φαίνεται πως είναι Λιθουανική.

Το καλοκαίρι του 1571 οι λιγοστοί καλόγεροι ή όποιοι άλλοι έτυχε να βρίσκονται στο νησάκι, πρέπει να αντίκρισαν τη μεγάλη αρμάδα του Ουλούτζαλη καθώς έκανε απόβαση στον Υψόλιθο, στην απέναντι μεριά του κόλπου του Λαγανά. Είναι άγνωστο αν οι Οθωμανοί – Μπαρμπαρέζοι κυρίως αλλά και αρνησίθρησκοι κουρσάροι σαν το ναύαρχο τους – επιτέθηκαν στο μικρό μοναστήρι ή αν οι μοναχοί και οι κτήτορες έμειναν για να το υπερασπίσουν. Στην αρχή οι επιτιθέμενοι είχαν μεγαλύτερους και ευκολότερους στόχους, όπως η σχετικά ανοχύρωτη πόλη και το λιμάνι. Αργότερα, όταν είχαν πια ρημάξει τη Χώρα και τον κάμπο γύρω της, ίσως να προσπάθησαν να το λεηλατήσουν. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι πως 13 χρόνια αργότερα η Παναγία αναφερόταν στη διαθήκη του ιερομόναχου Δαμασκηνού Σιδηροκαστρίτη(4). 

Δύο γενιές ακόμα περάσανε και το 1637 κάποιος Αντώνιος Σιδηροκαστρίτης (Antonio Sidherocastriti) βεβαίωνε (5) ότι είχε στην κατοχή του, παραχωρημένη από τη Βενετία με επίσημα έγγραφα, τη βραχονησίδα του Μαραθονησιού, όπου ήταν χτισμένη μια εκκλησία της Παναγίας (6). Είναι φανερό ότι οι απόγονοι των αδελφών Σιδηροκαστρίτη του 1494, σχεδόν ενάμιση αιώνα αργότερα, κρατούσαν ακόμη τα κτητορικά δικαιώματα (jus patronatus) της Παναγίας της Μαραθονησιώτισσας, τα οποία ήταν κληρονομήσιμα. Τα δικαιώματα αυτά επεκτείνονταν σε ολόκληρη τη νησίδα, που είναι λογικό να αποτελούσε μοναστηριακή περιουσία. Τα εισοδήματα όμως της Παναγίας, σύμφωνα με τη δήλωση του Αντωνίου Σιδηροκαστρίτη, ήταν πενιχρά (6 δουκάτα).

Ο Αντώνιος πιθανότατα ζούσε ακόμα όταν ξέσπασε ο Κρητικός Πόλεμος στα 1645. Για 24 χρόνια αιμορραγούσαν ακατάσχετα τα Ιόνια νησιά, μαζί και η Ζάκυνθος. Σε μεγάλους αριθμούς τα καλύτερα παλληκάρια μπαρκάρανε στο στόλο της Γαληνοτάτης ή επανδρώνανε τα τείχη της Κάντιας, απ’ όπου πολύ λίγοι γυρίσανε. Και τον πληρώνανε διπλά αυτό τον πόλεμο, γιατί όσο κρατούσανε οι εχθροπραξίες πολλαπλασιάζονταν οι επιδρομές των Τούρκων κουρσάρων – όπως αυτή του 1658 εναντίον της Λιθακιάς, δίπλα ακριβώς από τον Πισινόντα – χωρίς ανάγκη προσχημάτων πια. Παραδόθηκε στο τέλος υπό όρους η Κάντια, όμως η ειρήνη κράτησε μόνο 15 χρόνια.

Κατά τη διάρκεια αυτής της ειρηνικής περιόδου, το 1675, επισκέφτηκαν τη Ζάκυνθο ο Άγγλος ιερέας George Wheler μαζί με το Γάλλο γιατρό Jacob Spon. Πήγαν στις πηγές της πίσσας δια θαλάσσης και έτσι επισκέφτηκαν το Μαραθονήσι. Ο Wheler έγραψε λίγες γραμμές (7):

Σε αυτό τον κόλπο υπάρχουν δύο άλλοι μικροί βράχοι, ή νησιά∙ το ένα από τα οποία λέγεται Marathronesa, ή το Νησί του Μάραθου, λόγω της αφθονίας αυτού του φυτού, το οποίο φυτρώνει εκεί και λέγεται στα Ελληνικά μάραθρον. Σε αυτό υπάρχει μόνο μια μικρή εκκλησία με ένα ή δύο καλογέρους, οι οποίοι προσέχουν μια γυναίκα που υποστηρίζουν ότι κατέχεται από ένα Διάβολο. Αλλά, όπως είπε ο σύντροφος μου, αυτός ο Διάβολος είναι ανόητος. Μας είπε ότι είναι από την Πάδουα ενώ δεν γνώριζε ούτε λέξη Ιταλικά∙ ούτε μπορούσε να μας πει από ποιά χώρα είμαστε, ή αν είμαστε παντρεμένοι ή ελεύθεροι∙ και ούτε μπορούσε να απαντήσει σε τίποτα με συνάφεια, αλλά μιλούσε μόνο με στιχάκια, στην πραγματικότητα άσχετα.

Η Ζάκυνθος κατά τον George Wheler. Αγνόησε ότι δεν είδε, δηλαδή τα τρία τέταρτα του νησιού. Σημείωσε όμως το Μαραθονήσι αλλά και το Βροντόνερο.

Νέος πόλεμος, ο 6ος Βενετοτουρκικός, ξέσπασε το 1684 και κράτησε μέχρι το τέλος του αιώνα. Ζωστήκανε πάλι τα όπλα για τη Χριστιανοσύνη οι Ζακυνθινοί, που λέει ο λόγος, γιατί δεν τα είχανε ποτέ τους ξεζωσμένα, κι ακολουθήσανε το Μοροζίνι.

Σε αυτούς τους δύο πολέμους του 17ου αιώνα διακρίθηκαν μέλη της οικογένειας Μακρή, οικογένεια που ήταν ήδη γραμμένη στο Ζακυνθινό Libro dOro από το 1572. Δύο από αυτούς – και οι δύο φέροντας το όνομα Παύλος και γι αυτό δεν αποκλείεται να πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο – πολέμησαν, στην Κρήτη ο ένας, σαν κυβερνήτης πλοίου, και στη Λευκάδα και στο Μοριά ο άλλος (8). Ο Ζακυνθινός κλάδος της πολυσχιδούς οικογένειας Μακρή, η οποία λέγεται ότι έλκει την καταγωγή της από την Κωνσταντινούπολη, έμελλε να συνδεθεί αργότερα με το Μαραθονήσι.

Μπαίνοντας στον τρίτο χρόνο του πολέμου επέδραμαν οι Τούρκοι στο νησάκι. ‘1686, Ιουλίου 5, επάτησε ο Τούρκος το Μαραθονήσι, και επήρανε σκλάβους καλόγηρους τρεις και τον εφημέριο, οπού ήτουν του καιρού εκείνου ο παπάς Ρουματζάς, με τα παιδιά του και με την κουνιάδα του, και το κόνισμα της Παναγίας,’ αναφέρεται σε σημείωση ανωνύμου ενσωματωμένη στο Ημερολόγιον (Χρονικό) του Μάτεση (9). Μια πολύ παρόμοια εκδοχή της επιδρομής αυτής δημοσίευσε ο Ντίνος Κονόμος (10). ‘1686, Ιουλίου 5, ημέρα Δευτέρα∙ μία φελούκα Τούρκικη επήγε εις το Μαραθονήσι και έπιασε τέσσερους καλογέρους και του παπά Ρουμαντζά τη γυναίκα και την κουνιάδα του συμβία του Ευγενή Sp. Φραντζέσκου Βλαστού και επήρανε και την εικόνα της Θεοτόκου, ως καθώς ήτον. Και εις τας 27 του αυτού Ιουλίου επήγε άλλη μία φελούκα Τούρκικη στου Ψαρού και επήρε τρεις σκλάβους και εκόψανε το κεφάλι ενού παπά.’ Η γενικότερη λειψανδρία είναι πιθανό πως δεν επέτρεπε πλέον την αδιάκοπη φύλαξη και την άμυνα της νησίδας όπως παλιότερα. Επιπλέον, όπως διαφαίνεται, επρόκειτο για απόλυτο αιφνιδιασμό διαφορετικά δεν θα υπήρχαν εκεί γυναικόπαιδα. Τρεις ή τέσσερεις καλόγεροι δεν ήταν οπωσδήποτε δυνατό να τα βάλουν με πειρατική φελούκα.

Στις μέρες μας η λέξη φελούκα φέρνει στο μυαλό κάποιο τρισάθλιο καΐκι ή τα πλοιάρια που ανεβοκατεβαίνουν το Νείλο αλλά δεν ήταν το ίδιο τον 17ο αιώνα. Η φελούκα ήταν μικρό πολεμικό, ταχύτατο, ευέλικτο και καλά οπλισμένο. Ήταν απόγονος της πειρατικής, και όχι μόνο, φούστας ή γαλιότας του 15ου και 16ου αιώνα, προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις των καιρών. Η φούστα, όπως και η γαλέα ή γαλέρα, ήταν πλοίο που είχε κουπιά στις δύο του πλευρές και έτσι μπορούσε να έχει κανόνια μόνο στην πλώρη, σε πολύ μικρό αριθμό. Δεν μπορούσε συχνά να τα βγάλει πέρα ούτε με συνηθισμένα εμπορικά σκάφη, τα οποία ήταν πλέον εξοπλισμένα με σημαντικό αριθμό κανονιών περιμετρικά. Η φελούκα είχε, για λόγους ευελιξίας και προσαρμοστικότητας, διατηρήσει τα κουπιά αλλά είχε μειώσει τον αριθμό τους στο μισό περίπου, έτσι που ανάμεσα τους να χωράνε θυρίδες για κανόνια.
Φελούκα στην Κεφαλονιά το 18ο αιώνα.

Τόσο οι Ρουμαντζάδες ή Ρωμαντζάδες όσο και οι Βλαστοί ήταν οικογένειες γραμμένες στο Libro dOro από πολλές γενιές. Μάλιστα, λίγα μόνο χρόνια πριν την τραγωδία του Μαραθονησιού κάποιος Σταμάτιος Ρωμαντζάς ήταν Πρωτοπαπάς Ζακύνθου (11). Οι Βλαστοί, όπως είναι αρκετά γνωστό, ήταν απόγονοι αρχόντων της Κρήτης, που υποστήριζαν πως είχαν εγκατασταθεί εκεί με χρυσόβουλλο του Βυζαντινού αυτοκράτορα. Η Μαραθονησιώτισσα μπορεί λοιπόν να ήταν μικρό μοναστήρι αλλά η ακτινοβολία της σε τοπικό επίπεδο δεν ήταν μικρή.

Ο σπετάμπιλε Φραντζέσκος Βλαστός, απόγονος του καπετάνιου της πολιτοφυλακής Κωνσταντίνου Βλαστού, ο οποίος είχε απωθήσει τους πειρατές στα βόρεια της Ζακύνθου το 1571, λιγότερο από ένα χρόνο μετά την απαγωγή της γυναίκας του εξόπλισε πλοίο με 20 άνδρες και μαζί με τον αδελφό του Ευστάθιο ρίχτηκαν στον πόλεμο. Διακρίθηκαν σε ναυμαχία κοντά στο Ρίο και το ίδιο καλοκαίρι ο Ευστάθιος δέχτηκε εκ μέρους της Βενετίας την παράδοση του κάστρου της Γλαρέντζας (12). Εντύπωση προκαλεί το γεγονός πως, όπως γράφει ο Κονόμος, στα τέλη του αιώνα τρείς κόρες του Φραντζέσκου εκάρησαν ταυτόχρονα μοναχές στον Άγιο Ιωάννη της Τέρρας του Κάστρου (13). Ο Φραντζέσκος παραχώρησε στο μοναστήρι 3000 δουκάτα. Η εισαγωγή των κοριτσιών στη μονή έγινε με τη συγκατάθεση της συζύγου του Μαρίας Νομικού. Είναι άγνωστο αν αυτή ήταν η απαχθείσα από το Μαραθονήσι και είχε στο μεταξύ απελευθερωθεί αλλά είναι πιθανό ότι οι δύο ιστορίες δεν είναι άσχετες. Μοναχός έγινε και ο ένας από τους δύο γιούς του.

Αυτή ήταν η τελευταία επιδρομή εναντίον του Μαραθονησιού, από όσο τουλάχιστον είναι γνωστό, όμως, όπως θα δούμε, δεν ήταν δυστυχώς η τελευταία τραγωδία που διαδραματίστηκε εκεί.

 

----------------------------------------------------------------------------- 

1)  Ντίνος Κονόμος, Ζακυνθινά χρονικά (1485-1953), Αθήνα 1970, σ. 178.

2)  Ντίνος Κονόμος, Εκκλησίες και μοναστήρια στη Ζάκυνθο, Αθήνα 1967, σ. 84.

3)  Λεωνίδας Ζώης, Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου, τ. Α΄, Αθήνα 1963, σ. 556.

4)  Βλέπε (1).

5)  Μαριάννα Κολυβά, Cattastico delle Chiese Greche / Καταστίχωση των ορθόδοξων Ναών και Μονών της Ζακύνθου (το έτος 1637), Θησαυρίσματα 34, Βενετία 2004, σ. 230.

6)  Είναι φανερό από αυτό ότι ολόκληρη η νησίδα του ανήκε.

7)  George Wheler, A journey into Greece, Λονδίνο 1682, σ. 43.

8)  Όπως (3), σ. 383. Επίσης Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Παύλου Δρανδάκη, λήμμα Μακρής.

9)  Κωνσταντίνος Σάθας, Ελληνικά Ανέκδοτα, τ. 1ος, Αθήνα 1867, σ. 228.

10)  Βλέπε (1). Επίσης σ. 92.

11)  Όπως (3), σ. 572.

12)  Παναγιώτης Χιώτης, Ιστορικά Απομνημονεύματα Επτανήσου, τ. 6ος, Ζάκυνθος 1887, σσ. 337 – 338.

13)  Όπως (1), σσ. 178 – 179.
Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .