Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δουλεμπόριο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δουλεμπόριο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Μαρτίου 2018

Από ‘του Μεσσαλά’ ως την Κύπρο του 1570



Η παραπάνω φωτογραφία δημοσιεύτηκε στην Αθηναϊκή εφημερίδα ‘Τα Νέα’ στις 19 του περασμένου Αυγούστου. Συνοδευόταν από ένα κείμενο του Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή, στον οποίο υποθέτω ανήκει η φωτογραφία αφού σε αυτήν απεικονίζεται η μητέρα του Νανά και οι γονείς της. Το κείμενο ξεκινάει με τη φανταστική διήγηση μιας ημέρας στη ζωή του κόντε Στέφανο Μεσσάλα, όπως τον λέει, του κόντε Μεσσαλά των Ζακυνθινών, το 18ο αιώνα. Συνεχίζεται, με υποθέτω λίγο-πολύ πραγματικά περιστατικά, το 1928, όταν βγήκε αυτή η φωτογραφία. Πρόκειται για Τριβιζαίους, τους νέους ιδιοκτήτες των χτημάτων του κόντε Μεσσαλά στον κάμπο κάτω από το Γαλάρο.

Βρήκα τη φωτογραφία συναρπαστική, και ακόμα περισσότερο το κείμενο. Γιατί με το Φίλιππο Δρακονταειδή μας ενώνει αίμα Τριβιζαίικο και η νοσταλγία για εκείνο το κομμάτι του κάμπου που ακόμα λέγεται ‘του Μεσσαλά’. Η καρδιά ‘του Μεσσαλά’ είχε μείνει σε χέρια Τριβιζαίικα και μετά την πώληση του από το θείο του κ. Δρακονταειδή. Η μάνα μου γεννήθηκε τέσσερα χρόνια μετά τη φωτογραφία, Τριβιζοπούλα κι αυτή, η μάνα της δασκάλα όπως της Νανάς. Η οικογένεια της κουβαλιόταν κάθε καλοκαίρι από το χωριό ‘στου Μεσσαλά’.  Έτσι ήταν και για μένα ένας από τους μικρούς παραδείσους των παιδικών μου χρόνων, τη δεκαετία του 1960 πια.

Τα δικά μου όρια ήταν στενότερα – όχι ‘ανατολικά ώς το λιθάρι του Μπάμπη τση Γάτας, δυτικά ώς την ιτιά την κλαίουσα του Κουκουνάρα, νότια ώς την ταβέρνα του Καρμανιόλου, βόρεια ώς τις πέντε λεύκες του Κουκουλομάτη, δηλαδή του Τεμπονέρα’ αλλά μοναχά από το στιβαρό φοίνικα στα νότια μέχρι το μεγάλο ευκάλυπτο βόρεια και το ρεματάκι ανατολικά, αυτό που αν το ακολουθήσεις φτάνεις μέχρι τον Άγιο Χαράλαμπο, στη Χώρα. Εκεί μου επιτρεπόταν να τριγυρίζω.

Παρά τη νοσταλγία βρήκα κάτι που με ενόχλησε στο κείμενο, μία λέξη μοναχά, και με καίει τόσο που με ανάγκασε να γράψω ετούτες τις γραμμές και να πλατύνω την ιστορία, να τη φτάσω σχεδόν μέχρι το μεσαίωνα, να πάρει διαστάσεις τραγικές. Όχι, δεν πρόκειται για μυθοπλασία, στοιχεία που έχουν πέσει στην αντίληψη μου θα παραθέσω μαζί με τις σκέψεις και αμφιβολίες ενός αδιόρθωτα άπιστου Θωμά.

Έγραψε λοιπόν ο κύριος Δρακονταειδής για την κυρία Μαίρη, τη δασκάλα, τη μάνα της μάνας του:

‘... το οικογενειακό της όνομα ήταν Μόζερα, γερμανικής καταγωγής κατά τους ιστορικούς, το όνομα Μόζερ δεν έχει, ευτυχώς, καμία σχέση με τα εβραϊκά Μόσες, Μόζες και άλλα τέτοια ...’

Και γιατί ευτυχώς; Έστω και η υποψία αντισημιτισμού – δημοσιευμένη από μία από τις μεγαλύτερες εφημερίδες της Ελλάδας (μα τι κάνουν επιτέλους οι συντάκτες τους;) – όχι από κάποιον ηλίθιο αλλά από έναν άνθρωπο καλλιεργημένο και ταξιδεμένο, μου έβρασε το αίμα. Η λέξη ‘ευτυχώς’ με στενοχώρησε, και παρά τα όσα μας ενώνουν με τον κύριο Δρακονταειδή, μας χώρισε. Χωρίς να έχουμε ποτέ συναντηθεί – ευτυχώς μάλλον. Μη φοβάστε αγαπητοί αναγνώστες, δεν θα σας κάνω διάλεξη περί ρατσισμού. Την αληθινή καταγωγή των Μοζεραίων – και όχι μόνο – θα φανερώσω, για όσους δεν την γνωρίζουν ήδη, επειδή οι μύθοι περί καταγωγής τρέφουν το ρατσισμό. Και επειδή η ιστορία των οικογενειών είναι Ιστορία της Ζακύνθου, της Ελλάδας και πάει λέγοντας. Ας πιάσουμε λοιπόν τα πράγματα ένα-ένα, πάμε πίσω στον κόντε Μεσσαλά.




Αν πιστέψει κανείς αυτά που γράφει ο Ευγένιος Ρίζος-Ραγκαβής και ο Λεωνίδας Ζώης για την οικογένεια Μεσσαλά τότε πρόκειται για έναν ‘Εκ των αρχαιοτέρων και επισημοτέρων οίκων της Ρώμης, επί της εποχής των Ταρκυνίου και Τιβερίου’. Από τη Ρώμη, άγνωστο πως και γιατί, η οικογένεια μετανάστεψε στην Κωνσταντινούπολη και μετά την πτώση της το 1453 βρέθηκε στο χωριό Κουτήφαρι της Μάνης. Από κει δε στη Ζάκυνθο, όπου η ευγένεια της καταγωγής τους δεν μπορούσε, υποτίθεται, παρά να αναδυθεί και πάλι.

Ο κατάλογος αποδείξεων της Ρωμαϊκής προέλευσης της οικογένειας είναι κάπως περιορισμένος. Δηλαδή, για να κυριολεκτούμε, η ένδοξη και αρχαία τους καταγωγή στηρίζεται μόνο στην ομοιότητα του ονόματος τους με αυτό της Ρωμαϊκής οικογένειας Messala. Ούτε εγώ όμως διαθέτω το παραμικρό στοιχείο που να διαψεύδει όσα ισχυριζόταν η ευγένεια τους. Και στο κάτω-κάτω της γραφής όταν δέκα εκατομμύρια Έλληνες και δύο εκατομμύρια Σκοπιανοί πιστεύουν ότι είναι απόγονοι του Μεγαλέξαντρου, του οποίου ο μοναχογιός δολοφονήθηκε σε παιδική ηλικία, η ματαιοδοξία μιας φαμελιάς με πείραξε;

Επειδή είμαι, όπως είπα, άπιστος Θωμάς, αναρωτιέμαι απλά μήπως το Μεσσαλάς δεν προέρχεται από το Messala αλλά από το μεσάλι ή την μεσσάλα (εκ του λατινικού mensale κατά τον Κριαρά), δηλαδή το μεσαιωνικό τραπεζομάντηλο. Με άλλα λόγια μήπως το Μεσσαλάς σημαίνει Τραπεζομαντηλάς, κατά το Τσουκαλάς ή το Αμπελάς – ή, μάλλον, για να χρησιμοποιήσω δύο γνωστά επώνυμα από το Κουτήφαρι, όπως το Δοξαράς και το Γεννηματάς. Αν τα πράγματα είναι έτσι, τότε ο πιο ένδοξος πρόγονος τους είναι κάποιος Ζακυνθινός ονόματι Γεώργιος Μεσσαλάς, απόγονος ανυφαντρών της Μάνης, λοχίας του Τσέρνιδου (Πολιτοφυλακής), που πριν από καμιά τριακοσαριά χρόνια προήχθη σε λοχαγό και πήρε ‘τίτλο ευγενείας’. Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματι μου, οι άνθρωποι είναι Ρωμαίοι πατρίκιοι, το έγραψε ο Ζώης, τε-λεί-ω-σε!

‘Αυτή είναι η οικογένεια Τριβιζά, ιταλικής καταγωγής κατά τους ιστορικούς, από την πόλη Τρεβίζο, κάποιοι υποστήριξαν πως το όνομα προέρχεται από τους Τρεβιζάν, δόγηδες της Βενετίας.’

Έτσι έγραψε ο κ. Δρακονταειδής. Ναι, έτσι είναι, μόνο που οι Τριβιζαίοι είναι η ακριβώς αντίθετη περίπτωση. Παρά το ελληνοφανές του ονόματος τους – ιδιαίτερα όταν γράφεται Τριβυζάς – η απώτερη καταγωγή της οικογένειας φαίνεται πως είναι  ο μυχός της Αδριατικής. Το όνομα πάντα απαντιέται σε περιοχές και εποχές συνυφασμένες με τη Βενετική κυριαρχία από το 13ο αιώνα και μετά. Στους πρώτους αιώνες σαν Trevisan, Tervisan, Trivisan, Trivisano, ενώ από το 1500 και μετά κάνει δειλά την εμφάνιση του το Τριβιζάς. Μετά το 1600 το ελληνοποιημένο όνομα έχει πλέον γίνει κανόνας. Κάποιοι από αυτούς αναφέρονται σαν νόμπιλοι ενώ είναι βέβαιο, λόγω επαγγέλματος, πως κάποιοι άλλοι δεν λογαριάζονταν σαν ευγενείς.

Το πότε, το γιατί και από που ήρθαν στη Ζάκυνθο οι Τριβιζαίοι του Γαλάρου δεν είναι γνωστό. Δεν μπορούμε έτσι να γνωρίζουμε αν είχαν σχέση, οσοδήποτε μακρινή, με την παλιά και ευάριθμη φάρα των Trevisan ή Trivisan του Δόγη Marcantonio. Αν είναι δηλαδή, έστω και τραβηγμένη από τα μαλλιά, ‘φαμίλια ντουκάλε’ όπως θα έλεγε ο Ρώμας. Σημασία δεν έχει, αφού οι άνθρωποι αυτοί ποτέ δεν παινεύτηκαν για τέτοιες σχέσεις, ποτέ δεν χρησιμοποίησαν οικόσημο.  Ήταν πάντα υπερήφανοι για την οικογένεια τους χωρίς ανάγκη από τέτοια φτιασίδια.

Όταν ήμουν παιδί καμιά φορά αναρωτιόμουνα γιατί όλοι αναφέρονταν πάντα σε έναν συγκεκριμένο συγγενή με το επώνυμο του μοναχά. Δεν ρώτησα ποτέ ούτε ποιό ήταν το μικρό του όνομα ούτε γιατί δεν το χρησιμοποιούσαν. Το συνήθισα. Το λόγο τον έμαθα πριν μερικά χρόνια, όταν έτυχε να είμαι στη Ζάκυνθο και πήγα στην κηδεία του: ήταν περίπου την εποχή της φωτογραφίας όταν ένας από τους Τριβιζαίους, ο πατέρας του, κατάφερε επιτέλους, μετά από πολλές προσπάθειες, να αποχτήσει ένα γιό. Περιχαρής και περήφανος τον βάφτισε Τριβιζά, έτσι που να έχει το ίδιο όνομα και επώνυμο και να μην είναι τίποτα άλλο εκτός από Τριβιζάς.


Στρατιώτες, έφιπποι και οπλισμένοι με δόρατα ως συνήθως, έξω από τα τείχη της Αμμοχώστου. Λεπτομέρεια από σχέδιο του Simon Pinargenti, 1573.

Για την οικογένεια Μόζερα γνωρίζουμε, τώρα πλέον, περισσότερα πράγματα. Δεν είναι ίσως αρκετά για να ετυμολογήσουμε το όνομα, αλλά είναι νομίζω αρκετά για να πούμε πως προέλευση από τη Γερμανία είναι απίθανη. Πιο πιθανό είναι το όνομα να έχει σχέση με το Μούσουρας (ή Μόσουρας ή Μούσχουρας, δηλαδή Μοσχάρης στα Αρβανίτικα) παρά με το Μόζερ. Ας εξηγήσω όμως το γιατί.

Στο άρθρο της ‘ Έργα και ημέρες του Νικόλαου Μώζερα [16ος αι.]’ στην Κυπριακή εφημερίδα ‘Πολίτης’ το Σεπτέμβριο του 2014, η Νάσα Παταπίου, ιστορικός και ερευνήτρια των Βενετικών αρχείων, έγραψε:

‘Στις 12 Μαρτίου του 1575, η βενετική Γερουσία μετά από σύσκεψή της είχε εξετάσει και πήρε αποφάσεις για διάφορα αιτήματα κάποιων υπηκόων της. Μεταξύ αυτών των αιτημάτων είχε εξεταστεί και ένα αίτημα το οποίο είχε υποβληθεί από έναν υπερασπιστή της Λευκωσίας το 1570, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της από τους Οθωμανούς. Επρόκειτο για τον stradioto Νικόλαο Μώζερα με καταγωγή από την Πελοπόννησο. Το περιεχόμενο του αιτήματός του ξεδιπλώνει τη δική του ιστορία, αλλά και αυτή της οικογένειάς του.
Ο Νικόλαος Μώζερας καταγόταν από μια μεγάλη οικογένεια Ελληνοαλβανών που υπηρετούσαν γενεές γενεών στα βενετικά στρατιωτικά σώματα του ελαφρού ιππικού, γι’ αυτό και ο ίδιος σημειώνει στο αίτημά του ότι ακολούθησε το παράδειγμα των προγόνων του και εντάχθηκε σ’ αυτά. Ήταν γιος του αείμνηστου Γκιώνη Μώσερα από το Ναύπλιο (
Napoli di Romania) και είχε εγκατασταθεί στην Κύπρο μαζί με τους αδελφούς του για να υπηρετήσει στο ελαφρύ ιππικό. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς είχε εγκατασταθεί στην Κύπρο, γιατί ο ίδιος δεν μνημονεύει κάτι σχετικό στο αίτημά του, αλλά φαίνεται να είχε έρθει αρκετά πριν γιατί στη μεγαλόνησο είχε ήδη και δική του οικογένεια. Ο Νικόλαος εντάχθηκε στον λόχο του ιππότη Παλαιολόγου και υπερασπίστηκε τη Λευκωσία. Ο αδελφός του Μαρτίνος υπηρέτησε στον λόχο του διοικητή Ανδρέα Ροντάκη και ο αδελφός του Κόντος στον λόχο του Κόντου Ροντάκη και υπερασπίστηκαν και οι δύο την Αμμόχωστο κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της από τους Οθωμανούς.’

Αυτή είναι η καταγωγή των Μοζεραίων. Αρβανίτες της Αργολίδας, που με την παραχώρηση του Ναυπλίου στους Τούρκους το 1540 επέλεξαν τον εκπατρισμό. Κάποιοι από αυτούς, αν όχι όλοι, εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο. Ίσως μερικοί να πήγαν και στην Κρήτη, γιατί ο Ζώης γράφει πως στη Ζάκυνθο ήρθαν από εκεί και ότι βρίσκονταν πια στη Ζάκυνθο το 1589. Είναι χαρακτηριστικό πάντως  ότι ήρθαν μετά την κατάκτηση της Κύπρου από τους Οθωμανούς.

Ο Νικόλαος Μόζερας πήρε μέρος σε μάχες και στις 9 Σετεμβρίου 1570, ημέρα άλωσης της Λευκωσίας, τραυματισμένος από Τουρκικά βέλη, αιχμαλωτίστηκε. Επίσης αιχμαλωτίστηκαν η γυναίκα του και οι τρεις μικροί γιοί του. Ο ίδιος ρίχτηκε στα Τουρκικά κάτεργα από όπου απελευθερώθηκε, μαζί με χιλιάδες άλλους Χριστιανούς κωπηλάτες, κατά τη διάρκεια της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου τον επόμενο χρόνο και του δόθηκε η ευκαιρία να πολεμήσει, πάραυτα, εναντίον των δυναστών του. Στο μεταξύ όμως είχαν αιχμαλωτιστεί στην Αμμόχωστο η μητέρα του, οι αδελφοί του και άλλοι συγγενείς. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε και πολέμησε στη Δαλματία, ώσπου διορίστηκε στη Στρατεία (σώμα των Στρατιωτών) της Κεφαλονιάς. Δεν είναι γνωστό πόσοι από τους συγγενείς του έγινε δυνατό να απελευθερωθούν.

Πέρα από τον ηρωισμό και τις θυσίες του Νικόλαου Μόζερα δεν μπορούμε να παραλείψουμε ότι πήρε μέρος και σε ένα φριχτό έγκλημα. Στα μάτια τα δικά του, των συμπολεμιστών του και της Βενετικής εξουσίας δεν ήταν τέτοιο. Εμείς όμως δεν μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε διαφορετικά. Λεπτομέρειες για το περιστατικό δίνει πάλι η Νάσα Παταπίου, σε άλλο άρθρο της στην ίδια εφημερίδα το Φεβρουάριο του 2014.

Λίγες μέρες μετά την αρχική Οθωμανική απόβαση, στις 4 Ιουλίου του 1570, οι πρωτόγεροι  των Λευκάρων σύναψαν συνθήκη με τους εισβολείς για να γλυτώσουν το χωριό τους. Αυτό θεωρήθηκε προδοσία από το Βενετό τοποτηρητή Nicolo Dandolo, που διέταξε την παραδειγματική τιμωρία των Λευκαριτών. Πριν ξημερώσει η 9η Ιουλίου 100 Στρατιώτες και 600 τσέρνιδοι από τη Λευκωσία εισέβαλαν αιφνιδιαστικά στα Λεύκαρα. Ένας από τους Στρατιώτες ήταν ο Νικόλαος Μόζερας. Έσφαξαν όσους άντρες βρήκαν, τετρακόσιους τον αριθμό, εκκένωσαν το χωριό από τα γυναικόπαιδα και το έκαψαν.

Επικεφαλής του αποσπάσματος των σφαγέων ήταν ο Δημήτριος Λάσκαρης Μεγαδούκας, ένας από τους καπετάνιους της Στρατείας. Ήταν δισέγγονος του Ισαάκιου Λάσκαρη Παρασπόνδυλου, Πρωτοστράτορα του Μοριά τον προηγούμενο αιώνα, που είχε πάρει μέρος στον πόλεμο της Φερράρα. Παππούς του ήταν ο Δημήτριος Λάσκαρης Μεγαδούκας, που δοξάστηκε και αυτός στην Ιταλία, είχε χτήματα στη Ζάκυνθο και ήταν για χρόνια Governator της Κυπριακής Στρατείας . Ο πατέρας του Αλέξανδρος, που είχε πια πεθάνει, είχε και αυτός χρηματίσει διοικητής της Στρατείας.

Ο Δημήτριος έπεσε λίγο αργότερα πολεμώντας στη Λευκωσία, όπως επίσης οι αδελφοί του Ιωάννης και Φίλιππος, καπεταναίοι και αυτοί. Η μητέρα του, η Κύπρια Ιωάννα Συγκλητικού, ο μικρός αδελφός του Ευγένιος και οι αδελφές του αιχμαλωτίστηκαν. Έξι αδελφές λέει η Παταπίου, τρεις λέει ο Χιώτης, η Ελένη, η Θεοδώρα και η Λασκαρίνα. Η Ιωάννα και ο Ευγένιος εξαγοράστηκαν, και είναι αυτός ο Ευγένιος που βρέθηκε διάδικος στη Βενετία με το Θεοδόση από τις Βολίμες για ζητήματα περιουσιακά το 1575. Δολοφονήθηκε στη Ζάκυνθο στα 1612. Είκοσι δύο χρόνια μετά την αιχμαλωσία τους οι αδελφές του φαίνεται πως ήταν ακόμα σκλάβες.




Ένας άλλος καπετάνιος που πήρε μέρος στη σφαγή των Λευκάρων ήταν ο Θωμάς Μπλέσσας. Μπλέσσας ή Πλέσσας λέει η Νάσα Παταπίου, επηρεασμένη μάλλον από τον Κωνσταντίνο Σάθα, που δεν έβλεπε διαφορά ανάμεσα στα δύο ονόματα. Επειδή οι Πλεσσαίοι είναι σόι πολυάριθμο της Ζακύνθου – τυχαίνει μάλιστα να είμαι κι εγώ Πλέσσας εκτός από Τριβιζάς – να ξεκαθαρίσουμε ότι οι Μπλεσσαίοι δεν έχουν σχέση με τη Ζάκυνθο και αποτελούν χωριστό κλάδο εδώ και αιώνες.

Το 15ο αιώνα οι Πλεσσαίοι ήταν εγκατεστημένοι κυρίως στη δυτική Πελοπόννησο, στην Ωλένη, και μετακινήθηκαν στη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά στις αρχές του 16ου, μετά την πτώση της Μεθώνης και την παράδοση της Κορώνης. Πρώτη αναφορά στη Ζάκυνθο το 1514. Κάποιοι από αυτούς είχαν βρει απασχόληση σαν Στρατιώτες την ίδια εποχή στην Ιταλία, όπως ένας Τζώρτζης Πλέσσας, με τρία άλογα, το 1512.

Οι Μπλεσσαίοι φαίνεται πως είχαν εγκατασταθεί κυρίως στην Αργολίδα, από όπου ο Γκίνης Μπλέσσας ηγήθηκε μιας μεγάλης ομάδας Στρατιωτών που έφυγαν για τον πόλεμο της Φερράρα το 1482. Μπλεσσαίοι είχαν συμμετάσχει και στην άμυνα της Μεθώνης αλλά ο Θωμάς ήταν πιθανότατα Ναυπλιώτης, όπως οι περισσότεροι Στρατιώτες στην Κύπρο. Η τύχη του εκεί ήταν παρόμοια με του Μόζερα και πολλών άλλων. Τραυματίστηκε στη Λευκωσία αλλά κατάφερε να αποφύγει την αιχμαλωσία διαφεύγοντας στην Αμμόχωστο. Πολέμησε και εκεί και, όταν παραδόθηκε η καστρόπολη, αιχμαλωτίστηκε και έμεινε σκλάβος τρία χρόνια μέχρι να εξαγοραστεί. Κάποιος  Θωμάς Πλέσσας αναφέρεται από τον Αγαθάγγελο Ξηρουχάκη να είναι καπετάνιος Στρατιωτών στην Κέρκυρα το 1584. Ίσως είναι ο ίδιος ίσως όχι.

Οι Μπλεσσαίοι εγκαταστάθηκαν στη Κεφαλονιά, λίγοι από αυτούς πριν το 1567. Στον Στέφανο Μπλέσσα δόθηκε φέουδο το 17ο αιώνα. Ο ένας από τους γιούς του μάλιστα ονομαζόταν Θωμάς. Κανένας Μπλέσσας δεν εγκαταστάθηκε ποτέ στη Ζάκυνθο. Σήμερα μία πυραυλάκατος του Πολεμικού Ναυτικού φέρει το όνομα Μπλέσσας προς τιμήν του αείμνηστου Πλωτάρχη Γεωργίου Μπλέσσα, κυβερνήτη του αντιτορπιλικού Βασίλισσα Όλγα στο Δεύτερο Παγκόσμιο.  Όχι μόνο διακριτός κλάδος οι Μπλεσσαίοι αλλά και πιο διακεκριμένος. Κανείς από τους πολυάριθμους Πλεσσαίους δεν πήρε ‘τίτλο ευγενείας’. Και δεν έδωσαν το όνομα τους ούτε σε σωσίβιο. Ούτε οι μεν όμως ούτε οι δε έχουν σχέση με τον περίφημο Μανώλη Μπλέσση, που οι μπαρτζολέτες των κατορθωμάτων του τραγουδήθηκαν στη Βενετία το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. Κι αυτό γιατί, όπως φαίνεται, ο Μπλέσσης ήταν τόσο μυθικός όσο και τα κατορθώματα του.

Όποιος άντεξε να διαβάσει μέχρι εδώ μπορεί τώρα να ρωτήσει γιατί σας τάραξα στη γενεαλογία και στις ασήμαντες ιστορικές λεπτομέρειες. Γιατί, με αφορμή μια παλιά φωτογραφία, σας έφτασα ως τους θαλάμους του Ορφικού Άδη, να αφουγκραστείτε αντίλαλους ξεχασμένων οδυρμών. Υπάρχει λόγος; Μια στιγμή να φορέσω το απόλυτα κηδεμονευτικό μου ύφος και θα σας πω.

Ήθελα να δείξω πως, στη μεγάλη μας πλειοψηφία, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο, είμαστε απόγονοι προσφύγων και περιπλανώμενων. Γι αυτό δεν μας ταιριάζει η καταφρόνια για άλλους πλάνητες και κατατρεγμένους, όπως οι Εβραίοι, ή για τους απογόνους τους. Είναι ύβρις προς τους προγόνους μας. Και, επειδή εκεί που βρίσκονται αυτοί δεν τους πιάνει τίποτα, είναι τελικά φτυσιά στα μούτρα μας. Τόσο η δόξα όσο και η ατίμωση μπορεί να αγκαλιάσουν όλους τους θνητούς και μερικές φορές πάνε αντάμα, ακριβώς όπως έγινε με το Νικόλαο Μόζερα.

Πριν από 448 χρόνια ένας Μεγαδούκας εξόντωσε, τζάμπα και βερεσέ όπως αποδείχτηκε τελικά, 400 Χριστιανούς συμπατριώτες του. Σε ένα απίστευτο σκέρτσο της Ιστορίας,  374 χρόνια αργότερα ένας απόγονος των Μεγαδουκαίων, ο δήμαρχος Ζακύνθου Λουκάς Καρρέρ, έβαλε το κεφάλι του στο ντορβά για να γλυτώσει από την εξόντωση 275 Εβραίους συμπατριώτες του. Δεν είναι η καταγωγή που μετράει, είναι ο συγκεκριμένος άνθρωπος. Το έγκλημα του Δημήτριου Μεγαδούκα δεν βαραίνει κανέναν άλλο εκτός από τον ίδιο, ακριβώς όπως το Ολοκαύτωμα και όλα τα άλλα φοβερά εγλήματα του Ναζισμού δεν βαραίνουν τους σημερινούς Γερμανούς. Αντίθετα, το παράδειγμα του Λουκά Καρρέρ αποθέτει στο διηνεκές βαριά ευθύνη πράξεων, λόγων και συναισθημάτων στους ώμους όχι μόνο των Καρρέρηδων αλλά και όλων των συμπατριωτών του, όπου γης, τουλάχιστον όσων θέλουν να αισθάνονται υπερηφάνεια για την πράξη του. Είναι ακριβώς αυτή η ευθύνη που με οδήγησε, με πειθανάγκασε σχεδόν, να γράψω τα παραπάνω. Αυτά...


Δυστυχώς έχω προβλήματα με το λογαριασμό μου και δεν μου δίνει τη συνατότητα να απαντήσω σε σχόλια. Αν θέλετε απάντηση γράψτε μου στο pampalaea@gmail.com


15/03/18 Ευχαριστώ τους σχολιαστές για το καλωσόρισμα! Επειδή με κάνανε να επισκεφτώ πάλι την ανάρτηση βρήκα και ένα λάθος μου. Η Ωλένη είναι στη δυτική Πελοπόννησο, στην Ηλεία. Διορθώθηκε.

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Οι επιδρομή του Τουράμπεη


Τουρκική γαλιότα

Κανίστρι μυριοπλούμιστο, γαρούφαλα γιομάτο,

που μοσκοβόλαες τη γη, τσι στράτες που επροβάτειες,

σε ποία χέρια θα βρεθείς, σε τι πόρτο θ’ αράξεις,

για να ’ρθει η μανούλα σου να σε ξαναγοράσει;

Ας ήτανε το βολετό το αίμα μου να χύσω

τα μάτια μου τα έδινα να σε ξαναγυρίσω.

Τα μάτια μου εγινήκανε δύο βρύσες, δύο ποτάμια,

και όσο ζω θα τρέχουνε, κ’ έχω πνοή στο στόμα

θα δέουμαι τση Δέσποινας και του Εσταυρωμένου

να σου χαρίσει λευτεριά, τσ’ άλυσες να σου λύσει.

Ορπίδα εχώ στην Παναγιά γλήγορα να γυρίσεις

στην αγκαλιά τση μάνας σου να σε γλυκοφιλήσει.

 

Έτσι μοιρολογούσανε ζωντανούς τους σκλαβωμένους γιούς τους οι Ζακυνθινές μανάδες, τότε που οι πειρατικές επιδρομές ήτανε πληγή πραγματική και όχι μισοξεχασμένες ιστορίες του παλιού καιρού (1). Για αιώνες, η απειλή μιας ξαφνικής επίθεσης δεν ήταν ποτέ πολύ μακριά. Όταν η αντιπαράθεση Βενετίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έπαιρνε διαστάσεις ανοιχτού πολέμου οι επιθέσεις πολλαπλασιάζονταν και μεγεθύνονταν. Τέτοια ήταν και η περίοδος του Κρητικού πολέμου 1645 – 1669. Σαν να μην έφτανε η επιδημία της πανούκλας που είχε ξεσπάσει, εκείνα τα μαύρα χρόνια πολλά από τα καλύτερα παλληκάρια του νησιού είχαν πάει να πολεμήσουν για την Κάντια – 800 νοματαίοι πήγανε και μόνο 80 γυρίσανε ζωντανοί (2).

Από εκείνο τον καιρό υπάρχουνε δύο μαρτυρίες για μεγάλες Τουρκικές επιδρομές στη Ζάκυνθο. Η πρώτη είναι από ένα σημείωμα ανωνύμου, το οποίο ενσωματώθηκε στο Χρονικό του Μάτεση (3).

1658, Φλεβαρίου 17, επάτησε ο Τουράμπεης το χωριό της Λιθακιάς και επήρε σκλάβους άντρες, γυναίκες, και παιδιά, τρακόσιους, και ήτανε γαλιόταις δώδεκα.

Ένας Άγγλος έμπορος, ο Bernard Randolph, που πέρασε αρκετά χρόνια στην Ελλάδα στη δεκαετία του 1670, περιγράφοντας τη Ναύπακτο, την οποία χαρακτηρίζει φωλιά πειρατών, λέει (4):

 Τον καιρό του πολέμου με τους Βενετούς τα μπριγκαντίνια αυτού του μέρους ήταν συνεχής μάστιγα για τους κατοίκους της Ζακύνθου και της Κεφαλονιάς. Ένας φημισμένος κουρσάρος αυτού του μέρους, ονόματι Durach Μπέης, πήγε με έντεκα μπριγκαντίνια και τη νύχτα αποβιβάστηκε στο Κερί, στο νότιο τμήμα του νησιού της Ζακύνθου, παίρνοντας πάνω από 200 σκλάβους, και τα χαράματα εμφανίστηκε μπροστά στο λιμάνι της Ζακύνθου, με αναρτημένες σημαίες και κανονιοβολισμούς, καθορίζοντας το ποσό των λύτρων, σχεδόν αμέσως μόλις είχαν πάρει τα νέα δια ξηράς – έτσι επέστρεψε ασφαλής στο λιμάνι του με τη μεγάλη αυτή επιτυχία. Την προηγούμενη μέρα είχε μεγάλη γιορτή στο Κερί, και πολλοί άνθρωποι είχαν πάει από την πόλη της Ζακύνθου για να προσκυνήσουν την Παναγία. Από τότε που έγινε ειρήνη με τους Βενετούς πάνε προς την ακτή της Απουλίας, και αρπάζουν φτωχούς χωρικούς, ρίχνοντας τους στη δυστυχισμένη σκλαβιά.

Είναι φανερό πως ο Τουράμπεης του ανώνυμου Ζακυνθινού και ο Durach Μπέης του Randolph είναι το ίδιο πρόσωπο. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός πως ο Randolph άκουσε στη Ναύπακτο μόνο για την μεγάλη επιδρομή στο Κερί. Κουβέντα δεν αναφέρει για την τουλάχιστον εξίσου επιτυχημένη επίθεση στη Λιθακιά. Γεννιέται έτσι η υποψία πως ίσως πρόκειται για την ίδια επιδρομή. Η Λιθακιά και το Κερί είναι χωριά γειτονικά, ο αριθμός των πλοίων ήταν σχεδόν ο ίδιος, ο τύπος τους μάλλον ήταν ο ίδιος – πιθανότατα μεγάλες φούστες, οι οποίες συχνά αναφέρονταν σαν γαλιότες, ενώ ο Randolph με τον όρο μπριγκαντίνια εννοεί απλώς πειρατικά (5) – και ο αριθμός των αιχμαλώτων δεν διαφέρει πολύ.

 
Ο Randolph δεν μας λέει ποιά χρονιά έγινε η επίθεση του Τουράμπεη. Είναι όμως γνωστό πως ο τρομερός κουρσάρος έκανε την εμφάνιση του γύρω στα 1656 και για πολλά χρόνια τριγύριζε τη Ζάκυνθο σαν καρχαρίας. Στα τελευταία χρόνια του πολέμου της Κάντιας οι επιχειρησιακές ανάγκες του Οθωμανικού στόλου τον τράβηξαν προς το κύριο μέτωπο των επιχειρήσεων και εκεί, κοντά στο ακρωτήριο της Αγίας Πελαγίας το Μάρτη του 1668, τα 12 πλοία του Τουράμπεη συγκρούστηκαν με 5 γαλέες υπό τον Lorenzo Corner. Ο αρχικουρσάρος σκοτώθηκε και ο στολίσκος του καταστράφηκε. Στο χρονικό διάστημα μεταξύ 1656 και 1668 λοιπόν έγινε η επιχείρηση στην οποία αναφέρεται ο Άγγλος έμπορος. Δίνει πάντως την εντύπωση πως έγινε σε γιορτή της Παναγίας, ίσως το Δεκαπενταύγουστο στο πανηγύρι της Κεριώτισσας.

Μόνο που το Κερί δεν πατιόταν με αστραπιαία επιχείρηση μιας νύχτας γιατί βρίσκεται σε εδάφη δύσβατα και οι κοντινές ακτές είναι απρόσιτες. Γι αυτό και έχει υποτεθεί πως οι αιχμάλωτοι πάρθηκαν από την περιοχή ‘του πόρτου του Κεριού’, δηλαδή τη Λίμνη (6). Τι να κάνανε όμως διακόσια τόσα άτομα, συγκεντρωμένα έτσι ώστε να συλληφθούν σε ελάχιστο χρόνο, νυχτιάτικα στην ερημιά της Λίμνης; Παρέα στα κουνούπια; Το κοντινότερο χωριό, πάνω στα υψώματα, ήταν η Άμπελος αλλά ποτέ ο πληθυσμός της δεν φαίνεται να πλησίασε τις 200 ψυχές. Από γύρω στα 150 άτομα το 16ο αιώνα είχε φτάσει να έχει μόνο 19 κατοίκους στις αρχές του 19ου, κι αυτοί άρρωστοι από τους πυρετούς της κοντινής Λίμνης. Ακόμα, πως είναι δυνατό να μπήκε ολόκληρος στόλος στον κόλπο του Λαγανά, χωρίς να τον δουν από μίλια μακριά οι βαρδιάνοι αφού το καλοκαίρι η νύχτα διαρκεί λίγο και τα παράλια φυλάγονταν άγρυπνα;

Σε αντίθεση με τη υποτιθέμενη επιδρομή στο Κερί αυτή της Λιθακιάς φανερώνει μια καταδρομική επιχείρηση τολμηρή αλλά άρτια σχεδιασμένη. Έγινε χειμώνα, πριν ξεκινήσουν οι βάρδιες κατά το Μάρτη. Ο Τουράμπεης ρισκάρισε αλλά τον βοήθησε ο καιρός και τα κατάφερε. Ήταν επιδρομή νυχτερινή, και αυτό το προδίνει η προσεκτικά επιλεγμένη ημερομηνία. Στις 17 Φεβρουαρίου δεν ήταν μόνο μακριά η νύχτα, είχε και πανσέληνο (7) – γιατί επιδρομή τελείως στα τυφλά δεν γίνεται. Ενώ στην περιοχή του Κεριού οι μέχρι και χίλιοι πειρατές θα είχαν πρόβλημα συνοχής, και μπορεί ακόμα και να χάνονταν στους λόγγους και στα λαγκάδια, τα δυόμισι χιλιόμετρα από την παραλία  ως τη Λιθακιά ήταν πεδινά, και μπορούσαν να προχωρήσουν γρήγορα και απρόσκοπτα μέσα από τα αμπέλια και τα λιόφτα.

Φαίνεται πως οι πληροφορίες του Randolph περιέχουν αρκετές ανακρίβειες και πρόκειται για μία και την αυτή επιδρομή. Άλλωστε δεν μπορεί να έπιασε ο Τουράμπεης στον ύπνο τους Ζακυνθινούς δύο φορές, στην ίδια περιοχή και με τον ίδιο τρόπο. Όταν ο Άγγλος μιλάει για Κερί εννοείται η ευρύτερη περιοχή της χερσονήσου του Κεριού. Οι κανονιοβολισμοί τα χαράματα στο Πόρτο είναι σε οποιαδήποτε περίπτωση υπερβολή – πρέπει να κόντευε γιόμα και η Χώρα να ήταν ανάστατη από ώρα. Όσο για τη γιορτή της Παναγίας, αυτή ήταν μεν εφεύρεση του Randolph αλλά όχι τελείως αβάσιμη. Ο Τουράμπεης είχε φροντίσει να πιάσει τους Ζακυνθινούς όχι μόνο κοιμισμένους αλλά και όσο γίνεται περισσότερο πιωμένους. Το Πάσχα του 1658 έπεσε στις 21 Απριλίου (8). Στις 17 Φεβρουαρίου ήταν Κυριακή του Ασώτου, που στη Ζάκυνθο λέγεται Γουρουνοκυριακή και ήταν η αρχή του δεκαπενθήμερου αποκριάτικου ξεφαντώματος. Αυτό το Καρναβάλι του 1658 πρέπει να ήταν το χειρότερο στην ιστορία του νησιού.

Βαρκούλες οπού φεύγετε, βαρκούλες σταματήστε·

αυτό το νιό που πήρατε τάχα μην τον πουλείτε;

Χίλια έδινα να τον ιδώ, χίλια να του μιλήσω,

χίλια έδινε η μανούλα του και χίλια η αδρεφή του.

Κι ο νιός απηλογήθηκε με το γλυκό το στόμα:

Έχετε γρόσια; φάτε τα· φλωρία; φυλάξετε τα·

κι όταν ασπρίσει ο κόρακας και γένει περιστέρι

τότε και συ μανούλα μου εμένανε ακαρτέρει.

 

 

 

--------------------------------------------------------------- 

(1)  Διασώθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Νικόλαο Κατραμή στα Φιλολογικά Ανάλεκτα Ζακύνθου, Ζάκυνθος 1880, σσ. 477 – 478.

(2)  Παναγιώτης Χιώτης, Ιστορικά Απομνημονεύματα, τ. 3ος, σ. 222, και William Miller, Essays on the Latin Orient, Κέιμπριτζ 1921, σ. 221. Υπάρχει πάντως κάποιο πρόβλημα με την παραπομπή που δίνει ο Χιώτης αφού δεν υπήρξε προβλεπτής Ζακύνθου με το όνομα Antonio Venier.

(3)  Κωνσταντίνος Σάθας, Ελληνικά Ανέκδοτα, τ. 1ος, Αθήνα 1867, σ. 228. Ο Λεωνίδας Ζώης, στο Λεξικόν του, τ. 1ος, σ. 354, γράφει πως οι απαχθέντες ήταν 103. Είναι πιθανό η επιδρομή αυτή να σχετίζεται με το θρύλο της Ανθρώπινης Σπηλιάς, σύμφωνα με τον οποίο 150 Λιθακιώτες κρυμμένοι εκεί πέθαναν από ασφυξία όταν πειρατές άναψαν φωτιά στην είσοδο.

(4)  Bernard Randolph, The present state of the Morea, έκδοση 3η, Λονδίνο 1689, σ. 13.

(5)  Με τον όρο brigantine οι Άγγλοι περιέγραφαν σχετικά μικρά και ευέλικτα πολεμικά που συνήθιζαν να χρησιμοποιούν οι brigands, δηλαδή οι ληστές ή πειρατές, πριν η λέξη χρησιμοποιηθεί για να δηλώσει συγκεκριμένο τύπο πλοίου.

(6)  Ντίνος Κονόμος, Ζάκυνθος Πεντακόσια Χρόνια (1478 -1978), τόμος 3ος, Πολιτική Ιστορία (Τεύχος Α΄ 1478 – 1800), Αθήνα 1981, σ. 141.

(7)  Η πληροφορία προέρχεται από σχετικό πίνακα της NASA: http://eclipse.gsfc.nasa.gov/phase/phases1601.html

(8)  Ο αλγόριθμος για την ταύτιση των ημερομηνιών προήλθε από την ιστοσελίδα:
http://www.smart.net/~mmontes/ec-cal.html

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Ο Jan Struys (υποβοηθούμενος) για τη Ζάκυνθο του 17ου αιώνα


Άποψη της Ζακύνθου το 1682

Ο Jan Struys (1629 – 1694) ήταν Ολλανδός ναυτικός και πολύ πιθανόν να μην ήξερε να γράψει ούτε το όνομα του. Πανιά μπάλωνε ο άνθρωπος, αυτή ήταν η ειδικότητα του. Είναι πολύ πιθανό επίσης να δει κανείς σήμερα αναφορές στο πρόσωπο του στις οποίες χαρακτηρίζεται συγγραφέας, ακόμα και καλλιτέχνης. Το 1677 εκδόθηκε στο Άμστερνταμ ένα βιβλίο, το οποίο είχε υποτίθεται συγγράψει και που εξιστορούσε τα μακρινά ταξίδια και τις ατέλειωτες περιπέτειες του από το 1647 μέχρι το 1673. Το βιβλίο είχε τεράστια επιτυχία και μεταφράστηκε σε αρκετές γλώσσες τα επόμενα χρόνια. Όσοι σύγχρονοι μας όμως έχουν ασχοληθεί με τα αναφερόμενα στο βιβλίο αυτό έχουν σοβαρότατες αμφιβολίες:  όχι μόνο για το αν, και κατά πόσο, το έγραψε ο ίδιος και το αν μερικά από τα σχέδια που το διακοσμούν είναι δικά του αλλά και για το πόσες από τις περιπέτειες του είναι αληθινές.

Οι αμφιβολίες αυτές, για να μην πω η βεβαιότητα, είναι δικαιολογημένες σε μεγάλο βαθμό αλλά όχι πάντα. Είναι προφανές ότι αυτός που σχεδίασε τους Τατάρους και τους Ταϊλανδούς που παρουσιάζονται στο τρίτο μέρος του βιβλίου δεν τους είχε δει ούτε στον ύπνο του. Όσον όμως αφορά το δεύτερο μέρος, τα γεγονότα και οι τόποι που περιγράφονται είναι αρκετά πειστικά. Σε αυτό ο Struys εξιστορεί το πως πήρε μέρος στις θαλάσσιες επιχειρήσεις του Κρητικού Πολέμου στα 1656 – 1657 και περιγράφει τα μέρη που επισκέφτηκε. Αναφέρει πολλά για την πολεμική δράση του Βενετού ήρωα Lazzaro Mocenigo, τα οποία σε γενικές γραμμές συμπίπτουν τόσο με τα γνωστά ιστορικά γεγονότα όσο και με αυτά που έγραψε τότε ο Ζακυνθινός Θεόδωρος Μοντσελέζε (2). Θα έλεγα μάλιστα ότι ο Struys είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα.

Για παράδειγμα, λέει πως ο Mocenigo έχασε το μάτι του από σκλήθρα, κάτι που συνέβαινε πολύ συχνά στις ναυμαχίες εκείνου του καιρού, όταν τα θραύσματα του ίδιου του πληγέντος πλοίου δημιουργούσαν περισσότερες απώλειες από ότι οι μπάλες των εχθρικών κανονιών. Αν ο Mocenigo είχε χτυπηθεί από σφαίρα, όπως λένε άλλες πηγές περιλαμβανομένου του Μοντσελέζε, όχι μόνο δεν θα ήταν σε θέση να συνεχίσει να πολεμάει αλλά πιθανότατα δεν θα είχε ούτε καν επιβιώσει.

Μια από τις ιστορίες που έχουν προκαλέσει σχόλια δυσπιστίας είναι η επιτυχής αντιμετώπιση στη Λέσβο διακοσίων Τούρκων ιππέων από δώδεκα Ολλανδούς και δεκαπέντε Έλληνες, πειναλέους και χωρίς αξιωματικούς ή στοιχειώδη οργάνωση. Όταν όμως σκεφτεί κανείς πως σε όλη τη διάρκεια της συμπλοκής οι Χριστιανοί αμύνονταν, για ένα διάστημα μάλιστα ήταν οχυρωμένοι σε ένα εγκαταλειμμένο κάστρο, και ότι χρησιμοποιούσαν μουσκέτα, είχαν δηλαδή πλεονέκτημα βεληνεκούς και διαμετρήματος απέναντι στις ελαφριές καραμπίνες των Τούρκων, η έκβαση της αναμέτρησης δεν είναι και τόσο απροσδόκητη. Ειδικά αν ο Struys υπερέβαλλε κάπως στην εκτίμηση του αριθμού των αντιπάλων, οι οποίοι ας σημειωθεί πολεμούσαν έφιπποι.

Βέβαια, το να ψάχνει ο φουκαράς ο Jan σταφύλια σε ένα αμπέλι Μάη μήνα, με συνέπεια την αιχμαλωσία του, μόνο μειδιάματα δυσπιστίας μπορεί να προκαλέσει. Τι μπορεί όμως να περιμένει κανείς από έναν Ολλανδό που ερχόταν στην Ελλάδα για πρώτη φορά; Δεν είναι καθόλου σίγουρο πως ο Struys πρωταγωνίστησε σε όλα τα γεγονότα που διηγείται. Ίσως να μην ήταν καν αυτόπτης μάρτυρας, και ίσως ακόμη οι συγκυρίες και οι χρονικές στιγμές να ήταν λίγο διαφορετικές. Παρόλα αυτά η διήγηση παραμένει πειστική. Οι συνέπειες μιας αποτυχημένης απόδρασης (ακρωτηριασμός μύτης ή αυτιού), οι περιπλανήσεις από το ένα σκλαβοπάζαρο στο άλλο, τα παζάρια για τα λύτρα, είναι όλα απόλυτα ρεαλιστικά και δείχνουν εμπειρία αιχμαλωσίας. Οι διηγήσεις του δεύτερου ταξιδιού του Struys, ακόμα και αν δεν είναι πέρα για πέρα αληθινές, φαίνεται πως δεν είναι σκέτα παραμύθια.

Στη Ζάκυνθο ο Struys ήρθε δύο φορές. Την πρώτη, στις 20 Απριλίου του 1656, ταξιδεύοντας από τη Βενετία, όταν μετά δέκα μέρες σταμάτησαν για νερό. Με την ευκαιρία αγόρασαν και κρασί, το οποίο μας λέει ότι ήταν εξαιρετικό και αρκετά φτηνό: λίγο παραπάνω από πέντε γαλόνια κάνανε ένα σκούδο. Τη δεύτερη φορά, Ιούνιο του 1657, μας λέει περισσότερα (3):

Το νησί της Ζακύνθου βρίσκεται σε γεωγραφικό πλάτος 38 μοιρών, περίπου 13 Αγγλικές λεύγες από την Κεφαλονιά. Σε αυτό το νησί βρίσκεται μια πόλη με κάπου 4000 σπίτια, ή μάλλον σπιτάκια, χωρίς καμινάδες, το οποίο λέγεται πως οφείλεται στους σεισμούς, από τους οποίους κινδυνεύουν καθημερινά. Αλλά τα δημόσια κτίρια, τόσο από άποψη θέσης όσο και γερής κατασκευής είναι πολύ αξιόλογα. Για παράδειγμα το κάστρο είναι χτισμένο πάνω σε ένα ψηλό λόφο, και λόγω φυσικής θέσης  και τεχνικής κατασκευής φαίνεται σχεδόν απρόσιτο, και είναι εφοδιασμένο με πυροβολικό και κατάλληλα πολεμικά πυρομαχικά. Αυτό το νησί έχει αρκετά ακρωτήρια, το πιο σημαντικό είναι το Capo del Guardo (Σκοπός) στα νότια και Capo de Tiri (Ακρωτήρι) στα ανατολικά. Μεταξύ των δύο κείται ένα ευρύχωρο λιμάνι, που λέγεται Porto de Chietto (Χώρα), με ένα καλό αγκυροβόλιο στα 14,5 μέτρα βάθος. Η Ζάκυνθος έχει 45 χωριά και συνοικισμούς οι κυριότεροι από τους οποίους είναι κοντά στη θάλασσα, συγκεκριμένα, St. Chietto (4), Littachia (Λιθακιά), Pigalachia (Πηγαδάκια), Sculicado (Σκουληκάδο), Saint Nicholo (Άγιος Νικόλας) και Natte (5). Το τελευταίο έχει ένα λιμάνι ικανό να χωρέσει 100 γαλέες. Στο λοφώδες μέρος του νησιού υπάρχουν μονές, ασκητήρια και λατρευτικοί χώροι της Ελληνικής (Ορθόδοξης) Εκκλησίας, οι οποίοι έχουν ένα Επίσκοπο εδώ όπως και οι Ρωμαιοκαθολικοί, αλλά οι Έλληνες ξεπερνάνε τους Ιταλούς σε αριθμό, και κατά συνέπεια η θρησκεία τους έχει μεγαλύτερη λαμπρότητα. Αμέσως μόλις επιβιβαστείς σε προσεγγίζει μια ομάδα Εβραίων που σε ρωτάνε αν έχεις να αλλάξεις συνάλλαγμα. Αυτοί κάνουν οποιαδήποτε αξιοπεριφρόνητη συναλλαγή, αλλά ιδιαίτερα δουλεμπόριο, όταν οι Άγγλοι, οι Γάλλοι, ή οι Ολλανδοί φέρουν τίποτα σάικες (6) ή άλλα Τούρκικα πλοία. Η Ζάκυνθος έχει πολύ εύφορο χώμα και είναι πολύ παραγωγική, δεν υστερεί σε τίποτα από την Κεφαλονιά και την ξεπερνάει σε ποιότητα και ποσότητα κρασιού, έχει όμως ακόμα μεγαλύτερη έλλειψη νερού, τόσο που μερικές φορές οι κάτοικοι αναγκάζονται να ζυμώσουν με κρασί για να φτιάξουν το ψωμί τους. Φτιάχνουν και εδώ νοστιμότατο αυγοτάραχο (7), ιδιαίτερα τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, όταν έρχονται οι μουρούνες (8) από το Αρχιπέλαγος. Οι κάτοικοι της εξοχής είναι πολυάριθμοι και κυκλοφορούν όλοι οπλισμένοι – έτσι που όταν οι Τούρκοι κουρσάροι στέλνουν στην ακτή μερικούς άνδρες για να πάρουν σκλάβους πολύ συχνά αιχμαλωτίζονται οι ίδιοι. Γι αυτό το σκοπό οι Βενετοί διατηρούν 70 ή 80 καβαλάρηδες, για να ιππεύουν κατά μήκος των παραλίων μέρα-νύχτα. Φέραμε μαζί μας μερικούς φρέσκους πεζικάριους για να αντικαταστήσουν τους παλιούς.

Τουρκική σάικα

Είναι φανερό ότι στα περί της Ζακύνθου του Struys έχουν παρεμβληθεί πληροφορίες που δεν είναι δικές του. Ο πραγματικός, ο σκιώδης συγγραφέας του βιβλίου είχε διαβάσει George Sandys, Johannes Cotovicus και ίσως και άλλους. Πιθανολογώ ότι το χεράκι του είχε βάλει στη συγγραφή ο Olfert Dapper, Ολλανδός ‘περιηγητής της πολυθρόνας’, ο οποίος είχε γράψει για όλο τον κόσμο, και είχε γεμίσει αρκετές σελίδες για τη Ζάκυνθο, χωρίς να έχει πάει ο ίδιος πουθενά. Πιστεύεται ότι ο Dapper και ο Struys γνωρίζονταν. Ενισχυτικό στοιχείο είναι ότι κάποια από τα σχέδια στο βιβλίο του Struys, ανυπόγραφα, είναι σχεδόν σίγουρα του Pieter Schei, του οποίου απεικόνιση της Ζακύνθου περιλαμβάνεται στο έργο του Dapper (9). Θα πρέπει λοιπόν να δούμε αυτό το κείμενο όχι τόσο σαν περιγραφή της Ζακύνθου από το Struys αλλά σαν μια περίληψη όσων ήταν γνωστά για τη Ζάκυνθο στην Ολλανδία των μέσων του 17ου αιώνα.

Ανάμεσα τους υπάρχουν αρκετές ανακρίβειες, με πρώτο και καλύτερο τον αρκετά διαδεδομένο αστικό μύθο του ζυμώματος με κρασί λόγω λειψυδρίας. Ούτε βέβαια στη Ζάκυνθο υπήρχε δεσπότης εκείνο τον καιρό, πρωτοπαπάς ήτανε, και μακάρι το Σκουληκάδο να είχε και αυτό παραλία. Υπάρχουν όμως και μερικά στοιχεία που αξίζουν προσοχής και οδηγούν σε κάποιο προβληματισμό.

Το ότι οι Εβραίοι ασχολούνταν με το δουλεμπόριο είναι απόλυτα λογικό. Από όλους τους Ζακυνθινούς οι Εβραίοι ήταν αυτοί που είχαν τις πλατύτερες διασυνδέσεις, οικογενειακές, κοινωνικές και εμπορικές σε όλη σχεδόν την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Τους ήταν λοιπόν πιο εύκολο να διαπραγματευτούν με τους συγγενείς ή ευεργέτες των αιχμαλώτων και επιπλέον, λόγω καλύτερης πληροφόρησης, να πετύχουν το μεγαλύτερο δυνατό περιθώριο κέρδους.

Ο αριθμός των 70 ή 80 Στρατιωτών σε υπηρεσία ανά πάσα στιγμή είναι επίσης τόσο λογικός όσο και διαφωτιστικός. Οι αναφορές στους Στρατιώτες της Ζακύνθου, στη διάρκεια 200 περίπου χρόνων, από την αρχή της Βενετοκρατίας μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα, οπότε και στερεύουν, δείχνουν ένα λίγο-πολύ σταθερό αριθμό 130 ιππέων. Από αυτούς, το 10% περίπου ήταν έμμισθοι (provisionati) και υπηρετούσαν όλο το χρόνο, εγκατεστημένοι στην προς Μπόχαλη περιοχή των τειχών του Κάστρου. Η καταγωγή τους δεν είναι γνωστή αλλά μάλλον δεν ήταν απαραίτητα Ζακυνθινοί. Οι υπόλοιποι ήταν ντόπιοι, άμισθοι, με μοναδική ‘αμοιβή’ την απαλλαγή τους από τη φορολογία τη χρονιά που υπηρετούσαν. Γι αυτό και αποκαλούνταν decimali, επειδή δεν πλήρωναν τη decima ή δεκάτη.

Είναι επίσης γνωστό πως τα παράλια φυλάγονταν για 8 μήνες το χρόνο, αφού το χειμώνα ήταν πολύ δύσκολο και επικίνδυνο για τους Τούρκους και τους Βορειοαφρικανούς να επιδοθούν σε επιδρομές. Πόσο καιρό πραγματικά ήταν υποχρεωμένοι αυτοί οι ελεύθεροι μικροκτηματίες, με εισόδημα αρκετό για την απόκτηση και διατήρηση αλόγου, να υπηρετούν; Ήταν δυνατό να εγκατέλειπαν τις περιουσίες τους για 8 ολόκληρους μήνες και να φυλάνε νύχτα-μέρα τις παραλίες με μοναδική αποζημίωση ίση με το ένα δέκατο του εισοδήματος τους; Μα τι εισόδημα θα είχαν εκείνο το χρόνο αν δεν όργωναν, δεν έσπερναν, δεν τρυγούσανε τις σταφίδες;

Αν ο αριθμός που δίνει ο Struys είναι σωστός, τότε, αφαιρώντας των αριθμό των έμμισθων, καταλήγουμε σε 60 περίπου καβαλάρηδες, πιθανότατα χωρισμένους σε τρεις εικοσαμελείς ομάδες, κάθε μία από τις οποίες φύλαγε έναν από τους τρεις αμυντικούς τομείς του νησιού: το βόρειο, βασικά τις Αλυκές και τον Αλυκανά, τον κεντρικό, μάλλον μαζί με τους έμμισθους, από τα Γερακαρία μέχρι το Βασιλικό, και το νότιο, τον κόλπο του Λαγανά. Οι μισοί δηλαδή από τους 120 υπόχρεους βάρδιας Στρατιώτες πρέπει να εναλλάσσονταν κάθε λίγες μέρες με τους άλλους μισούς, έτσι ώστε να τους δίνεται η ευκαιρία να κάνουν τις δουλειές τους και ταυτόχρονα να υπάρχει μια σημαντική δύναμη άμεσης επέμβασης, με στόχο την αποσόβηση ενός πειρατικού αιφνιδιασμού.

Γιατί όμως αυτοί οι άνθρωποι παρουσιάζονταν και υπηρετούσαν με τα άλογα τους; Γιατί να μην παρουσιαστούν πεζοί όταν έφτανε η σειρά τους, όπως και όλοι οι άλλοι χωρικοί, μικροκτηματίες και σέμπροι, να κάμουν τη βάρδια τους στην πολιτοφυλακή; Η αμοιβή ήταν ίδια, μόνο φοροαπαλλαγή. Γιατί να ρισκάρουν ένα τραυματισμό ή και θάνατο του πολύτιμου ζώου τους; Γιατί να μην το νοικιάσουν σε κάποιον για όσο διάστημα έκαναν βάρδια; Δεν μπορεί παρά να ήταν υποχρεωμένοι να έχουν άλογο. Και η υποχρέωση αυτή δεν μπορεί παρά να πήγαζε από την ίδια τη γη που έτρεφε αυτούς και τις οικογένειες τους. Οι πρόγονοι τους δεν την είχαν αγοράσει τη γη. Τους είχε παραχωρηθεί δωρεάν στην αρχή της Βενετοκρατίας επειδή ακριβώς ήταν Στρατιώτες. Αυτή η παραχώρηση ήταν δεμένη με την υποχρέωση να διατηρούν άλογα και να υπηρετούν με αυτά. Οι απόγονοι τους κληρονόμησαν, μαζί με τη γη, και την υποχρέωση. Κληρονόμησαν όμως και την παράδοση, την περηφάνια και την επιθετικότητα του καβαλάρη. Και αν οι Στρατιώτες σαν σώμα υπήρξαν στη Ζάκυνθο για δύο αιώνες – για τόσο μπορούμε να είμαστε σίγουροι – η αγάπη των Ζακυνθινών για τα άλογα και τα όπλα κρατάει μέχρι σήμερα. Ιδιαίτερα σε περιοχές όπου είχαν εγκατασταθεί Στρατιώτες, όπως για παράδειγμα το Σκουληκάδο.

Ένας άλλος Ολλανδός Jan, ο Jan Swart Van Groeningen, ζωγράφισε αυτό τον καβαλάρη γύρω στα 1550, εμπνευσμένο από τον τρόπο που ντύνονταν και ίππευαν οι Στρατιώτες αλλά με ένα τεράστιο, εξωπραγματικό καπέλο.
 

------------------------------------------------------------------------ 

1)  Drie aanmerkelijke en seer rampspoedige Reysen, Door Italien, Griekenlandt, Lijflandt, Moscovien, Tartarijen, Meden, Persien, Oost-Indien, Japan, en verscheyden andere Gewesten ... Nevens 2 Brieven, particulierlijk verhandelende het overgaan van Astracan, ... by D. Butler ... ; Met verscheydene curieuse koopere pl. ; Hier is noch by gevoeght Frans Jansz van der Heyden vervaarlijke Schipbreuk van't Oost-Indisch Jacht ter Schelling onder het Landt van Bengalen.

2)  Ανδραγαθίαν του Εκλαμπρωτάτου και Ανδρειωτάτου Λαζάρου Μητζηνίγου : Έτι δε και τα όσα εσυνέβησαν αναμεταξύ την Γαληνοτάτην, και Χριστιανικωτάτην Αφθεντίας των κλινών Ενετιών κατά του Ισμαήλ, επί της προστασίας του Εκλαμπρωτάτου Καπετάν Γενεράλε Λωρέντζου Μαρτζέλλου, Έως την προστασίαν του Καπετάν Γενεράλε Λαζάρου Μητζηνίγου, Προς τους αυτυχάνοντας τω παρόντι ποιήματι πάσαν χαράν, και ευφροσύνην παρά Θεού. / Ποιηθήσα υπό του Κυρού Θεοδώρου Μοντζελέζε, Λεγόμενος Λούστρος Τζακίνθιος, Βενετία, 1657.

3)  Το κείμενο το μετέφρασα από την Αγγλική μετάφραση του John Morisson, The voiages and travels of John Struys through Italy, Greece, Muscovy, Tartary, Media, Persia, East-India, Japan, and other countries in Europe, Africa and Asia : containing remarks and observations upon the manners, religion, polities, customs and laws of the inhabitants;, and a description of their several cities, towns, forts, and places of strength : together with an account of the authors many dangers by shipwreck, robbery, slavery, hunger, torture, and the like. : And two narratives of the taking of Astracan by the Cossacks, Λονδίνο, 1684.

4)  Οι Ολλανδοί τη Ζάκυθο την ακούσανε Σάνκιετο και νομίσανε πως πρόκειται για όνομα αγίου. Έτσι εφευρέθηκε ο Σαν Κιέτο.

5)  Η πίσσα που αναδύεται στη Λίμνη του Κεριού ήταν αφορμή να αποκαλείται Porto di Natta (Λιμάνι της Νάφθας). Η ονομασία επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον κόλπο του Λαγανά. Εδώ ο συγγραφέας μπορεί να εννοεί τη Λίμνη του Κεριού, το πιθανότερο, ή και το μυχό του Λαγανά, όπου το ακρωτήριο του Αγίου Σώστη σχημάτιζε ένα αρκετά καλό λιμάνι μέχρι το 1633 που κατακρημνίσθηκε. Η κατακρήμνιση δεν σήμαινε και άμεση εξαφάνιση και τα συντρίμμια θα σχημάτιζαν ένα είδος λιμενοβραχίονα για κάμποσες δεκαετίες. Και οι δύο όρμοι σχημάτιζαν τόξα με χορδή πάνω από ένα χιλιόμετρο. Η θάλασσα είναι ρηχή και δεν ήταν πολύ κατάλληλη για μεγάλα εμπορικά αλλά μπορούσαν κάλλιστα να χωρέσουν 100 κάτεργα, των οποίων το βύθισμα συχνά δεν ξεπερνούσε και πολύ το ένα μέτρο.

6)  Τύπος εμπορικού πλοίου, σχετικά μικρού εκτοπίσματος.

7)  Το ίδιο είχε πει και για την Κέρκυρα.

8)  Δεν πρόκειται για μουρούνες αλλά για κεφάλους.

9)  Naukeurige Beschryving van Morea, eertijts Peloponnesus; en de Eilanden, gelegen onder de Kusten van Morea, en Binnen en Buiten de Golf van Venetien, Άμστερνταμ, 1688.

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2012

Μια σύγκρουση με Μπαρμπερίνους πειρατές στο Ιόνιο

Χριστιανικές γαλέες επιτίθενται σε Τουρκικό καραμοσάλι, μικρογραφία 16ου αιώνα.
Ο Σκώτος William Lithgow είναι γνωστός περιηγητής των αρχών του 17ου αιώνα. Στα ταξίδια του πέρασε από πολλές χώρες, ανάμεσα τους και την Ελλάδα, και κατέγραψε τις εντυπώσεις και τις περιπέτειες του στο βιβλίο The rare adventures of William Lithgow (1). Προερχόταν από μια εύπορη αστική οικογένεια και είχε πάρει μια πολύ καλή μόρφωση για την εποχή του. Δεν είναι γνωστό το κίνητρο των περιπλανήσεων του, σύμφωνα όμως με μια οικογενειακή παράδοση οι τέσσερεις αδελφοί μιας νεαρής του κόψανε τα αυτιά όταν μάθανε ότι είχε σχέσεις μαζί της. Ο φόβος για χειρότερα δεν είναι από μόνος του αρκετός για να εξηγήσει τις περιπλανήσεις του, ίσως όμως ήταν η δικαιολογία που αναζητούσε το ανήσυχο πνεύμα του.
Το πρώτο μεγάλο ταξίδι του τον έφερε στη Βενετία την άνοιξη του 1609 –  ήταν τότε γύρω στα 27 – και από εκεί στην Κέρκυρα. Ταξίδευε επιβάτης σε εμπορικά καραμοσάλια, τα οικονομικά του δεν του επέτρεπαν πολυτέλειες. Στις ακτές της Δαλματίας τους είχε ήδη κυνηγήσει ένα μεγάλο πολεμικό από το Τούνεζι, με διπλές σειρές από κανόνια και 200 πειρατές. Γνώριζε τους κινδύνους αλλά ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει το ταξίδι του για τους Αγίους Τόπους. Ο δρόμος περνούσε από τη Ζάκυνθο, και για κει μπαρκάρισε σε ένα άλλο καραμοσάλι. Δεν μας λέει από που ήταν, Κορφιάτικο ή Ζακυνθινό, μόνο πως ήταν Ελληνικό. Εκτός από εμπορεύσιμο φορτίο το καραμοσάλι κουβαλούσε και ένα μικρό πλήθος ετερόκλητων επιβατών που είχαν όλοι προορισμό τη Ζάκυνθο. Σαράντα οκτώ τον αριθμό – Έλληνες, Δαλματοί, Ιταλοί, Αρμένιοι και Εβραίοι.
Ο αέρας ήταν ευνοϊκός και δυνατός, και σε ένα μόνο εικοσιτετράωρο βρέθηκαν να αρμενίζουν ανάμεσα στη Μικρή Κεφαλονιά ή Val di Compare (Ιθάκη) και την Αγία Μαύρα (Λευκάδα). Εκεί ο καπετάνιος πρόσεξε ένα πανί στα ανοιχτά και έστειλε ένα ναύτη στο κατάρτι να δει καλύτερα. Ο ναύτης τους πληροφόρησε ότι ήταν μια Τούρκικη γαλέα από τη Μπιζέρτα, ένα λιμάνι κοντά στο Τούνεζι της Μπαρμπαριάς, με πορεία καταπάνω τους. Φοβήθηκαν όλοι και τους έπιασε μαύρη απελπισία. Αυτό ήταν φυσικό, αφού το δικό τους πλοίο θα είχε πλήρωμα το πολύ είκοσι άτομα και η γαλέα μέχρι και τριακόσια. Ακόμη και αν όλοι οι κωπηλάτες ήταν σκλάβοι, και δεν έπαιρναν μέρος στην επίθεση, οι πάνοπλοι πειρατές θα φτάνανε μέχρι και εκατόν πενήντα. Οι γαλέες είχαν συνήθως 3 με 5 κανόνια στο υπερυψωμένο κατάστρωμα της πλώρης – όλα παράλληλα με την καρίνα του πλοίου – από τα οποία τουλάχιστον το ένα, το κεντρικό, ήταν μεγάλου διαμετρήματος. Πλευρικά, και στο υπερυψωμένο κατάστρωμα της πρύμνης, μπορούσαν να έχουν σημαντικό αριθμό από ελαφρά, περιστρεφόμενα φαλκονέτα. Τα φαλκονέτα ήταν πυροβόλα μικρού διαμετρήματος που έριχναν μια μπάλα σε μέγεθος μανταρινιού. Άλλες φορές πάλι τα γεμίζανε με χοντρά σκάγια.
Μπαρμπαρέζικη γαλέα με μονό κατάρτι, 17ος αιώνας.
Φαίνεται πως περίπτωση να διαφύγουν με ταχύτητα ή ελιγμούς δεν υπήρχε. Ο καπετάνιος ζήτησε τη γνώμη όλων για το αν έπρεπε να πολεμήσουν ή να παραδοθούν. Ήταν απόφαση ζωής και θανάτου και η θέληση του καθενός βάραινε πολύ. Αν ένα σημαντικό μέρος των επιβατών και του πληρώματος αρνούνταν να πολεμήσουν οι περιορισμένες ελπίδες των υπολοίπων εξανεμίζονταν. Η πλειοψηφία των επιβατών έκλινε υπέρ της παράδοσης. Αντίθετα με τους Ευρωπαίους πειρατές, που συνήθως περιορίζονταν στη ληστεία άλλων Χριστιανών, οι Μουσουλμάνοι παίρνανε σκλάβους. Καλύτερα όμως σκλάβοι στη Μπαρμπαριά παρά πεθαμένοι. Υπήρχαν ταμεία για την εξαγορά σκλάβων ακόμα και για αυτούς που οι συγγενείς τους δεν μπορούσαν να πληρώσουν τα λύτρα.

Τις λιγότερες ελπίδες να ελευθερωθεί κάποτε τις είχε ο νεαρός Σκώτος, του οποίου η πατρίδα και οι φίλοι βρισκόντουσαν πολύ μακριά. Μπροστά στη ζοφερή προοπτική μιας ανέλπιδης σκλαβιάς ο Lithgow ξεσηκώθηκε και πήγε στον καπετάνιο. ‘Το μισό καραμοσάλι είναι δικό σου, και πάνω από το μισό φορτίο, γι αυτό σε συμβουλεύω να ετοιμαστείς για μάχη,’ του είπε. ‘Πήγαινε να ενθαρρύνεις τους επιβάτες σου, υποσχέσου στο πλήρωμα διπλό μισθό, ετοίμασε τα δύο σας κανόνια (2), τα μουσκέτα (3), το μπαρούτι, το μολύβι και τα κοντάρια (4) σας – γιατί ποιός ξέρει, ο Θεός μπορεί να μας γλυτώσει από τη σκλαβιά αυτών των άπιστων.’
Ο Lithgow πίστευε πως η παρέμβαση του ήταν καθοριστική  και έκανε την πλάστιγγα να γείρει προς το μέρος της αντίστασης. Ο καπετάνιος ζωήρεψε πολύ μόλις τον άκουσε, μας λέει, και τον ευχαρίστησε. Μετά μάζεψε επιβάτες και πλήρωμα, τους εμψύχωσε και τους έδωσε μεγάλες υποσχέσεις. Έτσι οι φοβισμένες τους ελπίδες μετατράπηκαν σε γενναία απόφαση. Όλοι συμμετείχαν στην προετοιμασία για μάχη. Μερικοί βρίσκονταν στο χώρο των πυροβολητών, μερικοί ακόμη καθάριζαν τα μουσκέτα, άλλοι ετοίμαζαν μπαρούτι και βόλια, άλλοι πάλι τα σπαθιά και τα άλλα αγχέμαχα όπλα, και κάποιοι αμπάρωναν τις καταπακτές – ο καπετάνιος είχε αποφασίσει να μη δώσουν μάχη πάνω στο κατάστρωμα, για να είναι προστατευμένοι από τα ελαφρά πυρά και επειδή δεν ήταν αρκετοί για να αποκρούσουν ένα ξαφνικό ρεσάλτο. Το θάρρος όμως των αμυνόμενων ήταν τέτοιο που στον Lithgow φαινόταν ότι ήταν τριπλάσιοι από όσοι ήταν στην πραγματικότητα. Καθένας τους στεκόταν έτοιμος να υπερασπίσει τον εαυτό του με το αρκεβούζιο (5) και το κοντάρι του, και έτσι εμπιστεύτηκαν τις τύχες τους στο Μεγαλοδύναμο.
Οι πειρατές ξεκίνησαν την επίθεση άγρια, με μια εκκωφαντική ομοβροντία των κανονιών τους. Το καραμοσάλι έστειλε μια αξιολύπητη απάντηση – φαίνεται πως η διαφορά δυναμικού σε πυροβολικό ήταν μεγάλη – που όμως αντήχησε στα σύννεφα αναπτερώνοντας κάπως το ηθικό των αμυνομένων. Η μάχη κράτησε ώρες, παραμένοντας αμφίρροπη, με εκατέρωθεν κανονιοβολισμούς και ντουφεκίδι. Η νύχτα επέβαλλε προσωρινή ανακωχή αλλά οι επιβαίνοντες στο καραμοσάλι πίστευαν πως οι πειρατές θα τους χτυπούσαν πάλι το πρωί. Ξέσπασε όμως μια καταιγίδα και τα χαράματα κατάφεραν να ξεφύγουν. Βρήκαν καταφύγιο στον κόλπο του Largostolo (Αργοστολιού), με τον καιρό να είναι χάλια και το σακατεμένο πλοίο τους να μπάζει νερά.
Οι απώλειες ήταν σημαντικές – τρεις Ιταλοί, δύο Έλληνες και δύο Εβραίοι είχαν σκοτωθεί στη μάχη. Άλλοι έντεκα είχαν τραυματιστεί ‘θανάσιμα’. Με αυτό τον όρο ο Lithgow μάλλον εννοεί πως είχαν πληγωθεί πολύ σοβαρά, σε σημείο που κινδύνευε η ζωή τους, και όχι ότι κατέληξαν από τα τραύματα τους (6). Ο ίδιος ο Lithgow είχε τραυματιστεί ελαφρά στο δεξί μπράτσο από σφαίρα. Δεν γνώριζαν τι ζημιά είχαν κάνει στους Τυνήσιους γιατί, όπως εξηγεί, οι Έλληνες δεν ήταν έμπειροι κανονιέρηδες και οι ‘αρκεμπουζίες’ δεν είχαν ενοχλήσει πολύ τους άπιστους, επειδή δεν είχαν πλησιάσει και αποπειραθεί να κάνουν ρεσάλτο (7). Είναι ενδεικτικό της σφοδρότητας της σύγκρουσης ότι παρά την απειρία τους οι πυροβολητές είχαν καταφέρει να σπάσουν το μεσιανό κατάρτι και να διαλύσουν το εσωτερικό μέρος του πρυμναίου καταστρώματος της γαλέας (8).
Μόλις βγήκαν στη στεριά ευχαρίστησαν το Θεό για τη σωτηρία τους και έθαψαν τους Χριστιανούς στον περίβολο μιας Ελληνικής εκκλησίας (9). Τους Εβραίους τους έθαψαν στην παραλία. Ο Lithgow συνέχισε δια ξηράς για κάνα δυο μέρες και μετά πλήρωσε δύο ψαράδες να τον πάνε στη Ζάκυνθο με τη βάρκα τους. Εκεί περιποιήθηκε το τραύμα του ένας Έλληνας ‘χειρούργος’ (10). Από τη Ζάκυνθο, μετά από κάποιο απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, έφυγε για την Πάτρα συνεχίζοντας τις περιπλανήσεις του.
Ο William Lithgow με Τουρκική ενδυμασία στην Ασία.
--------------------------------------------------------------------------- 
(1)  Ο αρχικός τίτλος ήταν The totall discourse of the rare adventures & painefull peregrinations of long nineteen yeares travayles from Scotland to the most famous kingdomes in Europe, Asia and Affrica.
(2)  Δύο κανόνια φαίνεται πως ήταν ένας αρκετά αντιπροσωπευτικός οπλισμός για ένα Επτανησιακό εμπορικό καραμοσάλι εκείνη την εποχή. Από το καραμοσάλι των Σιγούρων, που κουρσεύτηκε στον Πεταλά το 1603, οι Άγγλοι πειρατές είχαν πάρει δύο κανόνια.
(3)  Το μουσκέτο ήταν φορητό, εμπροσθογεμές όπλο με σχετικά μεγάλο διαμέτρημα και μπορούσε να διατρήσει πανοπλίες.
(4)  Ο Lithgow αναφέρεται σε half-pikes, δηλαδή σε δόρατα με μήκος περίπου δύο μέτρα. Στην ξηρά χρησιμοποιούνταν και πολύ μακρύτερα δόρατα, όχι όμως στις περιορισμένες διαστάσεις ενός πλοίου.
(5)  Φορητό πυροβόλο όπλο μικρού διαμετρήματος.
(6)  Είναι σχεδόν βέβαιο, με βάση τα δεδομένα της εποχής, ότι κάποιοι από αυτούς δεν θα τα έβγαλαν πέρα, κυρίως λόγω μολύνσεων, ενώ άλλοι θα ακρωτηριάστηκαν.
(7)  Ένας αρκεβουζιοφόρος ρίχνοντας πέρα από τα 40 – 50 μέτρα έκανε βολή στο γάμο του Καραγκιόζη και το βλήμα πήγαινε όπου ήθελε.
(8)  Το ταμπερνάκουλο, για όσους έχουν διαβάσει το Σοπρακόμιτο του Διονυσίου Ρώμα, που αρχίζει με το Νταβιτσέντζα να γράφει καθισμένος εκεί. Στο σημείο εκείνο βρισκόταν συνήθως ο κυβερνήτης της γαλέας και πιο πίσω, κάτω από το φανάρι, βρισκόταν ο πηδαλιούχος. Το κατάστρωμα αυτό, συνήθως καλυμμένο με μια τέντα, στέγαζε τις καμπίνες των αξιωματικών αποκάτω.
(9)  Στα Εφτάνησα, όπου δεν υπήρχαν τότε οργανωμένα κοιμητήρια, οι Καθολικοί μπορούσαν να θαφτούν σε Ορθόδοξες εκκλησίες και οι Ορθόδοξοι σε Καθολικές. Αυτό δεν ίσχυε για τους Εβραίους και τους Διαμαρτυρόμενους. Ο George Sandys, στο βιβλίο του A relation of a journey begun An: Dom: 1610, λέει ότι οι Άγγλοι έμποροι που πέθαιναν στη Ζάκυνθο θάβονταν σε κάποια αγορασμένα κομμάτια περιβολιών.
(10)  Οι χειρούργοι εκείνο τον καιρό δεν ήταν γιατροί, ούτε είχαν κάνει σπουδές σε πανεπιστήμιο. Ήταν πρακτικοί, συνήθως μπαρμπέρηδες, με εμπειρία σε απλές επεμβάσεις και τη γενικότερη περιποίηση τραυμάτων.
Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .