Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στρατιώτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στρατιώτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Μαρτίου 2020

Οι Στρατιώτες του Saint-Denis και οι τσάγδαροι




Η Βασιλική του Saint-Denis είναι ένα από τα ιστορικότερα κτίρια της Γαλλίας. Χτίστηκε το 12ο αιώνα στη ομώνυμη πόλη, που σήμερα αποτελεί ένα από τα βόρεια προάστια του Παρισιού. Καθολικό αβαείου είναι μια από τις πρώτες εκκλησίες γοτθικού ρυθμού και ήταν ο τόπος ταφής των Γάλλων βασιλιάδων. Ένα από τα εντυπωσιακότερα ταφικά μνημεία είναι του Λουδοβίκου του 12ου (Louis XII), ενός σχετικά λαοφιλή μονάρχη, που βασίλεψε από το 1498 μέχρι το 1515. Βρίσκεται μάλιστα στο εσωτερικό του ναού και όχι στην υπόγεια κρύπτη.
Φωτογραφία από Myrabella / Wikimedia Commons, CC BY-SA 3.0, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=18611160

Στη βάση του το μνημείο περιβάλλεται από ένα είδος ανάγλυφου διαζώματος. Αναπαριστά το μεγαλύτερο θρίαμβο του Λουδοβίκου, τη μάχη του Agnadello. Εκεί, το Μάιο του 1509, ο Γάλλος βασιλιάς τσάκισε στρατιωτικά τη Βενετία. Ήταν μια νίκη που του χαρίστηκε στο πιάτο αφού οι κοντοτιέροι διοικητές των Βενετικών δυνάμεων, δύο εξάδελφοι καταγόμενοι από την οικογένεια Ορσίνι, χώρισαν τον ήδη μειονεκτούντα αριθμητικά στρατό τους στα δύο και ο ένας τους ενεπλάκη χρησιμοποιώντας μόνο το μισό. Η άλλη φάλαγγα δεν έσπευσε να βοηθήσει τον υπόλοιπο στρατό με αποτέλεσμα να κατανικηθεί με τεράστιες απώλειες. Όταν δε αυτοί που δεν είχαν πολεμήσει έμαθαν το αποτέλεσμα φρόντισαν να λιποτακτήσουν μαζικά, αφήνοντας το μεγαλύτερο μέρος της βόρειας Ιταλίας στα χέρια των Γάλλων.

Το στρατό της Βενετίας ως συνήθως αποτελούσαν κυρίως μισθοφόροι, πολλοί από τους οποίους προέρχονταν από της Βενετικές κτήσεις. Ειδικά οι Στρατιώτες, ελαφροί ιππείς που είχαν ρόλο αντίστοιχο με τους σημερινούς καταδρομείς, θεωρούνταν ιδιαίτερα επικίνδυνοι. Ήταν γνωστοί και στους Γάλλους, ήδη από τη μάχη του Fornovo to 1495. Eίχαν μάλιστα φροντίσει να προσλάβουν και αυτοί Στρατιώτες τουλάχιστον δέκα χρόνια πριν τη μάχη του Agnadello. Έτσι σε πολλά σημεία της σύνθεσης βλέπουμε τα χαρακτηριστικά καπέλα, τα καφτάνια μέχρι τον αστράγαλο, τα κυρτά σπαθιά και τον ανατολίτικο τρόπο ιππασίας των Στρατιωτών.



Και βέβαια είχαν απώλειες. Όπως αυτός που κείτεται κάτω από το άλογο του, χτυπημένοι και οι δύο πιθανότατα από την ίδια ομοβροντία Γάλλων αρκεβουζιέρων. Προκαλούσαν τόσο φόβο και ανησυχία οι ξαφνικές επιδρομές τους που οι στρατοί της εποχής εξόπλιζαν τις οπισθοφυλακές τους με αρκεβούζια και πυροβολικό για να τους αντιμετωπίσουν.

                

Στην παρακάτω εικόνα φαίνεται πως υποχωρούν. Ίσως είναι υποχώρηση πραγματική, ίσως όμως είναι μια από τις γνωστές δήθεν υποχωρήσεις τους για να παρασύρουν τον εχθρό σε καταδίωξη και διάσπαση της παρατάξεως του. Ενέδρες, πλαγιοκοπήσεις και επιθέσεις στα μετόπισθεν ήταν οι συνήθεις τακτικές τους. Οι Βενετοί διέθεταν ένα εξαιρετικό εργαλείο για πόλεμο φθοράς και αυτό ακριβώς είχε διαταγή να κάνει ο κοντοτιέρος Bartolomeo dAlviano. Παράκουσε τη διαταγή, ηττήθηκε και αιχμαλωτίστηκε. Ακόμα χειρότερα οι μισοί από τους άνδρες του σκοτώθηκαν.
 

Εδώ Στρατιώτες σε παράταξη. Ακριβώς απέναντι τους, κοντά σε ένα γεφύρι και ένα νερόμυλο, άλλη παράταξη Στρατιωτών (φαίνεται στην αρχική φωτογραφία). Δεν είναι ξεκάθαρο αν απεικονίζουν αντίπαλους σχηματισμούς Στρατιωτών ή αν πρόκειται για κάποιο ελιγμό λαβίδας. Πιο πίσω το πυροβολικό. Οι Βενετοί εγκατέλειψαν 30 κανόνια στο πεδίο της μάχης.







Θα πρέπει να πούμε πως οι Στρατιώτες δεν ήταν οι μόνοι Ρωμιοί μισθοφόροι που βρέθηκαν στην Ιταλία εκείνη την εποχή. Οι Βενετοί είχαν φέρει σε κάμποσες περιπτώσεις και τους λεγόμενους τσαγδάρους ή τζαγδάρους (Zagdari). Πολύ λιγότερο γνωστοί από τους Στρατιώτες, οι τσάγδαροι αποτελούν ένα μικρό ιστορικό μυστήριο. Εκεί που συμφωνούν οι ιστορικοί είναι πως οι τσάγδαροι προέρχονταν από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Ήδη από το Χρονικόν του Μορέως, δηλαδή δύο αιώνες νωρίτερα, ο όρος σήμαινε αυτόν που δεν έχει στον ήλιο μοίρα.
Ο Κωνσταντίνος Σάθας στο Έλληνες Στρατιώται εν τη Δύσει ισχυρίζεται, χωρίς να αρνείται τη χαμηλή κοινωνική και οικονομική θέση των τσαγδάρων, ότι ονομάστηκαν έτσι επειδή ήταν οπλισμένοι με ακόντιο που ονομαζόταν ζάγδα. Λέει επίσης ότι συνεργάζονταν στενά με τους Στρατιώτες. Το δεύτερο σίγουρα δεν στέκει αφού το πλεονέκτημα των Στρατιωτών ήταν η ταχύτητα. Κανένας πεζός δεν μπορούσε να τους ακολουθήσει. Και το πρώτο όμως είναι πολύ αμφίβολο. Στη μάχη του Agnadello μάλιστα οι τσάγδαροι δεν ήταν καν οπλισμένοι με ακόντια. Ο Andreas Mocenigo που περιέγραψε τη μάχη αυτή στο Belli memorabilis Cameracensis adversus Venetos historiae libri vi, λέει:

Από την Κρήτη ήρθαν Τσάγδαροι, μισοάγριοι τοξότες, και από την Πελοπόννησο, και από όλη την Ελλάδα, την Ιλλυρία, τη Λιβουρνία, τη Δαλματία, τη Μυσία, τη Μακεδονία, (ήρθαν) Στρατιώτες, ελαφροί ιππείς που φορούσαν πίλους και έφεραν δόρατα ...
Οι τσάγδαροι δυστυχώς δεν απεικονίζονται στον τάφο του Λουδοβίκου. Δεν είχαν ποτέ τη φήμη των Στρατιωτών στην Ευρωπαϊκή ήπειρο αν και οι Κρητικοί τοξότες συνέχισαν να υπηρετούν τη Βενετία για πολλές γενιές ακόμα. Αλλά ας μη ζητάμε πολλά. Ακόμα και οι Στρατιώτες δεν είναι δοσμένοι με απόλυτη πιστότητα. Είναι φανερό πως ο Φλωρεντινής καταγωγής καλλιτέχνης στον οποίο αποδίδεται το μνημείο, ο Jean Juste, δεν είχε ο ίδιος δει ποτέ Στρατιώτες. Η απεικόνιση τους είναι εμπνευσμένη από κάποιο άλλο έργο, άγνωστο σε μας.

Τρίτη 23 Ιουλίου 2019

Ψάχνοντας για τους Στρατιώτες μετά το 1550



Εικ. 1

Ανάμεσα στους πολλούς θησαυρούς της Συλλογής Wallace, δύο λεπτά με τα πόδια από την πολύβουη Oxford Street του Λονδίνου, σώζεται ένα μέρος πανοπλίας το οποίο ήταν γνωστό στο Μεσαίωνα σαν gorget. Φοριόταν στο πάνω μέρος του κορμού, και προστάτευε το κάτω μέρος του αυχένα και το πάνω μέρος του στήθους. Το συγκεκριμένο είχε διακοσμηθεί περίτεχνα με σκηνές μιας άγνωστης πολιορκίας, και είχε επιχρυσωθεί και επαργυρωθεί πανέμορφα – από Γάλλους μαστόρους στις αρχές του 17ου αιώνα λένε οι ειδήμονες. Στην πίσω πλευρά, κάτω από τον αυχένα δηλαδή, απεικονίζεται δίπλα σε σιδερόφραχτους πολεμιστές ένας ξέταιρος αλλά μεγαλόπρεπος καβαλάρης. Θυμίζει στρατιωτικό άγιο σε Βυζαντινή αγιογραφία. 

Κάτω από αρχαιοπρεπή μανδύα, τυλιγμένο χαλαρά γύρω από το σώμα του, φοράει αλυσιδωτή πανοπλία μέχρι τα γόνατα και τους καρπούς των χεριών. Στα πόδια του στιβάνια ή γκέτες. Κρατάει ελαφρύ κοντάρι, πολύ διαφορετικό από τα βαριά δόρατα των άλλων. Είναι ζωσμένος κυρτή σπάθη Ανατολικού τύπου, παραδόξως στη δεξιά πλευρά. Για κάποιο λόγο στην ίδια πλευρά έχουν το σπαθί οι περισσότεροι εικονιζόμενοι. Αν έχει περασμένο σκουτάρι στο αριστερό του μπράτσο δεν είναι ορατό. Στο κεφάλι έχει καπέλο με το γείσο γυρτό στη μια πλευρά και στολισμένο με φτερό. Είναι νομίζω όπως αυτά που φορούσαν συχνά στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα οι πολεμιστές του Βενετικού στόλου, οι λεγόμενοι galeotti, οι οποίοι κατά κανόνα προέρχονταν από τις κτήσεις της Βενετίας στη Δαλματία και την Ελλάδα. Ένας από αυτούς απεικονίζεται εδώ (1).


Εικ. 2

Ίδιου τύπου καπέλα φαίνεται να είναι και τα παρακάτω, από την Προσκύνηση των Μάγων του Μιχαήλ Δαμασκηνού (Αγία Αικατερίνη Ηρακλείου Κρήτης) της ίδιας περιόδου.



Εικ. 3

Εδώ όμως δεν γνωρίζουμε ποιοί είναι οι νεαροί  καβαλάρηδες με τα φτερά. Πλάι στο λαιμό του ψαρί αλόγου  διακρίνεται ένα ματσούκι, δηλαδή ένας κεφαλοθραύστης, ο οποίος όμως κρέμεται από τη σέλα του διπλανού ζώου. Το ματσούκι ήταν από τα προσφιλή όπλα των Στρατιωτών, πιο γνωστών ως stradioti, του Ελληνικού ελαφρού ιππικού του ύστερου Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, αρκετοί από τους οποίους βρίσκονταν στην Κρήτη του Δαμασκηνού. Μια λογική, νομίζω, υπόθεση θα ήταν πως οι νεαροί είναι γιοί και ανιψιοί Στρατιωτών, που συνήθως τους ακολουθούσαν για να μάθουν την τέχνη του πολέμου και να τους διαδεχθούν. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα οι καπετάνιοι διεκδίκησαν με επιτυχία πληρωμή από τις Βενετικές αρχές για αυτά τα παιδιά.

 Στρατιώτες μαρτυρούνται στην Κρήτη τουλάχιστον από το 1461 (2) και στην εποχή του Μιχαήλ Δαμασκηνού ο αριθμός τους πλησίαζε τους ενενήντα. Αν η υπόθεση που κάναμε είναι σωστή τότε οι καβαλάρηδες που φαίνονται πίσω από τους νεαρούς πρέπει να είναι Στρατιώτες. Οι δύο τελευταίοι μάλιστα φορούν πίλους στο κεφάλι όπως γνωρίζουμε ότι φορούσαν αρκετοί Στρατιώτες παλιότερα. Όμως ακόμα και αν είναι έτσι τα πράγματα η ακρίβεια της απεικόνισης δεν είναι δεδομένη. Για παράδειγμα, σύγχυση προκαλεί το ότι ένας από αυτούς κρατάει αλαβάρδα, όπλο του πεζικού. Γι αυτό πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί.

Υπάρχουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα και πάνω στο κομμάτι πανοπλίας της Συλλογής Wallace: ποιά είναι η πολιορκούμενη πόλη, πότε έλαβε χώρα η σύγκρουση – αν υποθέσουμε ότι πρόκειται για αναπαράσταση ιστορικού γεγονότος – και ποιόν αναπαριστά ο παράξενος ιππέας; Ο Sir Guy Francis Laking, στο Catalogue of the European Armour and Arms in the Wallace Collection at Hertford House (Λονδίνο 1910), τον ονομάζει Βενετό Στρατιώτη (Venetian estradiot). Έχει άραγε δίκιο; Σε αυτό το ερώτημα θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε.

Από τη χρυσή εποχή των Στρατιωτών, δηλαδή το διάστημα 1495 – 1530 περίπου, έχουμε ένα σημαντικό αριθμό απεικονίσεων, και τολμώ να πω πως αυτές οι σελίδες έχουν συμβάλλει καθοριστικά στην εύρεση και ταυτοποίηση αρκετών από αυτές (3). Ήδη από τα μέσα του 15ου αιώνα έχουμε και μερικές γραπτές περιγραφές. Έτσι γνωρίζουμε αρκετά καλά τι φορούσαν, τι όπλα χρησιμοποιούσαν και τον τρόπο που ίππευαν μέχρι τα μέσα του 16ου. Από κει και πέρα οι απεικονίσεις και οι περιγραφές είναι λίγες και συχνά αντικρουόμενες. Ο σημαντικότερος λόγος είναι πως με την Οθωμανική κατάληψη των Βενετικών προπυργίων του Μοριά, που ήταν το κατεξοχήν φυτώριο των Στρατιωτών, στέρεψε το ρεύμα των μισθοφόρων που αναζητούσαν την τύχη τους στην υπηρεσία Ευρωπαίων βασιλιάδων. Έτσι οι διάφοροι στρατοί είτε αναζήτησαν υποκατάστατα σε μιμητές των Στρατιωτών, όπως οι Ουσάροι, είτε οργάνωσαν σώματα ντόπιων, που διατήρησαν μεν την ονομασία Στρατιώτες αλλά ήταν οργανωμένοι και εξοπλισμένοι διαφορετικά, ίππευαν αλλιώς, και, επιπλέον, χρησιμοποιούσαν άλλες τακτικές.

Βλέπουμε λοιπόν γαλλικές και ισπανικές παραστάσεις κατ’ όνομα μόνο Στρατιωτών, που λίγο διαφέρουν από το σιδερόφραχτο βαρύ ιππικό. Ο λόγος ήταν κυρίως η ανάγκη προστασίας των ιππέων από τη συνεχή εξάπλωση και αύξηση της φονικότητας των πυροβόλων όπλων. Υπήρχαν βέβαια και περιπτώσεις που οι αντίπαλοι δεν διέθεταν πυροβόλα όπλα, όπως για παράδειγμα οι Αμερικανοί Ινδιάνοι. Εκεί οι βαριές και πανάκριβες, αρθρωτές πανοπλίες δεν ήταν απαραίτητες. Η παρακάτω απεικόνιση, φτιαγμένη από Ινδιάνο του Μεξικού στα μέσα του 16ου αιώνα (4), θα μπορούσε να δείχνει Στρατιώτες. Χωρίς όμως να είμαστε σίγουροι αφού οι Ισπανοί εκείνη την εποχή είχαν υιοθετήσει στοιχεία της ενδυμασίας των Στρατιωτών, όπως για παράδειγμα το καπέλο. Ίσως δημιούργησα ένα ερωτηματικό σε μερικούς, λοιπόν ναι, το χαρακτηριστικό καπέλο του Ζορρό έχει τις ρίζες του στο ύστερο Βυζάντιο όπως και οι Στρατιώτες.


Εικ. 4

Οι Στρατιώτες πάντως συνέχισαν τη δράση τους στην υπηρεσία της Βενετίας, τόσο στην Ιταλία όσο και στις κτήσεις της στη Δαλματία και την Ελλάδα. Οι καλλιτέχνες της όμως δεν ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με αυτούς, παρόλο που υπηρέτησαν τη Σινιορία για αιώνες. Στο Παλάτι του Δόγη, σήμερα μουσείο, δεν υπάρχει ούτε μία σπάθη Στρατιώτη. Ίσως όμως μπορούμε να εκμεταλλευτούμε κάποια από τα ελάχιστα γνωστά για να δούμε τι αλλαγές είχαν συντελεστεί και αν όντως οι Στρατιώτες του 1600 έμοιαζαν με τον καβαλάρη της πανοπλίας.

Στα χρόνια πριν και μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου, οι κάτοικοι της Βενετίας διασκέδαζαν με τις ‘μπαρτζελέττες’ των μυθιστορηματικών κατορθωμάτων του Στρατιώτη Μανώλη Μπλέσση. Μια από αυτές (5) παρέχει κάποια στοιχειώδη εικονογράφηση. Εκεί βλέπουμε άνδρες οπλισμένους με δόρατα, κυρτές σπάθες και μικρά σκουτάρια να φορούν κράνη στολισμένα με φτερά. Ορισμένοι φέρουν επωμίδες και περιβραχιόνια προσαρμοσμένα σε δερμάτινο θώρακα. Στα πόδια φορούν στιβάνια ή γκέτες. Κάποιοι φορούν κοντές βράκες. Στην ουσία βλέπουμε μέλη του ελαφρού ιππικού της Βενετίας, της cavalleria leggera.


Εικ. 5



Εικ. 6

Η εικόνα αυτή είναι πολύ διαφορετική από αυτή που παρουσίαζαν οι παππούδες των Στρατιωτών μισό αιώνα νωρίτερα. Είναι διαφορετική ακόμη και από τα μέλη της οικογένειας Μάνεση στην γνωστή εικόνα της Δέησης, στον Άγιο Γεώργιο των Ελλήνων στη Βενετία, παρόλο που τις χωρίζει λιγότερο από μια γενιά και οι Μανεσαίοι απεικονίζονται ήδη σε μεγάλο βαθμό εξευρωπαϊσμένοι. Όμως όταν είσαι μυθικός υπερ-ήρωας όπως ο Μπλέσσης, όταν έχεις αγαπητικιά μια μάγισσα της Αργολίδας και σύζυγο τη βασίλισσα της Ισλανδίας, μπορείς και ατομικό συμβόλαιο με τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία να κάνεις (6) και να έχεις όσες διαφορετικές πανοπλίες θέλει ο εκδότης που σε τύπωσε. Αυτό που δεν μπορείς είναι να είσαι αντιπροσωπευτικός τύπος Στρατιώτη.

Είναι ίσως πιο λογικό να ψάξουμε τους Στρατιώτες στα νησιά του Ιονίου, εκεί δηλαδή που ήταν εκείνη τη εποχή εγκατεστημένοι οι περισσότεροι. Από εκεί άλλωστε προέρχεται και μια πληροφορία που μας έχει προϊδεάσει για επερχόμενες αλλαγές. Ο Λεωνίδας Ζώης, βασιζόμενος σε έγγραφο των κατεστραμμένων πια Ζακυνθινών αρχείων με χρονολογία 1555, έγραψε πάνω από ένα αιώνα πριν (7):

‘... ο τότε Προβλεπτής Ζακύνθου Μάρκος Βαρβαρίγος , δια της από 15 Σεπτεμβρίου διαταγής αυτού, ώριζεν, ίνα άπαντες οι τότε παρόντες Έλληνες στρατιώται εντός διετίας εκμάθωσι την λατινικήν και δημώδη ιταλικήν, ώστε να συνεννοώνται μετά τε του Κοντοσταύλου (8) και των λοιπών της νήσου αρχών. Της προθεσμίας ταύτης παρερχομένης, οι μη επιδεκτικοί μαθήσεως θα εξεδιώκοντο του ελληνικού λόχου ουδέ θα ηδύνατο τις του λοιπού να καταταχθή εις αυτόν, αν μη ωμίλει και ενόει την ιταλικήν, επί ποινή 100 υπερπύρων, διατεθειμένων υπέρ των τειχών της πόλεως. Ώφειλον επίσης άπαντες οι στρατιώται εντός διμηνίας να ενδυθώσιν ομοιομόρφως με βραχείας περισκελίδας και μικρούς πίλους και να αναρτήσωσιν επί στρατιωτικού ζωστήρος σπάθην, ώστε να παρουσιάζωνται ως αληθείς στρατιώται.’

Είναι φανερό πως οι Βενετική εξουσία επέβαλλε στους Στρατιώτες ένα είδος στολής, η οποία δεν μπορεί παρά να ήταν ίδια ή παρόμοια με αυτή που φορούσαν και άλλοι στρατιωτικοί στην υπηρεσία της. Έτσι, αν και υπάρχουν πολλές παραστάσεις Βενετών πολεμιστών, ή εμπνευσμένες από αυτούς, δεν είναι συνήθως δυνατό να αποφανθούμε για τον αν πρόκειται για Στρατιώτες ή όχι. Για παράδειγμα, στην παρακάτω λεπτομέρεια από τον Αποκεφαλισμό του Ιωάννου, του 18ου αιώνα, από εκκλησία της ορεινής Ζακύνθου, έχουμε όλα σχεδόν τα στοιχεία που είδαμε προηγουμένως: κράνος με φτερά, ελαφρύ δόρυ, κυρτή σπάθη, κοντή βράκα, αλυσιδωτό και δερμάτινο θώρακα, στιβάνια, μανδύα.


Εικ. 7

Και όμως δεν μπορούμε και πάλι να πούμε ότι αυτές οι φιγούρες – εμπνευσμένες προφανώς από παλιότερη εικόνα – είναι αντιπροσωπευτικές Στρατιωτών. Απουσιάζει ένα απαραίτητο στοιχείο: το άλογο. Υπάρχουν αρκετές παρόμοιες απεικονίσεις στο Μουσείο της Ζακύνθου αλλά ούτε αυτές επιτρέπουν στέρεα συμπεράσματα. Στα τέλη του 16ου αιώνα η ζωγραφική στα Επτάνησα δεν είχε ακόμη αναπτυχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Η ζωγραφική εκείνη την εποχή ανθούσε στην Κρήτη. Επιστρατεύουμε λοιπόν ένα σημαντικότατο αγιογράφο από την Κρήτη, τον Γεώργιο Κλόντζα, που δημιούργησε στα τέλη του 16ου αιώνα και μέχρι τις αρχές του 17ου.

Γιατί τον Κλόντζα και όχι το τεράστιο ταλέντο του σύγχρονου του Μιχαήλ Δαμασκηνού με τα εκατό περίπου σωζόμενα έργα του; Με όλο το σεβασμό και το δέος μπρος στην απίστευτη ομορφιά του έργου του Δαμασκηνού επειδή – πέρα από την αποδεδειγμένη προτίμηση του στις αλαβάρδες, που παραχωρούσε αφειδώς ακόμα και στο ιππικό – κατεχόταν από ένα διακοσμητικό οίστρο, που, μαζί με τη φαντασία του και την τεχνική του ικανότητα, δημιούργησε αριστουργήματα αλλά σε βάρος του ρεαλισμού.

Εμείς πρέπει να ξεχωρίσουμε τον περίφημο αναχρονισμό της Αναγεννησιακής τέχνης – ο οποίος μεταφέρει τον κόσμο του 1600 σε ιστορίες βιβλικές ή κλασσικές – από τη φαντασία του καλλιτέχνη, τη Βυζαντινή παράδοση και τον ενθουσιασμό για την Ελληνορωμαϊκή κληρονομιά. Ο Κλόντζας, ενώ παρέμεινε κοντά στην παράδοση ζωγράφιζε κυρίως με όρους του δικού του κόσμου. Στα έργα του, οι γυναίκες φορούσαν Βενετσιάνικα φορέματα της εποχής του, τα κτίρια είχαν Βενετσιάνικη αρχιτεκτονική, στα λάβαρα λίγο ακόμα και θα διέκρινες το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου. Οι τάσεις εξωραϊσμού ήταν περιορισμένες. Όταν ζωγράφιζε ένα κράνος πολεμιστή ήταν όπως το είχε δει στο Χάντακα και όχι όπως το είχε φανταστεί ή όπως είχε ακούσει πως το φορούσε κάποιος ναύαρχος στις μόστρες της Βενετίας. Έτσι μας διευκολύνει αφάνταστα.

Σε ένα τρίπτυχο του Κλόντζα λοιπόν, όπου απεικονίζει τη Σταύρωση και που σήμερα βρίσκεται στο Walters Art Museum της Βαλτιμόρης, βλέπουμε καβαλάρηδες που μοιάζουν πολύ με Στρατιώτες του παλιού καιρού, δηλαδή των τελών του 15ου και των αρχών του 16ου αιώνα. Έτσι τουλάχιστον φαίνονται από κάποια απόσταση.


Εικ. 8

Ας δούμε και κάποιους πιο κοντινούς.


Εικ. 9

Αρκετοί φοράνε το χαρακτηριστικό μαύρο, καστόρινο καπέλο αλλά άλλοι έχουν το κεφάλι ακάλυπτο ή φοράνε την κουκούλα του μανδύα τους. Ο μανδύας, άλλοτε ριγμένος στην πλάτη και άλλοτε τυλιγμένος γύρω από το σώμα τους, είναι ένας νεωτερισμός που δεν τον έχουμε παρατηρήσει σε Στρατιώτες παλιότερων εποχών. Ακόμη, δεν είναι πάντα γενειοφόροι όπως παλιότερα. Ευτυχώς οι δυνατές επιλογές δεν είναι περισσότερες από δύο επειδή στην Κρήτη του 1600 υπήρχαν μόνο δύο είδη ιππικού: οι Στρατιώτες και το φεουδαρχικό ιππικό (cavalleria feudata), το οποίο απαρτιζόταν από Βενετούς στην καταγωγή γαιοκτήμονες (9). Οι Κρητικοί άρχοντες ήταν αρκετά ξεπεσμένοι πλέον και πολύ λιγότερο ικανοί από τους Στρατιώτες αλλά ήταν περισσότεροι, συχνά πλουσιότεροι και κοινωνικά ανώτεροι. Είναι εντελώς απίθανο να είχαν υιοθετήσει ενδυμασίες που θα τους έκαναν να μοιάζουν με κοινωνικά κατώτερους. Άρα αυτοί που βλέπουμε πρέπει να είναι Στρατιώτες. Άλλωστε οι Στρατιώτες στην Κρήτη, αλλά και όπου αλλού έδρασαν, είχαν και αστυνομικά καθήκοντα, άρα η παρουσία τους στο δρόμο προς το Γολγοθά και πάνω σε αυτόν είναι δικαιολογημένη.

Στο μέσο του τριπτύχου, πάνω στο Γολγοθά, βλέπουμε επίσης καβαλάρηδες, μερικοί από τους οποίους φοράνε το μαύρο καπέλο και μανδύες. Δεν φαίνεται αν φέρουν οπλισμό όμως ο ένας φοράει θώρακα κάτω από το μανδύα του.




Εικ. 10

Παρόμοιοι ιππείς εμφανίζονται και στη Σφαγή των Νηπίων, σε ένα άλλο τρίπτυχο του Κλόντζα από τη Συλλογή της Μαριάννας Λάτση στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο. Εδώ φαίνεται το σπαθί στο πλευρό του ιππέα.




Εικ. 11

Η γενικότερη εντύπωση που αφήνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι πως ήταν λειψά εξοπλισμένοι και πως καθένας φορούσε ότι ήθελε, θυμίζοντας έντονα τη φράση του Ζώη:

‘... ενδεδυμένοι μακράς περιβολάς και φέροντες μεγάλους πίλους προσωμοίαζον μάλλον προς τεχνίτας της εποχής εκείνης ή προς στρατιώτας ...’

Στην απέναντι πλευρά της σύνθεσης μπορεί να παρατηρήσει κανείς δύο διαφορετικούς καβαλάρηδες, κουκουλοφόρους ντυμένους με χρυσοστόλιστα μαύρα, όπως αυτός στην εικόνα 12. Το μαύρο ήταν το ευνοούμενο χρώμα των Βενετών ευγενών. Μαζί με την αγέρωχη πόζα του και τις μακριές προεκτάσεις των μανικιών του δείχνει πως εδώ μάλλον έχουμε εκπροσώπους του φεουδαρχικού ιππικού.


Εικ. 12

Επιστρέφουμε στην εικόνα της Σταύρωσης για να πούμε πως οι ιππείς με την εμφάνιση Στρατιώτη δεν είναι οι μοναδικοί που φοράνε το χαρακτηριστικό μαύρο καπέλο. Για παράδειγμα, κάποιος από τους Λεγεωνάριους που διαμοιράστηκαν τα ιμάτια του Ιησού και τα παίζουν στα ζάρια το φοράει επίσης. Στηρίζεται σε ένα τεράστιο ευρωπαϊκό σπαθί, από αυτά που ο χειρισμός τους απαιτούσε χρήση και των δύο χεριών (Zweihänder). Τέτοια όπλα χρησιμοποιούνταν από εξειδικευμένους πεζούς και όχι από ιππείς. Στις περιστάσεις της Κρήτης όμως είναι πολύ πιθανότερο ότι η φιγούρα αυτή – που εμφανίζεται και σε άλλες εικόνες της Σταύρωσης αποδιδόμενες στο εργαστήριο του Κλόντζα – είναι δήμιος και όχι σπαθομάχος. Όπως και να έχει το πράγμα ο άνθρωπος αυτός δεν είναι Στρατιώτης και το καπέλο απλώς φαίνεται να υποδηλώνει την Ελληνική του εθνικότητα.


Εικ. 13

Στο κέντρο της σύνθεσης, κάτω από το Σταυρό, διακρίνουμε άλλους ιππείς. Η περιβολή τους μοιάζει με αυτή των Λεγεωνάριων με τα ζάρια αλλά φοράνε επιπλέον αλυσιδωτή πανοπλία, που φτάνει μέχρι τους καρπούς των χεριών τους.


Εικ. 14

Αν εξαιρέσουμε το ότι είναι ξεσκούφωτοι μοιάζουν ακόμη περισσότερο με τον μυστηριώδη Στρατιώτη της Συλλογής Wallace που είδαμε στην αρχή. Ποιοί είναι λοιπόν αυτοί;  Μήπως δεν είναι μέλη ιππικού σώματος αλλά ανώτεροι Βενετοί αξιωματικοί που τυχαίνει να είναι έφιπποι;  Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται πιθανό. Ένας Βενετός αξιωματικός της εποχής θα φορούσε αρθρωτή πανοπλία και όχι τον λιγότερο αποτελεσματικό δερμάτινο ή αλυσιδωτό θώρακα. Ένα τέτοιο παράδειγμα αρθρωτών πανοπλιών βλέπουμε στην εικόνα 15, μια λεπτομέρεια της Ανεύρεσης του Τιμίου Σταυρού από άλλο τρίπτυχο του Κλόντζα, που βρίσκεται στο Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο.


Εικ. 15

Αφού οι ιππείς της εικόνας 14 δεν είναι υψηλόβαθμοι Βενετοί και δεν μοιάζουν με φεουδάρχες  τι είναι; Στην εικόνα 10 είδαμε έναν από αυτούς που χαρακτηρίσαμε Στρατιώτες να φοράει παρόμοιο θώρακα. Μήπως και οι ιππείς της εικόνας 14 είναι Στρατιώτες; Στην εικόνα 3 είδαμε ιππείς με στολή να παρεμβάλλονται μεταξύ των νεαρών και των ιππέων με τους πίλους που μοιάζουν με Στρατιώτες. Ενώ φαινομενικά έχουμε τρεις διαφορετικές ομάδες ιππέων θα μπορούσαμε να έχουμε ένα ενιαίο σύνολο ανθρώπων από τους οποίους άλλοι φορούν στολή και άλλοι όχι. Σε αυτή την περίπτωση η διαφορετική αμφίεση μέσα σε ένα σύνολο στρατιωτικών πρέπει να εξηγηθεί.

Η Βενετία στις κτήσεις της στην Ελλάδα διατηρούσε Στρατιώτες που διέφεραν στην πληρωμή και στις αντίστοιχες υποχρεώσεις. Στα δύο άκρα ήταν από τη μια μεριά οι provisionati, δηλαδή αυτοί οι οποίοι είχαν προσληφθεί και μισθοδοτούνταν, και στην άλλη οι decimali, δηλαδή αυτοί οι οποίοι υπηρετούσαν περιοδικά και κατά τη διάρκεια κρίσεων με αντάλλαγμα την απαλλαγή από το φόρο της Δεκάτης (Decima). Αυτοί οι τελευταίοι, μαζί με τη λιγοστή γη που η Βενετική εξουσία είχε παραχωρήσει στους προγόνους τους είχαν κληρονομήσει την υποχρέωση να κάνουν βάρδια για κάμποσες βδομάδες, μεταξύ Μαρτίου και Νοεμβρίου, όταν ο κίνδυνος εχθρικών και πειρατικών επιδρομών ήταν μεγαλύτερος. Η αποζημίωση τους, που ισοδυναμούσε με το ένα δέκατο μόλις του μικρού εισοδήματος τους, δεν ήταν βέβαια σπουδαίο κίνητρο σε αντιπαράθεση με την απουσία τη δική τους και του αλόγου τους από την οικογενειακή εστία, συνήθως σε περιόδους φόρτου εργασίας, όπως ο θέρος ή ο τρύγος, αλλά και κοινωνικών εκδηλώσεων, όπως το Πάσχα και τα καλοκαιρινά πανηγύρια.

Στη Ζάκυνθο οι provisionati, που συνήθως ήταν καμιά δεκαπενταριά το πολύ(10), είχαν τη βάση τους κοντά στο Tre Porte, δηλαδή την προς Μπόχαλη πύλη του Κάστρου, που είναι και η υπάρχουσα σήμερα. Οι decimali όμως, που ήταν πολύ περισσότεροι, έμεναν στη μεγάλη τους πλειοψηφία μακριά από τη Χώρα, κυρίως στα χωριά της ρίζας ή στο Μπελούσι, στα Γερακαρία και στο Τραγάκι. Πού να μάθαιναν αυτοί οι συχνά απρόθυμοι Στρατιώτες – που βέβαια κάθε άλλο παρά τέρατα μόρφωσης ήταν – Λατινικά και Ιταλικά σε δύο χρόνια; Χώρια το δυσβάσταχτο έξοδο της στολής.

Θα τους έδιωχνε ο Barbarigo από τη Στρατία, ανοίγοντας ένα τεράστιο κενό στην άμυνα του νησιού που θα ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να κλείσει; Επιπλέον, θα έδιωχνε χιλιάδες ανθρώπους από τις περιουσίες τους – γιατί μαζί με τις οικογένειες τους ήταν χιλιάδες (11) – δημιουργώντας οξύτατο κοινωνικό πρόβλημα; Όχι βέβαια. Η διαταγή του Προβλεπτή Marco Barbarigo του 1555 και η απειλή εκδίωξης από τη Στρατία ήταν για τους περισσότερους Στρατιώτες κενή περιεχομένου. Θα συνέχιζαν να υπηρετούν με τα ίδια καθημερινά ρούχα, τα ίδια παλιά όπλα και τα ίδια τσακισμένα από τη δουλειά στο χωράφι άλογα ή θα εύρισκαν άλλη δουλειά, όπως άλλωστε έκαναν πολλοί όλο και συχνότερα.

Δεν έχουν μέχρι στιγμής παρουσιαστεί στοιχεία που να δείχνουν την ύπαρξη decimali στην Κρήτη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι εκεί Στρατιώτες, απόγονοι προσφύγων από το Ναύπλιο και τη Μονεμβασία κυρίως, ήταν σε καλύτερη κατάσταση οικονομικά ή θα παρουσίαζαν καλύτερο θέαμα. Πρέπει όμως να υπήρχαν και εκείνοι για τους οποίους η εμφάνιση και η γνώση Ιταλικών είχαν σημασία: οι καπετάνιοι και οι άλλοι βαθμοφόροι (luogotenenti, alfieri), που αμείβονταν καλύτερα, καθώς και όσοι είχαν βλέψεις σε τέτοιες θέσεις. Πιστεύω λοιπόν πως οι καβαλάρηδες με τη στολή αντιπροσωπεύουν καπετάνιους Στρατιωτών.

Η στολή αυτή – δερμάτινος θώρακας με πτέρυγες στους ώμους και τους γοφούς, συχνά συνδυασμένος με αλυσιδωτή ή αρθρωτή θωράκιση, κράνος χωρίς προσωπίδα, μανδύας – είναι η βασική στολή των Βενετικών δυνάμεων τουλάχιστον από το 15ο αιώνα, και με μικρές μόνο διαφορές, μέχρι και το 17ο. Αν και εξαιρετικά παραγνωρισμένη από αυτούς που σήμερα ασχολούνται με τέτοια θέματα, δεν ήταν καν αποκλειστικά Βενετική αλλά χρησιμοποιούνταν και από άλλα κράτη της βόρειας και κεντρικής Ιταλίας. Στην επόμενη εικόνα βλέπουμε Γενοβέζους τζαγράτορες ζωγραφισμένους από τον Lazzaro Tavarone γύρω στα 1624 στο Palazzo Cattaneo Adorno της Γένοβας.


Εικ. 16

Η καταγωγή της στολής ήταν κατά πάσα πιθανότητα Βυζαντινή και στη Βενετία τη φορούσαν συνήθως πεζοί στρατολογημένοι από τους χωρικούς της στερεάς και των υπεράκτιων κτήσεων. Αυτό όμως δεν ήταν απόλυτο. Στην εικόνα 17 μπορούμε να δούμε το ναύαρχο Jacopo Marcello να τη φοράει το 1484, ζωγραφισμένο από τον Tintoretto γύρω στα 1580 (Παλάτι του Δόγη, Βενετία).


Εικ. 17

Στο δεύτερο ήμισυ του 16ου αιώνα άρχισε η σταδιακή αντικατάσταση του δερμάτινου θώρακα από ατσάλινο, ωστόσο φαίνεται πως για λόγους κυρίως οικονομικούς οι δερμάτινοι επιβίωσαν για πολύ καιρό ακόμη. Σύμφωνα με την εικόνα 18, που είναι λεπτομέρεια απεικόνισης μάχης κοντά στην Καλαμάτα (12), εξακολουθούσαν να βρίσκονται  σε χρήση κατά την εκστρατεία του Morosini ένα αιώνα αργότερα.


Εικ.18

Επιστρέφοντας στα έργα του Κλόντζα θα πρέπει να παραδεχτούμε πως η ύπαρξη εξήγησης δεν αποτελεί σοβαρό στοιχείο που να συνηγορεί στην υπόθεση πως κάποιοι Στρατιώτες φορούσαν τη συγκεκριμένη στολή και κάποιοι όχι. Θα ήταν παρακινδυνευμένο να καταλήξουμε από τώρα σε συμπεράσματα. Γι αυτό παραθέτουμε άλλη μία σύνθεση, πάλι του Κλόντζα, που απεικονίζει τον Άγιο Γεώργιο, από το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας.


Εικ.19

Είναι μια αρκετά ιδιόρρυθμη εικόνα, όπου ο Άγιος όχι μόνο δεν καρφώνει το δράκοντα με το κοντάρι του αλλά δεν έχει καν κοντάρι. ‘Σνομπάρει’ το τέρας κοιτάζοντας προς τα πίσω. Μοιάζει πολύ περισσότερο σαν να προσπαθεί να κινητοποιήσει όλο το στρατό που τον παρακολουθεί σε εκστρατεία. Δεν είναι τόσο ένας άγιος-ήρωας όσο ένας άγιος-ηγέτης. Φυσικά το άλογο του είναι άσπρο, φοράει κόκκινο μανδύα και έχει την σγουρή του κόμη ακάλυπτη όπως επιβάλλει η παράδοση.

Φοράει αλυσιδωτή πανοπλία μέχρι τα γόνατα και θώρακα από ‘βρασμένο δέρμα’ (13). Στη μέση του κρέμεται ευθύ ξίφος Δυτικής προέλευσης (14). Ουσιαστικά δεν φαίνεται να διαφέρει σε τίποτα από τους καβαλάρηδες της εικόνας 14 εκτός από το χρώμα του μανδύα και το ότι στο αριστερό του μπράτσο έχει περασμένο το σκουτάρι του. Στο στήθος του βλέπουμε το λουρί με το οποίο το κρεμάει στην πλάτη του όταν δεν το χρειάζεται άμεσα. Είναι ένα σκουτάρι ελαφρύ, σχετικά ρηχό, παραλληλόγραμμο ή τραπεζιόσχημο, από αυτά που στον Ελληνικό χώρο χρησιμοποιούσαν μόνο οι Στρατιώτες και οι Τούρκοι Ακιντζήδες. Αυτό είναι ισχυρή απόδειξη πως ο άγιος παρουσιάζεται σαν Στρατιώτης. Η στάση του δεν αφήνει αμφιβολία πως πρόκειται για καπετάνιο. Τι πιο φυσικό άλλωστε για έναν αξιωματικό και καβαλάρη άγιο σε μια Κρητική εικόνα – στην Κρήτη εκείνη την εποχή οι Στρατιώτες ήταν οι μοναδικοί επαγγελματίες στρατιωτικοί του ιππικού.

Με βάση αυτό θα περίμενε κανείς να υπάρχουν και άλλες Κρητικές εικόνες του 16ου και 17ου αιώνα όπου στρατιωτικοί άγιοι απεικονίζονται σαν Στρατιώτες. Πραγματικά, αυτό βλέπουμε στην παρακάτω εικόνα του Οράματος του Αγίου Ευσταθίου, έργο ανωνύμου του 17ου αιώνα, από τη συλλογή του Halil Korban.    


Εικ. 20

Γονυπετής ο άγιος, έτσι που φαίνονται τα σπιρούνια του, και πεσμένο μπροστά του ένα γνώριμο καπέλο με σπαστό γείσο και φτερά. Νομίζω πως πλέον μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως ναι, ο Sir Guy Francis Laking είχε δίκιο για τον ιππέα της πανοπλίας.


--------------------------------------------------------------------------- 

1) Cesare Vecellio, De gli Habiti Antichi e Modérni di Diversi Parti di Mondo, Βενετία 1590.

2) Κατερίνα Β. Κορρέ, Μισθοφόροι stradioti της Βενετίας: πολεμική και κοινωνική λειτουργία (15ος-16ος αιώνας), Διδακτορική Διατριβή, Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Κέρκυρα 2017, σ. 366.

3) Ακολουθώντας την ετικέτα Στρατιώτες του ιστολογίου https://pampalaia.blogspot.com/search/label/%CE%A3%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B5%CF%82 θα βρεί κανείς σχεδόν 30 σχετικά άρθρα και πολλές  απεικονίσεις.

4) Κώδικας Lienzo de Tlaxcala.

5) I fatti, et le prodezze di Manoli Blessi stratioto, του Antonio Molin, Βενετία 1561.

6) Αρκετοί Στρατιώτες έκαναν ατομικά συμβόλαια και υπηρετούσαν σε ειδικά συγκροτημένους λόχους της cavalleria leggera μαζί με άλλους επίλεκτους από διάφορες εθνότητες. Αυτοί αμείβονταν καλύτερα και ήταν γνωστοί σαν lanze spezzate.

7) Ο Ελληνικός Λόχος εν Ζακύνθω κατά τους χρόνους της δουλείας, Ελληνισμός, έτος ιδ΄, τ. 161-162, 1911.

8) Κοντόσταυλος ήταν ο διοικητής του Κάστρου. Το 1555 ήταν κάποιος Δομένικος (Κυριάκος) Μούρμουρης, τον οποίο ο Ζώης θεώρησε ελληνομαθή Ιταλό λόγω καταγωγής του από τη Νάπολι. Ο Μούρμουρης όμως ήταν από τη Νάπολι ντι Ρομάνια, δηλαδή το Ναύπλιο, και δεν ήταν καθόλου Ιταλός. Πολλοί από την οικογένεια του ήταν Στρατιώτες. Είχαν εγκατασταθεί στο Ναύπλιο προερχόμενοι από την Μεθώνη σύμφωνα με την Κατερίνα Β. Κορρέ. Όπως 2), σ. 373.

9) Μαρία Ντούρου – Ηλιοπούλου, Το φεουδαρχικό ιππικό της Κρήτης στις αρχές του 17ου αιώνα, Φράγκοι και Βενετοί στη Ρωμανία, Αθήνα 2016.

10) Η αναφερόμενη δύναμη Στρατιωτών της Ζακύνθου φαίνεται πως ήταν αρκετά σταθερή γύρω στα 1600, 130 ιππείς. Από αυτούς οι provisionati ήταν μόνο το 10% περίπου. Δημήτρης Αρβανιτάκης, Οι αναφορές των Βενετών Προβλεπτών της Ζακύνθου (16ος – 18ος αι.), Istituto Ellenico, Βενετία 2000.

11) Οι provisionati στη Ζάκυνθο δεν ήταν Ζακυνθινοί. Οι Ζακυνθινοί provisionati, και πρέπει να ήταν πολλοί, υπηρετούσαν εκτός Ζακύνθου. Αυτό ήταν Βενετική πολιτική. Όσο για τους Ζακυνθινούς decimali αυτοί ήταν πολύ περισσότεροι από τους 110 με 120 που αναφέρουν οι Προβλεπτές. Αυτός πρέπει να ήταν ο αριθμός όσων έκαναν βάρδια. Χαρακτηριστικό είναι πως ο Προβλεπτής Marco Basadonna το 1546 (Αρβανιτάκης, σελ. 66), ενώ ο ίδιος διέθετε μόνο 75 Στρατιώτες, πρότεινε τη στρατολόγηση 400 Ζακυνθινών Στρατιωτών για υπηρεσία σε άλλα μέρη της Ελλάδας, τη Δαλματία και την Ιταλία. Τους Στρατιώτες δεν τους δημιουργούσαν όμως οι Βενετοί, τους έπαιρναν έτοιμους και η Ζάκυνθος με την Κεφαλονιά ήταν από τις μεγαλύτερες δεξαμενές άντλησης Στρατιωτών.

12) Description geographique et historique de la Morée του Vicezo Coronelli, Παρίσι 1687.

13) Δέρμα που είχε δεχτεί κατάλληλη επεξεργασία και μπορούσε να κρατήσει συγκεκριμένο σχήμα, όπως το πλαστικό. Μπορούσε επίσης να δεχτεί ανάγλυφη διακόσμηση. Το Μεσαίωνα ήταν γνωστό στη δυτική Ευρώπη σαν cuir bouilli.

14) Χρήση τέτοιων όπλων από Στρατιώτες πρέπει να ήταν αρκετά συνηθισμένη. Για παράδειγμα όταν η πάλα ενός Στρατιώτη αχρηστευόταν σε κάποια στιγμή αναγκαστικά θα χρησιμοποιούσε ένα Βενετσιάνικο σπαθί. Ακόμα και όταν τέτοια όπλα δεν χορηγούνταν πρέπει να ήταν σημαντικά φτηνότερα λόγω της μαζικής τους παραγωγής. Οι Μανεσαίοι στην εικόνα της Δέησης είναι ζωσμένοι τέτοια ξίφη.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2018

Από ‘του Μεσσαλά’ ως την Κύπρο του 1570



Η παραπάνω φωτογραφία δημοσιεύτηκε στην Αθηναϊκή εφημερίδα ‘Τα Νέα’ στις 19 του περασμένου Αυγούστου. Συνοδευόταν από ένα κείμενο του Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή, στον οποίο υποθέτω ανήκει η φωτογραφία αφού σε αυτήν απεικονίζεται η μητέρα του Νανά και οι γονείς της. Το κείμενο ξεκινάει με τη φανταστική διήγηση μιας ημέρας στη ζωή του κόντε Στέφανο Μεσσάλα, όπως τον λέει, του κόντε Μεσσαλά των Ζακυνθινών, το 18ο αιώνα. Συνεχίζεται, με υποθέτω λίγο-πολύ πραγματικά περιστατικά, το 1928, όταν βγήκε αυτή η φωτογραφία. Πρόκειται για Τριβιζαίους, τους νέους ιδιοκτήτες των χτημάτων του κόντε Μεσσαλά στον κάμπο κάτω από το Γαλάρο.

Βρήκα τη φωτογραφία συναρπαστική, και ακόμα περισσότερο το κείμενο. Γιατί με το Φίλιππο Δρακονταειδή μας ενώνει αίμα Τριβιζαίικο και η νοσταλγία για εκείνο το κομμάτι του κάμπου που ακόμα λέγεται ‘του Μεσσαλά’. Η καρδιά ‘του Μεσσαλά’ είχε μείνει σε χέρια Τριβιζαίικα και μετά την πώληση του από το θείο του κ. Δρακονταειδή. Η μάνα μου γεννήθηκε τέσσερα χρόνια μετά τη φωτογραφία, Τριβιζοπούλα κι αυτή, η μάνα της δασκάλα όπως της Νανάς. Η οικογένεια της κουβαλιόταν κάθε καλοκαίρι από το χωριό ‘στου Μεσσαλά’.  Έτσι ήταν και για μένα ένας από τους μικρούς παραδείσους των παιδικών μου χρόνων, τη δεκαετία του 1960 πια.

Τα δικά μου όρια ήταν στενότερα – όχι ‘ανατολικά ώς το λιθάρι του Μπάμπη τση Γάτας, δυτικά ώς την ιτιά την κλαίουσα του Κουκουνάρα, νότια ώς την ταβέρνα του Καρμανιόλου, βόρεια ώς τις πέντε λεύκες του Κουκουλομάτη, δηλαδή του Τεμπονέρα’ αλλά μοναχά από το στιβαρό φοίνικα στα νότια μέχρι το μεγάλο ευκάλυπτο βόρεια και το ρεματάκι ανατολικά, αυτό που αν το ακολουθήσεις φτάνεις μέχρι τον Άγιο Χαράλαμπο, στη Χώρα. Εκεί μου επιτρεπόταν να τριγυρίζω.

Παρά τη νοσταλγία βρήκα κάτι που με ενόχλησε στο κείμενο, μία λέξη μοναχά, και με καίει τόσο που με ανάγκασε να γράψω ετούτες τις γραμμές και να πλατύνω την ιστορία, να τη φτάσω σχεδόν μέχρι το μεσαίωνα, να πάρει διαστάσεις τραγικές. Όχι, δεν πρόκειται για μυθοπλασία, στοιχεία που έχουν πέσει στην αντίληψη μου θα παραθέσω μαζί με τις σκέψεις και αμφιβολίες ενός αδιόρθωτα άπιστου Θωμά.

Έγραψε λοιπόν ο κύριος Δρακονταειδής για την κυρία Μαίρη, τη δασκάλα, τη μάνα της μάνας του:

... το οικογενειακό της όνομα ήταν Μόζερα, γερμανικής καταγωγής κατά τους ιστορικούς, το όνομα Μόζερ δεν έχει, ευτυχώς, καμία σχέση με τα εβραϊκά Μόσες, Μόζες και άλλα τέτοια ...

Και γιατί ευτυχώς; Έστω και η υποψία αντισημιτισμού – δημοσιευμένη από μία από τις μεγαλύτερες εφημερίδες της Ελλάδας (μα τι κάνουν επιτέλους οι συντάκτες τους;) – όχι από κάποιον ηλίθιο αλλά από έναν άνθρωπο καλλιεργημένο και ταξιδεμένο, μου έβρασε το αίμα. Η λέξη ‘ευτυχώς’ με στενοχώρησε, και παρά τα όσα μας ενώνουν με τον κύριο Δρακονταειδή, μας χώρισε. Χωρίς να έχουμε ποτέ συναντηθεί – ευτυχώς μάλλον. Μη φοβάστε αγαπητοί αναγνώστες, δεν θα σας κάνω διάλεξη περί ρατσισμού. Την αληθινή καταγωγή των Μοζεραίων – και όχι μόνο – θα φανερώσω, για όσους δεν την γνωρίζουν ήδη, επειδή οι μύθοι περί καταγωγής τρέφουν το ρατσισμό. Και επειδή η ιστορία των οικογενειών είναι Ιστορία της Ζακύνθου, της Ελλάδας και πάει λέγοντας. Ας πιάσουμε λοιπόν τα πράγματα ένα-ένα, πάμε πίσω στον κόντε Μεσσαλά.




Αν πιστέψει κανείς αυτά που γράφει ο Ευγένιος Ρίζος-Ραγκαβής και ο Λεωνίδας Ζώης για την οικογένεια Μεσσαλά τότε πρόκειται για έναν ‘Εκ των αρχαιοτέρων και επισημοτέρων οίκων της Ρώμης, επί της εποχής των Ταρκυνίου και Τιβερίου’. Από τη Ρώμη, άγνωστο πως και γιατί, η οικογένεια μετανάστεψε στην Κωνσταντινούπολη και μετά την πτώση της το 1453 βρέθηκε στο χωριό Κουτήφαρι της Μάνης. Από κει δε στη Ζάκυνθο, όπου η ευγένεια της καταγωγής τους δεν μπορούσε, υποτίθεται, παρά να αναδυθεί και πάλι.

Ο κατάλογος αποδείξεων της Ρωμαϊκής προέλευσης της οικογένειας είναι κάπως περιορισμένος. Δηλαδή, για να κυριολεκτούμε, η ένδοξη και αρχαία τους καταγωγή στηρίζεται μόνο στην ομοιότητα του ονόματος τους με αυτό της Ρωμαϊκής οικογένειας Messala. Ούτε εγώ όμως διαθέτω το παραμικρό στοιχείο που να διαψεύδει όσα ισχυριζόταν η ευγένεια τους. Και στο κάτω-κάτω της γραφής όταν δέκα εκατομμύρια Έλληνες και δύο εκατομμύρια Σκοπιανοί πιστεύουν ότι είναι απόγονοι του Μεγαλέξαντρου, του οποίου ο μοναχογιός δολοφονήθηκε σε παιδική ηλικία, η ματαιοδοξία μιας φαμελιάς με πείραξε;

Επειδή είμαι, όπως είπα, άπιστος Θωμάς, αναρωτιέμαι απλά μήπως το Μεσσαλάς δεν προέρχεται από το Messala αλλά από το μεσάλι ή την μεσσάλα (εκ του λατινικού mensale κατά τον Κριαρά), δηλαδή το μεσαιωνικό τραπεζομάντηλο. Με άλλα λόγια μήπως το Μεσσαλάς σημαίνει Τραπεζομαντηλάς, κατά το Τσουκαλάς ή το Αμπελάς – ή, μάλλον, για να χρησιμοποιήσω δύο γνωστά επώνυμα από το Κουτήφαρι, όπως το Δοξαράς και το Γεννηματάς. Αν τα πράγματα είναι έτσι, τότε ο πιο ένδοξος πρόγονος τους είναι κάποιος Ζακυνθινός ονόματι Γεώργιος Μεσσαλάς, απόγονος ανυφαντρών της Μάνης, λοχίας του Τσέρνιδου (Πολιτοφυλακής), που πριν από καμιά τριακοσαριά χρόνια προήχθη σε λοχαγό και πήρε ‘τίτλο ευγενείας’. Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματι μου, οι άνθρωποι είναι Ρωμαίοι πατρίκιοι, το έγραψε ο Ζώης, τε-λεί-ω-σε!

Αυτή είναι η οικογένεια Τριβιζά, ιταλικής καταγωγής κατά τους ιστορικούς, από την πόλη Τρεβίζο, κάποιοι υποστήριξαν πως το όνομα προέρχεται από τους Τρεβιζάν, δόγηδες της Βενετίας.

Έτσι έγραψε ο κ. Δρακονταειδής. Ναι, έτσι είναι, μόνο που οι Τριβιζαίοι είναι η ακριβώς αντίθετη περίπτωση. Παρά το ελληνοφανές του ονόματος τους – ιδιαίτερα όταν γράφεται Τριβυζάς – η απώτερη καταγωγή της οικογένειας φαίνεται πως είναι  ο μυχός της Αδριατικής. Το όνομα πάντα απαντιέται σε περιοχές και εποχές συνυφασμένες με τη Βενετική κυριαρχία από το 13ο αιώνα και μετά. Στους πρώτους αιώνες σαν Trevisan, Tervisan, Trivisan, Trivisano, ενώ από το 1500 και μετά κάνει δειλά την εμφάνιση του το Τριβιζάς. Μετά το 1600 το ελληνοποιημένο όνομα έχει πλέον γίνει κανόνας. Κάποιοι από αυτούς αναφέρονται σαν νόμπιλοι ενώ είναι βέβαιο, λόγω επαγγέλματος, πως κάποιοι άλλοι δεν λογαριάζονταν σαν ευγενείς.

Το πότε, το γιατί και από που ήρθαν στη Ζάκυνθο οι Τριβιζαίοι του Γαλάρου δεν είναι γνωστό. Δεν μπορούμε έτσι να γνωρίζουμε αν είχαν σχέση, οσοδήποτε μακρινή, με την παλιά και ευάριθμη φάρα των Trevisan ή Trivisan του Δόγη Marcantonio. Αν είναι δηλαδή, έστω και τραβηγμένη από τα μαλλιά, ‘φαμίλια ντουκάλε’ όπως θα έλεγε ο Ρώμας. Σημασία δεν έχει, αφού οι άνθρωποι αυτοί ποτέ δεν παινεύτηκαν για τέτοιες σχέσεις, ποτέ δεν χρησιμοποίησαν οικόσημο.  Ήταν πάντα υπερήφανοι για την οικογένεια τους χωρίς ανάγκη από τέτοια φτιασίδια.

Όταν ήμουν παιδί καμιά φορά αναρωτιόμουνα γιατί όλοι αναφέρονταν πάντα σε έναν συγκεκριμένο συγγενή με το επώνυμο του μοναχά. Δεν ρώτησα ποτέ ούτε ποιό ήταν το μικρό του όνομα ούτε γιατί δεν το χρησιμοποιούσαν. Το συνήθισα. Το λόγο τον έμαθα πριν μερικά χρόνια, όταν έτυχε να είμαι στη Ζάκυνθο και πήγα στην κηδεία του: ήταν περίπου την εποχή της φωτογραφίας όταν ένας από τους Τριβιζαίους, ο πατέρας του, κατάφερε επιτέλους, μετά από πολλές προσπάθειες, να αποχτήσει ένα γιό. Περιχαρής και περήφανος τον βάφτισε Τριβιζά, έτσι που να έχει το ίδιο όνομα και επώνυμο και να μην είναι τίποτα άλλο εκτός από Τριβιζάς.


Στρατιώτες, έφιπποι και οπλισμένοι με δόρατα ως συνήθως, έξω από τα τείχη της Αμμοχώστου. Λεπτομέρεια από σχέδιο του Simon Pinargenti, 1573.

Για την οικογένεια Μόζερα γνωρίζουμε, τώρα πλέον, περισσότερα πράγματα. Δεν είναι ίσως αρκετά για να ετυμολογήσουμε το όνομα, αλλά είναι νομίζω αρκετά για να πούμε πως προέλευση από τη Γερμανία είναι απίθανη. Πιο πιθανό είναι το όνομα να έχει σχέση με το Μούσουρας (ή Μόσουρας ή Μούσχουρας, δηλαδή Μοσχάρης στα Αρβανίτικα) παρά με το Μόζερ. Ας εξηγήσω όμως το γιατί.

Στο άρθρο της ‘ Έργα και ημέρες του Νικόλαου Μώζερα [16ος αι.]’ στην Κυπριακή εφημερίδα ‘Πολίτης’ το Σεπτέμβριο του 2014, η Νάσα Παταπίου, ιστορικός και ερευνήτρια των Βενετικών αρχείων, έγραψε:

Στις 12 Μαρτίου του 1575, η βενετική Γερουσία μετά από σύσκεψή της είχε εξετάσει και πήρε αποφάσεις για διάφορα αιτήματα κάποιων υπηκόων της. Μεταξύ αυτών των αιτημάτων είχε εξεταστεί και ένα αίτημα το οποίο είχε υποβληθεί από έναν υπερασπιστή της Λευκωσίας το 1570, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της από τους Οθωμανούς. Επρόκειτο για τον stradioto Νικόλαο Μώζερα με καταγωγή από την Πελοπόννησο. Το περιεχόμενο του αιτήματός του ξεδιπλώνει τη δική του ιστορία, αλλά και αυτή της οικογένειάς του.
Ο Νικόλαος Μώζερας καταγόταν από μια μεγάλη οικογένεια Ελληνοαλβανών που υπηρετούσαν γενεές γενεών στα βενετικά στρατιωτικά σώματα του ελαφρού ιππικού, γι’ αυτό και ο ίδιος σημειώνει στο αίτημά του ότι ακολούθησε το παράδειγμα των προγόνων του και εντάχθηκε σ’ αυτά. Ήταν γιος του αείμνηστου Γκιώνη Μώσερα από το Ναύπλιο (
Napoli di Romania) και είχε εγκατασταθεί στην Κύπρο μαζί με τους αδελφούς του για να υπηρετήσει στο ελαφρύ ιππικό. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς είχε εγκατασταθεί στην Κύπρο, γιατί ο ίδιος δεν μνημονεύει κάτι σχετικό στο αίτημά του, αλλά φαίνεται να είχε έρθει αρκετά πριν γιατί στη μεγαλόνησο είχε ήδη και δική του οικογένεια. Ο Νικόλαος εντάχθηκε στον λόχο του ιππότη Παλαιολόγου και υπερασπίστηκε τη Λευκωσία. Ο αδελφός του Μαρτίνος υπηρέτησε στον λόχο του διοικητή Ανδρέα Ροντάκη και ο αδελφός του Κόντος στον λόχο του Κόντου Ροντάκη και υπερασπίστηκαν και οι δύο την Αμμόχωστο κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της από τους Οθωμανούς.

Αυτή είναι η καταγωγή των Μοζεραίων. Αρβανίτες της Αργολίδας, που με την παραχώρηση του Ναυπλίου στους Τούρκους το 1540 επέλεξαν τον εκπατρισμό. Κάποιοι από αυτούς, αν όχι όλοι, εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο. Ίσως μερικοί να πήγαν και στην Κρήτη, γιατί ο Ζώης γράφει πως στη Ζάκυνθο ήρθαν από εκεί και ότι βρίσκονταν πια στη Ζάκυνθο το 1589. Είναι χαρακτηριστικό πάντως  ότι ήρθαν μετά την κατάκτηση της Κύπρου από τους Οθωμανούς.

Ο Νικόλαος Μόζερας πήρε μέρος σε μάχες και στις 9 Σετεμβρίου 1570, ημέρα άλωσης της Λευκωσίας, τραυματισμένος από Τουρκικά βέλη, αιχμαλωτίστηκε. Επίσης αιχμαλωτίστηκαν η γυναίκα του και οι τρεις μικροί γιοί του. Ο ίδιος ρίχτηκε στα Τουρκικά κάτεργα από όπου απελευθερώθηκε, μαζί με χιλιάδες άλλους Χριστιανούς κωπηλάτες, κατά τη διάρκεια της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου τον επόμενο χρόνο και του δόθηκε η ευκαιρία να πολεμήσει, πάραυτα, εναντίον των δυναστών του. Στο μεταξύ όμως είχαν αιχμαλωτιστεί στην Αμμόχωστο η μητέρα του, οι αδελφοί του και άλλοι συγγενείς. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε και πολέμησε στη Δαλματία, ώσπου διορίστηκε στη Στρατεία (σώμα των Στρατιωτών) της Κεφαλονιάς. Δεν είναι γνωστό πόσοι από τους συγγενείς του έγινε δυνατό να απελευθερωθούν.

Πέρα από τον ηρωισμό και τις θυσίες του Νικόλαου Μόζερα δεν μπορούμε να παραλείψουμε ότι πήρε μέρος και σε ένα φριχτό έγκλημα. Στα μάτια τα δικά του, των συμπολεμιστών του και της Βενετικής εξουσίας δεν ήταν τέτοιο. Εμείς όμως δεν μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε διαφορετικά. Λεπτομέρειες για το περιστατικό δίνει πάλι η Νάσα Παταπίου, σε άλλο άρθρο της στην ίδια εφημερίδα το Φεβρουάριο του 2014.

Λίγες μέρες μετά την αρχική Οθωμανική απόβαση, στις 4 Ιουλίου του 1570, οι πρωτόγεροι  των Λευκάρων σύναψαν συνθήκη με τους εισβολείς για να γλυτώσουν το χωριό τους. Αυτό θεωρήθηκε προδοσία από το Βενετό τοποτηρητή Nicolo Dandolo, που διέταξε την παραδειγματική τιμωρία των Λευκαριτών. Πριν ξημερώσει η 9η Ιουλίου 100 Στρατιώτες και 600 τσέρνιδοι από τη Λευκωσία εισέβαλαν αιφνιδιαστικά στα Λεύκαρα. Ένας από τους Στρατιώτες ήταν ο Νικόλαος Μόζερας. Έσφαξαν όσους άντρες βρήκαν, τετρακόσιους τον αριθμό, εκκένωσαν το χωριό από τα γυναικόπαιδα και το έκαψαν.

Επικεφαλής του αποσπάσματος των σφαγέων ήταν ο Δημήτριος Λάσκαρης Μεγαδούκας, ένας από τους καπετάνιους της Στρατείας. Ήταν δισέγγονος του Ισαάκιου Λάσκαρη Παρασπόνδυλου, Πρωτοστράτορα του Μοριά τον προηγούμενο αιώνα, που είχε πάρει μέρος στον πόλεμο της Φερράρα. Παππούς του ήταν ο Δημήτριος Λάσκαρης Μεγαδούκας, που δοξάστηκε και αυτός στην Ιταλία, είχε χτήματα στη Ζάκυνθο και ήταν για χρόνια Governator της Κυπριακής Στρατείας . Ο πατέρας του Αλέξανδρος, που είχε πια πεθάνει, είχε και αυτός χρηματίσει διοικητής της Στρατείας.

Ο Δημήτριος έπεσε λίγο αργότερα πολεμώντας στη Λευκωσία, όπως επίσης οι αδελφοί του Ιωάννης και Φίλιππος, καπεταναίοι και αυτοί. Η μητέρα του, η Κύπρια Ιωάννα Συγκλητικού, ο μικρός αδελφός του Ευγένιος και οι αδελφές του αιχμαλωτίστηκαν. Έξι αδελφές λέει η Παταπίου, τρεις λέει ο Χιώτης, η Ελένη, η Θεοδώρα και η Λασκαρίνα. Η Ιωάννα και ο Ευγένιος εξαγοράστηκαν, και είναι αυτός ο Ευγένιος που βρέθηκε διάδικος στη Βενετία με το Θεοδόση από τις Βολίμες για ζητήματα περιουσιακά το 1575. Δολοφονήθηκε στη Ζάκυνθο στα 1612. Είκοσι δύο χρόνια μετά την αιχμαλωσία τους οι αδελφές του φαίνεται πως ήταν ακόμα σκλάβες.




Ένας άλλος καπετάνιος που πήρε μέρος στη σφαγή των Λευκάρων ήταν ο Θωμάς Μπλέσσας. Μπλέσσας ή Πλέσσας λέει η Νάσα Παταπίου, επηρεασμένη μάλλον από τον Κωνσταντίνο Σάθα, που δεν έβλεπε διαφορά ανάμεσα στα δύο ονόματα. Επειδή οι Πλεσσαίοι είναι σόι πολυάριθμο της Ζακύνθου – τυχαίνει μάλιστα να είμαι κι εγώ Πλέσσας εκτός από Τριβιζάς – να ξεκαθαρίσουμε ότι οι Μπλεσσαίοι δεν έχουν σχέση με τη Ζάκυνθο και αποτελούν χωριστό κλάδο εδώ και αιώνες.

Το 15ο αιώνα οι Πλεσσαίοι ήταν εγκατεστημένοι κυρίως στη δυτική Πελοπόννησο, στην Ωλένη, και μετακινήθηκαν στη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά στις αρχές του 16ου, μετά την πτώση της Μεθώνης και την παράδοση της Κορώνης. Πρώτη αναφορά στη Ζάκυνθο το 1514. Κάποιοι από αυτούς είχαν βρει απασχόληση σαν Στρατιώτες την ίδια εποχή στην Ιταλία, όπως ένας Τζώρτζης Πλέσσας, με τρία άλογα, το 1512.

Οι Μπλεσσαίοι φαίνεται πως είχαν εγκατασταθεί κυρίως στην Αργολίδα, από όπου ο Γκίνης Μπλέσσας ηγήθηκε μιας μεγάλης ομάδας Στρατιωτών που έφυγαν για τον πόλεμο της Φερράρα το 1482. Μπλεσσαίοι είχαν συμμετάσχει και στην άμυνα της Μεθώνης αλλά ο Θωμάς ήταν πιθανότατα Ναυπλιώτης, όπως οι περισσότεροι Στρατιώτες στην Κύπρο. Η τύχη του εκεί ήταν παρόμοια με του Μόζερα και πολλών άλλων. Τραυματίστηκε στη Λευκωσία αλλά κατάφερε να αποφύγει την αιχμαλωσία διαφεύγοντας στην Αμμόχωστο. Πολέμησε και εκεί και, όταν παραδόθηκε η καστρόπολη, αιχμαλωτίστηκε και έμεινε σκλάβος τρία χρόνια μέχρι να εξαγοραστεί. Κάποιος  Θωμάς Πλέσσας αναφέρεται από τον Αγαθάγγελο Ξηρουχάκη να είναι καπετάνιος Στρατιωτών στην Κέρκυρα το 1584. Ίσως είναι ο ίδιος ίσως όχι.

Οι Μπλεσσαίοι εγκαταστάθηκαν στη Κεφαλονιά, λίγοι από αυτούς πριν το 1567. Στον Στέφανο Μπλέσσα δόθηκε φέουδο το 17ο αιώνα. Ο ένας από τους γιούς του μάλιστα ονομαζόταν Θωμάς. Κανένας Μπλέσσας δεν εγκαταστάθηκε ποτέ στη Ζάκυνθο. Σήμερα μία πυραυλάκατος του Πολεμικού Ναυτικού φέρει το όνομα Μπλέσσας προς τιμήν του αείμνηστου Πλωτάρχη Γεωργίου Μπλέσσα, κυβερνήτη του αντιτορπιλικού Βασίλισσα Όλγα στο Δεύτερο Παγκόσμιο.  Όχι μόνο διακριτός κλάδος οι Μπλεσσαίοι αλλά και πιο διακεκριμένος. Κανείς από τους πολυάριθμους Πλεσσαίους δεν πήρε ‘τίτλο ευγενείας’. Και δεν έδωσαν το όνομα τους ούτε σε σωσίβιο. Ούτε οι μεν όμως ούτε οι δε έχουν σχέση με τον περίφημο Μανώλη Μπλέσση, που οι μπαρτζολέτες των κατορθωμάτων του τραγουδήθηκαν στη Βενετία το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. Κι αυτό γιατί, όπως φαίνεται, ο Μπλέσσης ήταν τόσο μυθικός όσο και τα κατορθώματα του.

Όποιος άντεξε να διαβάσει μέχρι εδώ μπορεί τώρα να ρωτήσει γιατί σας τάραξα στη γενεαλογία και στις ασήμαντες ιστορικές λεπτομέρειες. Γιατί, με αφορμή μια παλιά φωτογραφία, σας έφτασα ως τους θαλάμους του Ορφικού Άδη, να αφουγκραστείτε αντίλαλους ξεχασμένων οδυρμών. Υπάρχει λόγος; Μια στιγμή να φορέσω το απόλυτα κηδεμονευτικό μου ύφος και θα σας πω.

Ήθελα να δείξω πως, στη μεγάλη μας πλειοψηφία, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο, είμαστε απόγονοι προσφύγων και περιπλανώμενων. Γι αυτό δεν μας ταιριάζει η καταφρόνια για άλλους πλάνητες και κατατρεγμένους, όπως οι Εβραίοι, ή για τους απογόνους τους. Είναι ύβρις προς τους προγόνους μας. Και, επειδή εκεί που βρίσκονται αυτοί δεν τους πιάνει τίποτα, είναι τελικά φτυσιά στα μούτρα μας. Τόσο η δόξα όσο και η ατίμωση μπορεί να αγκαλιάσουν όλους τους θνητούς και μερικές φορές πάνε αντάμα, ακριβώς όπως έγινε με το Νικόλαο Μόζερα.

Πριν από 448 χρόνια ένας Μεγαδούκας εξόντωσε, τζάμπα και βερεσέ όπως αποδείχτηκε τελικά, 400 Χριστιανούς συμπατριώτες του. Σε ένα απίστευτο σκέρτσο της Ιστορίας,  374 χρόνια αργότερα ένας απόγονος των Μεγαδουκαίων, ο δήμαρχος Ζακύνθου Λουκάς Καρρέρ, έβαλε το κεφάλι του στο ντορβά για να γλυτώσει από την εξόντωση 275 Εβραίους συμπατριώτες του. Δεν είναι η καταγωγή που μετράει, είναι ο συγκεκριμένος άνθρωπος. Το έγκλημα του Δημήτριου Μεγαδούκα δεν βαραίνει κανέναν άλλο εκτός από τον ίδιο, ακριβώς όπως το Ολοκαύτωμα και όλα τα άλλα φοβερά εγλήματα του Ναζισμού δεν βαραίνουν τους σημερινούς Γερμανούς. Αντίθετα, το παράδειγμα του Λουκά Καρρέρ αποθέτει στο διηνεκές βαριά ευθύνη πράξεων, λόγων και συναισθημάτων στους ώμους όχι μόνο των Καρρέρηδων αλλά και όλων των συμπατριωτών του, όπου γης, τουλάχιστον όσων θέλουν να αισθάνονται υπερηφάνεια για την πράξη του. Είναι ακριβώς αυτή η ευθύνη που με οδήγησε, με πειθανάγκασε σχεδόν, να γράψω τα παραπάνω. Αυτά...


Δυστυχώς έχω προβλήματα με το λογαριασμό μου και δεν μου δίνει τη συνατότητα να απαντήσω σε σχόλια. Αν θέλετε απάντηση γράψτε μου στο pampalaea@gmail.com


15/03/18 Ευχαριστώ τους σχολιαστές για το καλωσόρισμα! Επειδή με κάνανε να επισκεφτώ πάλι την ανάρτηση βρήκα και ένα λάθος μου. Η Ωλένη είναι στη δυτική Πελοπόννησο, στην Ηλεία. Διορθώθηκε.
Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .