Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μερκούριος Μπούας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μερκούριος Μπούας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

Τα σκουτάρια του Μερκούριου


 
Πριν από δυόμισι χρόνια είχα δημοσιεύσει την παραπάνω εικόνα από το βιβλίο Der Weiß-Kunig του Αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού Α΄. Είχα πει τότε πως ο εικονιζόμενος Στρατιώτης έφερε στη λόγχη του σημαιάκι με το Βουργουνδιανό σταυρό του Αγίου Ανδρέα, σημάδι πως βρισκόταν στην υπηρεσία του αυτοκράτορα. Είχα μάλιστα παρατηρήσει πως τον ίδιο σταυρό έφερε και η σημαία που είχε χαρίσει ο Μαξιμιλιανός στο διασημότερο των Στρατιωτών, το Μερκούριο Μπούα. Δεν είχα ακόμη τότε καταλήξει στο τι απεικονιζόταν πάνω στην ασπίδα του Στρατιώτη και για αυτό το λόγο δεν είχα αναφέρει τίποτα. Είναι ένα σχήμα παράξενο, κάτι σαν ήλιος με πολύ μακριές, λεπτές και ακανόνιστες αχτίδες. Σε μια άλλη εικόνα του ίδιου βιβλίου μπορούμε να δούμε, λιγότερο καθαρά, μια παρόμοια ασπίδα.

Around two and a half years ago I had posted the above picture from the book Der Weiß-Kunig of the emperor Maximilian I. I had said then that the depicted stradiot had a pennant on his lance with the Burgundian cross of St Andrew, a sign that he was in the service of the emperor. I had also remarked that the same cross was on a flag that Maximilian had given to the most famous of the stradiots, Mercurio Bua. I had not then come to a conclusion yet as to what was depicted on the shield of the stradiot and for this reason I had not mentioned anything. It is a strange design, a little like a sun with very long, thin and irregular rays. In another picture from the same book we can see, less clearly, a similar shield.


Εδώ η απεικόνιση φαίνεται περισσότερο σαν έντομο, ένας σκορπιός ίσως, αλλά μοιάζει υπερβολικά με την πρώτη για να μας επιτραπεί η εκτίμηση πως πρόκειται για κάτι διαφορετικό. Νομίζω ότι μπορώ να καυχηθώ πως σε αυτό το ιστολόγιο έχουν δημοσιευτεί, συχνά για πρώτη φορά, περισσότερες απεικονίσεις Στρατιωτών από οπουδήποτε αλλού – και δεν εννοώ δημιουργίες των τελευταίων διακοσίων χρόνων. Όμως δεν έχω βρεί άλλους διάκοσμους ασπίδων πέρα από κάποια γεωμετρικά σχήματα, τα οποία ίσως θα μπορούσαν να μεταδώσουν το νόημα τους αν ήταν έγχρωμα αλλά δυστυχώς δεν είναι.

Here the depiction seems more like that of an insect, a scorpion perhaps, but it is too similar to the first to allow us to conclude that it is something different. I think I can boast that in this blog more depictions of stradiots have been published, often for the first time, than anywhere else – and I don’t mean creations of the last two hundred years. However, I have not found any other shield decorations, beyond some geometric designs, which could perhaps have relayed their meaning if they were coloured but unfortunately they are not.

Μια πιθανότητα που με απασχόλησε είναι το σχήμα που απεικονίζεται πάνω στην ασπίδα να είναι το μυθικό οικόσημο του Πύρρου, του αρχαίου βασιλιά της Ηπείρου, το οποίο χρησιμοποιούσε ο Μερκούριος Μπούας επαιρόμενος ότι κατάγεται από αυτόν: ένα χέρι που κράταγε τέσσερα φίδια. Οι εικονιζόμενοι Στρατιώτες είναι πιθανότατα άνδρες του Μπούα, ο οποίος υπηρέτησε το Μαξιμιλιανό ελάχιστα χρόνια πριν τη δημιουργία του βιβλίου. Δεν φαίνεται όμως να πρόκειται ούτε γι αυτό αφού τα ‘φίδια’ της ασπίδας εκτείνονται περιμετρικά προς όλες τις κατευθύνσεις.

One possibility I considered is that the design depicted on the shield is the mythical coat of arms of Pyrrhus, ancient king of Epirus, which Mercurio Bua used bragging that he was descended from him: a hand holding four snakes. Bua served Maximilian just a few years before the creation of the book and the pictured stradiots are most likely his men. However, it appears it is not that either, since the shield’s “snakes” extend in all directions.


Ευτυχώς το ασυνήθιστο σχήμα πάνω στην ασπίδα δεν είναι μοναδικό. Η μάχη που έκανε πασίγνωστους τους Στρατιώτες στην Ευρώπη ήταν του Fornovo στα 1495, όταν λεηλάτησαν προσωπικά αντικείμενα του βασιλιά της Γαλλίας Καρόλου Η΄. Στη μάχη αυτή είχε πάρει μέρος και ο Μερκούριος, σε ηλικία μόλις 17 ετών. Πολλές δεκαετίες αργότερα, στα 1578 – 79, ο Tintoretto ζωγράφισε ένα πίνακα με θέμα αυτή τη μάχη. Ο πίνακας είναι γνωστός σανΗ μάχη του Taro’.

Luckily, the unusual design on the shield is not unique. The battle that made the stradiots famous all over Europe was that of Fornovo in 1495, when they looted the personal effects of the French king Charles VIII. Mercurio had taken part in that battle himself, when he was just 17. Many decades later, in 1578 – 79, the battle was the theme of a painting by Tintoretto. It is known as “The battle of Taro”.


Στη μια άκρη του πίνακα διακρίνεται έφιππος ο Μαρκήσιος της Μάντοβα Francesco Gonzaga, περίφημος κοντοτιέρος της εποχής και αρχιστράτηγος του στρατού της Βενετίας. Ακριβώς πίσω του μια κόκκινη σημαία με μακριές πύρινες γλώσσες προς όλες τις κατευθύνσεις, που είναι σαν να ξεκινούν από τον ίδιο. Στην απέναντι πλευρά του πίνακα Στρατιώτες διασχίζουν έφιπποι τον ποταμό Taro και επιτίθενται στους Γάλλους. Μπροστά έχουν μια άσπρη σημαία με ένα σύμβολο που θυμίζει χρυσό σκαραβαίο αλλά με πόδια ολόγυρα, ακόμα και πίσω. Το σχήμα του είναι απαράλλαχτο με αυτό στο Der Weiß-Kunig και δεν πρόκειται παρά για μια μακρινή άποψη του ίδιου φλεγόμενου συμβόλου που εμφανίζεται στην κόκκινη σημαία.

In one corner of the painting the Marquis of Mantua Francesco Gonzaga, a renowned condottiero of the era and the supreme commander of the Venetian forces, can be seen on horseback. Right behind him there is a red flag with long tongues of fire that spread in all directions and are as if they emanate from Gonzaga himself. Right across the painting mounted stradiots ford the River Taro and attack the French. At the head of their formation they carry a white flag with a symbol that resembles a gold scarab but with legs all around, even at the back. Its shape is identical to the one in Der Weiß-Kunig and is in fact nothing but a distant view of the same burning symbol that we see on the red flag.


Η σημαία αυτή δεν έχει σχέση με τη Βενετία αλλά μόνο με το Francesco Gonzaga και η απεικόνιση της από τον Tintoretto είναι ιστορικός αναχρονισμός. Η μάχη του Fornovo/Taro ήταν η αφορμή για τη δημιουργία  της. Σαν αντίδραση στην κριτική που δέχτηκε ο Gonzaga για την αποτυχία του να συντρίψει αποφασιστικά τους Γάλλους, καθιέρωσε σαν έμβλημα του ένα φλεγόμενο χωνευτήριο που περιείχε ράβδους χρυσού. Μια τέτοια σημαία με φλεγόμενο χωνευτήριο θα χαρίσει ο Gonzaga στο Μερκούριο λίγα χρόνια αργότερα, το 1501. La insegna rossa con uno corizol in foco con un vaso doro dentro su donata dal Signore Francesco Gonzaga Marchese di Mantoa per capitano de cavalli lezeri del MDI, είναι η περιγραφή της στο χειρόγραφο κώδικα του 1519 που έγραψε ο Τζάνες Κορωναίος. Το κατά τον Κορωναίο corizol, γνωστότερο σαν crogiuolo, έγινε σύμβολο της Μάντοβα και το βρίσκει κανείς ακόμη σε παλιά νομίσματα αλλά και στο Δουκικό Παλάτι των Gonzaga, από όπου και η παρακάτω φωτογραφία.

This flag has nothing to do with Venice and is linked only to Francesco Gonzaga. Its inclusion by Tintoretto is a historical anachronism. The battle of Fornovo/Taro was the trigger for its creation. In reaction to criticism for his failure to decisively crush the French, Gonzaga adopted as his emblem a burning crucible that contained gold ingots. He gave Mercurio a flag with such a flaming crucible a few years later, in 1501. La insegna rossa con uno corizol in foco con un vaso doro dentro su donata dal Signore Francesco Gonzaga Marchese di Mantoa per capitano de cavalli lezeri del MDI, is how the manuscript code of 1519 by Tzanes Coroneos describes the flag. What Koroneos calls a corizol, better known as a crogiuolo, became a symbol of Mantua and can still be seen on old coins or in the Ducal Palace of the Gonzaga, as in the photograph below.


Στο Μερκούριο δόθηκαν και άλλες σημαίες: από τον Δούκα του Μιλάνου Ludovico Sforza το 1499, το Βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο ΙΒ΄ το 1503, το Μαξιμιλιανό στα 1510 και τη Βενετία το 1514. Δεν γνωρίζω αν πρόκειται για άλλον ένα αναχρονισμό ή αν οι Στρατιώτες του Μπούα είχαν πράγματι κρατήσει το σύμβολο του Gonzaga ενώ πληρώνονταν από τον Μαξιμιλιανό, σχεδόν μια δεκαετία αργότερα. Φαίνεται όμως πως για ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, την αυγή του 16ου αιώνα, οι χρυσές φλόγες της Μάντοβα είχαν λάμψει πάνω στις ασπίδες τους.

Mercurio was presented with other flags too: from the Duke of Milan Ludovico Sforza in 1499, the King of France Louis XII in 1503, Maximilian in 1510 and Venice in 1514. I do not know if this is another anachronism or if Bua’s stradiots had retained the Gonzaga insignia while on Maximilian’s payroll, almost a decade later. However, it seems that for an indeterminable period of time, at the dawn of the 16th century, the golden flames of Mantua shone on their shields.

Κυριακή 3 Ιουλίου 2011

Το μακρύ χέρι του βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκου του 8ου


Ένα χρόνο πριν τη σύλληψη του Θωμά Μπούα από τους ανθρώπους του βασιλιά της Γαλλίας Φραγκίσλου Α΄, ένας άλλος Μπούας παραλίγο να πληρώσει με τη ζωή του τα πάρε-δώσε του με ανθρώπους του βασιλιά της Αγγλίας. Μπορεί σε κείνη την ανάρτηση να επιτίμησα το ήθος του Φραγκίσκου αλλά ο Ερρίκος Η΄ ήταν ακόμη χειρότερος. Αρκεί να θυμίσω ότι αποκεφάλισε δύο από τις έξι συζύγους του, και υπέγραψε τις θανατικές καταδίκες δύο αγίων της Καθολικής Εκκλησίας, των Sir Thomas More και John Fisher, και μιας μάρτυρος, της κόμισσας Margaret Pole. Από αυτούς ο Thomas More ήταν πρώην συνεργάτης του και η Margaret Pole συγγενής του. Φρόντισε μάλιστα να ξεκληρίσει σχεδόν την οικογένεια της.
Στα τρία τελευταία χρόνια της βασιλείας του βρήκε αντάξιο του πράκτορα στην Ευρώπη στο πρόσωπο του συνταγματάρχη Ludovico Da lArmi, ενός τυχοδιώκτη από τη Μπολόνια. Νέος, από αρχοντική οικογένεια –  γιός πλούσιου εμπόρου και ανιψιός καρδιναλίου – κομψευόμενος, φιλόδοξος, και χωρίς ηθικούς φραγμούς, ο Da lArmi έμεινε στην ιστορία σαν ο διασημότερος βασιλικός τραμπούκος του 16ου αιώνα. Το 1541 δούλευε για το βασιλιά της Γαλλίας, έτσι τουλάχιστον πιστευόταν, οργανώνοντας εξέγερση στη Σιένα εναντίων των Ισπανών. Τον υποψιάστηκαν, το έσκασε, συνελήφθη στη Φλωρεντία των Μεδίκων, και κατάφερε να γλυτώσει το τομάρι του καρφώνοντας και παίρνοντας χάρη.
Στις αρχές του 1545 ο Ludovico Da lArmi εμφανίστηκε στη Βενετία στρατολογώντας μισθοφόρους για λογαριασμό του Ερρίκου Η΄. Στην αρχή οι Βενετοί έκαναν τα στραβά μάτια. Οι Γάλλοι, λεγόταν,  είχαν στείλει μια ντουζίνα πράκτορες να τον δολοφονήσουν. Ο ίδιος εργοδοτούσε ένα μικρό στρατό από μπράβους. Ανάμεσα τους και κάμποσοι μεγαλοτραμπούκοι που έφεραν τον τίτλο του κόμη, του μαρκήσιου, ή του ιππότη. Η Ρώμη – της οποίας υπήκοος ήταν ο Da lArmi και όπου ήταν καταζητούμενος για φόνο – πίεσε έντονα τη Βενετία να απελάσει τον άνθρωπο του σχισματικού εχθρού της Αγίας Έδρας και συμμάχου των Διαμαρτυρομένων Ερρίκου. Ο πάπας υποστήριζε πως ο Ερρίκος του είχε αναθέσει τη δολοφονία του καρδιναλίου Pole. Το Συμβούλιο των Δέκα, μη θέλοντας να διαταράξει τις σχέσεις με την Αγγλία, περιορίστηκε να θυμίσει στο Da lArmi πως η στρατολογία μισθοφόρων για ξένο στρατό ήταν παράνομη και να του κάνει συστάσεις να διάγει ήσυχο βίο.
Ιταλός μπράβος του 16ου αιώνα
Το βράδυ της 7ης Αυγούστου 1545 μία νυκτερινή αστυνομική περίπολος στη Βενετία εντόπισε μια ομάδα από περίπου δέκα ενόπλους. Τους ζήτησαν να αποκαλύψουν την ταυτότητα τους και να παραδώσουν τα όπλα τους. Αυτοί τράβηξαν σπαθιά και ακολούθησε συμπλοκή στην οποία τραυματίστηκε ένας αστυνομικός. Στο τέλος οι ένοπλοι υποχώρησαν και κλειδαμπαρώθηκαν στο σπίτι του Da lArmi. Την επόμενη μέρα εκδόθηκε ένταλμα να κυκλωθεί το σπίτι και να συλληφθούν όσοι είχαν καταφύγει εκεί. Επίσης ζητούσε από το Da lArmi, αν ήταν εκεί, να παρουσιαστεί στο Συμβούλιο. Στο σπίτι βρέθηκαν εφτά άτομα, ανάμεσα τους και ένας ιερέας, αλλά κανείς από αυτούς που είχαν πάρει μέρος στη συμπλοκή.
Την επόμενη μέρα ο Da lArmi παρουσιάστηκε αυτοπροσώπως και δήλωσε πως είχε μεν πάρει μέρος στη συμπλοκή, αλλά είχε γίνει παρεξήγηση, και μέσα στο σκοτάδι είχε περάσει τους αστυνομικούς για κάποιους από τους πολλούς εχθρούς του. Μην τολμώντας να δυσαρεστήσουν τον Ερρίκο του επέτρεψαν να αποχωρήσει.
Μόλις τρεις μέρες αργότερα έφτασε στο Συμβούλιο η είδηση από τη Βενετική πόλη Τρεβίζο πως το βράδυ τρία άτομα είχαν επιτεθεί στον κόμη Curio Bua, γιό του περίφημου Μερκούριου Μπούα. Δύο από αυτούς του είχαν πιάσει κουβέντα, κοντά στο σπίτι του, και ο τρίτος τον μαχαίρωσε τρεις ή τέσσερες φορές. Κατόπιν, δύο από αυτούς ξέφυγαν μετά από καταρρίχηση των τειχών της πόλης σε σημείο όπου είχαν κρύψει άλογα, ο άλλος όμως πιάστηκε και ομολόγησε. Κατονόμασε το Ludovico Da lArmi σαν τον άνθρωπο για λογαριασμό του οποίου είχε γίνει η επίθεση. Οργισμένο το Συμβούλιο εξέδωσε ένταλμα αυθημερόν, διατάζοντας τη σύλληψη και ανάκριση, με βασανιστήρια αν χρειαζόταν, του Da lArmi και άλλων δεκατριών, οι οποίοι θεωρούνταν ένοχοι της συμπλοκής στη Βενετία και της επίθεσης στο Τρεβίζο.
Ο Da lArmi βέβαια το είχε σκάσει και, καθοδόν προς την Αγγλία, χτύπησε νυχτιάτικα την πόρτα του Βενετού πρέσβη στην αυλή του αυτοκράτορα Καρόλου Ε΄, στις Βρυξέλλες, για να δικαιολογηθεί και να μετριάσει τις εντυπώσεις. Για τον Curio Bua είπε ότι πρόθεση των ανθρώπων του ήταν μόνο να του προξενήσουν μιαν ουλή, να τον σημαδέψουν. ‘Σε κάποιον που, ενώ είχε πάρει χρήματα για να υπηρετήσει ένα Βασιλιά δεν πήγε, άξιζε πολύ μεγαλύτερη τιμωρία, όπως θα παραδεχόταν ο Δόγης, ο οποίος είναι και αυτός ηγεμόνας,’ δικαιολόγησε την πράξη του στον πρεσβευτή Bernardo Navagero. Όσον αφορά το σκοπό της επίθεσης φαίνεται ότι ψευδόταν, αφού ο Curio δέχτηκε τρία ή τέσσερα χτυπήματα – πιθανότατα από κάποιο εγχειρίδιο – και σε τουλάχιστον δύο περιπτώσεις Βενετικά έγγραφα μιλούν για απόπειρα φόνου. Έλεγε άραγε αλήθεια για το κίνητρο της απόπειρας; Είχε ο Curio πληρωθεί για να πολεμήσει για τον Ερρίκο και αρνήθηκε;
Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστέψουμε τις διαβεβαιώσεις ενός ανθρώπου σαν τον Da lArmi. Για να παραφράσω τα λόγια του Άγγλου πρέσβη στη Βενετία – του ίδιου Edmund Sigismund) Harvel που πληροφόρησε τον Ερρίκο για τη σύλληψη του Θωμά Μπούα από τους Γάλλους – ‘τίποτα σίγουρο δεν μπορεί να μαθευτεί από αυτόν’. Ο Curio δεν μπορεί να ήταν παραπάνω από 20 χρονών τότε. Ήταν γιός της Elisabetta Balbi που ο Μερκούριος Μπούας είχε παντρευτεί το 1525. Η πρώτη του γυναίκα, η Αικατερίνη Μπόχαλη, η οποία είχε γεννήσει μόνο ένα γιό, το Φλάβιο, είχε πεθάνει το 1524.
Αν ο Curio διέθετε πολεμική εμπειρία, αυτή θα ήταν ελάχιστη, και δεν θα την είχε αποκτήσει κοντά στον πατέρα του. Η μακρόχρονη σταδιοδρομία του Μερκούριου στα πεδία των μαχών είχε ουσιαστικά τερματιστεί όταν ο Curio ήταν έξι ή εφτά χρονών. Μια πολύ καλή περίληψη της σταδιοδρομίας του μπορείτε να δείτε σε αυτή την Ιταλική ιστοσελίδα. Μετά το 1532 δεν φαίνεται να είχε συμμετάσχει σε καμία μάχη. Βρισκόταν τότε στην έκτη δεκαετία της ζωής του και έπασχε από την εξαιρετικά επώδυνη κατάρα των πλουσίων, την ποδάγρα. Γνωρίζουμε μάλιστα πως το 1533 δεν μπόρεσε να παραστεί σε γκιόστρα στο Τρεβίζο, όπου ήταν μόνιμα εγκατεστημένος, λόγω της ποδάγρας. Έχουμε ξαναπεί πως ο Μερκούριος αγαπούσε ιδιαίτερα τις γκιόστρες. Έπαιρνε μέρος προσωπικά, το ίδιο και κάποιοι από τους Στρατιώτες του, όπως στη γκιόστρα του Τρεβίζο το 1518. Υποστηρίζεται ότι σε αυτό τον πίνακα του Lotto, φτιαγμένο γύρω στα 1535, ο Μερκούριος ακουμπάει στον τοίχο και το τραπέζι λόγω του άλγους του ποδιού του.

Ο Μερκούριος μάλλον πέθανε το 1542, αν και μόνο ενδείξεις υπάρχουν γι αυτό, και ο νεαρότατος Curio κληρονόμησε το βαρύτατο όνομα, τους τίτλους ευγενείας, και, πιθανότατα, την ηγεσία του λόχου των ελαφρών ιππέων. Ίσως είχε πράγματι συμφωνήσει, με μεγάλη επιπολαιότητα, να πολεμήσει για τον Ερρίκο και είχε αθετήσει την υπόσχεση του. Εξ ίσου πιθανό, αν όχι πιθανότερο, είναι να είχε αντιδράσει στις προσπάθειες του Da lArmi να στρατολογήσει κάποιους από τους δικούς του Στρατιώτες. Οπωσδήποτε δεν υπολόγισε σωστά το πόσο επικίνδυνος άνθρωπος ήταν ο Da lArmi.  Ήταν πολύ τυχερός που επιβίωσε της απόπειρας.
Ότι και να πίστευαν οι Βενετοί, ή ο πάπας, ο Ερρίκος Η΄ εμπιστευόταν τον Ludovico. Πίεσε το Βενετό πρεσβευτή στο Λονδίνο και έγραψε αυτοπροσώπως στη Σινιορία στο τέλος Σεπτεμβρίου, ζητώντας πεντάχρονη αμνηστία με δικαίωμα ασφαλούς διαμονής στη Βενετία για τον Da lArmi. Αρχικά οι Βενετοί ήταν άκαμπτοι αλλά στις 9 Δεκεμβρίου ενέδωσαν. Ψέλλισαν και κάποιες δικαιολογίες ότι για την καθυστέρηση έφταιγε ο θάνατος του Δόγη και η εκλογή νέου. Είναι χαρακτηριστικές οι οδηγίες που έδωσαν στον πρεσβευτή τους στη Ρώμη. Του είπαν να μην αναφερθεί στο ζήτημα, αν όμως του ζητηθούν εξηγήσεις να πει ότι την αμνηστία την επιθυμούσε διακαώς ο βασιλιάς της Αγγλίας και δεν μπορούσαν να αρνηθούν, γιατί είχαν πάντα καλές σχέσεις, και στην Αγγλία μένουν πολλοί υπήκοοι τους με μεγάλες επενδύσεις.
Ο Da lArmi επανήλθε θριαμβευτικά στη Βενετία τον επόμενο χρόνο, το 1546, και από εκεί διέτρεχε τη βόρειο Ιταλία στρατολογώντας, συνωμοτώντας, διαδίδοντας φήμες, και προσπαθώντας να στήσει αμφίβολες συμμαχίες. Δεν μπορούσε όμως να μείνει μακριά από καθαρά εγκληματικές ενέργειες για πολύ. Στις 3 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου εκδόθηκε στη Βενετία ένταλμα σύλληψης ενός τραπεζίτη, του Ser Mafio Bernardo, για αποκάλυψη κρατικών μυστικών και διαπραγματεύσεις με τη Γαλλία. Λιγότερο από δύο βδομάδες αργότερα ο Mafio Bernardo βρέθηκε δολοφονημένος έξω από τη Ραβέννα. Σχεδόν αμέσως προέκυψαν στοιχεία ανάμιξης του Da l’Armi. Αρνήθηκε τις κατηγορίες και, παρά το ότι νέα στοιχεία έδειχναν ότι ένα γράμμα που είχε δώσει στους δολοφόνους είχε χρησιμοποιηθεί για να παρασύρει το θύμα στον τόπο της δολοφονίας, τον άφησαν πάλι να φύγει.
Καινούργιες μαρτυρίες διέλυσαν οποιαδήποτε αμφιβολία για την ενοχή του πράκτορα. Ο Mafio Bernardo πρέπει να γνώριζε πράγματα που ο συνταγματάρχης του Ερρίκου δεν ήθελε να αποκαλυφτούν. Ο Da lArmi, καταζητούμενος πάλι στη Βενετία, βρέθηκε στο Μιλάνο στις αρχές Φεβρουαρίου. Η τύχη του όμως τον είχε εγκαταλείψει. Ο Ερρίκος Η΄είχε πεθάνει στις 28 Ιανουαρίου και το Λονδίνο δεν ενδιαφερόταν πλέον για την προστασία του. Οι κατάσκοποι τον ακολουθούσαν. Ήταν Καρναβάλια και δεν άντεξε στον πειρασμό να πάει στη γκιόστρα. Παρά το ότι ήταν μασκοφορεμένος τα εξεζητημένα και φανταχτερά ρούχα του τον έκαναν εύκολα αναγνωρίσιμο. Ακόμη και εμείς γνωρίζουμε πως ακριβώς ντυνόταν αφού ο Bonifazio τον έχει απαθανατίσει στη ‘Σφαγή των νηπίων’. Τον βλέπουμε στα δεξιά να παρακολουθεί τη σφαγή απαθής, φορώντας κόκκινο σκούφο από Ανατολίτικο μετάξι με άσπρο φτερό, πορφυρό επενδύτη από βελούδο με κρεμάμενα μανίκια, και βράκα.

Ο Ludovico Da lArmi συνελήφθη και φυλακίστηκε στο κάστρο. Με τη σύμφωνη γνώμη του αυτοκράτορα Καρόλου Ε΄, υπό την προστασία του οποίου βρισκόταν το Μιλάνο, εκδόθηκε στη Βενετία τον Απρίλιο. Διακόσιοι καβαλάρηδες με αυστηρές εντολές αποτέλεσαν τη συνοδεία του αλυσοδεμένου δολοφόνου. Μετά από δεκαπενθήμερη βασανιστική ανάκριση αποκεφαλίστηκε πάνω σε μια ψηλή εξέδρα, ανάμεσα στις δύο κολώνες στην Piazzetta di San Marco.

-----------------------------------------------------------
Για τη συγγραφή του κειμένου χρησιμοποιήθηκαν:
Eric Harrison, Henry the Eighth’s Gangster: The Affair of Ludovico Da l’Armi, The Journal of Modern History, τόμος 15ος, Δεκ. 1943.
John Addington Symonds, Renaissance in Italy: The Catholic Reaction, Μέρος 1ο, Κεφάλαιο 6ο, New York 1887.
V. Arrighi, Dizionario Biografico degli Italiani, DALL'ARMI, Ludovico.
Calendar of State Papers Relating to English Affairs in the Archives of Venice.
Maria Luisa Ricciardi, Lorenzo Lotto. Il Gentiluomo della Galleria Borghese, Artibus et Historiae, τόμος 10ος, No. 19 (1989).

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2011

Απεικονίσεις Στρατιωτών – μέρος Β΄


Η παραπάνω εικόνα είναι μία από τις πολλές ξυλογραφίες του βιβλίου Der Weiß-Kunig (1) ή του Λευκού Βασιλιά, δηλαδή του Αψβούργου αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού Α΄. Στην εικονογράφηση συνεργάστηκαν τουλάχιστον τέσσερεις διαφορετικοί καλλιτέχνες, μάλλον στη δεύτερη δεκαετία του 16ου αιώνα, αλλά το βιβλίο δεν εκδόθηκε παρά 250 χρόνια αργότερα.  Πρόκειται για μια εξιστόρηση της ζωής του Μαξιμιλιανού με περιεχόμενο ρομαντικό, προπαγανδιστικό και αλληγορικό. Οι εικόνες ωστόσο δίνουν ένα μεγάλο όγκο πληροφοριών για την εποχή εκείνη. Υπάρχουν και μερικές απεικονίσεις Στρατιωτών, από τις οποίες διάλεξα τις πιο ενδιαφέρουσες.
Δεν υπάρχει αμφιβολία για το τί βλέπουμε σε αυτή την πρώτη εικόνα. Στην αριστερή πλευρά, Βενετσιάνικο βαρύ ιππικό, με το λέοντα του Αγίου Μάρκου στη σημαία τους, είναι πλαισιωμένοι από τρεις Στρατιώτες που διασταυρώνουν τις λόγχες τους με τις αλαβάρδες και τα μακρύτατα κοντάρια Γερμανών Landsknechte.
Η εμφάνιση των Στρατιωτών διαφέρει από όλων των άλλων. Χαρακτηριστικά ημίψηλα καπέλα, γενειάδες, φαρδιοί γιακάδες, μακριά ανατολίτικα μανίκια που κρέμονται στα πλευρά του αλόγου τους (2).  Παρ’ όλα αυτά μην εκπλαγείτε αν κάπου δείτε οι άνθρωποι αυτοί να αναφέρονται σαν ουσάροι. Αυτό βέβαια δεν είναι σωστό. Οι Βενετοί δεν χρησιμοποιούσαν ουσάρους αλλά μόνο stradioti, και το Βενετσιάνικο λιοντάρι σε αυτή την εικόνα είναι απόδειξη της ταυτότητας τους. Η σύγχυση όμως είναι κατανοητή. Η περιβολή των Στρατιωτών ουσιαστικά δεν ήταν παρά η σχεδόν παμβαλκανική, και σίγουρα διαβαλκανική, ενδυμασία της εποχής. Οι πρώτοι ουσάροι ήταν ορθόδοξοι Βαλκάνιοι, κυρίως Σέρβοι, που κατέφυγαν στην Ουγγαρία από όπου συνέχισαν την αντίσταση στην Οθωμανική επέκταση. Δεν ήταν δηλαδή παρά Στρατιώτες που στην νέα τους πατρίδα έγιναν γνωστοί με το Σερβικό όνομα gusar ή husar, δηλαδή κουρσάροι. Η λέξη κουρσάρος εκείνα τα χρόνια σήμαινε και το στεριανό επιδρομέα, όχι μόνο το θαλασσινό. Αφού δεν μπορούμε να είμαστε πάντα σίγουροι για το αν αυτός που βλέπουμε είναι Στρατιώτης θα ήταν ίσως ασφαλέστερο να μιλάμε για κάποιον με περιβολή Στρατιώτη. Ωστόσο θεωρώ την προσπάθεια διαχωρισμού Στρατιωτών και ουσάρων γύρω στα 1500 μάταιη και στερούμενη νοήματος. Θα τους αποκαλώ λοιπόν Στρατιώτες.

Σε αυτή την εικόνα βλέπουμε μια μικρή λεπτομέρεια που μάλλον ξέχασε ο καλλιτέχνης της προηγούμενης: την ουρά του αλόγου δεμένη κόμπο. Ο Στρατιώτης αυτός είναι στην υπηρεσία του αυτοκράτορα. Το σημαιάκι στο κοντάρι του φέρει ένα Χ. Είναι ο Βουργουνδιανός σταυρός του Αγίου Ανδρέα που χρησιμοποιούσε ο Μαξιμιλιανός – ανάμεσα στους πολλούς τίτλους του ήταν και Δούκας της Βουργουνδίας. Στο Μερκούριο Μπούα, ο οποίος είχε υπηρετήσει το Μαξιμιλιανό από το 1508 μέχρι το 1513 παίρνοντας τον τίτλο του κόμη, ο αυτοκράτορας είχε παραχωρήσει αυτή τη σημαία (3).

Και στις δύο προηγούμενες εικόνες οι Στρατιώτες ιππεύουν με κοντούς αναβολείς και λυγισμένα γόνατα. Είναι ο ανατολίτικος τρόπος ιππασίας. Συγκρίνετε με το δυτικό τρόπο του Α και Β παρακάτω.

Ο Δ φοράει καπέλο με πολλά φτερά που σημαίνει ότι είναι μάλλον Ούγγρος άρχοντας. Ο Ε φοράει το επίπεδο καπέλο που συνήθιζαν οι Κροάτες και οι Πολωνοί, αλλά το φορούσαν συχνά και οι Ούγγροι, κάποτε και οι Σέρβοι. Επειδή έχει μαλλιά και γένια τείνω να αποκλείσω την πιθανότητα να είναι Κροάτης ή Πολωνός. Αυτοί ξύριζαν το πρόσωπο και τις πλευρές του κεφαλιού αφήνοντας μόνο το μουστάκι. Όσοι εξακολουθούν να βρίσκουν το παρουσιαστικό των Στρατιωτών παράξενο ας ρίξουν μια ματιά στον Γ! Τόσο οι Τούρκοι όσο και οι Χριστιανοί της ανατολικής Ευρώπης στολίζονταν με προβιές αγρίων ζώων και φτερά για εντυπωσιασμό των φίλων και εκφοβισμό των εχθρών. Το έκαναν κατά κόρον οι ουσάροι. Δεν γνωρίζω καμιά σχετική αναφορά  για τους Στρατιώτες, χωρίς όμως να το αποκλείω. Ο συγκεκριμένος θα έλεγα ότι μάλλον είναι Μαγυάρος τοξότης.
Στην επόμενη εικόνα ο Στρατιώτης φοράει καπέλο που θυμίζει την απεικόνιση από τους ‘Έλληνας Στρατιώτας εν τη Δύσει’ του Σάθα. Υπάρχουν και απεικονίσεις Τούρκων με παρόμοιο καπέλο.

Τώρα μια εικόνα που είναι, νομίζω, μοναδική. Αυτή τη φορά ο Στρατιώτης, καπετάνιος μάλιστα,  είναι πεζός και φαίνεται να φοράει περισκελίδες, δίνοντας μας μια ξεκάθαρη εικόνα της εξέλιξης της εθνικής μας ενδυμασίας.

Στο ζωνάρι του έχει περασμένο ένα Pugnale ad orecchie ή pugnale alla stradioti ή estradiot – το γνωστό εγχειρίδιο των Στρατιωτών. Μπορούμε να το δούμε απαθανατισμένο από τον Dürer πάνω σε ένα τοξότη στην επόμενη εικόνα. Πάνω σε Στρατιώτη όμως, εγώ τουλάχιστον, δεν το έχω ξαναδεί.

Φοράει το καπέλο του στραβά, με έντονη κλίση, και έτσι μπορούμε να δούμε κάτι πού έπρεπε να περιμένουμε αλλά δεν ήταν φανερό στις προηγούμενες εικόνες: το Βυζαντινό ‘κουκούλιον’, τη σκούφια κάτω από το καπέλο που είχαμε δει και αλλού. Μία από τις λιγότερο γνωστές περιγραφές Στρατιωτών, από ένα Γάλλο, αντίπαλο τους στη μάχη του Fornovo και σύμμαχο αργότερα, μιλάει για αυτήν ακριβώς τη σκούφια (4).
Αυτοί φορούσαν ένα παράξενο κάλυμμα της κεφαλής, γιατί ήταν σαν την σκούφια νέας γυναίκας. Και εκεί που βάζανε το κεφάλι ήταν εφοδιασμένο με πέντε ή έξι χοντρά χαρτιά κολλημένα μεταξύ τους, με τέτοιο τρόπο που ένα ξίφος δεν έκανε μεγαλύτερη ζημιά από ότι σε ένα θώρακα.
Η αναφορά αυτή είναι μεν άκρως ενδιαφέρουσα αλλά ταυτόχρονα και προβληματική έτσι όπως είναι διατυπωμένη. Δυστυχώς οι πολεμιστές της εποχής διακρίνονταν για την οξύτητα του ξίφους τους αλλά όχι της πένας τους. Δίνει έτσι την εντύπωση ότι στο εσωτερικό της σκούφιας υπήρχε χαρτί. Θα εξηγήσω τώρα γιατί πιστεύω ότι δεν μπορεί να ήταν έτσι.
Ακόμη και αν η κόλλα που χρησιμοποιούσαν δεν ήταν υδροδιαλυτή, το χαρτί είναι κάθε άλλο παρά ανθεκτικό στην τριβή και καταστρέφεται αμέσως σε συνθήκες υγρασίας. Εξ άλλου η χρήση του σκούφου είχε, νομίζω, σαν πρωταρχικό στόχο την προστασία του καπέλου από τον ιδρώτα και τις άλλες εκκρίσεις του τριχωτού της κεφαλής. Ο σκούφος πλένεται εύκολα, το καπέλο όχι. Το να βάλεις χαρτί στο σκούφο, ακόμη και επικαλυμμένο με κερί ή άλλο υλικό αδιαβροχοποίησης, θα δημιουργούσε σημαντικά προβλήματα και στο καθάρισμα και στο φόρεμα.
Επιπλέον, από μόνη της αυτή η θωράκιση θα ήταν ανθεκτική στη διάτρηση αλλά δεν θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη στην απορρόφηση βίαιων πληγμάτων. Μια σπαθιά στο κεφάλι μπορεί να μην προξενούσε θλαστικό τραύμα και αιμορραγία αλλά θα μπορούσε να προξενήσει κάταγμα, αιμάτωμα ή διάσειση και γενικά να σε κάνει να δεις τον ουρανό σφοντύλι. Αν δεν πέθαινες από το πρώτο χτύπημα θα σε ξέκανε το δεύτερο. Έπρεπε δηλαδή να υπάρχει κάποιο υλικό που να απορροφάει και να αναδιανέμει την ενέργεια των πληγμάτων. Αυτό το υλικό, ένα είδος μαξιλαριού ικανού πάχους, δεν μπορούσε να είναι μέσα στη σκούφια. Πρέπει να ήταν μέσα στο καπέλο. Αυτός ίσως ήταν ο λόγος που τα καπέλα των Στρατιωτών ήταν ψηλά, για να υπάρχει δηλαδή χώρος για τέτοια υλικά. Η χάρτινη θωράκιση πρέπει να ήταν και αυτή στο εσωτερικό του καπέλου, πάνω από τη σκούφια και το ‘μαξιλαράκι’. Όσοι έχουν φορέσει τα παλιά ατσάλινα κράνη στο στρατό καταλαβαίνουν τι εννοώ. Έξω πάει το ατσάλινο κράνος και μέσα το εσωτερικό για την απορρόφηση των κραδασμών.
Η χάρτινη θωράκιση των Στρατιωτών δεν ήταν καθόλου νέα σαν ιδέα. Είναι βασικά η ίδια μέθοδος με την οποία κατασκευαζόταν ο αρχαίος λινοθώραξ. Απλώς το λινό ύφασμα είχε αντικατασταθεί από χαρτί, το οποίο μάλλον πρόσφερε πλεονέκτημα στη σχέση βάρους και διατρητότητας. Ο αρχαίος λινοθώραξ ήταν εξαιρετικά ανθεκτικός. Σε πάχος ενός εκατοστού πρόσφερε απόλυτη προστασία από βέλη ριγμένα από ισχυρά τόξα ακόμη και από πολύ μικρή απόσταση.
Φυσικά οι Στρατιώτες δεν ενδιαφέρονταν μόνο για την προστασία της κεφαλής τους. Όπως είδαμε στο πρώτο μέρος χρησιμοποιούσαν ‘εφαπλωματοποιημένους’ επενδύτες.

Παρόμοιο επενδύτη παρουσιάζει ο Cesare Vecellio το 16ο αιώνα σε χρήση από ένα Μοσχοβίτη. Η σχέση των Ρώσων με το Βυζάντιο είναι σημαντική εδώ. ‘Εφαπλωματοποιημένοι’ επενδύτες ήταν σε χρήση από τους Βυζαντινούς αρκετούς αιώνες πριν.

Φροντίζει μάλιστα ο Vecellio να μας πληροφορήσει ότι ο επενδύτης αυτός άντεχε σε οποιοδήποτε χτύπημα. Μιας και μιλάμε για Μοσχοβίτες, να πούμε ότι τυχόν πλεονέκτημα του αδιαβροχοποιημένου χαρτιού στη θερμομόνωση θα ήταν επίσης σημαντικό. Ο Philip de Comines είχε πει για τους Στρατιώτες (5): Είναι σκληραγωγημένοι άνθρωποι πού μένουν έξω στο ύπαιθρο όλο το χρόνο με τα άλογα τους.
Οι Στρατιώτες χρησιμοποιούσαν κατά κανόνα δικά τους άλογα και οπλισμό, δεν τους τα παρείχαν οι εργοδότες τους. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία ήταν φτωχοί άνθρωποι και οι ατσάλινες αρθρωτές πανοπλίες κόστιζαν τον ουρανό με τ’ άστρα. Χρησιμοποιούσαν λοιπόν ένα μέσο προστασίας που ήταν πολύ φτηνότερο, πολύ ελαφρύτερο, δεν τηγάνιζες πάνω του αυγά στον ήλιο και σταματούσε τον παγωμένο άνεμο από τις χιονισμένες κορυφές των βουνών. Μπορούσαν έτσι να κινούνται γρήγορα, με σχεδόν οποιοδήποτε καιρό, να καλύπτουν αποστάσεις μεγαλύτερες, να περνάνε φουσκωμένα ποτάμια και να σκαρφαλώνουν σε βουνίσια μονοπάτια όπου ιππείς με πανοπλία δεν θα το διανοούνταν καν.
Δεν θέλω να δημιουργήσω την εντύπωση ότι οι Στρατιώτες μπορούσαν με τις χάρτινες πανοπλίες τους να αντιμετωπίσουν εκ παρατάξεως σιδερόφραχτους ιππότες. Χρησιμοποιούσαν ιδιαίτερες τακτικές καταπόνησης και διάσπασης τους για να τούς εξουδετερώσουν. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα συνηθισμένα τους όπλα, η λόγχη και η σπάθη δεν ήταν πολύ αποτελεσματικά. Τόξα θα τους ήταν χρήσιμα για παρενόχληση εκ του μακρόθεν και κεφαλοθραύστες (απελατίκια ή ματζούκια) απαραίτητοι για μάχη εκ του συστάδην. Ξέρουμε θετικά από μια αναφορά του Marino Sanudo ότι πράγματι χρησιμοποιούσαν κεφαλοθραύστες και εδώ, από το Niklas Stoer, η εικόνα ενός ‘stradioth’ που τοξεύει έφιππος.

Έχουμε και Γ΄ μέρος.

------------------------------------------------------------------------------------------ 
(1)  Der Weiß-Kunig: eine Erzählung von den Thaten Kaiser Maximilian des Ersten, herausgegeben aus dem Manuscripte der kaiserl. königl. Hofbibliothek von Marx Treitzsaurwein auf dessen Angeben zsgetragen, nebst d. von Hannsen Burgmair dazu verfertigten Holzschnitten, Βιέννη 1775.  
(2)  Η απεικόνιση είναι πολύ ακριβής και είναι φανερό ότι ο καλλιτέχνης είχε δει Στρατιώτες. Μάλλον όχι στη μάχη όμως, γιατί τότε τα μανίκια συνήθως δένονταν μεταξύ τους πίσω από την πλάτη για να μην εμποδίζουν.
(3)  Κ. Σάθας, Ελληνικά Ανέκδοτα, τόμος 1ος , Αθήνα 1867, σ. 19.
(4)  Ils avoient un estrange habillement de teste , car il estoit comme ung chapperon de damoiselle; et où ils mettoient la teste, cela estoit garny de cinq ou six gros papiers  collés ensemble , de sorte que un espée n’y faisoit non plus de mal que sur une quirasse. Από τοChoix de chroniques et mémoires sur l'histoire de France avec notices biographiques par J. A. C. Buchon, Histoire du gentil seigneur de Bayard, composée par le Loyal Serviteur’, Παρίσι 1836, σελ. 62.
(5)  The Memoirs of Philip de Commines, Lord of Argenton: Containing the Histories of Louis XI and Chales VIII, Kings of France, and of Charles the Bold, Duke of Burgundy, μετ. του Anrew R. Scoble, τόμος 2, σελ. 201, εκδ. 1856.

Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2010

Η Γκιόστρα τση Στρατίας ή η Γκιόστρα τ΄ Άι Γιωργιού;

                                      Τρουμπέτες, C. Grahle, 1616

Δεν τελειώσαμε ακόμα με τον Thomas Dallam. Δεν σας έκανε εντύπωση πως αναφέρθηκε σε ‘όλους τους ικανούς άντρες των Ελλήνων’; Μα ποιών Ελλήνων; Αυτών που νωρίτερα είχε πει πως δουλεύανε στα χτήματα; Γκιοστράρανε οι βιλλάνοι; Η ντόπια αριστοκρατία θεωρούνταν Έλληνες και πόσο; Και οι Βενετοί, που φαίνεται πως ήταν αρκετοί και τους είχε ήδη αναφέρει, που ήτανε; 

Ύστερα είναι και αυτή η απλότητα της γκιόστρας και οι ελλείψεις της που προβληματίζουν. Η Ζάκυνθος δεν ήταν φτωχό νησί. Ο κάμπος ήταν όπως πάντα εύφορος και το εμπόριο ανθούσε. Ο ίδιος ο Dallam είχε θαυμάσει τα σατινένια και δαμασκηνά φορέματα και τα κοσμήματα των οκτώ κυράδων που συνάντησε στη Σκοπιώτισσα – μάλλον συγγενών των Λογοθεταίων*. Πως ανεχόταν το αρχοντολόι να γκιοστράρει χωρίς τρουμπέτες και φανφάρες; Και για να μη σας μείνει αμφιβολία για το πόσο σημαντικές ήταν οι φανφάρες και οι τρουμπέτες για τους ευγενείς της εποχής διαβάστε το παρακάτω από ένα γράμμα** του 1575, 24 μόνο χρόνια πριν την επίσκεψη του Dallam. 



Τελικά ρε παιδιά ποιός γκιοστράριζε την Πρωτομαγιά; Την απάντηση τη δίνει έμμεσα η Πηνελόπη Αβούρη στο φυλλάδιο της Giostra Di Zante για το 2009  στη σελίδα 17, όπου παραθέτει τμήμα της αναφοράς του προβλεπτή Geronimo (Gerolamo) Bembo του 1615. Σύμφωνα με αυτήν ήταν δύο οι γκιόστρες που αθλοθετούσαν οι Βενετοί: η Γκιόστρα του Καρναβαλιού, όπου γνωρίζουμε ότι συμμετείχαν οι ευγενείς, και η Γκιόστρα της Πρωτομαγιάς, που την αποκαλεί του Στρατού. Στη γκιόστρα αυτή έπαιρναν μέρος οι στρατιωτικοί – κάτι ανάλογο γινόταν επί Ενετοκρατίας και στην Κέρκυρα.

Ποιά ήταν όμως η ένοπλη δύναμη που διατηρούσαν οι Βενετοί στη Ζάκυνθο; Σύμφωνα με μαρτυρία του Γάλλου Philippe du Fresne Canaye το 1573 τη φρουρά του, ισχυρού τότε, κάστρου αποτελούσαν μόνο 100 άτομα. Αυτοί οι καστροφύλακες πρέπει να ήταν, τουλάχιστον στην πλειοψηφία τους, Ιταλοί, Σκλαβούνοι (Δαλματοί) και άλλοι ξένοι, αφού οι Βενετοί δεν εμπιστεύτηκαν ποτέ απόλυτα το ντόπιο πληθυσμό. Επιπλέον σαν καστροφύλακες πρέπει να ήταν πεζικάριοι.

Μία άλλη δύναμη ήταν οι τσέρνιδοι, χωριάτες αρκεμπουζιέροι, ένα είδος πεζής πολιτοφυλακής χωρίς ιδιαίτερα καλή εκπαίδευση. Ούτε αυτοί λοιπόν θα μπορούσαν να είναι οι έφιπποι διαγωνιζόμενοι της Πρωτομαγιάς.
Οι αξιωματικοί των δύο αυτών σωμάτων, ντόπιοι και ξένοι, κατά πάσα πιθανότητα διέθεταν άλογα. Ήταν όμως λίγοι αριθμητικά και όχι όλοι ευγενείς, κάτι που μάλλον παρουσίαζε ανυπέρβλητα εμπόδια στο να διαγωνιστούν μαζί. Ούτε φυσικά ο Dallam θα τους περιέγραφε σαν ‘όλους τους ικανούς άντρες των Ελλήνων’.

Υπήρχε όμως και ένα τρίτο σώμα που το αποτελούσαν ντόπιοι μισθοφόροι, καβαλάρηδες οπλισμένοι με κοντάρια, οι Στρατιώτες. Το γράφω με Σίγμα κεφαλαίο, έτσι όπως το έγραφε πάντα ο Κωνσταντίνος Σάθας, για να τους ξεχωρίζουμε στα Ελληνικά από τους στρατιώτες γενικά. Στα Ιταλικά δεν υπάρχει ζήτημα σύγχυσης, αφού αναφέρονταν σαν stratioti, stradioti ή strathioti ενώ οι απλοί στρατιώτες συνήθως αναφέρονταν σαν fanti. Σαν stradioti, estradiots, estradiotes ή stradiots, ανάλογα με τη χρησιμοποιούμενη γλώσσα, έγιναν γνωστοί στην Ευρώπη, αφού η δράση τέτοιων σωμάτων το 15ο  και 16ο  αιώνα απλώθηκε από τα υψίπεδα της Σκωτίας και τις πεδιάδες της Φλάνδρας μέχρι την Κύπρο και τα παράλια της Ανατολίας.

Απεικόνιση Στρατιώτη, `Έλληνες Στρατιώται εν τη Δύσει` του Κ. Σάθα

Για τους Στρατιώτες, που αποτελούν ένα τεράστιο και παραμελημένο κεφάλαιο της Ζακυνθινής Ιστορίας, θα πούμε πολύ περισσότερα στο μέλλον αλλά για την ώρα θα εστιάσουμε στη σχέση τους με τη γκιόστρα. Είναι αναμενόμενο πως άνθρωποι που, σε μεγάλο βαθμό, ζούσαν από την ικανότητα τους να μάχονται έφιπποι με κοντάρια θα εξασκούνταν συστηματικά στη διατήρηση της. Είναι εξ ίσου αναμενόμενο ότι θα συναγωνίζονταν και διαγωνίζονταν σε ιππικά παιγνίδια που προσομοίαζαν αυτό το είδος μάχης. Υπάρχουν όμως και συγκεκριμένες ιστορικές μαρτυρίες.

Στα 1494 έφιπποι Στρατιώτες έκαναν αγώνες εφορμώντας με δόρατα εναντίον αλλήλων πάνω στο παγωμένο Μεγάλο Κανάλι της Βενετίας***. Στα δε ‘Ανδραγαθήματα του Μερκουρίου Μπούα’, του περιφημότερου δηλαδή από τους Στρατιώτες,  ο Ζακυνθινός τροβαδούρος Τζάνες Κορωναίος έγραφε στα 1519:


Όσον αφορά την εμφάνιση ο Κορωναίος δεν έλεγε ψέματα, όσο και αν υπερέβαλλε, όπως φαίνεται από πίνακα του Lorenzo Lotto το 1535.


Πρέπει ακόμη να σημειωθεί πως όταν μεγάλωνε ο Μερκούριος, αν και από τρανή φάρα που στις αρχές του 15ου αιώνα διαφέντευε το Αγγελόκαστρο, δεν είχε ακόμη αποκτήσει δυτικούς τίτλους ευγενείας. Ήταν όμως από σόι που είχε ήδη δώσει δύο πολύ σημαντικούς κάπους (καπεταναίους Στρατιωτών): Τον Πέτρο, που είχε πετάξει στη θάλασσα τους Τούρκους στη Ζάκυνθο το 1479, και το Θεόδωρο, που είχε συμμετάσχει στο επαναστατικό κίνημα του Κροκόνδυλου Κλαδά στα 1480-81. Οι γιοί και ανιψιοί Στρατιωτών συνήθως ακολουθούσαν την οικογενειακή παράδοση – έτσι δείχνουν τα για πολλές γενιές επαναλαμβανόμενα επώνυμα – και φαίνεται μάθαιναν την τέχνη από μικροί.

Από όσα είπαμε νομίζω βγαίνει το συμπέρασμα πως η Γκιόστρα της Πρωτομαγιάς ήταν υπόθεση των Στρατιωτών. Και αντιπροσώπευαν αυτοί ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Τετρακόσιους, μαζί με τις φαμελιές τους, είχαν προσκαλέσει οι Βενετοί να εποικίσουν την ερημωμένη Ζάκυνθο αμέσως μετά την προσάρτηση. Πολλοί περισσότεροι ήρθαν το 1500 με την πτώση της Μεθώνης, της Κορώνης και της Ναυπάκτου. Το 1540 ήρθαν και άλλοι από το Ναύπλιο και τη Μονεμβασιά. Σε αυτή τη γκιόστρα αγωνιζόταν το πόπολο και η πρώτη, και για αιώνες η μεγαλύτερη, αγάπη του Ζακυνθινού της Ενετοκρατίας ήταν το άλογο – όχι το πλεούμενο.

Μία μικρή αλλά ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια είναι πως η πρωτομαγιάτικη γκιόστρα εκείνα τα χρόνια έπεφτε την προπαραμονή του Αγίου Γεωργίου. Μα πως, θα με ρωτήσετε. Επειδή το 1583 οι καθολικοί είχαν πηδήξει ένα δεκαήμερο για να υιοθετήσουν το Γρηγοριανό ημερολόγιο ενώ οι ορθόδοξοι Ζακυνθινοί κρατήσανε το Ιουλιανό. Μεγάλη η σημασία της γιορτής για τους Στρατιώτες, αφού ο Γεώργιος ήταν ο προστάτης τους και ακόμα και η πολεμική τους κραυγή ήταν το όνομα του αγίου.
Ο Άγιος Γεώργιος σκοτώνει το δράκοντα, λεπτομέρεια από τον παραπάνω πίνακα του Lotto 


Του Αγίου Γεωργίου γίνονταν ιπποδρομίες στο Γερακαρίο από αμνημονεύτων χρόνων, όπως μας λέει ο Σπυρίδων δε Βιάζης στίς ‘Ιστορικές Σημειώσεις Περί Σταφίδος’. Ή μήπως δεν ήταν πάντοτε απλές ιπποδρομίες; Μία άλλη λεπτομέρεια είναι πως η Γκιόστρα της Πρωτομαγιάς γινότανε στην πόλη και όχι πάνω στον Αρίγκο, στου Μπόχαλη, όπου αγωνιζότανε το αρχοντολόι τα Καρναβάλια. Στην πόλη γινότανε και η τελευταία, λαϊκή επιβίωση της γκιόστρας στο πανηγύρι του Άι Γιωργιού του Πετρούτσου. Το τελευταίο όμως συμπέρασμα το αφήνω στον καθένα σας.


*Η Σκοπιώτισσα ήταν τότε ιδιοκτησία των Λογοθεταίων. Ο Dallam έγραψε:
… we found standing eyghte verrie fayre wemen, and rychly apparled, som in reed satten, som whyte, and som in watchell Damaske, there heads verrie finly attiered, cheanes of pearle and juels in there eares, 7 of them verrie yonge wemen, the eighte was Anchante (ancient), and all in blacke.

**Γράμμα-παράπονο του Αναστάση Θεοδόση στους δικούς του κατά του Ευγενίου Λάσκαρη – Μεγαδούκα στα 1575 από ‘Το εν Ζακύνθω αρχοντολόγιον και οι ποπολάροι’, του Κ. Σάθα, σσ 10-11. Ο Σάθας δίνει τη χρονολογία 1515 αλλά ο Ντίνος Κονόμος δίνει τη σωστή χρονολογία, βλέπε ‘Ζάκυνθος: Πεντακόσια Χρόνια (1478 – 1978), τόμος τρίτος, Πολιτική Ιστορία (Τεύχος Α’ 1478 – 1800)’. Ο Ευγένιος ήταν ο μικρότερος από τους γιούς του Αλέξανδρου Λάσκαρη - Μεγαδούκα  και ο μόνος που επιβίωσε της πολιορκίας της Αμμοχώστου το 1571.

*** Et in quelli medesimi giorni alcuni Stratioti a cavallo per gioco con le lancie armati corsero l'uno contra l'altro nel canal grande della citta, per lo qual solo vanno le naui grosse essendosi gelata l'acqua per lo gran rigore del freddo, & nevicar oui sopra. Από την Historia Veneta του Pietro Bembo, βιβλίο 1ο.


Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .