Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκκλησία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκκλησία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Καρναβάλι στη Ζάκυνθο γύρω στα 1840 – μέρος B΄


Ο Άγιος Λύπιος από το Βουβαλομάντρι, William Gell 1811 (Βρετανικό Μουσείο).

Κατά το τελευταίο δεκαπενθήμερο το Καρναβαλιού οι παραστάσεις της όπερας, αντί για τέσσερες με πέντε φορές την εβδομάδα, δίνονται κάθε βράδυ. Κάθε τόσο ένα είδος λαχειοφόρου, που λέγεται Τόμπολα, γίνεται μεταξύ των πράξεων, με την κλήρωση επί σκηνής. Οι λαχνοί έχουν αρκετά χαμηλή τιμή έτσι που να μπορεί να τους αγοράσει ο καθένας. Υπάρχουν τρία έπαθλα, η Quartina, η Cinquina και η Tombola. Κάθε λαχείο έχει δεκαπέντε τυχαίους αριθμούς κατανεμημένους σε τρεις οριζόντιες γραμμές, με πέντε αριθμούς στην κάθε μία. Ας υποθέσουμε ότι πουλιούνται 100 λαχνοί, κάθε ένας με διαφορετική σειρά ή συνδυασμό αριθμών, ενώ διπλότυπο του καθενός κρατιέται για έλεγχο. Όλοι οι χρησιμοποιούμενοι αριθμοί μπαίνουν κατόπιν σε μία σακούλα και τραβιούνται διαδοχικά από ένα αγόρι πάνω στη σκηνή, που τους αναγγέλλει δυνατά. Για μεγαλύτερη ευκολία αναγράφονται σε ένα μεγάλο πίνακα πάνω στη σκηνή καθώς αναγγέλλονται. Ο κάτοχος του λαχνού διαγράφει όποιο αριθμό τραβιέται και όποιος καταφέρει να ακυρώσει πρώτος όλους τους αριθμούς του κερδίζει την Tombola, ή πρώτο έπαθλο. Η Quartina και η Cinquina κερδίζονται αντίστοιχα από όποιον ακυρώσει πρώτος τέσσερεις ή πέντε αριθμούς μιας οριζόντιας σειράς.

Μία ανατολίτικη ζήλεια εναντίον των θηλυκών επικρατεί στη Ζάκυνθο. Ακόμη και η Βρετανική στρατιωτική κατοχή έχει τόσα χρόνια αποτύχει να την εξαφανίσει, αν και ίσως την έχει σε κάποιο βαθμό μειώσει. Για έντεκα μήνες το χρόνο οι γυναίκες είναι πολύ απομονωμένες. Τα παράθυρα είναι κλεισμένα με τζελουτζίες μιας παράξενης κατασκευής που δεν υπάρχει αλλού και σε μερικές οικογένειες εφαρμόζονται οι πιο αυστηροί περιορισμοί. Η έλλειψη μόρφωσης των θηλέων οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην παρεμβολή αυτών των προκαταλήψεων, που εμπλέκονται αναγκαστικά με την υποβολή των θυγατέρων τους στη συνήθη εκπαίδευση. Θυμάμαι τη διαβεβαίωση μιας Ζακυνθινής κυρίας ότι είχε κάποιες εξαδέλφες στις οποίες δεν επιτρεπόταν ποτέ να συναντήσουν οποιοδήποτε αρσενικό εκτός από τους πιο κοντινούς τους συγγενείς και οι οποίες αν διάβαζαν ποτέ ένα βιβλίο το κάνανε κρυφά, αφού ένας τέτοιος δρόμος προς τη γνώση απαγορευόταν αυστηρά από τον πατέρα τους. Έτσι συμβαίνει συχνά πολλές κυρίες να μην μπορούν να ικανοποιήσουν το πάθος τους για τη μουσική πηγαίνοντας στην όπερα έξω από την περίοδο του Καρναβαλιού, όταν, υπό τη σκέπη αδιαπέραστης μεταμφίεσης και προστατευμένες από το πρόστυχο βλέμμα των χυδαίων, αποσπάται μια διστακτική συναίνεση από τον πάτερ φαμίλια.

Το τελευταίο βράδυ του Καρναβαλιού ένας χορός μεταμφιεσμένων ακολουθεί τις παραστάσεις στο θέατρο, αλλά μόνο η πλέμπα παίρνει μέρος. Και όμως όλα τα θεωρεία είναι γεμάτα θεατές. Υπάρχει πληθώρα μασκών παντού στο κτίριο. Τα νεαρά μέλη της οικογένειας έρχονται μαζί σε αυτή την περίπτωση – σχηματίζονται οικογενειακές παρέες επιδιδόμενες ενεργητικά στην ευχάριστη απασχόληση του φαγητού και του πιοτού – ζεστά δείπνα σερβίρονται στα θεωρεία – και όλοι φαίνονται να προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις λίγες ώρες απόλαυσης που απομένουν, πριν μπει η Σαρακοστή με κατήφεια, νηστεία και αυταπάρνηση.  

Τίποτα τώρα δεν μεσολαβεί για να σπάσει το μακρύ και μονότονο διάστημα μέχρι το επόμενο Καρναβάλι, ή για να διακόψει τη ζηλόφθονη απομόνωση του ωραίου φύλου, εκτός ίσως, από κάποια εορτή αγίου, δίνοντας αφορμή είτε σε κάποια λιτανεία (όταν όλοι επιτρέπεται να βάζουν τα καλά τους και να κοιτάζουν έξω από το παράθυρο), ή διαφορετικά σε κάποιο εξοχικό πανηγύρι, το οποίο συνήθως γίνεται σε ένα από τα ειδυλλιακά προάστια της πόλης. Εκτός από τον ψηλό και απόκρημνο λόφο, πάνω στον οποίο στέκεται το Κάστρο και οι παλιές Βενετικές οχυρώσεις, υπάρχει μια σειρά μικρότερων δεντρόφυτων λοφίσκων στους πρόποδες του Όρους Σκοπός, προς τα δυτικά της πόλης της Ζακύνθου. Σε ένα μικρό βραχώδες ύψωμα εδώ, στέκεται ένα εκκλησάκι, προς το οποίο, στο πανηγύρι του Αγίου Λύπιου, κατευθύνεται το ζωντανό ρεύμα. Τα απότομα μονοπάτια και οι διάφορες ελικοειδείς προσβάσεις που οδηγούν στο κτίριο σφύζουν από ζωή και κίνηση σαν σε μυρμηγκοφωλιά. Το αυτί κουφαίνεται από το αδιάκοπο κουδούνισμα των καμπανών, το χλιμίντρισμα των αλόγων, το βουητό των φωνών, τις παράφωνες στριγκλιές από τις πίπιζες, το γδούπο των ταμπούρλων, ανακατεμένα με το εύθυμο γέλιο, και τις φωνές και προσκλήσεις των ευάριθμων πωλητών φρούτων, κρεατικών και γλυκών. Ο αέρας είναι γεμάτος με απολαυστικές μυρωδιές ψητών και τηγανιτών – ολόκληρα αρνιά γυρίζουν στις σούβλες πάνω από τα κάρβουνα της φωτιάς – κρασοβάρελα αδειάζουν από πρόσχαρες ψυχές που έχουν μια φυσική αντιπάθεια προς τους ξερούς και γεμάτους σκόνη λάρυγγες. Σε ένα τραπέζι εκεί δίπλα είναι μια δελεαστική παράταξη από κανάτες με αναψυκτικά σε κάθε ποικιλία λαμπερού χρώματος – τέτοια που θα έβαζε σε δοκιμασία τις ηθικές αναστολές οποιουδήποτε οπαδού της εγκράτειας. Ψωμί σε ιδιόρρυθμα σχήματα, σαλάτες, ελιές, χοιρομέρι, τρυγόνια ψητά και στην άρμη*, με πολλές ακόμα προκλήσεις στη γεύση, επιδεικνύονται παντού.

Σε ένα κεντρικό σημείο έχει αναγερθεί μια παράγκα, διακοσμημένη με σημαίες από έξω και με εικόνες κρεμασμένες εσωτερικά, συνήθως Γαλλικές έγχρωμες γκραβούρες (οι οποίες έχω προσέξει ότι φτάνουν και στα πιο απομονωμένα μέρη του κόσμου). Εδώ άντρες και αγόρια χορεύουν, με ελάχιστα διαλείμματα, στους ήχους απεχθέστατης μουσικής. Πέρα από το πυκνό πλήθος μικρές παρέες έχουν σκορπίσει προς όλες τις κατευθύνσεις, καθισμένοι κάτω από δέντρα και συμμετέχοντας στο κέφι. Άντρες, γυναίκες και παιδιά είναι ντυμένοι με τα πιο ζωηρόχρωμα ρούχα τους – οι άντρες φοράνε κεντημένα βελούδινα ή μεταξωτά γιλέκα, φανταχτερά Αλβανικά μαντήλια και καινούργια φέσια με ριχτές φούντες. Οι περισσότερες γυναίκες φοράνε ένα άλικο ή κίτρινο μαντήλι από ελαφρύ ύφασμα στο κεφάλι. Τα μαλλιά είναι πάντα χτενισμένα με ξεχωριστή φροντίδα και στερεωμένα με μεγάλες τσιμπίδες στολισμένες με χρυσάφι, ασήμι ή κοράλλι. Η μόνη περίπτωση κακογουστιάς είναι το να τραβάνε την προσοχή στα φαρδιά τους πέλματα και τους χοντρούς αστραγάλους με τρυπητές κάλτσες και σανδάλια. Αν και είναι κυρίως από τις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις δεν υπάρχει τίποτα σαν φτώχεια ή κουρέλια. Οι γυναίκες ήταν σχεδόν όλες νέες και νομίζω δεν θα έπεφτα έξω αν έλεγα πως πέντε στις έξι ήταν γκαστρωμένες. Αυτό μόνο να πούμε για τον αέρα της Ζακύνθου, που είναι παροιμιωδώς ευνοϊκός για την αναπαραγωγή του είδους. Όλα γίνονται με ενθουσιασμό και καλή διάθεση, και σχεδόν καμία περίπτωση μέθης ή διαπληκτισμού δεν παρατηρείται, παρόλο που οι άντρες κάθε άλλο παρά διακρίνονται για την εγκράτεια τους. Το αντίθετο, καταναλώνουν μια τεράστια ποσότητα ντόπιου κρασιού. Κανείς να μην πει κακή κουβέντα για τις γιορτές των αγίων γιατί αυτό είναι ένα παράδειγμα της πραγματικής τους χρησιμότητας, το να δίνουν στους ανθρώπους την ευκαιρία για λίγη αθώα και υγιεινή ψυχαγωγία.

---------------------------------------------------------


* (Σημείωση του συγγραφέα) Μία εποχή του χρόνου μεγάλος αριθμός τρυγονιών επισκέπτονται αυτό το νησί και τα γειτονικά. Στους ντόπιους αρέσει να τα κυνηγάνε με ντουφέκι και τα σαρώνουν από τα δέντρα με πυκνά πυρά. Μεγάλος αριθμός πιάνεται επίσης με θηλιές , έτσι που η αγορά της Ζακύνθου κατακλύζεται από αυτά. Όσα δεν πουληθούνε ρίχνονται σε ένα βαρέλι με άρμη και διατηρούνται μέχρι να χρειαστούνε.

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015

Η πορεία έξι αιώνων μιας πολεμικής κραυγής


Ο Maxime Raybaud, Γάλλος στρατιωτικός και φιλέλληνας που πολέμησε στην Επανάσταση του 1821, περιέγραψε μια πολεμική κραυγή των επαναστατημένων Ελλήνων που του έκανε μεγάλη εντύπωση (1).

Οι Έλληνες έχουν μια ιδιότυπη κραυγή όταν πλησιάζουν τον εχθρό: ένα είδος λαρυγγικού ολολυγμού – αλλά αυτή η κραυγή παίρνει άλλο χαρακτήρα όταν υψώνουν το μαχαίρι ή το γιαταγάνι εναντίον ενός θύματος. Θα μπορούσε να πει κανείς πως η πικρή ειρωνεία της νίκης, η οργή της εκδίκησης, η απάνθρωπη χαρά του αίματος, όλα εκφράζονται ταυτόχρονα σε αυτή την κραυγή, που συνήθως συνοδεύεται από ένα σαρδόνιο και άγριο γέλιο όχι λιγότερο τρομερό. Αυτή την κραυγή του ανθρώπου-τίγρη, του ανθρώπου που καταβροχθίζει άνθρωπο, είναι φοβερό να την ακούς και πάντα μου προξενούσε την πιο οδυνηρή αίσθηση.

Δεν φρόντισε να καταγράψει αυτό το βρυχηθμό του ανθρώπου-τίγρη. Πιθανόν επειδή, νεοφερμένος στην Ελλάδα και γράφοντας στα Γαλλικά, δεν θεωρούσε ότι μπορούσε να τον αποδώσει ικανοποιητικά. Ακόμη περισσότερο ίσως επειδή δεν θα σήμαινε και πολλά στους Γαλλόφωνους αναγνώστες του. Από αυτά όμως που έγραψε εμείς μπορούμε σχετικά εύκολα να βγάλουμε μερικά ασφαλή συμπεράσματα. Το πρώτο είναι ότι υπήρχε σε χρήση κάποια συγκεκριμένη λέξη ή φράση και ότι οι επαναστάτες δεν έβγαζαν άναρθρες κραυγές, ούτε ο καθένας φώναζε μόνο όποια βρισιά του ερχόταν στο μυαλό. Το δεύτερο είναι πως ήταν διαδεδομένη ευρύτατα, σε σημείο που μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν η πολεμική κραυγή των Ελλήνων εκείνη την εποχή ή τουλάχιστον των επαναστατημένων.

Αυτά τα δύο συμπεράσματα υποστηρίζονται έμμεσα από το Γιαννιώτη επαναστάτη Αρτέμιο Μίχο, ο οποίος έκανε λόγο για ‘συνήθη αλαλαγμό’ των Ελλήνων στο Μεσολόγγι (2). Δεν μπήκε στον κόπο να μας πει ποιός ήτανε – πιθανότατα ήταν τόσο γνωστός που ήταν περιττό – ενώ αντίθετα μας έδωσε τους πολύ λιγότερο γνωστούς αλαλαγμούς των Σουλιωτών (3).

Το τρίτο συμπέρασμα είναι πως η κραυγή δεν ήταν κάποια προτροπή του τύπου ‘Απάνω τους’ ή ‘Φάτε τους’ αφού φωναζόταν ακόμη και μιαν ανάσα από τον εχθρό. Δεν ήταν τόσο, ή μόνο, για να ανυψώσει των ηθικό των ημετέρων αλλά για να εκφράσει το μένος των επιτιθέμενων και να τρομοκρατήσει τον αντίπαλο. Πρωταρχικός στόχος ήταν να το βάλει ο εχθρός στα πόδια ή, διαφορετικά, να του κοπούν τα γόνατα και να του κόψουν το λαιμό.

Το τέταρτο συμπέρασμα είναι ότι δεν επρόκειτο ούτε και για κάποιο σύνθημα όπως το ‘Ελευθερία ή θάνατος’. Δεν έδινε διάλεξη περί ελευθερίας ο πολεμιστής, ούτε έκανε διαδήλωση – ούρλιαζε. Η κραυγή του, βγαλμένη βαθιά από το λάρυγγα, θύμιζε βρυχηθμό αιλουροειδούς. Τέτοια κραυγή υπάρχει μόνο μία στον Ελληνικό χώρο και είναι από παλιά γνωστή σε όλα σχεδόν τα μήκη και πλάτη του, από την Ήπειρο ως την Κύπρο και από τη Ζάκυνθο ως τη Μικρά Ασία: Γιούργια! Δύο βαθιά λαρυγγικές συλλαβές ενωμένες με ένα ρο. Δύσκολα θα μπορούσε να βρεθεί λέξη, σε οποιαδήποτε γλώσσα, που, στο απόγειο της φωνής ενός μαινόμενου πολεμιστή να θυμίζει περισσότερο τίγρη.

Είναι θλιβερό, και οιωνός κάκιστος, το ότι η λέξη ‘γιούργια’ στη σημερινή αργκό – όπου είναι πιθανότερο να την πρωτοσυναντήσουν οι νεαροί Έλληνες – σημαίνει λεφτά, από την Αγγλική προφορά του Ευρώ, το Γιούρο. Αλλά τι πραγματικά σημαίνει η κραυγή ‘Γιούργια’; Ποια είναι η ετυμολογία της; Γιατί τη φωνάζανε την ώρα της ορμής;

Ψάχνοντας σε διάφορα λεξικά βρίσκει κανείς μια γενικότερη συναίνεση. Οι λεξικογράφοι μας τη συνδέουν με τη λέξη ‘γιουρούσι’, που σημαίνει έφοδος και με τη σειρά της προέρχεται από την Τουρκική ‘yürüyüş’. Στα Τουρκικά ‘yürüyüş’ σημαίνει πορεία, πορεία ειρήνης για παράδειγμα, αλλά σήμαινε και επέλαση. Ο Αρτέμιος Μίχος, περιγράφοντας ένα Τουρκικό συναγερμό έγραψε (4):

‘...έκρουσε συγχρόνως όλα τα κύμβαλα (ταβλαμπάζια) και με τας αγρίας φωνάς ‘γιούρουνους, γιούρουνους’ και αλλαλαγμούς και με τα ξίφη και λόγχας εις τας χείρας ...’

Είναι φανερό ότι το ‘γιούρουνους’ του Μίχου είναι το ‘yürüyüş’.  Όσοι γνωρίζουν πως προφέρεται το ‘ü’ στα Τουρκικά καταλαβαίνουν πως το ‘yürüyüş’ είναι εντελώς ακατάλληλο σαν πολεμική κραυγή και οι Τούρκοι το χρησιμοποιούσαν μόνο σαν πρόσταγμα. Αυτή τη λέξη λοιπόν τη δανείστηκαν οι Έλληνες, απλοποιώντας τη σε ‘γιουρούσι’. Από που και ως που όμως, από ποιά ανάγκη και με ποιές διεργασίες, βγήκε το ‘Γιούργια’ από το ‘γιουρούσι’ ή από το ‘yürüyüş’; Απάντηση σε αυτό δεν υπάρχει.

 Αντιλαμβανόμενοι ότι η θεωρία χώλαινε σοβαρά κάποιοι προσπάθησαν να τη βελτιώσουν. Όχι, έγραψαν, δεν προέρχεται από το ‘yürüyüş’ το ‘Γιούργια’ αλλά από το ‘yürü’, που σημαίνει περπάτα, προχώρα. Κάποιος μάλιστα προχώρησε ακόμα περισσότερο. Το ‘Γιούργια’, έγραψε, προέρχεται από την έκφραση  ‘yürü ya’, που σημαίνει ‘προχώρα λοιπόν’, και μπορεί και σήμερα να το ακούσει κανείς από ένα μπαϊλντισμένο ταξιτζή της Κωνσταντινούπολης όταν ο προπορευόμενος οδηγεί αργά.

Φυσικά ούτε αυτή η εξήγηση δίνει απάντηση στο εύλογο ερώτημα γιατί οι Έλληνες να φωνάζουν στα Τούρκικα ‘Άιντε προχώρα’. Τους έφραξε μήπως το δρόμο κάποιος Τούρκικος αραμπάς; Δεν λέω πως αυτή η εξήγηση είναι εντελώς αδύνατη. Η περίφημη ιαχή ‘Αέρα’ του 1940 είναι εξίσου απροσδόκητη, αν όχι περισσότερο, και υπάρχουν κάμποσες ιστορίες που προσπαθούν να εξηγήσουν το πως προέκυψε. Όμως στην περίπτωση του ‘Γιούργια’ υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν προς μια κατεύθυνση πολύ μακριά από ένα Τουρκικό δάνειο. Πιο συγκεκριμένα, ας δούμε δύο λήμματα από την Επιτομή του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669) του Εμμανουήλ Κριαρά:

ουριάζω, (I γουριάζω. — Βλ. και γουριώ.  I. Ενεργ. 1) Θρηνώ, οδύρομαι: (Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. έ 38)· κείνη … ουριάζει, κλαίει, μαδιέται και φωνάζει (Συναξ. γυν. 991). 2) Ορμώ με φωνές, με αλαλαγμούς: ούριαξαν ολόγυρα απάνω εις τον Τόρνον με τα κοντάρια οι πεζοί τα άλογα να σφάζξουν (Χρον. Τόκκων 2349). 3) (Προκ. για ζώο) ουρλιάζω· (για κουρούνα ή κουκουβάγια) κράζω, (για σκύλο) αλυχτώ, (για γαϊδούρι) γκαρίζω: (Μαχ. 66821, 22, 20), (Συναξ. γαδ. 318). II. Μεσ. (με ενεργ. σημασ.) φωνάζω, ουρλιάζω: (Πόλ. Τρωάδ. 5245). [<αρχ. ωρύομαι. Ο τ. στο Meursius (λ. γουργιάζειν) και σήμ. ιδιωμ. Η λ. και άλλοι τ. και σήμ. ιδιωμ.]

και ακόμη

γουριώ. Ουρλιάζω: ωσάν οι λύκοι που γουριούν πότε να βρουν να φάσι (Κορων., Μπούας 21). [<αόρ. του γουριάζω (βλ. ουριάζω (Ι))]

Έχουμε δηλαδή μεσαιωνικό ρήμα ‘ουριάζω’, ‘γουριάζω’ και ‘γουριώ’ καταγεγραμμένο από τις αρχές του 15ου αιώνα αφού τότε γράφτηκε το Χρονικό των Τόκκων. Αυτό σημαίνει ότι το ρήμα ήταν σε χρήση τουλάχιστον από το 14ο . Δεν χρειάζεται νομίζω να υποδείξω ότι στην πράξη μιλάμε για προφορά ‘ουργιάζω’, ‘γουργιάζω’ και ‘γουργιώ’. Άλλωστε γραφόταν και ‘γουργιάζω’(5). Η μία σημασία του ρήματος είναι ίδια με αυτή του αρχαιοελληνικού ‘ωρύομαι’ και η άλλη ταυτόσημη με το νεοελληνικό ρήμα ‘γιουργιάρω’. Το ‘γιουργιάρω’ ήταν σε χρήση στη Ζάκυνθο, όπου αναφέρεται από το Λεωνίδα Ζώη (6), όπως και στα Σφακιά (7). Σημαίνει ορμάω με φωνές.

Δύο ρήματα που έχουν ακριβώς την ίδια σημασία και ουσιαστικά διαφέρουν μόνο κατά ένα ιώτα δεν μπορεί να είναι άσχετα μεταξύ τους. Βέβαια ο Κριαράς ετυμολογεί το μεσαιωνικό ρήμα από το αρχαίο ‘ωρύομαι’ και έχει δίκιο. Όμως η ιστορία δεν τελειώνει εκεί. Το ‘ουριάζω’ απέκτησε στον ύστερο Μεσαίωνα μια παραπάνω σημασία, της επίθεσης, και ένα πρόσθετο αρχικό γάμμα επειδή επηρεάστηκε από την πολεμική κραυγή ‘Γιούργια’. Η κραυγή αυτή ήταν δηλαδή σε χρήση, σε κάποια μορφή, από το 14ο αιώνα τουλάχιστον. Εκείνη την εποχή η δυτική Ελλάδα δεν είχε ακόμη καταληφθεί από τους Οθωμανούς. Τόσο στο Χρονικό των Τόκκων όσο και στα του Μπούα Ανδραγαθήματα, γραμμένα από το Ζακυνθινό Τζάνε Κορωναίο κάπου εκατό χρόνια αργότερα, στις αρχές του 16ου αιώνα, οι λέξεις με Τουρκική προέλευση είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Ειδικά το ‘γιουρούσι’ δεν υπάρχει ούτε στο λεξικό του Κριαρά. Είναι λέξη νεοελληνική και όχι μεσαιωνική. Έτσι, οι, ούτως ή άλλως μικρές, πιθανότητες το ‘Γιούργια’ να προέρχεται από το ‘γιουρούσι’ ή το ‘yürü’ εξανεμίζονται. Τότε όμως ποιά είναι η προέλευση του;

Στην Ελλάδα έχουμε επώνυμα Γιούργιας, Γιούργας, Γιούργος, Γιουργής, Γιουργάκης και πιθανόν άλλα παρόμοια που δεν τα γνωρίζω. Όλοι οι άνθρωποι που τα φέρουν δεν έχουν αναγκαστικά κάποιο πρόγονο που συνήθιζε να κάνει εφόδους.  Έχουν όμως κάποιο πρόγονο που σε νηπιακή ηλικία είχε βαφτιστεί Γεώργιος. Δεν είμαι φιλόλογος, ούτε γλωσσολόγος. Μην περιμένετε να σας πω για φωνητικούς κανόνες, για στένωση του έψιλον, κώφωση του ωμέγα ή ταυτόχρονη συνίζηση. Μπορώ όμως να σας θυμίσω με δύο στίχους, με βορειοελλαδίτικη προφορά, τι παθαίνουν κάποια φωνήεντα, σε ένα πολύ μεγάλο μέρος της Ελληνικής επικράτειας:

‘Άιντι γιούργια, γιούργια, γιούργια,
άιντι κι ου χουρός θέλει τραγούδια.’

Και τις σχέση έχει το όνομα Γεώργιος με τον πόλεμο θα μου πείτε. Απολύτως καμία! Όμως ο Άγιος Γεώργιος ο καβαλάρης, ο Τροπαιοφόρος, ο φονιάς του δράκου, έχει και παραέχει. Γι αυτό και θεωρείται προστάτης του Ελληνικού Στρατού. Κοντολογίς υποστηρίζω ότι η πολεμική κραυγή ‘Γιούργια’ ήταν επίκληση του Αγίου Γεωργίου και πως πήρε αυτή την τελική μορφή επειδή είναι πολύ ευκολότερο και δραστικότερο να φωνάζεις ‘Άι Γιώωωργιεεε’ παρά ‘Άαγιεε Γεώωωργιεε’. Από το ‘Γιώργιε’ στο ‘Γιούργια’, που κραυγάζεται ακόμα καλύτερα, η απόσταση είναι εξίσου ασήμαντη.

Η επίκληση ενός αγίου σαν πολεμική ιαχή δεν ήταν τίποτα παράξενο. Στην δίγλωσση Καινή Διαθήκη του Μάξιμου Καλλιουπολίτη το ‘γουργιάζω’ είναι μετάφραση στα Ελληνικά εκείνης της εποχής του αρχαίου ‘αλαλάζω’ (8). Το ρήμα ‘αλαλάζω’ προέρχεται από την πολεμική κραυγή ‘Αλαλά’ των αρχαίων. Στην Ελληνική Μυθολογία η Αλαλά ήταν κόρη του Πολέμου και της Ύβρεως. Ένα από τα επίθετα του ίδιου του Άρη ήταν αλαλάξιος. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν ήταν οι μόνοι που φρόντισαν να συσχετίσουν, έμμεσα ή άμεσα, την πολεμική τους κραυγή με το θείο. Οι Μουσουλμάνοι, από το Μωάμεθ μέχρι σήμερα, χρησιμοποιούν το ‘Αλλάχ ου ακμπάρ’ (ο Θεός είναι μεγάλος), που λέγεται και ‘τακμπίρ’. Στους τελευταίους αιώνες του Μεσαίωνα – έτσι τουλάχιστον πιστεύεται επειδή συχνά δεν υπάρχουν συγκεκριμένες μαρτυρίες – ήταν πολύ συνηθισμένο οι διάφοροι στρατοί να χρησιμοποιούν σαν πολεμική κραυγή το όνομα του αγίου που θεωρούσαν προστάτη τους. Έτσι οι Γάλλοι χρησιμοποιούσαν τον Άγιο Διονύσιο, οι Ισπανοί τον Άγιο Ιάκωβο, οι Βενετοί τον Άγιο Μάρκο, οι Γενοβέζοι και οι Άγγλοι τον Άγιο Γεώργιο.

Οι Σουηδοί του Μεσαίωνα μάλιστα φαίνεται πως είχαν και αυτοί δημιουργήσει ένα ρήμα από το όνομα του Αγίου Γεωργίου, το οποίο σήμαινε την αναφώνηση πολεμικής κραυγής ακόμη και όταν ο άγιος του οποίου γινόταν επίκληση ήταν διαφορετικός, όπως παρακάτω (9):

‘Munsgoy wart mit schalle
Gegrosiit von den Christen’

Ή σε ελεύθερη μετάφραση, ‘Με την ιαχή Montjoie  Γιούργιαραν οι Χριστιανοί’. Τη λέξη ‘Montjoie’ ακολουθούσαν οι λέξεις ‘Saint Denis’ ή ‘Saint André’ ανάλογα με το ποιοί τη φώναζαν, Γάλλοι ή Βουργουνδοί.

Οι Βυζαντινοί τιμούσαν πληθώρα στρατιωτικών αγίων και ανάμεσα τους ο Άγιος Γεώργιος είχε θέση ξεχωριστή. Η ιδιαίτερα τιμητική θέση του είναι ευδιάκριτη κατά την Υστεροβυζαντινή ή Παλαιολόγεια περίοδο. Η ημέρα μνήμης του αγίου ήταν σημαντική γιορτή και ο αυτοκράτορας απερχόταν στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων (10). Από τους στρατιωτικούς αγίους μόνο η μνήμη του Αγίου Δημητρίου γιορταζόταν ανάλογα. Όμως το 14ο αιώνα από τα έξι ζεύγη Βασιλικών Φλαμούλων, δηλαδή των πολεμικών σημαιών της αυτοκρατορίας, το ένα παρίστανε τον Άγιο Γεώργιο έφιππο (11). Κανένας άλλος στρατιωτικός άγιος εκτός από το Γεώργιο δεν είχε ξεχωριστό Βασιλικό Φλάμουλο. Τέτοια τιμή επιφυλασσόταν μόνο σε αυτόν και στην αρχιστράτηγο, την Παναγία. Στις διάφορες γιορτές τα Βασιλικά Φλάμουλα παρατάσσονταν μπροστά και πίσω τους αυτά των δεσποτών, των αρχόντων και των δημάρχων. Ούτε στις τελετές της στέψης νέου αυτοκράτορα δεν τον ξεχνούσαν: την ώρα που ένας αξιωματούχος έριχνε νομίσματα στο λαό ο αυτοκράτορας μοίραζε χρυσά νομίσματα στους άρχοντες στην αυλή του παλατιού, όπου υπήρχε εικόνισμα του μεγαλομάρτυρα Γεωργίου (12).

Αυτά ίσως δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο της αυξημένης αίγλης του αγίου σε Ανατολή και Δύση από τις Σταυροφορίες και μετά. Σημαντικό ρόλο μπορεί να έπαιξε η στρατηγική συμμαχία των Παλαιολόγων με τη Γένοβα, της οποίας ο Γεώργιος ήταν προστάτης. Μέρος της Κωνσταντινούπολης, το Πέραν, στην απέναντι πλευρά του Κεράτιου, είχε παραχωρηθεί στους Γενοβέζους. Αυτή η παραχώρηση διατηρήθηκε μέχρι την άλωση το 1453 και έτσι για 180 χρόνια στην Πόλη ανέμιζαν δύο κρατικές σημαίες: η μία με το χρυσό σταυρό των Παλαιολόγων, και η άλλη με τον κόκκινο σταυρό της Γένοβας, ο οποίος από κάποιο σημείο και μετά καθιερώθηκε σαν σταυρός του Αγίου Γεωργίου (13).


Η σημαία του Βυζαντινού αυτοκράτορα με βάση Ισπανικό κώδικα του 14ου αιώνα.


Λεπτομέρεια του Καταλανικού Άτλαντα του 1375, όπου στη θέση της Κωνσταντινούπολης εμφανίζονται δύο σημαίες, των Παλαιολόγων και της Γένοβας. Η δεύτερη κυματίζει και στη Θεοδοσία της Κριμαίας.


Ανεξάρτητα από το αν ο Άγιος Γεώργιος είχε γίνει ή όχι εργαλείο στις διεθνείς σχέσεις των Παλαιολόγων δεν μπορούσε παρά να είναι ιδιαίτερα αγαπητός στις τάξεις του στρατού. Ήταν ένας δικός τους άγιος. Ακόμη περισσότερο στο ελαφρύ ιππικό, αφού σαν ελαφρός ιππέας απεικονιζόταν και εξακολουθεί να απεικονίζεται ο Γεώργιος στην Ορθόδοξη εικονογραφία. Στο Μοριά, λίγα χρόνια μετά την άλωση, και ενώ όλα είχαν πια χαθεί, ένα μεγάλο μέρος του ελαφρού ιππικού προτίμησε να καταφύγει στις Βενετικές κτήσεις της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναυπλίου, και να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους εκεί αντί στο Σουλτάνο, ελπίζοντας πάντα πως με χριστιανική βοήθεια από τη Δύση θα μπορούσαν να διωχτούν οι Οθωμανοί. Οι άνθρωποι αυτοί, γνωστοί στους Βενετούς αρχικά σαν stratioti, δηλαδή Στρατιώτες, και αργότερα stradioti, έφεραν μαζί τους τα άλογα και τον οπλισμό τους, και μια ολόκληρη κουλτούρα που βέβαια περιελάμβανε τις πολεμικές τους συνήθειες και τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις.

Λίγο μετά τη λήξη του δεκαεξάχρονου Βενετοτουρκικού πολέμου 1463 – 1479 αρκετοί από αυτούς, απογοητευμένοι από τη συνθήκη ειρήνης και εξαγριωμένοι από τον τρόπο που τους μεταχειρίστηκαν οι Βενετοί, πήραν μέρος σε αντι-Οθωμανική εξέγερση, στην οποία ηγήθηκε ένας από τους καπεταναίους τους, ο Κροκόνδυλος Κλαδάς. Μετά την ήττα της εξέγερσης το 1481 οι αντάρτες κατέφυγαν στα βουνά δημιουργώντας χάος με τις επιδρομές τους εναντίον των Τούρκων και σε ορισμένες περιπτώσεις εναντίων των Βενετών. Με Τουρκική προτροπή οι Βενετοί πρόσφεραν αμνηστία στους αντάρτες και τη δυνατότητα να υπηρετήσουν και πάλι τη Βενετία. Αρκετοί δέχτηκαν την προσφορά – ορισμένοι την είχαν επιδιώξει – ενώ άλλοι συνέχισαν τις επιδρομές (14). Ήταν οι πρώτοι Κλέφτες του Μοριά.

Όσοι επανεντάχτηκαν στις Βενετικές δυνάμεις αντιμετώπισαν καχυποψία, μάλλον δικαιολογημένη, και κατηγορίες για συνεργασία με τους συγγενείς τους που είχαν παραμείνει στα βουνά. Οι stratioti γενικότερα θεωρήθηκαν απειλή για την ειρήνη με το Σουλτάνο και επιδιώχθηκε η ελάττωση του αριθμού τους στο Μοριά. Έτσι πολλοί στάλθηκαν στην Ιταλία να πολεμήσουν και στην νεοαποκτημένη Ζάκυνθο σαν άποικοι και φρουροί.

Στη Βενετία εκείνη την εποχή οι Έλληνες ήταν πολλοί και ένα μεγάλο μέρος τους ήταν stratioti. Η εκκλησία που έχτισαν λέγεται ακόμα Άγιος Γεώργιος των Ελλήνων. Ο Θεόδωρος Παλαιολόγος, καπετάνιος των Στρατιωτών από τη Ζάκυνθο, ήταν μέλος της επιτροπής που φρόντισε για την οικοδόμηση της (15). Θάφτηκε εκεί έξι χρόνια αργότερα. Ο Μερκούριος Μπούας, ο διασημότερος από τους Στρατιώτες, απαθανατίστηκε σε πίνακα του Lorenzo Lotto όπου στο βάθος απεικονίζεται ο Άι Γιώργης να σκοτώνει το δράκοντα. Είναι γενικά παραδεκτό πως ο Γεώργιος ήταν ο προστάτης τους.


Λεπτομέρεια του πίνακα του Lotto με το Μερκούριο Μπούα. Ο Αι Γιώργης σκοτώνει το δράκοντα.

 Απτή απόδειξη των όσων υποστηρίζω είναι ότι οι Στρατιώτες πραγματικά κραύγαζαν το όνομα του αγίου στη μάχη. Όπως μας μεταφέρει ο σύγχρονος τους Marino Sanudo, το καλοκαίρι του 1495, σε μάχη εναντίον των Γάλλων κοντά στη Νοβάρα, οι stratioti φώναζαν τα ονόματα του Αγίου Μάρκου και του Αγίου Γεωργίου (16). Φυσικά ο Άγιος Μάρκος ήταν ο προστάτης της Βενετίας και για τα συμφέροντα της Βενετίας πολεμούσαν. Ο Άγιος Γεώργιος όμως δεν έχει καμία σχέση με τη Βενετία, ήταν ο δικός τους άγιος, η δική τους πολεμική ιαχή.

Δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να φωνάζουν, όπως σε κάθε μάχη, την πολεμική κραυγή των παππούδων τους που υπηρέτησαν τους Παλαιολόγους – κυριολεκτώ εδώ αφού το επάγγελμα του ελαφρού ιππέα, του Στρατιώτη, ήταν σε μεγάλο βαθμό οικογενειακή κληρονομιά. Την ίδια ιαχή φώναζαν τα ξαδέλφια τους, οι Κλέφτες, όταν επέδραμαν από τα βουνά της Ελλάδας. Η ίδια τρομερή ιαχή μεταφέρθηκε, πάλι από Στρατιώτες, σε μέρη που δεν είχε εξουσιάσει το Βυζάντιο στους τελευταίους αιώνες της ύπαρξης του, όπως η Κεφαλονιά, Κρήτη και η Κύπρος. Ρίζωσε και εκεί, μέσα από τις μάχες εναντίον των πειρατών και των Τούρκων. Διατηρήθηκε όσο υπήρχαν Στρατιώτες στα νησιά και Κλέφτες στα βουνά, όσο τα τσούρμα ήταν έτοιμα για ρεσάλτο – όσο χρειαζόταν.

-------------------------------------------------------------------------   
1)  Maxime Raybaud, Mémoires sur la Grèce pour servir a l’Histoire de la guerre de l’indépendance, Παρίσι 1824, τ. Α΄, σ. 466. Η μετάφραση στα Ελληνικά του παρατιθέμενου εδώ αρχικού κειμένου είναι δική μου.

Les Grecs ont un cri particulier lorsqu’ils approchent de l’ennemi: c’est une sorte d’ululement guttural; mais ce cri prend un autre caractère lorsqu’ils lèvent le poignard ou l’atagan sur une victime. Il est tel alors qu’on ne pourrait en rendre l’expression: l’ironie amère de la victoire, la colère de la vengeance, la joie inhumaine du sang, sont à la fois exprimées dans ce cri, qu’accompagne ordinairement un rire sardonique et féroce non moins épouvantable. Ce cri de l’homme-tigre, de l’homme dévorant l’homme, est affreux à l’oreille et m’a toujours fait éprouver la plus pénible sensation.

2)  Αρτέμιος Ν. Μίχος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826), Αθήνα 1883, σ. 52.
3)  ‘Ω ντέρα! Ω μπούρα! Μπιτάα!’, Μίχος, σ. 87.
4)  Μίχος, σ. 84.
5)  ‘χωρίς καμιάν ευλάβειαν φωνάζει και γουργιάζει’, Johannes Meursius, Glossarium Graeco-barbarum, Λέιντεν 1614, σ. 110.
6)  Λεξικόν, τ. Β΄, Αθήνα 1963, λήμμα γιούργια.
7)  ‘Μα αλλάσθ’ απάνω μπρε παιδιά στους Τούρκους να γιουργιάρω, Διατί δεν βγαίνω ’γω ’π’ εδά όξω και ν’ απεθάνω.Arnoldus Passow, Τραγούδια Ρωμαίικα, Popularia Carmina, Graeciae Recentioris, Λειψία 1860, σ. 181.
8)  ‘Και έρχεται εις τον οίκον του αρχισυναγώγου, και θεωρεί θόρυβον, κλαίοντας, και αλαλάζοντας πολλά. / Και έρχεται εις το σπίτι του αρχισυναγώγου· και βλέπει σύγχυσιν, και τους ανθρώπους όπου έκλαιγαν και εγούργιαζαν πολλά.’  Μάξιμος Καλλιουπολίτης, Η Καινή Διαθήκη Του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού, Γενεύη 1638, κατά Μάρκον ε΄38.
9)  Johan Ihre, Glossarium Suiogothicum, τ. 2ος, Ουψάλα 1769, σ. 318.
10)  Γεώργιος Κωδινός (ψευδο-Κωδινός), Georgius Codinus Curopalata, De officiis magnae ecclesiae, et aulae Constantinopolitanae, έκδοση Sébastien Cramoisy, Παρίσι 1625, σ. 81.
11)  Κωδινός, σ. 46.
12)  Κωδινός, σ. 100.
13)  Στα μέσα του 14ου αιώνα ένα ανώνυμο χειρόγραφο, γνωστό σαν Libro del Conosçimiento de todos los rregnos, περιέγραψε τη σημαία του Βυζαντινού αυτοκράτορα, η οποία ήταν χωρισμένη στα τέσσερα. Δύο από τα τερταρτημόρια περιείχαν το σταυρό των Παλαιολόγων και δύο του Αγίου Γεωργίου, όπως στην εικόνα που παραθέτουμε, τμήμα της εικόνας 17, από το βιβλίο Book of Knowledge of All Kingdoms, μετάφραση στα Αγγλικά του Sir Clements Markham, Λονδίνο 1912. Το κατά πόσο η περιγραφή του ανώνυμου Ισπανού είναι ακριβής μου είναι άγνωστο. Πάντως στον περίπου σύγχρονο του Καταλανικό Άτλαντα του έτους 1375 στην Κωνσταντινούπολη κυματίζουν δύο σημαίες, των Παλαιολόγων και της Γένοβας. Η σημαία της Γένοβας περιείχε τον κόκκινο σταυρό σε λευκό ή αργυρό φόντο. Στον Καταλανικό Άτλαντα, που βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας, το αργυρό χρώμα έχει σκουρύνει με τον καιρό.
14)  Diana Gilliland Wright, Bartolomeo Minio: Venetian Administration in 15th-Century Nauplion, EJOS III, No 5, ch. 4, σσ 139 – 169.
15)  Μαριάννα Κολυβά, Θεόδωρος Παλαιολόγος, αρχηγός μισθοφόρων «στρατιωτών» και διερμηνέας στην υπηρεσία της Βενετίας (1452 c.-1532), Θησαυρίσματα  10 (1973), σ. 160.

 16)  ‘... ed andavano cridando: Marco! Marco! San Zorzi! San Zorzi!’, Marino Sanuto, La Spedizione di Carlo VIII in Italia, Βενετία 1883, σ. 509.

Σάββατο 15 Αυγούστου 2015

Η Ζακυνθινή Κυρά της Αδριατικής


Ίσως να τις πήγανε ναυτικοί του παλιού καιρού, Έλληνες ή Σκλαβούνοι, που προστάτευε η Παναγία του Σκοπού. Ίσως ήταν Βενετσιάνοι που είχαν προηγουμένως υπηρετήσει τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία στη Ζάκυνθο και αργότερα υπηρέτησαν στη Δαλματία. Μπορεί να ήταν Μαρκουλίνοι της φρουράς της Ζακύνθου, που στους τελευταίους αιώνες της Βενετοκρατίας ήταν συχνά Σκλαβούνοι, επιστρέφοντας στον τόπο τους. Ή και Στρατιώτες Ζακυνθινοί, που ξέρουμε πως βάλανε φραγμό στις Τουρκικές επιθέσεις εναντίον των Βενετικών κτήσεων στη Δαλματία – ένα μάλιστα από τα νησιά της Κροατίας ονομαζόταν παλιότερα Stradiotti και μπορείτε να δείτε παρακάτω ένα σχεδιάγραμμα των οχυρώσεων του από τον Vincenzo Coronelli το 1688.


Μπορεί πάλι να είναι αληθινές όλες οι παραπάνω υποθέσεις ταυτόχρονα. Όπως και να ’χει το πράγμα, εικόνες με την επιγραφή Σκοπιώτισσα, ή τύπου Σκοπιώτισσας, δεν είναι σπάνιες από τη Ζάκυνθο μέχρι τη Βενετία και ακόμα πιο πέρα.



Περισσότερες πληροφορίες για τις εικόνες αυτές στην Κροατία και στην Ιταλία μπορείτε να βρείτε στις διευθύνσεις:
Στον Ίσκιο του π. Π. Καποδίστρια μπορείτε να διαβάσετε για αυτήν της Λευκάδας αλλά και γι αυτήν της ... Γερμανίας:
Το μοναστήρι της Σκοπιώτισσας λοιπόν, ένα τόπο με τέτοια διαχρονική ακτινοβολία, με τόσων αιώνων ιστορία, μια εκκλησία με μοναδική αρχιτεκτονική, σε τόσο περίοπτη θέση και ένα από τα παλιότερα αξιοθέατα του νησιού, λίγο έλλειψε να καεί αυτό το καλοκαίρι. Στην κυριολεξία οι φλόγες έγλειψαν τα μουράγια. Τι να πει κανείς; Μιας και είναι Δεκαπενταύγουστος ας πούμε μόνο Χρόνια Πολλά.


Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Το Μαραθονήσι της Ζακύνθου – Μέρος Γ΄


Το Μαραθονήσι και η Λίμνη του Κεριού το 1741

Στα 1728, ένας καταζητούμενος Ζακυνθινός, που είχε καταφύγει στο Μοριά όπως συνηθιζόταν τότε, αρρώστησε ενόσω επισκεπτόταν κρυφά τους δικούς του στη Χώρα. Αυτοί ζήτησαν τη βοήθεια ενός γνωστού ζωγράφου και αγιογράφου, στον οποίο αποδίδονται κάποιες από τις παραστάσεις της Φανερωμένης, το Γερόλυμο Στράτη Πλακωτό (1), επειδή επιδιδόταν και στην πρακτική ιατρική. Σύντομα αρρώστησαν βαριά τόσο ο Γερόλυμος όσο και οι γιοί του. Σήμανε συναγερμός, αφού ο Μοριάς εκείνη την εποχή είχε πληγεί από την πανούκλα, αλλά παρά τις προειδοποιήσεις του βετεράνου Εβραίου γιατρού Ααρών Αλμπρόν τα ενδεδειγμένα μέτρα άργησαν να εφαρμοστούν λόγω της διαφωνίας των αστίατρων. Τελικά τα θύματα μεταφέρθηκαν στο Λοιμοκαθαρτήριο, όπου είναι γνωστό πως ο Γερόλυμος πέθανε, ενώ το σπίτι τους μαζί με το ζωγραφικό εργαστήριο πυρπολήθηκαν. Στο μεταξύ όμως η πανούκλα χτύπησε πολλές συνοικίες και αργότερα ξεπέρασε τα σύνορα της Χώρας, φτάνοντας στο Μπανάτο από τη μια πλευρά και στο Αργάσι από τη άλλη. Εντονότερο ήταν το πρόβλημα στο Γκέτο, όπου από το 1712 είχαν στριμωχτεί όλες οι Εβραϊκές οικογένειες (2).

Ήταν ανάγκη να μεταφερθεί ένας μεγάλος αριθμός οικογενειών στο Λοιμοκαθαρτήριο, γνωστό τότε σαν Λαζαρέτο, στην παραλία μεταξύ Κήπων και Αργασιού, την τοποθεσία δηλαδή που και σήμερα λέγεται Λαζαρέτα. Το Λοιμοκαθαρτήριο όμως βρισκόταν από χρόνια σε άθλια κατάσταση, αποτέλεσμα της απληστίας και της επί δεκαετίες κακοδιαχείρισης του γηραιού ισόβιου διοικητή του (priore) Antonio Cattarin. Επιπλέον πλησίαζε το καλοκαίρι και η εποχή του θερισμού. Η Ζακυνθινή ύπαιθρος, γεμάτη αμπέλια, ελαιώνες και περιβόλια, δεν μπορούσε να προμηθεύσει πάνω από το ένα τρίτο του απαιτούμενου σιταριού για τη διατροφή του πληθυσμού. Για το υπόλοιπο η Ζάκυνθος βασιζόταν σε εισαγωγές, κυρίως από το Μοριά. Τουλάχιστον χίλιες Ζακυνθινές οικογένειες αδυνατούσαν να αγοράσουν τις αναγκαίες ποσότητες και κάπου δυόμιση χιλιάδες χωρικοί πήγαιναν να θερίσουν στο Μοριά κάθε καλοκαίρι και να αμειφθούν σε είδος. Στο γυρισμό έπρεπε να μείνουν για μια βδομάδα στο Λαζαρέτο αν στο Μοριά υπήρχε επιδημία – και οι επιδημίες στις Οθωμανικές περιοχές ήταν συνεχείς.  

Για να αντιμετωπιστεί η έλλειψη χώρου, και ίσως για να πλήξει τα οικονομικά συμφέροντα του Antonio Cattarin, ο πρεβεδούρος γκενεράλες της θάλασσας Francesco Correr αποφάσισε τη μεταφορά των Εβραίων στο Μαραθονήσι. Είχε από πριν την εκδήλωση της επιδημίας προτείνει τη μεταφορά εκεί μελλοντικά και των θεριστών, αφού στη νησίδα υπήρχε χώρος, καθαρός αέρας και πόσιμο νερό, όπως είχε πει. Ξεκίνησε έτσι μια νέα φάση στην ιστορία του Μαραθονησιού, η χρήση του σαν λοιμοκαθαρτήριο. Δεν έχει δημοσιευτεί ως τώρα καμιά πληροφορία για το αν το μοναστήρι της Παναγίας Μαραθονησιώτισσας ήταν επανδρωμένο κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, ούτε για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της νησίδας.

Ο Francesco Correr πάντως είχε φροντίσει ήδη από τον προηγούμενο χρόνο να βολέψει ισοβίως στη θέση του επικεφαλής (deputato) του νέου λοιμοκαθαρτηρίου τον Αντώνιο Καψοκέφαλο. Ο Αντώνιος Καψοκέφαλος δεν θα ήταν έμμισθος αλλά θα πληρωνόταν 25 άσπρα (3) από κάθε θεριστή. Ήταν γιός του κόντε Αναστασίου Καψοκέφαλου, ο οποίος είχε διακριθεί στον τελευταίο, ατυχή Βενετοτουρκικό πόλεμο μια δεκαετία νωρίτερα (4).

Ουσιαστικά ο διορισμός αυτός παρέκαμπτε πρόσφατη οδηγία της Βενετικής εξουσίας, η οποία αφορούσε τα συνηθισμένα, μη-εποχιακά λοιμοκαθαρτήρια, να εκλέγονται οι επικεφαλείς για συγκεκριμένη θητεία.  Απαγόρευε μάλιστα να είναι οι θητείες τους συνεχόμενες σε περίπτωση επανεκλογής. Σε εμάς, τέκνα της Ελλάδας του 20ου και 21ου αιώνα, όπου δεν έχει υπάρξει ποτέ διαπλοκή και δεν διανοείται κανείς να δημιουργήσει θέση για ημέτερο, όλα αυτά φαντάζουν αρκετά παρακμιακά. Ήταν όμως πολύ συνηθισμένες καταστάσεις τον τελευταίο αιώνα της Βενετοκρατίας.

Αφού καταπολεμήθηκε επιτυχώς η επιδημία μέχρι τα τέλη του 1728 οι Εβραίοι εγκατέλειψαν το Μαραθονήσι και επέστρεψαν στο Γκέτο. Επιστράφηκε στις δημόσιες αποθήκες και στους ιδιώτες η ξυλεία που είχε χρησιμοποιηθεί, και αφέθηκε για λίγο το νησάκι στις χελώνες και τα θαλασσοπούλια. Παρά τις αντιδράσεις από τους θεριστές και άλλες πλευρές το Μαραθονήσι χρησιμοποιήθηκε σαν εποχιακό Λαζαρέτο την πρώτη πενταετία της δεκαετίας του 1730. Οι δραπετεύσεις, κάποιες φορές ομαδικές, οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης και τα πλημμελή υγειονομικά μέτρα ανάγκασαν τις αρχές να εξετάσουν άλλες λύσεις, όπως την παράλληλη χρησιμοποίηση των βραχονησίδων Βόιδι και Άγιος Νικόλας ή την επέκταση του κυρίως Λοιμοκαθαρτηρίου (5). Από το 1735, και μέχρι το 1749, συνεχίστηκαν οι διαμάχες και οι παλινωδίες ώσπου το καλοκαίρι εκείνο λειτούργησε μόνιμα πια το Μαραθονήσι σαν Λαζαρέτο των θεριστών. Ωστόσο κάποιες χρονιές η καραντίνα γινόταν αλλού επειδή δεν υπήρχε διαθέσιμη βομβάρδα (6), η οποία θα συνόδευε τα πλοιάρια των θεριστών στη νησίδα.


Σχέδιο του Μαραθονησιού το 1747 όπου απεικονίζονται οι ‘εγκαταστάσεις’ του Λοιμοκαθαρτηρίου, δηλαδή 4 παραλληλόγραμμοι περιφραγμένοι χώροι, η Παναγία, ο αμυντικός πύργος, οικήματα και τρία πηγάδια.


Απεικόνιση βομβάρδας από το Μουσείο Correr της Βενετίας.

Η τραγωδία δεν άργησε. Το 1751 ένα πλοιάριο που μετέφερε αγρότες στο Μαραθονήσι ναυάγησε και πνίγηκαν 23 από αυτούς. Στις ταραχές που επακολούθησαν κινδύνεψε και ο ίδιος ο Αντώνιος Καψοκέφαλος. Την επόμενη χρονιά δραπέτευσαν 34 από τους θεριστές. Ίσως αυτό συνετέλεσε στην απόφαση τις τοπικής εξουσίας τον ίδιο χρόνο να δαπανήσει 1000 δουκάτα για υπόστεγα, ώστε να μη βρίσκονται όλη μέρα κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού οι υπό περιορισμό θεριστές. Ένα μέρος του ποσού διατέθηκε για την ανακαίνιση της κατοικίας του επικεφαλής, όπου θα έμεναν και οι μαρκουλίνοι της φρουράς για να τους έχει κοντά του. Ο Αντώνιος Καψοκέφαλος διατήρησε τη θέση του ως το θάνατο του το 1770.

Με το θάνατο του Αντωνίου η θέση θα έπρεπε να γίνει εκλόγιμη σύμφωνα με απόφαση του 1745 αλλά παρουσιάστηκε σαν διεκδικητής ο γιός του κατά 25 χρόνια μικρότερου αδελφού του Τζώρτζη, ο οποίος λεγόταν Γάμπαρας (7). Ο μικρός Γάμπαρας δεν είχε όπως φαίνεται κλείσει ακόμα τα 14 αλλά προσφέρθηκε να τον αντικαταστήσει μέχρι την ενηλικίωση του ο μπαμπάς του ο Τζώρτζης. Αυτός ήταν διοικητής της πολιτοφυλακής και χρησιμοποίησε το ανεκδιήγητο επιχείρημα πως δεν πείραζε που τα καλοκαίρια θα ήταν στο Μαραθονήσι επειδή την πολιτοφυλακή την αποτελούσαν χωρικοί και οι χωρικοί τα καλοκαίρια περνούσαν από το Μαραθονήσι. Επιπλέον ήταν άνθρωπος διορατικός και είχε φροντίσει να συνεισφέρει οικονομικά στο Λοιμοκαθαρτήριο σε ανύποπτο χρόνο. Τώρα είχε φτάσει η ώρα να εξαργυρώσει την ευεργεσία του. Με τέτοιες πλάτες πως να μην κερδίσει τη θέση το παιδί, μόνο που δεν του τη δώσανε ισόβια.

Όταν ο Γάμπαρας ήταν γύρω στα 28, δηλαδή στα 1784, παρουσιάστηκε άλλος διεκδικητής, ο Αλέξανδρος Νερούλης. Η οικογένεια Νερούλη ήταν παλιοί τσιταντίνοι, όπως και οι Καψοκέφαλοι, και είχαν γραφτεί στο Libro dOro πριν το 1580 (8). Ο Αλέξανδρος Νερούλης είχε διακριθεί σαν πρώην επικεφαλής της Σανιτάς, δηλαδή του Υγειονομείου, και κέρδισε τη θέση στο Μαραθονήσι αλλά ετεροχρονισμένα. Αποφασίστηκε ότι θα αναλάμβανε καθήκοντα αφού ο Γάμπαρας συμπλήρωνε μία ακόμα θητεία 8 ετών! Δεν διευκρινίζεται αν τελικά ανέλαβε ποτέ καθήκοντα ο Νερούλης ενώ, ακόμη και αν δεν εξέπνευσε ο ίδιος στην οκταετία, εξέπνευσε η Γαληνοτάτη Δημοκρατία λίγα χρόνια αργότερα. Το πιθανότερο είναι πως δεν ανέλαβε ποτέ. Με άγνωστο τρόπο, μετά το τέλος της Βενετοκρατίας βρέθηκε απόλυτος κύριος του Μαραθονησιού ο κόντε Πέτρος Μακρής, την οικογένεια του οποίου χώριζε πολύχρονη διαμάχη με τους Νερούληδες.

Οι Μακρήδες ήταν και αυτοί παλιά αρχοντική οικογένεια και το όνομα τους είχε δοξαστεί ένα αιώνα νωρίτερα, δηλαδή την εποχή του Μοροζίνι. Ο Ιωάννης Μακρής είχε πάρει τον τίτλο του κόμη το 1767 και μαζί του 800 στρέμματα από τον λεγόμενο Κάμπο του Νερούλη σαν φέουδο. Ο Κάμπος του Νερούλη ήταν μια βαλτώδης έκταση 2000 στρεμμάτων, που αργότερα έγινε γνωστή σαν Λίμνη Μακρή και για να τη βρεις σήμερα πρέπει να αναζητήσεις τον Κρατικό Αερολιμένα Διονύσιος Σολωμός. Οι Νερούληδες, οι οποίοι φαίνεται είχαν τίτλους για μέρος μόνο της περιοχής αλλά την εκμεταλλεύονταν ολόκληρη, δεν χώνεψαν ποτέ την απώλεια προς όφελος του Μακρή και η διαμάχη των δύο οικογενειών παρατάθηκε τουλάχιστον μέχρι το 1823 (9).

Το πότε ακριβώς και με ποιό τρόπο η οικογένεια Μακρή πήρε στην κατοχή της το Μαραθονήσι είναι ένα ζήτημα για το οποίο δεν έχουν παρουσιαστεί πληροφορίες, πολύ περισσότερο ντοκουμέντα. Ο Αλέξανδρος Νερούλης είναι πολύ απίθανο να διεκδίκησε τη διοίκηση του εποχιακού Λαζαρέτου επί μιας νησίδας η οποία ανήκε στην αντίπαλη και πολύ ισχυρή οικογένεια Μακρή, πολύ δε περισσότερο να το είχε κάνει με κάποιο βαθμό επιτυχίας. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε, όχι αβάσιμα, ότι το Μαραθονήσι άλλαξε χέρια μετά το 1784. Ποιός όμως το πούλησε ή με οποιοδήποτε τρόπο το μεταβίβασε στην οικογένεια Μακρή;

Αν αληθεύει, έστω και κατά ένα μέρος, η κατά την άγραφη παράδοση της οικογένειας Σιδηροκαστρίτη ιστορία που μου διηγήθηκε πριν λίγα χρόνια η Μαρία Σιδηροκαστρίτη – Κοντονή, τότε σίγουρα δεν το πήρε από αυτούς. Οι Σιδηροκαστρίτες, παλιοί κτήτορες της Μαραθονησιώτισσας, ήταν ελεύθεροι χωρικοί, άνθρωποι διαφορετικής κουλτούρας αλλά και δυνατοτήτων από την αρχοντική οικογένεια Νερούλη. Έλυναν λοιπόν τις διαφορές τους, όπως και  πολλοί άλλοι Ζακυνθινοί, όχι στα δικαστήρια αλλά με τα όπλα. Σύμφωνα με την οικογενειακή τους παράδοση, κάποιος Σιδηροκαστρίτης, εκφράζοντας τη δυσαρέσκεια του για την κατάληξη της νησίδας, έριξε ανεπιτυχώς μια κουμπουριά στον κόντε Μακρή. Γι αυτή την απόπειρα κρεμάστηκε, και το σώμα του, πισσωμένο, έμεινε εκτεθειμένο για τριήμερο στην πλατεία μέσα σε κλουβί. Το πότε έγινε αυτό δεν διασώθηκε αλλά ο τρόπος της εκτέλεσης, και ειδικά η πίσσα και το κλουβί, παραπέμπει όχι στη Βενετοκρατία αλλά στην Αγγλοκρατία, όταν εκτελέσεις αυτού του είδους ήταν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Δείχνει δε ότι ακόμα και το 19ο αιώνα, όταν πλέον η Βενετία δεν υπήρχε σαν κρατική οντότητα, η οικογένεια Σιδηροκαστρίτη θεωρούσε ότι είχε δικαιώματα στο Μαραθονήσι και ότι αυτά είχαν καταπατηθεί από το Μακρή.

Η γενικευμένη παραδοχή ότι το Μαραθονήσι παραχωρήθηκε κάποτε από τους Βενετούς στην οικογένεια Μακρή δεν αποτελεί παρά αυθαίρετη εικασία και δεν στηρίζεται σε κανένα ντοκουμέντο ή μαρτυρία. Στην πραγματικότητα φαίνεται αρκετά απίθανη. Οι ανιψιοί του Ιωάννη Μακρή έφεραν τον τίτλο του σαν κληρονόμοι του φέουδου και όχι επειδή τιμήθηκαν από τη Βενετία ή τους παραχωρήθηκε κάποιο φέουδο. Αντίθετα, από το 1770 και μετά, οι Βενετικές αρχές είχαν λόγους να τους αντιμετωπίζουν με καχυποψία λόγω του ότι ήταν από τους πρωτεργάτες της Ζακυνθινής εκστρατείας στη Γαστούνη στα Ορλωφικά. Έκαναν μάλιστα και φυλακή γι αυτό το λόγο.

Από αυτούς ο Βασίλειος αποδείχτηκε όχι μόνο πολύ δραστήριος και φιλόδοξος πολιτικά αλλά και ιδιαίτερα ευέλικτος. Τόσο που το οικόσημο του θα έπρεπε να το στολίζει ανεμούριο. Αμέσως μετά την αποτυχία των συνομωσιών του αδελφού του Δραγανίγου για τη μαζική δολοφονία των Γαλλόφιλων Δημοκρατικών στη λιτανεία των Αγίων Πάντων, και αργότερα της Φανερωμένης, το 1796, εκδηλώθηκε ο ίδιος σαν Γαλλόφιλος (10). Αυτό δεν τον εμπόδισε δύο χρόνια αργότερα να βρεθεί έμπιστος του Ρώσου Πλωτάρχη Tisenghausen και από τους αρχηγούς της ‘Υψηλής Αστυνομίας’ μαζί με τον Αντώνιο Μαρτινέγκο. Στα ταραγμένα χρόνια που ακολούθησαν ο ισχυρός κομματάρχης, μεγαλοκτηματίας, νομικός και έμπορος ‘κόντε Μπαζίγιος’ συνέχισε την ίδια τακτική, και από συνεργάτης βρέθηκε αντίπαλος του Μαρτινέγκου, πότε εξυμνώντας το Βοναπάρτη και πότε υποκλινόμενος στο Βρετανικό Στέμμα, ανάλογα με τη φορά του ανέμου.

Αυτό που προβάλλει σαν η πιθανότερη εκδοχή για το Μαραθονήσι είναι ότι η προσπάθεια του Αλέξανδρου Νερούλη να εκλεγεί επικεφαλής του Λοιμοκαθαρτηρίου κέντρισε το ενδιαφέρον της αντίπαλης οικογένειας Μακρή για τη νησίδα. Το να περάσει το Μαραθονήσι στα χέρια των Μακρήδων στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα, όταν βρίσκονταν στο απόγειο της δύναμης τους, και οι αδελφοί Καψοκέφαλοι ήταν διοικητές της Πολιτοφυλακής, μάλλον δεν ήταν δύσκολο. Το ότι ο Γάμπαρας Καψοκέφαλος δεν είχε κατά πάσα πιθανότητα δικαίωμα να το πουλήσει ήταν απλή λεπτομέρεια εκείνη τη χαοτική και ανώμαλη εποχή. Το σίγουρο πάντως είναι πως στα τέλη της δεκαετίας του 1810, όταν πια οι Βρετανοί είχαν εδραιωθεί στα Ιόνια Νησιά, ο Πέτρος Μακρής, γιός του Βασιλείου, αναφέρεται πια σαν ιδιοκτήτης του Μαραθονησιού.  

Χάρτης του 1821 όπου το Μαραθονήσι αναφέρεται σαν ιδιοκτησία του κόντε Πέτρου Μακρή.

Γνωρίζουμε πως το μοναστήρι λειτουργούσε εκείνη την εποχή, αν και ίσως όχι ολόκληρο το χρόνο. Σύμφωνα με μια πληροφορία οι μοναχοί ήταν δύο (11):

Το 1810 ζούσαν σε αυτό το μέρος δύο ερημίτες, και μένανε σε ένα τετράγωνο πύργο, χτισμένο μέσα σε ένα κήπο φυτεμένο με ελαιόδεντρα, ο οποίος προσφέρει εξαιρετική θέα της περιοχής. Η ψηλή και απότομη πρόσοψη του νησιού αποτελείται από πεζούλες φυτεμένες με σιτάρι, και εδώ κι εκεί ελιές. Ανάμεσα στα βράχια υπάρχουν πολλά περίεργα φυτά και λουλούδια.

Τον Ιανουάριο του 1817 ο William Turner έκανε καραντίνα στη Λίμνη του Κεριού, όπου λειτουργούσε τώρα πια λοιμοκαθαρτήριο, το οποίο μάλιστα διέθετε και μόνιμο ικρίωμα για να μη μένει αμφιβολία ως προς τις συνέπειες μη συμμόρφωσης. Μια μέρα επισκέφτηκε το ‘βράχο’, όπως αποκαλούσε το Μαραθονήσι, και έγραψε (12):

Το βραδάκι πήγα στο βράχο που προφυλάσσει την είσοδο του λιμανιού, και που στέκεται ακριβώς στο κέντρο της. Εδώ βρίσκεται μια μικρή Ελληνική εκκλησία και μοναστήρι, γύρω από τα οποία υπάρχουν λίγα ελαιόδεντρα και τρία ή τέσσερα καλλιεργημένα χωράφια. Βρήκαμε εδώ ένα σκύλο και δύο γάτες στα πρόθυρα της λιμοκτονίας, αφού δεν υπήρχε ψυχή στα νησί, γιατί φαίνεται πως οι παπάδες μένουν εδώ μόνο το καλοκαίρι. Ταΐσαμε τις γάτες και πήραμε μαζί μας το σκύλο, ο οποίος ήταν από την ίδια κοπρίτικη ράτσα με κοντά αυτιά όπως εκείνοι της Κωνσταντινούπολης.

Μια κατοπινή αναφορά, σχετικά απροσδιόριστη χρονικά αλλά πάντως την περίοδο της Βρετανικής ‘προστασίας’, δείχνει πως ο Πέτρος Μακρής, ο οποίος ήταν πιθανότατα αυτός που γλύτωσε από το σμπάρο του Σιδηροκαστρίτη, ίσως είχε κάποια συμμετοχή (13) και σε άλλο Μαραθονησιώτικο δράμα με πυροβολισμούς. Είναι το τελευταίο που θα αναφερθεί εδώ, και επαφίεται στον αναγνώστη να το χαρακτηρίσει, ανάλογα με την ευαισθησία του στα δικαιώματα των τράγων και γενικότερα των γιδιών, σαν τραγωδία, ιλαροτραγωδία ή απλή Ζακυνθινή ‘μάντσια’ (14).

Το ένα (από τα νησιά), που λέγεται Maratonisi, είναι ψηλό και εμφανές, και είναι σχεδόν απέναντι από τα πηγάδια (της πίσσας). Άλλα, πιο χαμηλά, βρίσκονται προς το μέσο και την ανατολική πλευρά του κόλπου. Το ψηλό νησί λέγεται τώρα Goat island λόγω ενός αστείου σε βάρος ενός αξιωματικού της φρουράς πριν από όχι πολύ καιρό. Σε αυτό τον κύριο άρεσε πολύ το κυνήγι, και μερικές φορές το εξασκούσε προκαλώντας ενόχληση στους κτηματίες. Μια μέρα κάποιος Ζακυνθινός βρήκε ευκαιρία στη Λέσχη να επαινέσει τη σκοπευτική του δεινότητα και να τον ρωτήσει αν είχε ποτέ σκοτώσει κάποιο από τα αγριοκάτσικα αυτού του μικρού νησιού. ‘Α! Όχι, δεν είχα ιδέα ότι υπήρχαν τέτοια.’ ‘Λοιπόν,’ είπε ο πονηρός Ζακυνθινός, ‘μην το κουβεντιάσεις με κανένα, διαφορετικά θα χάσεις την ευκαιρία, αλλά απλώς πήγαινε με μια βάρκα στο νησί μια μέρα και προσπάθησε.’ Ο αθλητής μας έπεσε στην παγίδα και πολύ σύντομα ετοιμάστηκε για ημερήσιο κυνήγι αγριοκάτσικου. Αποβιβάστηκε στο νησί και, σκαρφαλώνοντας τον μάλλον απότομο, βραχώδη γκρεμό, πολύ γρήγορα είδε μερικές γίδες να βόσκουν στην αραιή βλάστηση. Όπως είναι αρκετά φυσικό ήταν μάλλον συνεσταλμένες και προσπάθησαν να αποφύγουν την παρατήρηση του παρείσακτου. Εις μάτην. Σε λίγο μια από αυτές έπεσε θύμα. Οι άλλες όμως, ευτυχώς, γλύτωσαν προσωρινά. Επέστρεψε με το θήραμα του αλλά δεν είπε τίποτα για την τύχη του. Μια ή δύο μέρες αργότερα ένας κύριος (όχι ο πληροφοριοδότης του) τον σταμάτησε στο δρόμο και του είπε με μεγάλη ευγένεια, ‘Ευχαρίστως να πηγαίνετε στο νησί μου να περάσετε την ώρα σας όποτε επιθυμείτε, σας παρακαλώ όμως να μην πυροβολείτε τις γίδες.’ Ο ιδιοκτήτης είχε βάλει εκεί τις γίδες για καλοκαιρινή βοσκή, και ιδέα δεν είχε ότι θα αντιμετωπίζονταν σαν ferae naturae (15).’

Κάπως έτσι, όπως τα ιστορήσαμε, ο Ναός της Φύσης, ο μικρός προμαχώνας του Χριστιανισμού και της Ευρώπης, το ιερό ερημητήριο του Μαραθονησιού, έγινε καλοκαιρινό λοιμοκαθαρτήριο, και μετά βοσκοτόπι, για να καταλήξει σχετικά πρόσφατα φιλετάκι προς αξιοποίηση, με συρματοπλέγματα και απαγορευτικές πινακίδες. Υπήρξε κάποια αντίσταση, η λέπρα της αγοράς και της ζήτησης δεν έχει αφήσει τους πάντες κατάκοιτους, και έτσι η σημερινή ιδιοκτήτρια εταιρεία συμβιβάζεται με ‘ήπια’ αξιοποίηση, ‘αποκατάσταση’ των κτιρίων τη λένε, και άλλα εύηχα. Μόνο που σε κάποιους από μας τα εύηχα μας φέρνουν βήχα. Οι φωτογραφίες ντόπιων προσκυνητών και παπάδων, απογόνων των ‘χωρικών εγκατοίκων’ που κάποτε υπεράσπισαν το νησί, αλλά και αυτών που κάθε χρόνο πλήρωναν για μια βδομάδα αναγκαστική ηλιοθεραπεία εκεί, να είναι χωρισμένοι από το εκκλησάκι με συρματόπλεγμα, κάθε άλλο παρά καθησυχαστικές είναι. Μακάρι όμως ο βήχας να μας κοπεί.

------------------------------------------------------------------------------ 

1)  Βλέπε Λ. Ζώης, Λεξικόν, έκδοση 1963, λήμμα Στράτης, σσ. 617 -618.

2)  Οι περί πανώλης πληροφορίες, όπως και τα σχετικά με τη χρήση του Μαραθονησιού σαν εποχιακό λοιμοκαθαρτήριο, προέρχονται από το βιβλίο της Κατερίνας Κωνσταντινίδου ‘Το κακό οδεύει έρποντας ... Οι λοιμοί της πανώλης στα Ιόνια Νησιά (17ος – 18ος αι)’, Βενετία 2007. Θα ήθελα να ευχαριστήσω την Πηνελόπη Αβούρη που μου έδωσε την ευκαιρία να συμβουλευτώ το βιβλίο πριν το αγοράσω.

3)  Νόμισμα μικρής αξίας. Το πλήθος όμως των φιλοξενουμένων φαίνεται πως ήταν εγγύηση ενός πολύ καλού εισοδήματος.

4)  Σύμφωνα με το Λεωνίδα Ζώη η οικογένεια Καψοκέφαλου είχε εγκατασταθεί στη Ζάκυνθο στις αρχές του 16ου αιώνα και γράφτηκε στη Χρυσόβιβλο το 1598. Ο Αναστάσιος είχε αντικαταστήσει επανειλημμένα τον σοπρακόμιτο Καίσαρα Καπνίση, πιθανότατα γύρω στα 1698, και είχε επίσης διοικήσει τουλάχιστον δύο δικά του πλοιάρια με 34 άνδρες στον πόλεμο του 1715 - 1718. Μαζί του είχε και τον νεαρό τότε Αντώνιο. Ο Αναστάσιος τιμήθηκε για τις υπηρεσίες του με τον τίτλο του κόμη το 1718.

5)  Βλέπε και την εργασία του Διον. Ζήβα ‘Τα Λαζαρέτα της Ζακύνθου’ στον τόμο ‘Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό’, Ζάκυνθος 2009, όπου στη σελίδα 346 δημοσιεύτηκε σχέδιο του 1735 με την προτεινόμενη επέκταση.

6)  Η βομβάρδα ήταν μικρό πολεμικό, κανονιοφόρος όπως θα λέγαμε σήμερα. Η ονομασία της προέρχεται από το ότι πολλές φορές, εκτός από τα συνηθισμένα ναυτικά πυροβόλα έφερε και βομβάρδες, δηλαδή πυροβόλα που έκαναν επισκηπτική βολή όπως οι όλμοι.

7)  Η Ιταλική οικογένεια Γάμπαρα είχε εγγραφεί στη Χρυσόβιβλο της Ζακύνθου το 1686 και είχε συγγενέψει με τους Καψοκέφαλους και τους Μακρήδες. Το τελευταίο αρσενικό μέλος της οικογένειας αποβίωσε το 1735 και έτσι το όνομα εξέλιπε. Για να διατηρηθεί η ανάμνηση του ονόματος ο Τζώρτζης Καψοκέφαλος, σύζυγος της Νικολέττας Γάμπαρα, βάφτισε το γιό του Γάμπαρα και ο Γάμπαρας έβγαλε το δικό του γιό Γαμπαράκη. Ο ‘εκλαμπρότατος και ευγενέστατος εξουσιαστής των αρμάτων Κυρ. κόμις Γάμπαρας Καψοκέφαλος’ δηλητηριάστηκε το 1811 λόγω των σχέσεων του με την Αυστρία κατά το Λεωνίδα Ζώη.

8)  Παναγιώτης Χιώτης, Ιστορικά Απομνημονεύματα, τ. 3ος, σ. 959.

9)  Το 1773 ο Βενετός πρεβεδούρος είχε μειώσει την παραχωρούμενη στον Ιωάννη Μακρή έκταση από 800 σε 550 στρέμματα επειδή τα υπόλοιπα ανήκαν σε άλλα πρόσωπα. Το 1823 οι αδελφοί Νερούλη είχαν προσπαθήσει να εγείρουν και πάλι αξιώσεις αλλά μετά από αλλεπάλληλες δίκες απέτυχαν. Όπως (1), λήμμα Λίμνη, σ. 356.

10)  Ντίνος Κονόμος, Ζάκυνθος Πεντακόσια Χρόνια (1478 – 1978), Τόμος Τρίτος, Πολιτική Ιστορία, (Τεύχος Α΄ 1478 – 1800), σ. 175.

11)  John Purdy, The New Sailing Directory for the Mediterranean Sea, Λονδίνο 1826, σ. 208.

12)  Journal of a tour in the Levant, τ. 3ος, Λονδίνο 1820, σ. 312.   

13)  Μπορεί όμως να πρόκειται και για το γιό του Κωνσταντίνο.

14)  David Thomas Ansted, The Ionian Islands in the year 1863, Λονδίνο 1863, σσ. 410 – 411.

15)  Νομικός όρος που περιγράφει άγρια ζώα.
Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .