Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2018

Η Μαίρη και ο Σουλτάνος



Στο προηγούμενο ρίξαμε μια φευγαλέα ματιά σε έναν ‘κολασμένο’ Άγγλο πάστορα και μια Αγγλίδα πόρνη στη Ζάκυνθο πριν από τετρακόσια χρόνια. Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούν και κάποιοι πολύ διαφορετικοί Άγγλοι που πέρασαν από τη Ζάκυνθο – έτσι για να αποκατασταθεί μια ισορροπία και να μην συμβάλλει το ιστολόγιο, άθελα του, στο άδικο στερεότυπο που τείνει διαμορφωθεί στο νησί για ένα θαυμάσιο λαό με πολλές αρετές και τεράστια συμβολή στον παγκόσμιο πολιτισμό. Ταυτολογώ βέβαια, χάριν έμφασης, αφού η αδικία είναι αναγκαίο συστατικό κάθε στερεότυπου.

Σε τούτο το κομμάτι κεντρικό πρόσωπο είναι μια γυναίκα, η οποία όμως δεν έγραψε τίποτα για τη Ζάκυνθο. Άλλωστε μετά βίας μπορούσε να διαβάζει και να γράφει. Τα λίγα της γράμματα τα έμαθε ενήλικη. Είναι όμως, από κάθε άποψη, το ακριβώς αντίθετο του William Biddulph και πολλών άλλων Άγγλων που ταξίδεψαν στην περιοχή μας εκείνα τα χρόνια αλλά και τα σημερινά. Η ιστορία της είναι εντυπωσιακή, σχεδόν απίστευτη, και αξίζει να τη γνωρίζουν οι κάτοικοι ενός νησιού στο οποίο η ίδια πίστεψε πως βρέθηκε από θαύμα.

Η Mary Fisher ήταν στα νιάτα της δούλα, άμισθη υπηρέτρια σε μια εύπορη οικογένεια ώσπου να ξεπληρωθεί ένα χρέος. Πλησιάζοντας Χριστούγεννα του 1651, στα 27 της χρόνια, στο σπίτι που δούλευε έκανε κήρυγμα ο George Fox. Ήταν ο ιδρυτής ενός νέου θρησκευτικού ρεύματος, παραφυάδας του προτεσταντισμού. Οι αντίπαλοι τους ονόμαζαν κοροϊδευτικά Quakers, δηλαδή τρεμουλιάρηδες, επειδή ο Fox έλεγε πως πρέπει να τρέμουμε στο άκουσμα του Θεϊκού λόγου. Έτσι πήραν την ανεπίσημη αλλά πολύ διαδεδομένη ονομασία τους οι λεγόμενοι Κουάκεροι. Οι Κουάκεροι πίστευαν πως όλοι οι άνθρωποι, άντρες και γυναίκες, σε όποια θρησκεία και αν ανήκαν, έφεραν μέσα τους το φως του Θεού και ήταν εν δυνάμει κήρυκες του Θεϊκού λόγου. Ήταν ειρηνιστές, αντίπαλοι της δουλείας και κατακεραύνωναν την υποκρισία του Αγγλικανικού κλήρου. Όπως ήταν αναμενόμενο, τέτοια πιστεύω δεν ήταν αρεστά στο κατεστημένο και τα πρώτα χρόνια διώχθηκαν σκληρά.

Η νεαρή δούλα, αλλά και ολόκληρο το νοικοκυριό στο οποίο ανήκε, προσχώρησαν στην καινούργια ομολογία. Η Mary Fisher απελευθερώθηκε από τους αφέντες της και ξεκίνησε με τη σειρά της τον προσηλυτισμό, αρχικά στην κομητεία της Υόρκης από όπου καταγόταν. Για τη δράση της φυλακίστηκε δύο φορές και μαστιγώθηκε δημόσια χωρίς να καμφθεί. Το 1655, μαζί με μια άλλη απόστολο του Κουακερισμού, την Ann Austin, ταξίδεψαν στο νησί Μπαρμπάντος των Αντιλλών και έκαναν προσηλυτισμό με σχετική επιτυχία. Από εκεί πήγαν τον επόμενο χρόνο στη Βοστώνη για να κάνουν κήρυγμα στους Πουριτανούς των αποικιών της Αμερικής. Η φήμη τους όμως τις είχε προσπεράσει και με το που πάτησαν το πόδι τους στην ξηρά συνελήφθησαν. Τις ανάγκασαν να γδυθούν για να εξετάσουν τα σώματα τους για σημάδια μαγείας και μετά τις έριξαν στη φυλακή. Πέντε βδομάδες αργότερα τις απέλασαν με το ίδιο πλοίο που τις είχε φέρει.

Στις αρχές του καλοκαιριού του 1657 η Mary μαζί με άλλους πέντε Κουάκερους ξεκίνησαν για τη Μεσόγειο. Η αποστολή τους ήταν σχεδόν αδύνατη, εντελώς παρανοϊκή θα έλεγε κανείς, και εξαιρετικά επικίνδυνη: να προσηλυτίσουν τον ισχυρότερο ίσως βασιλιά της γης, έναν άνθρωπο που πολλοί στη Χριστιανική Δύση θεωρούσαν προσωποποίηση του Αντίχριστου, τον Τούρκο Σουλτάνο. Την ομάδα αποτελούσαν τρεις γυναίκες από την Αγγλία και τρεις άντρες από την Ιρλανδία: η Mary Fisher, η Mary Pierce, η Beatrice Beckley, ο John Luffe, ο John Buckley και ο John Perrot. Φτάσανε στο Λιβόρνο στις 6 Αυγούστου και στη Ζάκυνθο ένα μήνα αργότερα. Το ότι έκαναν κήρυγμα στη Ζάκυνθο όσο έμειναν είναι αυτονόητο αλλά δεν γνωρίζουμε πως αντιμετωπίστηκαν. Κανείς τους πάντως δεν μιλούσε Ελληνικά και μόνο ένας ήξερε Ιταλικά.

Από τη Ζάκυνθο βρέθηκαν στη Σμύρνη στις αρχές του 1658. Ο Άγγλος πρόξενος, στον οποίο αποκάλυψαν την αποστολή τους, τους ξεγέλασε, ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή τους εξανάγκασε, και βρέθηκαν σε ένα καράβι που αντί για την Κωνσταντινούπολη είχε προορισμό τη Βενετία. Μια τρομερή καταιγίδα όμως ανάγκασε το πλοίο να πιάσει πάλι στη Ζάκυνθο, κάτι που οι Κουάκεροι θεώρησαν θαύμα, ή Θεϊκό σημάδι. Έτσι ο Buckley, η Mary Fisher και η Beatrice Beckley αποβιβάστηκαν στη Ζάκυνθο. Η Mary Pierce είχε μείνει στη Σμύρνη και από κει αναχώρησε αργότερα για την Αγγλία. Δεν είναι ξεκάθαρο γιατί αλλά ο Buckley έφυγε μόνος του για την Κωνσταντινούπολη.

Ο John Perrot και ο John Luffe συνέχισαν προς Βενετία με άλλο σχέδιο: να πάνε στη Ρώμη και να προσηλυτίσουν τον ... Πάπα. Οι δύο Κουάκεροι έφτασαν στη Ρώμη και στην προσπάθεια τους να πετύχουν ακρόαση από τον Αλέξανδρο τον 7ο έπεσαν στα χέρια της Ιεράς Εξέτασης. Ο Luffe πέθανε ή εκτελέστηκε, δεν είναι σίγουρο, ενώ ο Perrot κλείστηκε σε τρελοκομείο για τρία χρόνια και μετά απελευθερώθηκε. Λέγεται πως για την απελευθέρωση του μεσολάβησε ο Άγγλος βασιλιάς Κάρολος 2ος επειδή ήταν νόθος γιός ενός νόθου γιού του Ερρίκου του 8ου, είχε δηλαδή βασιλικό αίμα. Μάλλον δεν ευσταθεί αλλά όπως και να έχει το πράγμα επέστρεψε στην Αγγλία. Εκεί κόντεψε να δημιουργήσει σχίσμα στους Κουάκερους για το αν πρέπει να φοράνε καπέλο την ώρα της προσευχής ή όχι και λίγα χρόνια αργότερα εγκαταστάθηκε στην Τζαμάικα όπου εγκατέλειψε τον Κουακερισμό και το έριξε στην καλοπέραση.

Στο μεταξύ οι δύο γυναίκες ξεκίνησαν από τη Ζάκυνθο για την Αδριανούπολη όπου βρισκόταν στρατοπεδευμένος ο Σουλτάνος. Δεν είναι γνωστό πως ταξίδεψαν. Κάποιος σύγχρονος τους έγραψε πως η Mary Fisher διέσχισε όλη την Ελλάδα με τα πόδια, είναι όμως πολύ αμφίβολο. Επίσης δεν γνωρίζουμε τι συνέβη στη Beatrice Beckley αλλά φαίνεται πως η Mary έφτασε στην Αδριανούπολη μόνη της. Εκεί, ένας Θεός ξέρει πως, κατάφερε να προσεγγίσει το Μεγάλο Βεζίρη, το γηραιό αλλά ικανότατο και αδίσταχτο Köprülü Mehmet Paşa. Ο Πασάς, γενίτσαρος από το Μπεράτι της Αλβανίας, ήταν ο πραγματικός κυβερνήτης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Σουλτάνος ήταν ο δεκαεξάχρονος Μεχμέτ ο 4ος, ο επονομαζόμενος Κυνηγός επειδή μόνο με το κυνήγι του επέτρεπε ο Μεγάλος Βεζίρης να ασχολείται. Όλα τα σημαντικά ζητήματα της αυτοκρατορίας ήταν δουλειά του Πασά. Άλλη επιλογή δεν είχε ο νεαρός Σουλτάνος γιατί χωρίς τον Köprülü Mehmet Paşa η αυτοκρατορία κινδύνευε να διαλυθεί. Γι αυτό το λόγο ήταν υποχρεωμένος να βρίσκεται σε ένα στρατόπεδο στην Αδριανούπολη ο Μεχμέτ. Η Κωνσταντινούπολη του ήταν τόσο απαγορευμένη όσο και η άσκηση πολιτικής.

Τι έσπρωξε τον πανίσχυρο Πασά να δεχτεί να ασχοληθεί με μια φτωχικά ντυμένη γυναίκα από την άλλη άκρη της Ευρώπης που ισχυριζόταν πως έφερνε μήνυμα του Θεού είναι δύσκολο να το μαντέψει κανείς. Ακόμα δυσκολότερο είναι να μαντέψει γιατί της κανόνισε ακρόαση με το Σουλτάνο. Πάντως η Mary παρουσιάστηκε στο πολυτελές βασιλικό τσαντίρι την επόμενη μέρα, εν μέσω αυλικών και δραγουμάνων που ανυπομονούσαν να ακούσουν τι έχει να πει. Ο Σουλτάνος την άκουσε με προσοχή χωρίς να την αντικρούσει και στο τέλος τη ρώτησε τι γνώμη έχει για τον προφήτη Μωάμεθ. Αυτό ήταν βέβαια το σημείο όπου πραγματικά παιζόταν το κεφάλι της.

‘Δεν τον γνωρίζω,’ απάντησε αυτή, ‘γνωρίζω όμως το Χριστό, τον αληθινό προφήτη, τον Υιό του Θεού, που είναι το φως του κόσμου και φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο. Αν οι λόγοι του προφήτη που λέτε αποδειχτούν αληθινοί τότε θα ξέρετε ότι τον έστειλε ο Θεός. Αν όμως αποδειχτούν ψεύτικοι τότε θα ξέρετε ότι δεν τον έστειλε ο Θεός.’ Η εξαιρετικά διπλωματική αυτή απάντηση έσωσε τη ζωή της Mary Fisher. Ο Σουλτάνος βέβαια δεν αλλαξοπίστησε αλλά ευγενέστατα της πρόσφερε συνοδεία μέχρι την Κωνσταντινούπολη την οποία εκείνη αρνήθηκε.

Μετά την επιστροφή της στην Αγγλία η Mary παντρεύτηκε – πλησίαζε πλέον τα σαράντα – και έκανε τρία παιδιά. Ο άντρας της, ναυτικός, πνίγηκε το 1675. Αργότερα ξαναπαντρεύτηκε και το 1682 έφυγε με την οικογένεια της για τις αποικίες της Αμερικής. Εγκαταστάθηκε στη Νότια Καρολίνα όπου πέθανε το 1698.




Δυστυχώς έχω προβλήματα με το λογαριασμό μου και δεν μου δίνει τη δυνατότητα να απαντήσω σε σχόλια. Αν θέλετε απάντηση παρακαλώ γράψτε μου στο pampalaea@gmail.com

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018

Μέθη και ακολασία στη Χώρα και στα Λαζαρέτα του 1600



Ο William Biddulph ήταν ένας άνθρωπος που πρέπει να ενέπνεε κάποιο σεβασμό στους προτεσταντικούς εκκλησιαστικούς κύκλους της Ελισσαβετιανής Αγγλίας. Είχε σπουδάσει στην Οξφόρδη και ήταν προστατευόμενος του Richard Bancroft, Αρχιεπισκόπου του Canterbury. Ακόμη και σήμερα οι πληροφορίες που μας άφησε για το Λεβάντε του καιρού του, κυρίως για τη Συρία και την Παλαιστίνη, είναι σίγουρα πολύτιμες. Ήταν ο πρώτος Αγγλόφωνος που περιέγραψε την κατανάλωση καφέ στο Χαλέπι, μισό αιώνα πριν το ρόφημα αυτό γίνει γνωστό στη χώρα του. Και ο πρώτος που ανέφερε τη χρήση ταχυδρομικών περιστεριών, που τότε λέγονταν Βαγδάτης. Προσωπικά θεωρώ επίσης σημαντικό πως έγραψε για Κούρδους ‘λάτρεις του Διαβόλου’ – δηλαδή τους Γιεζίντι – στο Αφρίν της Συρίας επειδή, δυστυχώς, η φετινή εισβολή του Τουρκικού στρατού και των ισλαμοκατσαπλιάδων συμμάχων τους στην περιοχή θα τους εξαφανίσει από εκεί ολοκληρωτικά.

Σταλμένος από τη Βρετανική Εταιρεία του Λεβάντε – πρόγονο της περίφημης Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών – σαν ιερέας των εγκατεστημένων στην Ανατολή εμπόρων της, ο Biddulph πέρασε και από τη Ζάκυνθο. Δεν έμεινε – ο σχετικά μικρός αριθμός Άγγλων εμπόρων φαίνεται πως δεν δικαιολογούσε το ανάλογο έξοδο. Ο George Wheler κατέκρινε έντονα την έλλειψη προτεστάντη ιερωμένου στο νησί τρία τέταρτα του αιώνα αργότερα.

Η αναχώρηση του Biddulph δεν πρέπει να στενοχώρησε ιδιαίτερα τους Άγγλους της Ζακύνθου πάντως. Κρίνοντας από αυτά που έγραψε στο βιβλίο του (1) αρεσκόταν στη σφοδρή κριτική όχι μόνο άλλων δογμάτων και θρησκειών αλλά και της ηθικής μελών του ποιμνίου του. Διατυμπάνισε  δια του πιεστηρίου κάποιους καθόλου κολακευτικούς ισχυρισμούς. Όσο και αν το βιβλίο περιέχει δήθεν προσωπικές επιστολές, που τάχα δημοσίευσε κάποιος άλλος και όχι ο ίδιος ο συγγραφέας, το φύλλο συκής παραήταν μικρό. Γι αυτό ίσως, κάποιοι σημαίνοντες έμποροι της Πόλης και του Χαλεπιού, με αφορμή τη διαγωγή του πνευματικού τους καθοδηγητή στη Ζάκυνθο, φρόντισαν να τον πληρώσουν με το ίδιο νόμισμα. Ας δούμε όμως πρώτα τι έγραψε για την επίσκεψη του στο Τζάντε ο ίδιος ο Biddulph:

Τα δύο επόμενα μέρη που είδαμε και αξίζουν κάποια αναφορά ήταν δύο νησιά στην Ελλάδα, η Zephalonia και το Zante, ανάμεσα στα οποία περάσανε τα πλοία μας. Και τα δύο κατοικούνται από Έλληνες αλλά διοικούνται από τη σινιορία της Βενετίας, η οποία κάθε τρίτο χρόνο στέλνει πρεβεδούρους, μαζί με άλλους αξιωματούχους, για να κάνουν κουμάντο εκεί. Είναι και τα δύο πολύ γόνιμα νησιά που παράγουν μεγάλη ποσότητα σταφίδας, ελιών, νεραντζιών (2), πορτοκαλιών και λεμονιών αλλά μικρή ποσότητα δημητριακών που συνεχώς φέρνουν από αλλού. Αν λόγω κακοκαιρίας, ή πειρατών, ή κουρσάρων δεν μπορούν να έρθουν δημητριακά θα είναι έτοιμοι να λιμοκτονήσουν σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Η Zephalonia λεγόταν παλιά Ιθάκη, όπου ο Οδυσσέας, γιός του Λαέρτη, ήταν βασιλιάς και ξεπερνούσε όλους τους Έλληνες σε ευφράδεια και ευστροφία. Θεωρείται από τους αρχαίους συγγραφείς περίφημος ταξιδευτής αλλά αν ζούσε στις μέρες μας τα ταξίδια του δεν θα λογαριάζονταν καθόλου σε σύγκριση με αυτά των σημερινών – επειδή ταξίδεψε μόνο μεταξύ Βενετίας και Αιγύπτου, που σήμερα είναι ένα συνηθισμένο ταξίδι.

Το Zante παλιά λεγόταν Ζάκυνθος. Ήταν κάποτε ένα δασωμένο νησί στο Ιόνιο Πέλαγος, δυτικά της Πελοποννήσου. Αλλά τώρα έχει απομείνει πολύ λίγο δάσος. Είναι ολόγυρα λοφώδες αλλά το μέσον του είναι μια επίπεδη και εύφορη κοιλάδα, που αποδίδει μεγάλη ποσότητα σταφίδας, η οποία έρχεται από κει στην Αγγλία. Οι Έλληνες αναρωτιούνται τι την κάνουμε τόση σταφίδα και μερικές φορές ρωτάνε αν την κάνουμε βαφή ή την ταΐζουμε στα γουρούνια. Ήταν πολύ φτωχοί άνθρωποι όταν οι έμποροι μας άρχισαν να πραματεύονται εκεί αλλά τώρα έχουν γίνει πλούσιοι και περήφανοι.

Υπάρχει επίσης μία πόλη σε αυτό το νησί και λέγεται όπως το νησί Zante, η οποία χτίστηκε από το Ζάκυνθο, γιό του Δάρδανου, που βασίλεψε εκεί. Μείναμε στο καράβι δέκα μέρες έξω από αυτή την πόλη μέχρι να πάρουμε πράτιγο (3), δηλαδή άδεια να αποβιβαστούμε ή να κάνουμε εμπόριο μαζί τους – επειδή το έθιμο είναι να μη δίνουν αμέσως άδεια αποβίβασης σε κανένα ξένο εκτός αν φέρει πιστοποιητικό υγείας από την αφετηρία του, το οποίο εμείς δεν είχαμε.

Έτσι, κάποιους από την εταιρεία μας, που είχαν δουλειές εκεί, τους στείλαμε στα Λαζαρέτα, τα οποία είναι ένα μέρος σαν το λοιμοκαθαρτήριο στα Moorfields, όπου, ακόμα και αν αυτοί είναι καλά, πρέπει να μείνουν όσο ευχαριστεί τους σινιόρους επί της υγείας, άλλοτε είκοσι και άλλοτε σαράντα μέρες. Στο μεταξύ αν κάποιος από την παρέα αρρωστήσει, ακόμη και  προς το τέλος των σαράντα ημερών, πρέπει να μείνουν άλλες σαράντα.


Όσο δεν έχουν πράτιγο έχουν ένα φρουρό, ο οποίος φροντίζει να μην έρθουν σε επαφή με κανένα, ούτε κανένας να έρθει σε επαφή μαζί τους. Μπορούν όμως οι φίλοι τους να τους επισκέπτονται και να τους μιλούν από απόσταση. Αλλά αν πάνε πολύ κοντά ο φρουρός τους φωνάζει alargo, alargo, που σημαίνει σταθείτε πιο πίσω. Και όποιος πλησιάσει τόσο πολύ ώστε να μπορεί να τους αγγίξει χάνει το δικό του πράτιγο , και πρέπει να τους κάνει παρέα για το υπόλοιπο της καραντίνας τους. Αν φέρουν τίποτα γράμματα για κάποιους εμπόρους στη πόλη ο φρουρός τα ανοίγει και τα αερίζει πάνω από φωτιά πριν τα διανείμει. Αν όμως το γράμμα είναι ραμμένο (ή έχει οποιαδήποτε κλωστή πάνω του) δεν πρέπει να διανεμηθεί ώσπου να πάρει πράτιγο αυτός που το έφερε.

Αυτό το κάνουν δήθεν για να αποφύγουν τις αρρώστιες αλλά υπάρχουν περαιτέρω κίνητρα, από τη μια για να εισπράξουν από δωροδοκίες και από την άλλη για να μαθαίνουν για τις δουλειές όλων των ξένων και το τι εμπορεύματα φέρνουν.


Όποιος τολμήσει να αποβιβαστεί χωρίς πράτιγο κινδυνεύει να απαγχονιστεί ή να υποστεί το strappado (4). Ακόμη και αν έχουν πιστοποιητικό ότι επικρατεί υγεία στο μέρος από το οποίο ήρθαν δεν πρέπει να αποβιβαστούν στη ακτή πριν δείξουν το fede τους, δηλαδή το ξεκάθαρο ανοιχτό έγγραφο, στους τρεις αξιωματούχους που λέγονται σινιόροι της υγείας.

Το Zante υποφέρει πολύ από σεισμούς. Δεν περνάει χρόνος χωρίς πολλούς σεισμούς, ιδιαίτερα στους μήνες του Σεπτεμβρίου και του Οκτωβρίου, στους οποίους μου έχουν τύχει δύο ή τρεις σεισμοί σε μια εβδομάδα. Γι αυτό το λόγο φτιάχνουν τα σπίτια τους πολύ χαμηλά, για να μην τα ρίξουν οι σεισμοί. Και όταν αισθανθούν το ξεκίνημα των σεισμών (είτε είναι μέρα είτε νύχτα) οι Έλληνες αμέσως χτυπάνε τις καμπάνες για να δώσουν το έναυσμα στον κόσμο να προσευχηθεί.

Στο Zante υπάρχει ένα πολύ ισχυρό κάστρο, πάνω σε ένα ψηλό λόφο. Είναι επίσης πολύ μεγάλο, όσο η μισή πόλη του Zante, και εκεί μένει ο πρεβεδούρος, που κυβερνάει το νησί, και πολλοί άλλοι. Εκεί είναι και το μέρος της κρίσης, όπου όλες οι υποθέσεις, κακουργηματικές και νομικές, κρίνονται από τον πρεβεδούρο και τους συμβούλους του. Πάνω από αυτό το μέρος αυτοί οι δύο Λατινικοί στίχοι είναι γραμμένοι με χρυσά γράμματα:

Hic locus odit, amat, punit, conservat, honorat                                                                                        
Nequitiam, pacem, crimina, jurat, probos.

Οι οποίοι μπορούν να αγγλοποιηθούν ως εξής: Αυτό το μέρος μισεί την ασωτεία, αγαπά την ειρήνη και τιμωρεί την κακοήθεια, διατηρεί το δίκαιο και την ισότητα, και τιμά επάξια τους αγαθούς (5).’

Ίσως ακόμα πιο ενδιαφέροντα και διαφωτιστικά για τις συνθήκες στη Ζάκυνθο εκείνη την εποχή είναι όσα καταμαρτυρούσαν στον Biddulph κάποιοι άσπονδοι φίλοι του. Το κατά πόσο αυτά είναι αληθινά ή πρόκειται για υπερβολές και συκοφαντίες δεν μπορούμε να το ξέρουμε αλλά μεγαλύτερη σημασία έχει για μας το αν θα μπορούσαν να είναι αληθινά. Η απάντηση σε αυτό είναι καταφατική. Επιπλέον είναι αρκετά διασκεδαστικά. Στις 6 Μαΐου 1609 ο γιατρός της Εταιρείας του Λεβάντε John Kitely από την Κωνσταντινούπολη έγραφε για τον Biddulph στον παλαίμαχο έμπορο John Sanderson που είχε πια επιστρέψει στη Αγγλία (6):

Δες τη συμπεριφορά του στο Χαλέπι, εδώ (στην Κωνσταντινούπολη) και τώρα στο τέλος στη Ζάκυνθο, στο Λαζαρέτο, όπου τον τσάκωσαν οι φρουροί στα πράσα με εκείνη την Αγγλίδα πόρνη που σου έχω πει.  Αυτός ο Κρεβατόλυκος (7), ή μάλλον λύκος στο κρεβάτι κολλημένος σε μια σκύλα, αφού τον πιάσανε έτσι, έκανε τον τρελό, και αφού ντροπιάστηκε έτσι ανοιχτά, ξεπέρασε κάθε όριο ντροπής και εμφανιζόταν δημόσια κάθε μέρα τρεκλίζοντας από το πιοτό, δημιουργώντας σκάνδαλο για τη θρησκεία μας και ντροπιάζοντας ολόκληρο το έθνος μας να βλέπεις να τον δείχνουν οι Έλληνες λέγοντας (8): ορίστε ο εφημέριος της κόλασης είναι μεθυσμένος. Από τη μεριά μου συμφωνώ αμέσως με τη γνώμη των Ελλήνων γι αυτή την τελευταία ξεφτίλα, ότι μπορεί κάλλιστα να τον περιγράψουμε σαν παπά της κόλασης.

Η πληροφορία ότι υπήρχαν ιερόδουλες σε ένα πολυσύχναστο λιμάνι σαν αυτό της Ζακύνθου δεν προκαλεί έκπληξη, είναι όμως ενδιαφέρον το ότι ο συγκεκριμένος τομέας υπηρεσιών ανθούσε σε τέτοιο βαθμό ώστε Αγγλίδες είχαν αποκτήσει ένα μερίδιο της αγοράς. Το ότι ο Biddulph έμεινε στο Λαζαρέτο κατά την επιστροφή του στην Αγγλία δίνει βάρος στην περιγραφή των συνθηκών εκεί. Θα ήταν άλλωστε απίθανο να είχε αποβιβαστεί στη Ζάκυνθο προερχόμενος από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και να μην είχε περάσει από το Λαζαρέτο. Το ότι υπήρχε πάλι τρόπος να εισχωρήσει κρυφά στο λοιμοκαθαρτήριο μια πόρνη ρίχνει καινούργιο φως στην καταγγελία του περί δωροδοκιών.

Τα όσα διαδίδονταν γι αυτόν δεν επηρέασαν την επαγγελματική του εξέλιξη στη χώρα του. Ίσως δεν έγιναν πιστευτά, καλώς ή κακώς. Ίσως τότε, όπως και τώρα, όσα έκαναν οι Άγγλοι στη Ζάκυνθο έμεναν συνήθως στο νησί και κανείς στη δική τους μεγαλόνησο δεν ήθελε να τα ξέρει. Έτσι, αρκετά παράλληλα ερωτήματα παραμένουν αιωρούμενα, για παράδειγμα, εκείνη τη Λατινική επιγραφή στο παλάτσο του πρεβεδούρου την είδε σαν τουρίστας ή σαν κατηγορούμενος; Πάντως αν ήταν κατηγορούμενος ‘την έβγαλε καθαρή’. Η μούρλια και το λάδωμα είχαν πάντα πέραση στον παράδεισο μας.

 

------------------------------------------------------------------------

1) William Biddulph, The Travels of Certaine Englishmen into Africa, Asia and to the Blacke Sea, Λονδίνο 1609.

 

2) Η μετάφραση σε νεράντζια με κάποια επιφύλαξη. Το κείμενο αναφέρει ‘pomecitrons’, το οποίο μεταφράζω λίγο αυθαίρετα σε κιτρόμηλα, δηλαδή νεράντζια.

3) Prattick με την ορθογραφία του κειμένου.

4) Strappado ή corda ήταν το μαρτύριο του σκοινιού. Το θύμα δενόταν πισθάγκωνα και κρεμιόταν από τα χέρια.

5) Η ίδια επιγραφή, κάποτε με μικροδιαφορές, φαίνεται πως κοσμούσε αρκετά κυβερνεία και άλλα σημαντικά κτίρια της Δυτικής Ευρώπης. Μια καλύτερη παρουσίαση της θα ήταν νομίζω ως εξής: Hic locus odit nequitiam, amat pacem, punit crimina, conservat jurat, honorat probos. Και μια, κατά τη γνώμη μου, πιο ακριβής μετάφραση: Αυτό το μέρος μισεί την αμέλεια, αγαπά την ειρήνη, τιμωρεί τα εγκλήματα, τηρεί τους νόμους και τιμά τους αγαθούς.

6)  G. Maclean, Looking East: English Writing and the Ottoman Empire Before 1800, Λονδίνο 2007, σ. 84.

Witness his behaviour at Aleppo, here (i.e. Istanbul), and now lastly at Zante in the Lazarotto where he was found by the guardians in the very action rem in re, with that Inglishe strumpitt who I formerly described unto you. This Bed-woolfe or rather a woolfe in bed limed to a bitch, being so taken, fayned himselfe Lunitique, and beinge thus openly shamed became past all shame and was seene reeleing-drunke publiklie every day to the scandall of our religion and shame of our whole nation to see the Greekes pointing at him saying ecco il vicario de l’inferno e imbriago. For my part I am of the Greekes opinion with this last imposition betimes that he may be well termed the vicar of hell.

7) Ο Kitely κάνει ένα λογοπαίγνιο αλλοιώνοντας το όνομα Biddulph στο σχεδόν ομόηχο Bed-woolfe.

8) Βάζει στα χείλη των Ελλήνων φράση στη Βενετική διάλεκτο. Αυτή φαίνεται πως ήταν το κύριο μέσο επικοινωνίας Ζακυνθινών και Άγγλων τότε. Imbriago είναι το Βενετικό αντίστοιχο το Ιταλικού ebriaco, που σημαίνει μεθυσμένος.


Ανανέωση 26/07/18
Δύο φίλοι του ιστολογίου, η Άλεξ και ο Ζακύνθιος ΚΑΣ, με πληροφόρησαν πως υπάρχει στη νεοελληνική αντιδάνειο που αντιστοιχεί στο prattick, το πράτιγο. Υπάρχει μάλιστα και το ρήμα πρατιγάρω. Έκανα λοιπόν τις απαραίτητες διορθώσεις. Τις θερμές μου ευχαριστίες και στους δύο.



Δυστυχώς έχω προβλήματα με το λογαριασμό μου και δεν μου δίνει τη δυνατότητα να απαντήσω σε σχόλια. Αν θέλετε απάντηση παρακαλώ γράψτε μου στο pampalaea@gmail.com








Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018

Από ‘του Μεσσαλά’ ως την Κύπρο του 1570



Η παραπάνω φωτογραφία δημοσιεύτηκε στην Αθηναϊκή εφημερίδα ‘Τα Νέα’ στις 19 του περασμένου Αυγούστου. Συνοδευόταν από ένα κείμενο του Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή, στον οποίο υποθέτω ανήκει η φωτογραφία αφού σε αυτήν απεικονίζεται η μητέρα του Νανά και οι γονείς της. Το κείμενο ξεκινάει με τη φανταστική διήγηση μιας ημέρας στη ζωή του κόντε Στέφανο Μεσσάλα, όπως τον λέει, του κόντε Μεσσαλά των Ζακυνθινών, το 18ο αιώνα. Συνεχίζεται, με υποθέτω λίγο-πολύ πραγματικά περιστατικά, το 1928, όταν βγήκε αυτή η φωτογραφία. Πρόκειται για Τριβιζαίους, τους νέους ιδιοκτήτες των χτημάτων του κόντε Μεσσαλά στον κάμπο κάτω από το Γαλάρο.

Βρήκα τη φωτογραφία συναρπαστική, και ακόμα περισσότερο το κείμενο. Γιατί με το Φίλιππο Δρακονταειδή μας ενώνει αίμα Τριβιζαίικο και η νοσταλγία για εκείνο το κομμάτι του κάμπου που ακόμα λέγεται ‘του Μεσσαλά’. Η καρδιά ‘του Μεσσαλά’ είχε μείνει σε χέρια Τριβιζαίικα και μετά την πώληση του από το θείο του κ. Δρακονταειδή. Η μάνα μου γεννήθηκε τέσσερα χρόνια μετά τη φωτογραφία, Τριβιζοπούλα κι αυτή, η μάνα της δασκάλα όπως της Νανάς. Η οικογένεια της κουβαλιόταν κάθε καλοκαίρι από το χωριό ‘στου Μεσσαλά’.  Έτσι ήταν και για μένα ένας από τους μικρούς παραδείσους των παιδικών μου χρόνων, τη δεκαετία του 1960 πια.

Τα δικά μου όρια ήταν στενότερα – όχι ‘ανατολικά ώς το λιθάρι του Μπάμπη τση Γάτας, δυτικά ώς την ιτιά την κλαίουσα του Κουκουνάρα, νότια ώς την ταβέρνα του Καρμανιόλου, βόρεια ώς τις πέντε λεύκες του Κουκουλομάτη, δηλαδή του Τεμπονέρα’ αλλά μοναχά από το στιβαρό φοίνικα στα νότια μέχρι το μεγάλο ευκάλυπτο βόρεια και το ρεματάκι ανατολικά, αυτό που αν το ακολουθήσεις φτάνεις μέχρι τον Άγιο Χαράλαμπο, στη Χώρα. Εκεί μου επιτρεπόταν να τριγυρίζω.

Παρά τη νοσταλγία βρήκα κάτι που με ενόχλησε στο κείμενο, μία λέξη μοναχά, και με καίει τόσο που με ανάγκασε να γράψω ετούτες τις γραμμές και να πλατύνω την ιστορία, να τη φτάσω σχεδόν μέχρι το μεσαίωνα, να πάρει διαστάσεις τραγικές. Όχι, δεν πρόκειται για μυθοπλασία, στοιχεία που έχουν πέσει στην αντίληψη μου θα παραθέσω μαζί με τις σκέψεις και αμφιβολίες ενός αδιόρθωτα άπιστου Θωμά.

Έγραψε λοιπόν ο κύριος Δρακονταειδής για την κυρία Μαίρη, τη δασκάλα, τη μάνα της μάνας του:

... το οικογενειακό της όνομα ήταν Μόζερα, γερμανικής καταγωγής κατά τους ιστορικούς, το όνομα Μόζερ δεν έχει, ευτυχώς, καμία σχέση με τα εβραϊκά Μόσες, Μόζες και άλλα τέτοια ...

Και γιατί ευτυχώς; Έστω και η υποψία αντισημιτισμού – δημοσιευμένη από μία από τις μεγαλύτερες εφημερίδες της Ελλάδας (μα τι κάνουν επιτέλους οι συντάκτες τους;) – όχι από κάποιον ηλίθιο αλλά από έναν άνθρωπο καλλιεργημένο και ταξιδεμένο, μου έβρασε το αίμα. Η λέξη ‘ευτυχώς’ με στενοχώρησε, και παρά τα όσα μας ενώνουν με τον κύριο Δρακονταειδή, μας χώρισε. Χωρίς να έχουμε ποτέ συναντηθεί – ευτυχώς μάλλον. Μη φοβάστε αγαπητοί αναγνώστες, δεν θα σας κάνω διάλεξη περί ρατσισμού. Την αληθινή καταγωγή των Μοζεραίων – και όχι μόνο – θα φανερώσω, για όσους δεν την γνωρίζουν ήδη, επειδή οι μύθοι περί καταγωγής τρέφουν το ρατσισμό. Και επειδή η ιστορία των οικογενειών είναι Ιστορία της Ζακύνθου, της Ελλάδας και πάει λέγοντας. Ας πιάσουμε λοιπόν τα πράγματα ένα-ένα, πάμε πίσω στον κόντε Μεσσαλά.




Αν πιστέψει κανείς αυτά που γράφει ο Ευγένιος Ρίζος-Ραγκαβής και ο Λεωνίδας Ζώης για την οικογένεια Μεσσαλά τότε πρόκειται για έναν ‘Εκ των αρχαιοτέρων και επισημοτέρων οίκων της Ρώμης, επί της εποχής των Ταρκυνίου και Τιβερίου’. Από τη Ρώμη, άγνωστο πως και γιατί, η οικογένεια μετανάστεψε στην Κωνσταντινούπολη και μετά την πτώση της το 1453 βρέθηκε στο χωριό Κουτήφαρι της Μάνης. Από κει δε στη Ζάκυνθο, όπου η ευγένεια της καταγωγής τους δεν μπορούσε, υποτίθεται, παρά να αναδυθεί και πάλι.

Ο κατάλογος αποδείξεων της Ρωμαϊκής προέλευσης της οικογένειας είναι κάπως περιορισμένος. Δηλαδή, για να κυριολεκτούμε, η ένδοξη και αρχαία τους καταγωγή στηρίζεται μόνο στην ομοιότητα του ονόματος τους με αυτό της Ρωμαϊκής οικογένειας Messala. Ούτε εγώ όμως διαθέτω το παραμικρό στοιχείο που να διαψεύδει όσα ισχυριζόταν η ευγένεια τους. Και στο κάτω-κάτω της γραφής όταν δέκα εκατομμύρια Έλληνες και δύο εκατομμύρια Σκοπιανοί πιστεύουν ότι είναι απόγονοι του Μεγαλέξαντρου, του οποίου ο μοναχογιός δολοφονήθηκε σε παιδική ηλικία, η ματαιοδοξία μιας φαμελιάς με πείραξε;

Επειδή είμαι, όπως είπα, άπιστος Θωμάς, αναρωτιέμαι απλά μήπως το Μεσσαλάς δεν προέρχεται από το Messala αλλά από το μεσάλι ή την μεσσάλα (εκ του λατινικού mensale κατά τον Κριαρά), δηλαδή το μεσαιωνικό τραπεζομάντηλο. Με άλλα λόγια μήπως το Μεσσαλάς σημαίνει Τραπεζομαντηλάς, κατά το Τσουκαλάς ή το Αμπελάς – ή, μάλλον, για να χρησιμοποιήσω δύο γνωστά επώνυμα από το Κουτήφαρι, όπως το Δοξαράς και το Γεννηματάς. Αν τα πράγματα είναι έτσι, τότε ο πιο ένδοξος πρόγονος τους είναι κάποιος Ζακυνθινός ονόματι Γεώργιος Μεσσαλάς, απόγονος ανυφαντρών της Μάνης, λοχίας του Τσέρνιδου (Πολιτοφυλακής), που πριν από καμιά τριακοσαριά χρόνια προήχθη σε λοχαγό και πήρε ‘τίτλο ευγενείας’. Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματι μου, οι άνθρωποι είναι Ρωμαίοι πατρίκιοι, το έγραψε ο Ζώης, τε-λεί-ω-σε!

Αυτή είναι η οικογένεια Τριβιζά, ιταλικής καταγωγής κατά τους ιστορικούς, από την πόλη Τρεβίζο, κάποιοι υποστήριξαν πως το όνομα προέρχεται από τους Τρεβιζάν, δόγηδες της Βενετίας.

Έτσι έγραψε ο κ. Δρακονταειδής. Ναι, έτσι είναι, μόνο που οι Τριβιζαίοι είναι η ακριβώς αντίθετη περίπτωση. Παρά το ελληνοφανές του ονόματος τους – ιδιαίτερα όταν γράφεται Τριβυζάς – η απώτερη καταγωγή της οικογένειας φαίνεται πως είναι  ο μυχός της Αδριατικής. Το όνομα πάντα απαντιέται σε περιοχές και εποχές συνυφασμένες με τη Βενετική κυριαρχία από το 13ο αιώνα και μετά. Στους πρώτους αιώνες σαν Trevisan, Tervisan, Trivisan, Trivisano, ενώ από το 1500 και μετά κάνει δειλά την εμφάνιση του το Τριβιζάς. Μετά το 1600 το ελληνοποιημένο όνομα έχει πλέον γίνει κανόνας. Κάποιοι από αυτούς αναφέρονται σαν νόμπιλοι ενώ είναι βέβαιο, λόγω επαγγέλματος, πως κάποιοι άλλοι δεν λογαριάζονταν σαν ευγενείς.

Το πότε, το γιατί και από που ήρθαν στη Ζάκυνθο οι Τριβιζαίοι του Γαλάρου δεν είναι γνωστό. Δεν μπορούμε έτσι να γνωρίζουμε αν είχαν σχέση, οσοδήποτε μακρινή, με την παλιά και ευάριθμη φάρα των Trevisan ή Trivisan του Δόγη Marcantonio. Αν είναι δηλαδή, έστω και τραβηγμένη από τα μαλλιά, ‘φαμίλια ντουκάλε’ όπως θα έλεγε ο Ρώμας. Σημασία δεν έχει, αφού οι άνθρωποι αυτοί ποτέ δεν παινεύτηκαν για τέτοιες σχέσεις, ποτέ δεν χρησιμοποίησαν οικόσημο.  Ήταν πάντα υπερήφανοι για την οικογένεια τους χωρίς ανάγκη από τέτοια φτιασίδια.

Όταν ήμουν παιδί καμιά φορά αναρωτιόμουνα γιατί όλοι αναφέρονταν πάντα σε έναν συγκεκριμένο συγγενή με το επώνυμο του μοναχά. Δεν ρώτησα ποτέ ούτε ποιό ήταν το μικρό του όνομα ούτε γιατί δεν το χρησιμοποιούσαν. Το συνήθισα. Το λόγο τον έμαθα πριν μερικά χρόνια, όταν έτυχε να είμαι στη Ζάκυνθο και πήγα στην κηδεία του: ήταν περίπου την εποχή της φωτογραφίας όταν ένας από τους Τριβιζαίους, ο πατέρας του, κατάφερε επιτέλους, μετά από πολλές προσπάθειες, να αποχτήσει ένα γιό. Περιχαρής και περήφανος τον βάφτισε Τριβιζά, έτσι που να έχει το ίδιο όνομα και επώνυμο και να μην είναι τίποτα άλλο εκτός από Τριβιζάς.


Στρατιώτες, έφιπποι και οπλισμένοι με δόρατα ως συνήθως, έξω από τα τείχη της Αμμοχώστου. Λεπτομέρεια από σχέδιο του Simon Pinargenti, 1573.

Για την οικογένεια Μόζερα γνωρίζουμε, τώρα πλέον, περισσότερα πράγματα. Δεν είναι ίσως αρκετά για να ετυμολογήσουμε το όνομα, αλλά είναι νομίζω αρκετά για να πούμε πως προέλευση από τη Γερμανία είναι απίθανη. Πιο πιθανό είναι το όνομα να έχει σχέση με το Μούσουρας (ή Μόσουρας ή Μούσχουρας, δηλαδή Μοσχάρης στα Αρβανίτικα) παρά με το Μόζερ. Ας εξηγήσω όμως το γιατί.

Στο άρθρο της ‘ Έργα και ημέρες του Νικόλαου Μώζερα [16ος αι.]’ στην Κυπριακή εφημερίδα ‘Πολίτης’ το Σεπτέμβριο του 2014, η Νάσα Παταπίου, ιστορικός και ερευνήτρια των Βενετικών αρχείων, έγραψε:

Στις 12 Μαρτίου του 1575, η βενετική Γερουσία μετά από σύσκεψή της είχε εξετάσει και πήρε αποφάσεις για διάφορα αιτήματα κάποιων υπηκόων της. Μεταξύ αυτών των αιτημάτων είχε εξεταστεί και ένα αίτημα το οποίο είχε υποβληθεί από έναν υπερασπιστή της Λευκωσίας το 1570, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της από τους Οθωμανούς. Επρόκειτο για τον stradioto Νικόλαο Μώζερα με καταγωγή από την Πελοπόννησο. Το περιεχόμενο του αιτήματός του ξεδιπλώνει τη δική του ιστορία, αλλά και αυτή της οικογένειάς του.
Ο Νικόλαος Μώζερας καταγόταν από μια μεγάλη οικογένεια Ελληνοαλβανών που υπηρετούσαν γενεές γενεών στα βενετικά στρατιωτικά σώματα του ελαφρού ιππικού, γι’ αυτό και ο ίδιος σημειώνει στο αίτημά του ότι ακολούθησε το παράδειγμα των προγόνων του και εντάχθηκε σ’ αυτά. Ήταν γιος του αείμνηστου Γκιώνη Μώσερα από το Ναύπλιο (
Napoli di Romania) και είχε εγκατασταθεί στην Κύπρο μαζί με τους αδελφούς του για να υπηρετήσει στο ελαφρύ ιππικό. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς είχε εγκατασταθεί στην Κύπρο, γιατί ο ίδιος δεν μνημονεύει κάτι σχετικό στο αίτημά του, αλλά φαίνεται να είχε έρθει αρκετά πριν γιατί στη μεγαλόνησο είχε ήδη και δική του οικογένεια. Ο Νικόλαος εντάχθηκε στον λόχο του ιππότη Παλαιολόγου και υπερασπίστηκε τη Λευκωσία. Ο αδελφός του Μαρτίνος υπηρέτησε στον λόχο του διοικητή Ανδρέα Ροντάκη και ο αδελφός του Κόντος στον λόχο του Κόντου Ροντάκη και υπερασπίστηκαν και οι δύο την Αμμόχωστο κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της από τους Οθωμανούς.

Αυτή είναι η καταγωγή των Μοζεραίων. Αρβανίτες της Αργολίδας, που με την παραχώρηση του Ναυπλίου στους Τούρκους το 1540 επέλεξαν τον εκπατρισμό. Κάποιοι από αυτούς, αν όχι όλοι, εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο. Ίσως μερικοί να πήγαν και στην Κρήτη, γιατί ο Ζώης γράφει πως στη Ζάκυνθο ήρθαν από εκεί και ότι βρίσκονταν πια στη Ζάκυνθο το 1589. Είναι χαρακτηριστικό πάντως  ότι ήρθαν μετά την κατάκτηση της Κύπρου από τους Οθωμανούς.

Ο Νικόλαος Μόζερας πήρε μέρος σε μάχες και στις 9 Σετεμβρίου 1570, ημέρα άλωσης της Λευκωσίας, τραυματισμένος από Τουρκικά βέλη, αιχμαλωτίστηκε. Επίσης αιχμαλωτίστηκαν η γυναίκα του και οι τρεις μικροί γιοί του. Ο ίδιος ρίχτηκε στα Τουρκικά κάτεργα από όπου απελευθερώθηκε, μαζί με χιλιάδες άλλους Χριστιανούς κωπηλάτες, κατά τη διάρκεια της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου τον επόμενο χρόνο και του δόθηκε η ευκαιρία να πολεμήσει, πάραυτα, εναντίον των δυναστών του. Στο μεταξύ όμως είχαν αιχμαλωτιστεί στην Αμμόχωστο η μητέρα του, οι αδελφοί του και άλλοι συγγενείς. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε και πολέμησε στη Δαλματία, ώσπου διορίστηκε στη Στρατεία (σώμα των Στρατιωτών) της Κεφαλονιάς. Δεν είναι γνωστό πόσοι από τους συγγενείς του έγινε δυνατό να απελευθερωθούν.

Πέρα από τον ηρωισμό και τις θυσίες του Νικόλαου Μόζερα δεν μπορούμε να παραλείψουμε ότι πήρε μέρος και σε ένα φριχτό έγκλημα. Στα μάτια τα δικά του, των συμπολεμιστών του και της Βενετικής εξουσίας δεν ήταν τέτοιο. Εμείς όμως δεν μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε διαφορετικά. Λεπτομέρειες για το περιστατικό δίνει πάλι η Νάσα Παταπίου, σε άλλο άρθρο της στην ίδια εφημερίδα το Φεβρουάριο του 2014.

Λίγες μέρες μετά την αρχική Οθωμανική απόβαση, στις 4 Ιουλίου του 1570, οι πρωτόγεροι  των Λευκάρων σύναψαν συνθήκη με τους εισβολείς για να γλυτώσουν το χωριό τους. Αυτό θεωρήθηκε προδοσία από το Βενετό τοποτηρητή Nicolo Dandolo, που διέταξε την παραδειγματική τιμωρία των Λευκαριτών. Πριν ξημερώσει η 9η Ιουλίου 100 Στρατιώτες και 600 τσέρνιδοι από τη Λευκωσία εισέβαλαν αιφνιδιαστικά στα Λεύκαρα. Ένας από τους Στρατιώτες ήταν ο Νικόλαος Μόζερας. Έσφαξαν όσους άντρες βρήκαν, τετρακόσιους τον αριθμό, εκκένωσαν το χωριό από τα γυναικόπαιδα και το έκαψαν.

Επικεφαλής του αποσπάσματος των σφαγέων ήταν ο Δημήτριος Λάσκαρης Μεγαδούκας, ένας από τους καπετάνιους της Στρατείας. Ήταν δισέγγονος του Ισαάκιου Λάσκαρη Παρασπόνδυλου, Πρωτοστράτορα του Μοριά τον προηγούμενο αιώνα, που είχε πάρει μέρος στον πόλεμο της Φερράρα. Παππούς του ήταν ο Δημήτριος Λάσκαρης Μεγαδούκας, που δοξάστηκε και αυτός στην Ιταλία, είχε χτήματα στη Ζάκυνθο και ήταν για χρόνια Governator της Κυπριακής Στρατείας . Ο πατέρας του Αλέξανδρος, που είχε πια πεθάνει, είχε και αυτός χρηματίσει διοικητής της Στρατείας.

Ο Δημήτριος έπεσε λίγο αργότερα πολεμώντας στη Λευκωσία, όπως επίσης οι αδελφοί του Ιωάννης και Φίλιππος, καπεταναίοι και αυτοί. Η μητέρα του, η Κύπρια Ιωάννα Συγκλητικού, ο μικρός αδελφός του Ευγένιος και οι αδελφές του αιχμαλωτίστηκαν. Έξι αδελφές λέει η Παταπίου, τρεις λέει ο Χιώτης, η Ελένη, η Θεοδώρα και η Λασκαρίνα. Η Ιωάννα και ο Ευγένιος εξαγοράστηκαν, και είναι αυτός ο Ευγένιος που βρέθηκε διάδικος στη Βενετία με το Θεοδόση από τις Βολίμες για ζητήματα περιουσιακά το 1575. Δολοφονήθηκε στη Ζάκυνθο στα 1612. Είκοσι δύο χρόνια μετά την αιχμαλωσία τους οι αδελφές του φαίνεται πως ήταν ακόμα σκλάβες.




Ένας άλλος καπετάνιος που πήρε μέρος στη σφαγή των Λευκάρων ήταν ο Θωμάς Μπλέσσας. Μπλέσσας ή Πλέσσας λέει η Νάσα Παταπίου, επηρεασμένη μάλλον από τον Κωνσταντίνο Σάθα, που δεν έβλεπε διαφορά ανάμεσα στα δύο ονόματα. Επειδή οι Πλεσσαίοι είναι σόι πολυάριθμο της Ζακύνθου – τυχαίνει μάλιστα να είμαι κι εγώ Πλέσσας εκτός από Τριβιζάς – να ξεκαθαρίσουμε ότι οι Μπλεσσαίοι δεν έχουν σχέση με τη Ζάκυνθο και αποτελούν χωριστό κλάδο εδώ και αιώνες.

Το 15ο αιώνα οι Πλεσσαίοι ήταν εγκατεστημένοι κυρίως στη δυτική Πελοπόννησο, στην Ωλένη, και μετακινήθηκαν στη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά στις αρχές του 16ου, μετά την πτώση της Μεθώνης και την παράδοση της Κορώνης. Πρώτη αναφορά στη Ζάκυνθο το 1514. Κάποιοι από αυτούς είχαν βρει απασχόληση σαν Στρατιώτες την ίδια εποχή στην Ιταλία, όπως ένας Τζώρτζης Πλέσσας, με τρία άλογα, το 1512.

Οι Μπλεσσαίοι φαίνεται πως είχαν εγκατασταθεί κυρίως στην Αργολίδα, από όπου ο Γκίνης Μπλέσσας ηγήθηκε μιας μεγάλης ομάδας Στρατιωτών που έφυγαν για τον πόλεμο της Φερράρα το 1482. Μπλεσσαίοι είχαν συμμετάσχει και στην άμυνα της Μεθώνης αλλά ο Θωμάς ήταν πιθανότατα Ναυπλιώτης, όπως οι περισσότεροι Στρατιώτες στην Κύπρο. Η τύχη του εκεί ήταν παρόμοια με του Μόζερα και πολλών άλλων. Τραυματίστηκε στη Λευκωσία αλλά κατάφερε να αποφύγει την αιχμαλωσία διαφεύγοντας στην Αμμόχωστο. Πολέμησε και εκεί και, όταν παραδόθηκε η καστρόπολη, αιχμαλωτίστηκε και έμεινε σκλάβος τρία χρόνια μέχρι να εξαγοραστεί. Κάποιος  Θωμάς Πλέσσας αναφέρεται από τον Αγαθάγγελο Ξηρουχάκη να είναι καπετάνιος Στρατιωτών στην Κέρκυρα το 1584. Ίσως είναι ο ίδιος ίσως όχι.

Οι Μπλεσσαίοι εγκαταστάθηκαν στη Κεφαλονιά, λίγοι από αυτούς πριν το 1567. Στον Στέφανο Μπλέσσα δόθηκε φέουδο το 17ο αιώνα. Ο ένας από τους γιούς του μάλιστα ονομαζόταν Θωμάς. Κανένας Μπλέσσας δεν εγκαταστάθηκε ποτέ στη Ζάκυνθο. Σήμερα μία πυραυλάκατος του Πολεμικού Ναυτικού φέρει το όνομα Μπλέσσας προς τιμήν του αείμνηστου Πλωτάρχη Γεωργίου Μπλέσσα, κυβερνήτη του αντιτορπιλικού Βασίλισσα Όλγα στο Δεύτερο Παγκόσμιο.  Όχι μόνο διακριτός κλάδος οι Μπλεσσαίοι αλλά και πιο διακεκριμένος. Κανείς από τους πολυάριθμους Πλεσσαίους δεν πήρε ‘τίτλο ευγενείας’. Και δεν έδωσαν το όνομα τους ούτε σε σωσίβιο. Ούτε οι μεν όμως ούτε οι δε έχουν σχέση με τον περίφημο Μανώλη Μπλέσση, που οι μπαρτζολέτες των κατορθωμάτων του τραγουδήθηκαν στη Βενετία το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. Κι αυτό γιατί, όπως φαίνεται, ο Μπλέσσης ήταν τόσο μυθικός όσο και τα κατορθώματα του.

Όποιος άντεξε να διαβάσει μέχρι εδώ μπορεί τώρα να ρωτήσει γιατί σας τάραξα στη γενεαλογία και στις ασήμαντες ιστορικές λεπτομέρειες. Γιατί, με αφορμή μια παλιά φωτογραφία, σας έφτασα ως τους θαλάμους του Ορφικού Άδη, να αφουγκραστείτε αντίλαλους ξεχασμένων οδυρμών. Υπάρχει λόγος; Μια στιγμή να φορέσω το απόλυτα κηδεμονευτικό μου ύφος και θα σας πω.

Ήθελα να δείξω πως, στη μεγάλη μας πλειοψηφία, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο, είμαστε απόγονοι προσφύγων και περιπλανώμενων. Γι αυτό δεν μας ταιριάζει η καταφρόνια για άλλους πλάνητες και κατατρεγμένους, όπως οι Εβραίοι, ή για τους απογόνους τους. Είναι ύβρις προς τους προγόνους μας. Και, επειδή εκεί που βρίσκονται αυτοί δεν τους πιάνει τίποτα, είναι τελικά φτυσιά στα μούτρα μας. Τόσο η δόξα όσο και η ατίμωση μπορεί να αγκαλιάσουν όλους τους θνητούς και μερικές φορές πάνε αντάμα, ακριβώς όπως έγινε με το Νικόλαο Μόζερα.

Πριν από 448 χρόνια ένας Μεγαδούκας εξόντωσε, τζάμπα και βερεσέ όπως αποδείχτηκε τελικά, 400 Χριστιανούς συμπατριώτες του. Σε ένα απίστευτο σκέρτσο της Ιστορίας,  374 χρόνια αργότερα ένας απόγονος των Μεγαδουκαίων, ο δήμαρχος Ζακύνθου Λουκάς Καρρέρ, έβαλε το κεφάλι του στο ντορβά για να γλυτώσει από την εξόντωση 275 Εβραίους συμπατριώτες του. Δεν είναι η καταγωγή που μετράει, είναι ο συγκεκριμένος άνθρωπος. Το έγκλημα του Δημήτριου Μεγαδούκα δεν βαραίνει κανέναν άλλο εκτός από τον ίδιο, ακριβώς όπως το Ολοκαύτωμα και όλα τα άλλα φοβερά εγλήματα του Ναζισμού δεν βαραίνουν τους σημερινούς Γερμανούς. Αντίθετα, το παράδειγμα του Λουκά Καρρέρ αποθέτει στο διηνεκές βαριά ευθύνη πράξεων, λόγων και συναισθημάτων στους ώμους όχι μόνο των Καρρέρηδων αλλά και όλων των συμπατριωτών του, όπου γης, τουλάχιστον όσων θέλουν να αισθάνονται υπερηφάνεια για την πράξη του. Είναι ακριβώς αυτή η ευθύνη που με οδήγησε, με πειθανάγκασε σχεδόν, να γράψω τα παραπάνω. Αυτά...


Δυστυχώς έχω προβλήματα με το λογαριασμό μου και δεν μου δίνει τη συνατότητα να απαντήσω σε σχόλια. Αν θέλετε απάντηση γράψτε μου στο pampalaea@gmail.com


15/03/18 Ευχαριστώ τους σχολιαστές για το καλωσόρισμα! Επειδή με κάνανε να επισκεφτώ πάλι την ανάρτηση βρήκα και ένα λάθος μου. Η Ωλένη είναι στη δυτική Πελοπόννησο, στην Ηλεία. Διορθώθηκε.
Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .