Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Κρύο Νερό


Το Κρυονέρι, ή Κρύο Νερό, η βορεινή ‘πόντα’ του όρμου που ξανοίγεται αριστερά και δεξιά του Πόρτου, είναι τοποθεσία από τις γνωστότερες της Ζακύνθου και μαρτυρείται, σύμφωνα με το Λεωνίδα Ζώη, από το 1515. Εκεί, στο χαμήλωμα του γκρεμού, που πιστεύεται πως είναι ο Κόκκινος Βράχος του μυθιστορήματος ‘Φωτεινή Σάντρη’ του Ξενόπουλου, ανάβλυζε δίπλα στη θάλασσα, ποιός ξέρει από πότε, πλούσια πηγή πόσιμου νερού.

Αυτή η ευλογημένη πηγή ξεδίψαγε το λιμάνι της Ζακύνθου, και αμέτρητα περαστικά καράβια, για αιώνες ολόκληρους. Στις αρχές του 19ου αιώνα η πόλη της Ζακύνθου διέθετε πολύ περισσότερα από χίλια πηγάδια, μαζί με δεκάδες δεξαμενές και τρεις πηγές, αλλά το νερό τους περιείχε τόσα άλατα που δεν έκανε ούτε για μαγέρεμα. Μοναδική διέξοδος η πηγή το Κρύου Νερού – και δεν άφησε ποτέ τους Ζακυνθινούς διψασμένους. Γι αυτό σημειώνεται σε πολλούς παλιούς χάρτες και αναφέρεται συχνά από τους ξένους επισκέπτες του νησιού, συνήθως επώνυμα – Kryo Nero. Για να πούμε την αλήθεια δεν το θυμόντουσαν πάντα καλά το όνομα – κάποιος κόντεψε να το μετατρέψει σε Rio Negro, ας όψεται όμως η Ιταλική προφορά της λέξης. Πριν από μερικές δεκαετίες το στόμιο της πηγής καταπλακώθηκε και βούλωσε αλλά εμάς ποσώς μας ενδιαφέρει που βγαίνει το νερό, προτιμάμε το εμφιαλωμένο. Και στο κάτω-κάτω τι θέλετε; Να αφήσουμε να διψάσουνε τα ... ψάρια;

Στον παραπάνω πίνακα φαίνεται το Βενετσιάνικο κτίσμα που στέγαζε τις βρύσες του Κρύου Νερού, και που ευτυχώς τα τελευταία χρόνια αναδύθηκε από τα χώματα, τα μπάζα και το ... εστιατόριο που το είχαν σκεπάσει. Για τον πίνακα αυτόν (ελαιογραφία;) δεν γνωρίζουμε δυστυχώς τίποτα. Τον ανακάλυψε πριν μερικά χρόνια η Μαρία Σιδηροκαστρίτη - Κοντονή και τον φωτογράφισε με άδεια του ιδιοκτήτη. Είχε την έμπνευση και την καλoσύνη να προτείνει την ανάρτηση του εδώ*, έχοντας προσέξει πως στη ‘μποτέγα’ μας συχνάζουν αυτοεξυπηρετούμενοι θαμώνες με γνώσεις και ‘βουρλισία’ για την παλιά Ζάκυθο – για να αναφερθώ μόνο στα προφανή σας και γενικευμένα προτερήματα – που ίσως μπορούν να συνεισφέρουν, κατ’ ελάχιστο, στην προσεγγιστική χρονολόγηση του.

Μερικές λεπτομέρειες που ίσως περικλείουν χρήσιμες ενδείξεις.





Σαν έκφραση προκαταβολικών ευχαριστιών η Παναγία η Κρυονερίτισσα, που στις αρχές του 17ου αιώνα ανήκε στη συντεχνία των βαρελάδων, και ο φάρος που κατασκευάστηκε το 1832.




Ενημέρωση 23/05/12

Θα διακινδυνέψω μια γνώμη. Η κορυφή του καμπαναριού που φαίνεται λίγο πάνω από τη βρύση στην τελευταία λεπτομέρεια νομίζω ότι είναι της Αγίας Τριάδας. Μοιάζει πολύ με την αναπαράσταση του καμπαναριού σε αυτό το σχέδιο του Edward Lear.



Με βάση αυτό λέω πως  ο πίνακας φτιάχτηκε μετά το 1851, χρονιά που περατώθηκε το καμπαναριό της Αγίας Τριάδας. Κοιτάζοντας όμως τα ρούχα των εικονιζόμενων δεν πρέπει να φτιάχτηκε πολύ αργότερα. Θα έλεγα γύρω στο 1860.


Ενημέρωση 30/05/12


Μια φωτογραφία του Κρύου Νερού μετά το μεγάλο σεισμό του '53, με το υδραγωγείο σκεπασμένο από την κατολίσθηση μέρους του Κόκκινου Βράχου. Από το καταπληκτικό αρχείο του Ανδρέα Στ.




-------------------------------------------------------------------  
* Η φωτογραφία του πίνακα είχε πρωτοδημοσιευτεί στον Ίσκιο του Ήσκιου του π. Π. Καποδίστρια στις 26 Απριλίου 2009.

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Ψάρεμα στον ουρανό


Η Ζάκυνθος από το Κρυονέρι, υδατογραφία του 1852

Την οξύνοια των Ζακυνθινών δεν νομίζω να την έχει ποτέ αμφισβητήσει κανείς στα σοβαρά. Εκδηλώνεται ποικιλότροπα σε κάθε σχεδόν ξεδίπλωμα της νησιώτικης καθημερινότητας. Την κολλάμε καλοδιάθετα στα μούτρα του κάθε επισκέπτη, έτσι που να μην αφήνουμε περιθώρια για αμφιβολίες. Το κακό είναι πως αυτό το, όχι ευκαταφρόνητο, άθροισμα ευστροφίας σπάνια έχει ευεργετικά αποτελέσματα για το κοινωνικό σύνολο. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει, η φαιά ουσία των Ζακυνθινών τις περισσότερες φορές αναλώνεται ατομικιστικά ενάντια στο κοινό καλό. Ένας περαστικός όμως δεν προλαβαίνει να το αντιληφθεί – μένει στις πρώτες εντυπώσεις.

Κάποιοι περιηγητές εντυπωσιάστηκαν από την ευρηματικότητα των Ζακυνθινών και έγραψαν για τους Αγαλιώτες, που καταρριχόμενοι με σχοινιά στους απότομους γκρεμούς κυνηγούσαν φώκιες στις θαλασσινές σπηλιές, ή για τον τρόπο που οι Χωραΐτες προσέλκυαν τους κεφάλους πριν ρίξουν το πεζόβολο. Εντυπωσιακότερη όλων, η ενασχόληση των πιτσιρίκων της Χώρας – έπιαναν πουλιά στον αέρα! Όχι ότι να ’ναι – μοναχά σβέλτους σαλτιμπάγκους τ’ ουρανού. Σε ένα Βρετανικό ταξιδιωτικό οδηγό του 19ου αιώνα διαβάζουμε (1):

Μια παράξενη διασκέδαση μπορεί να παρατηρήσει κανείς στη Ζάκυνθο, συγκεκριμένα, ψάρεμα χελιδονιών. Στις στέγες των σπιτιών και σε καμπαναριά στήνονται καλάμια με μακριά νήματα (πετονιές) και μύγες να ανεμίζουν. Το χελιδόνι αρπάζει τη μύγα και πιάνεται με το αγκίστρι.

Σε μια Βρετανική εγκυκλοπαίδεια, 31 χρόνια νωρίτερα, η πληροφορία είναι κάπως διαφορετική (2). Δεν επρόκειτο για χελιδόνια αλλά για πετροχελίδονα, και το δόλωμα δεν ήταν μύγα αλλά ένα πουπουλάκι. Το πετροχελίδονο, αν και μεγαλύτερο, μοιάζει με το χελιδόνι. Στην  πραγματικότητα όμως δεν συγγενεύουν καθόλου. Το μεταναστευτικό αυτό πουλί, γνωστό στους ορνιθολόγους με το όνομα Apus (Άπους) λόγω των πολύ μικρών του ποδιών, δεν ακουμπάει ποτέ στο έδαφος και περνάει τις περισσότερες ώρες της ημέρας στoυς αιθέρες. Ακόμα και νερό πίνει πετώντας. Αυτό που εκμεταλλεύονταν οι Ζακυνθινοί ήταν ότι εστιάζει σε οποιοδήποτε πετούμενο μικρού μεγέθους, λογικά κάποιο έντομο, και με πτήση εντυπωσιακή το χάφτει χωρίς δισταγμό.

Πετροχελίδονο

Για πετροχελίδονα και πούπουλο στο αγκίστρι μιλάει και μια ζωολογική εγκυκλοπαίδεια της εποχής (3). Η αναφορά της πηγής της πληροφορίας μας δίνει να καταλάβουμε πως αυτή η ασχολία ήταν ακόμα παλιότερη, μας πηγαίνει στα μέσα του 18ου αιώνα το αργότερο. Ο πασίγνωστος την εποχή του Γάλλος φυσιοδίφης Georges Louis Leclerc, κόμης του Buffon (1707 -1788) είχε γράψει (4):

Στο νησί της Ζακύνθου τα παιδιά τα πιάνουν (τα πετροχελίδονα) με πετονιά – τις βάζουν στα παράθυρα ενός ψηλού πύργου και κάνουν τη δουλειά μόνες τους, με μοναδικό δόλωμα ένα πούπουλο, που τα πουλιά αυτά θέλουν να πάρουν για να στρώσουν τη φωλιά τους – με αυτό τον τρόπο ένα μόνο άτομο μπορεί να πιάσει πέντε με έξι ντουζίνες την ημέρα.

Δεν ξέρω αν από αυτό το, όχι πολύ ωφέλιμο για το περιβάλλον, εναέριο ψάρεμα βγήκε η παροιμία ‘το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται’. Ξέρω όμως ότι η φράση θα ταιριάζει πολύ σε κάποιους ανοιχτομάτηδες και αετονύχηδες Ζακυνθινούς όταν έρθει η σειρά τους. Γιατί μπορεί να θέλουν να κοιμούνται στα πούπουλα αλλά το παρακάνανε με τις ‘αρπαχτές’ ...

------------------------------------------------------------------------------  

(1)  A hand-book for travellers in the Ionian Islands, Greece, Turkey, Asia Minor, and Constantinople, Λονδίνο 1840, σ.13.

(2)  The British Encyclopedia or Dictionary of Arts and Sciences του William Nicholson, Λονδίνο 1809, τόμος 3ος, λήμμα Hirundo.

(3)  General Zoology του James Francis Stephens, Λονδίνο 1817, τόμος 10ος, μέρος 1ο, σ. 73.

(4)  Histoire Naturelle, τόμος 13ος, σ. 134.

Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Μια περιγραφή Ζακυνθινών Στρατιωτών στην εκπνοή του 16ου αιώνα


Ο Johannes Cotovicus ήταν νομικός, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Ουτρέχτης. Το πραγματικό του όνομα ήταν Johann van Kootwyck, ή κάπως έτσι, γιατί δύσκολα βρίσκει κανείς δύο πηγές που να τον αναφέρουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Πέρασε από τη Ζάκυνθο το 1598, ταξιδεύοντας για τους Αγίους Τόπους και μας άφησε μια ενδιαφέρουσα περιγραφή της σχεδόν μόνιμης κατάστασης συναγερμού στην οποία βρισκόταν το νησί. Στο βιβλίο του, που δεν εκδόθηκε παρά το 1619 – μια δεκαετία πριν το θάνατο του – αναφέρει τα ακόλουθα (1).

Εκτός από τους στρατιώτες της φρουράς, οι οποίοι φυλάνε συνέχεια την πόλη, υπάρχει και το σώμα των ένοπλων ιππέων ή ελαφρών πεζών, οι οποίοι αποκαλούνται χυδαϊστί Stradioti. Αυτοί έχουν σταλεί στις ακτές από τη Βενετική Γερουσία για προστασία από τις συχνές πειρατικές επιδρομές, και πληρώνονται από το δημόσιο. Είναι οι καλύτεροι πολεμιστές, και ρέεπουν προς την αρπακτικότητα, χρησιμοποιούν μια ασπίδα σε μορφή πέλτης, και το κυρτό ξίφος, που λέγεται scimitar (2), και ένα μακρύ κοντάρι – φοράνε θώρακα μεταξωτό. Τα άλογα τους είναι πολύ γρήγορα, και με αυτά πέφτουν πάνω στους εχθρούς εκτελώντας αθρόες επιδρομές και λεηλασίες. Έχουν ένα αρχηγό, ή διοικητή, που τον αποκαλούν Gubernator (3), στον οποίο υπακούν όλοι. Υπηρετούν μέρα-νύχτα κυρίως το καλοκαίρι, επιτηρώντας συνεχώς με βάρδιες τις παραλίες για επιδρομές εναντίον του νησιού, κρατώντας το ασφαλές. Όταν δουν πειρατικές τριήρεις (4) να πλησιάζουν την παραλία, με ένα σημάδι σε μια κορυφή, ή μία φωτιά, ή καπνό, ανάλογα με τις συνθήκες, καλούν στα όπλα γείτονες, συναδέλφους στρατιώτες, νησιώτες, ειδοποιώντας τους να είναι έτοιμοι να αποκρούσουν τον εχθρό. Έτσι, σε ελάχιστο χρόνο, ολόκληρο το νησί γνωρίζει που να προστρέξουν και τι να πράξουν. Το χειμώνα, με τις αλλεπάλληλες καταιγίδες, οι πειρατές δεν μπορούν να αρμενίζουν στη θάλασσα με την παραμικρή ασφάλεια, και έτσι, αφού ο κίνδυνος για τους νησιώτες μειώνεται, οι περισσότερες βάρδιες σταματούν. Μένουν (οι Στρατιώτες) στα προάστια, ενώ αντίθετα το καλοκαίρι στους δρόμους και στα χωριά που είναι σκορπισμένα κοντά στις παραλίες.
Σπάθη Στρατιώτη, δώρο στο βασιλιά της Ισπανίας το 1603.

Όπως αναφέρει ο Λεωνίδας Ζώης, ο Προβλεπτής Ζακύνθου Marco Barbarigo είχε προσπαθήσει με μια διαταγή του το 1555 να κάνει τους Στρατιώτες της Ζακύνθου να μοιάζουν με τακτικό στρατό, επιβάλλοντας κάποιου είδους ‘στολή’ (5). Είναι όμως φανερό πως πάνω από σαράντα χρόνια αργότερα οι Στρατιώτες διατηρούσαν τα ίδια βασικά χαρακτηριστικά όσον αφορά τον οπλισμό και την ενδυμασία. Είναι χαρακτηριστική η ομοιότητα της περιγραφής του Cotovicus με αυτήν Στρατιωτών του Μοριά από τον Coriolano Cippico σχεδόν 130 χρόνια νωρίτερα. Έγραψε τότε ο σοπρακόμιτος του Βενετικού στόλου (6):

Χρησιμοποιούν ασπίδα, ξίφος, και κοντάρι – λίγοι διαθέτουν ατσάλινο θώρακα – οι άλλοι φοράνε ένα μεταξωτό θώρακα για να αμύνονται στα χτυπήματα του εχθρού.

Ο μεταξωτός θώρακας, στον οποίο αναφέρονται οι δύο συγγραφείς, ήταν στην πραγματικότητα ένα είδος πανωφοριού από υλικό που θύμιζε πάπλωμα. Συνήθως κάλυπτε ολόκληρο σχεδόν το σώμα, από το λαιμό ως κάτω από τα γόνατα, και, εξωτερικά τουλάχιστον, ήταν από μετάξι. Πάνω από αυτό συχνά φορούσαν ένα άλλο επενδύτη, μάλλον για να το κρατάει στεγνό και να το προστατεύει από τη φθορά. Ο λόγος χρήσης μεταξιού δεν ήταν κάποια ροπή προς την πολυτέλεια – λίγες στρατιωτικές μονάδες στην Ιστορία θα μπορούσαν να καυχηθούν ότι ήταν τόσο σκληραγωγημένες όσο οι Στρατιώτες. Σαν υλικό δεν είναι εύκολα διαπερατό. Τα πρώτα αλεξίσφαιρα γιλέκα κατασκευάστηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα στην Αμερική από αλλεπάλληλες στρώσεις μεταξιού. Οι Στρατιώτες, των οποίων τα άλογα, τα όπλα και ο ρουχισμός ήταν, κατά κανόνα, ιδιόκτητα δεν είχαν συνήθως την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν πανοπλίες. Τις υποκαθιστούσαν λοιπόν με παλιές συνταγές και νεότερες ευρεσιτεχνίες. Όπως αποκαλύπτει ένας ανώνυμος Γάλλος, που μάλλον τους γνώριζε και σαν εχθρούς και σαν συμμάχους, στο εσωτερικό του καπέλου τους υπήρχαν κάμποσες στρώσεις από χαρτί. Βεβαιώνει μάλιστα ότι αυτή η ‘πατέντα’ είχε την αποτελεσματικότητα κράνους (7).

Οι βάρδιες που φύλαγαν οι Ζακυνθινοί στη διάρκεια της Βενετοκρατίας είναι γενικά γνωστές και μερικές από τις βίγλες, οι λεγόμενες βαρδιόλες, έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα, δείχνοντας κάποια από τα σημεία όπου περνούσαν οι ατέλειωτες ώρες της επαγρύπνησης. Γνωρίζουμε ακόμα τι γινόταν στις περιπτώσεις εκείνες που η επαγρύπνηση άγγιζε τα όρια του συναγερμού, όταν υπήρχαν πληροφορίες για μαζική επίθεση των Μωαμεθανών. Οι ‘καβαλαραίοι της στρατείας’, δηλαδή οι Στρατιώτες, λέει ο Άγγελος Σουμάκης, είχαν, εκτός από την ύπαιθρο, αναλάβει την άμυνα του νότιου τομέα της πόλης μαζί με ‘απεζούς λεγόμενους κουριέρηδες από τα χωρία’ (8). Είχαν πιάσει το Ποτάμι και είχαν στείλει αρκετούς στον Άγιο Σπυρίδωνα στο Αργάσι, με προωθημένους παρατηρητές στο ‘βουνό λεγόμενον Ραφτόπουλο’, τη σημερινή Πούντα Νταβία. Στο σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης με φωτιές έχουμε αναφερθεί και παλιότερα, αφού κάποια νύξη είχε κάνει ο John Locke μιλώντας για την Κεφαλονιά του 1553 και ο ηγούμενος των Στροφάδων Δανιήλ το 1532. Η αναφορά του Cotovicus όμως είναι λίγο πιο εκτενής και συγκεκριμένη.

Αυτά γίνονταν τότε που οι Ζακυνθινοί φύλαγαν βάρδιες – και ήταν πολύς ο καιρός, γενεές γενεών. Έτσι στάθηκε το νησί, έτσι δεν πουλήθηκαν οι πρόγονοι μας σκλάβοι στις παρυφές της Σαχάρας, γι αυτό υπάρχουμε. Βάρδιες θα έπρεπε να κάνουμε και τώρα – και πάντα. Γιατί όποιους δεν φροντίζουν να υπάρχει συνεχής έλεγχος και απόλυτη διαφάνεια τους τρώνε οι ... μαϊμούδες.


9/05/12

'Εγιναν μερικές αλλαγές στη μετάφραση και μία προσθήκη στις σημειώσεις μετά από τις εύστοχες παρατηρήσεις του Earion, τον οποίο υπερευχαριστώ.

---------------------------------------------------------------------------- 

(1)  Itinerarium Hierosolymitanum et Syriacum, 1619, σ. 55.

Praeter milites presidiarios, qui in vrbe assiduo excubant, adest quoq; equitum seu velitum cohors , quos vulgus Stradiotas appelat. Hi ad littus tutandu(m) contra frequentes pirataru(m) depredationes  a Senatu Veneto missi, publica stipendia merent. Sunt autem bellatores optima, & ad rapacitate proni, scuto in peltae formam vtuntur, & incuruato ense, quem scimitarram vocant, ac hasta longiore, bombysinisque vestiuntur thoracibus.Horum equi velocissimi, quibus prosperas incursiones, depraedationesq;, vbi in hostem prodeunt saepe agunt. Ducem seu praefectum habent, quem Gubernatorem vocant, cui omnes obtemperat. His id muneris praecipue incumbit, vt aestiuo te(m)pore interdiu noctuq; per vices littus obequite(n)t, assiduisq; fei e excubijs at que excursionibus  Insula vbiq; tutam reddat. Quod si pirataru(m) biremes triremeive approximare littori co(n)spexerint, signo ex edito loco dato, vel igne, vel fumo, prout te(m)poris ratio postulat, vicinosq; quosq; com(m)ilitones , Insulanosq; ad arma euoca(n)t , vtq; ad hostes pellendos praesto sint, admonent. Atque ita breuissimo momento tota pernoscit Insula, quo concurrendum, quidve agendu(m) sit. Hiberno vero tempore , cum ob continuas maris procellas piratis vix tutu(m) sit nauigare aequor, adeoq; Minus periculi Insulanis impendeat , ab excubijs vt plurimu(m) cessant; & in suburbio degunt , cu aestate contra per vicos pagosq; maritimos distribuatur.

(2)  Έτσι λέγονταν στη Δύση όλα τα κυρτά ξίφη από την Ανατολή.

(3)  Η λέξη αναφέρεται στα Λατινικά αλλά μάλλον πρόκειται για αυτόν που ο Άγγελος Σουμάκης στην Διήγησιν του Ρεμπελιού των Ποπολάρων ονομάζει ‘κουβερναδούρο’ και ‘γουβερναδόρο’.  Ήταν Βενετός, κάτι σαν στρατιωτικός διοικητής της Ζακύνθου, και δεν διοικούσε μόνο τη ‘στρατεία’, δηλαδή τους Ζακυνθινούς Στρατιώτες, αλλά και τη φρουρά της Χώρας και την πολιτοφυλακή της υπαίθρου, το ‘τσέρνιδο’. Προϊστάμενος του ήταν ο προβλεπτής/κυβερνήτης ή πρεβεδούρος όπως τον έλεγαν οι Ζακυνθινοί.

(4)  Τριήρεις στα Λατινικά του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης ονομάζονταν όλα τα πολεμικά σκάφη που χρησιμοποιούσαν κωπηλάτες, δηλαδή φούστες, γαλιότες και γαλέες (γαλέρες).

(5)  Ελληνικός λόχος εν Ζακύνθω κατά τους χρόνους της δουλείας, Ο Ελληνισμός, 14, 1911.

(6)  Incursion des Strathiotes en Asie Mineure sous Pierre Mocenigo (1472 -1474), Κωνσταντίνου Σάθα, Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος 7ος, σ. 267.

Usano targa, spade, e lancia; pochi corsaletto; gli altri si vestono di una corazza di bombagio che li difende dale percosse dell’inimico.
Στο αρχικό κείμενο στα Λατινικά οι θώρακες αναφέρονται σαν 'bombicina thorace', De Bello Asiatico, Βενετία 1594, Βιβλίο 1ο, σ. 10.

(7)  Histoire du gentil seigneur de Bayard, composée par le Loyal Serviteur, στο Choix de chroniques et mémoires sur l'histoire de France avec notices biographiques par J. A. C. Buchon, Παρίσι 1836, σ. 62.

(8) Κ. Σάθα, Το εν Ζακύνθω Αρχοντολόγιον και οι Ποπολάροι, Αθήνα 1867, σ. 19.

Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Στα Καμίνια


Στις δεκαετίες του 60 και του 70 υπήρχαν ακόμα μερικοί Ζακυνθινοί που δήλωναν κεραμοποιοί σαν επάγγελμα. Στα πόδια του Εξηνταβελόνη, ακριβώς πάνω από τον Άγιο Παύλο, υπήρχαν φούρνοι εν ενεργεία όπου φτιάχνονταν κεραμίδια και τούβ(ου)λα. Παλιότερα φτιάχνονταν και άλλα πράγματα, σχεδόν οτιδήποτε πήλινο χρειαζόταν ένα σπιτικό. Όπως είναι φυσικό τα ντόπια καμίνια δεν μπόρεσαν να επιβιώσουν αντιμέτωπα με τον ανταγωνισμό των βιομηχανιών. Είχαν όμως μέχρι το οριστικό σβήσιμο τους κρατήσει στεγνά βιβλία, άμφια και γέροντες για περισσότερες γενιές από όσες μπορεί να βεβαιώσει η συλλογική μας μνήμη. Είχαν πάντα περικλείσει βουβά χαρές και λύπες, θριάμβους και συμφορές, και είχαν σκεπάσει αρχοντικά και χωριατόσπιτα ενός νησιού που στόλιζε, και μπορεί ακόμα να στολίζει, το Λεβάντε.

Ελάχιστα πράγματα έχουν απομείνει εκεί που το χώμα – η περίσσεια στο Τζάντε γλίνα – το νερό, ο ήλιος, η φωτιά και ο ιδρώτας ετοίμαζαν τα υλικά που έστησαν την προσεισμική Ζάκυνθο. Γαιδουράγκαθα, αγριολούλουδα και συκιές μισοκρύβουν τα πεταμένα σκουπίδια. Ούτε ένα φύλλο συκής όμως δεν περίσσεψε για να μασκαρέψει και τη δική μας αδιαφορία.




Βέβαια, αφού τίποτα δεν έγινε στις προηγούμενες δεκαετίες, όταν το χρήμα έρρεε άφθονο και στη Ζάκυνθο χτίζονταν παλάτια – έστω και αν νταλίκες και βυτιοφόρα [βυτιοφόρα σε ένα νησί με βροχόπτωση μεγαλύτερη από το Λονδίνο!!!] στέλνονταν να περάσουν μια Βενετσιάνικη γέφυρα που φτιάχτηκε για κάρα – τίποτα δεν μπορεί να περιμένει κανείς τώρα. Ας μην ξεγελιόμαστε όμως πιστεύοντας πως το να αναπλαστούν τα Καμίνια, ή μάλλον ένα μέρος τους, είναι πολυτέλεια περιττή. Ας ρίξει όποιος θέλει μια ματιά στην διεύθυνση https://sites.google.com/a/kamini-kefala.com/www/tokamini για να δει τι κάνουν οι γείτονες.

Ενημέρωση 29/04/12

Μια φωτογραφία από τα παλιά Καμίνια που έστειλε ο Ανδρέας Στ.



Ενημέρωση 13/05/12

Με αφορμή την ερώτηση μου για το ποιές άλλες οικογένειες εκτός από τους Μεϊνταναίους, τους Βαρυπαταίους και τους Βελλιανιταίους δουλεύανε παλιά στα Καμίνια, ο φίλος Διονύσης Κάρδαρης μου έστειλε το παρακάτω πολύ ενδιαφέρον κείμενο, που εκτός από όλα τα άλλα μου θυμίζει και την περηφάνια των Καμιναραίων για τη δουλειά τους και τη γειτονιά τους. Το αναρτώ μαζί με τις ευχαριστίες μου.

Άλλα ονόματα Καμιναραίων ήταν οι: Καρδαραίοι, Μυλωναίοι, Λογοθεταίοι. Κάθε ένας από αυτούς είχε φυσικά και το δικό του παρατσούκλι, για παράδειγμα:
Ο πατέρας μου (Γεώργιος Κάρδαρης -δυστυχώς πέθανε πρόσφατα) λεγότανε Τσολιάς , ο αδερφός του ο μικρός Τσέβας , ο μεγάλος του αδερφός Μοσκιός, ένας άλλος Κάρδαρης (θείος) λεγότανε Καρακάνος.
Ο παππούς Λογοθέτης λεγότανε Παπής ή ποδοσφαιράκιας γιατί είχε και μπιλιαρδάδικο με ποδοσφαιράκια στον Άγιο Λάζαρο, ο Μπάμπης ο Μυλωνάς λεγότανε Κάτουρας, ο τελευταίος εν ζωή σήμερα Καμινάρης είναι ο ξάδερφος μου ο Χρήστος, ο λεγόμενος Μώρος.
Τα Καμίνια λόγω της θέσης που είχανε, δηλαδή στη ρίζα του Εξηνταβελόνη (ουσιαστικά για να κόβουν εύκολα χώμα), είχανε τεράστιους χώρους στη διάθεση τους. Για παράδειγμα, έπρεπε να απλώσουν τα τούβουλα και τα κεραμίδια να στεγνώσουν στα αλώνια, έπρεπε επίσης να αποθηκεύουν αρκετό νερό, για αυτό είχαν και στέρνες μεγάλες ή δημιουργούσαν φυσικές λούμπες. Εκεί πραγματικά δημιουργούνταν μεγάλοι υδρότοποι που φιλοξενούσαν αρκετά πουλιά, ακόμα και μικρά ζώα.
Για τον αναγνώστη. Ναι, υπήρχανε φίδια και μάλιστα νερόφιδα.
Η μεγάλη άνεση του χώρου στα Καμίνια όταν δεν είχαν απλώσει τούβουλα οι καμιναραίοι μας έδινε τη δυνατότητα να παίζουμε συνέχεια μπάλα και μάλιστα είχαμε φτιάξει και δική μας ομάδα: Ο Πειρατής Καμινίων.
Για τα Καμίνια έχει γράψει λίγα πράγματα ο Γιάννης ο Δεμέτης στο βιβλίο του Αγιος Λάζαρος Η Γειτονιά μου , εκδ Περίπλους 1995, σελ 74-80 από όπου και οι φωτ που έστειλα.
Είχα την τύχη και την τιμή να δουλέψω δυο καλοκαίρια στο Καμίνι του πατέρα μου. Ίσως να είμαι και ο τελευταίος που κουβάλησε καρέτα (αυτή την έκφραση χρησιμοποιούσαν οι καμιναραίοι για να δηλώσουν ότι κάποιος δούλεψε στα καμίνια).
Κλείνοντας θα "κλέψω" από το βιβλίο του Γ. Δεμέτη δύο φράσεις
" Έτσι περίπου κυλούσε η ζωή στα Καμίνια.
Μια συνεχής πάλη ένα δάρσιμο των ανθρώπων της συνοικίας. Ένα δάρσιμο παίδεμα που δεν αφορούσε μόνο τον πηλό που δούλευαν αλλά και τους ίδιους."

Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Έμποροι και λαθρέμποροι στο Πόρτο πριν τέσσερεις αιώνες

Πλοία και βάρκες απέναντι στον Εξηνταβελόνη το 17ο αιώνα.

Στα 1893 – 94 ο Σπυρίδων Δε Βιάζης έγραψε μια σημαντικότατη σειρά άρθρων στον ‘Παρνασσό’ με τίτλο ‘Ιστορικαί σημειώσεις περί σταφίδος εν Επτανήσω και ιδίως εν Ζακύνθω’. Σε αυτήν περιγράφει την ιστορία του ‘μαύρου χρυσού’, που αποτέλεσε τον κυριότερο παράγοντα ευημερίας της Ζακύνθου από το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα ως την Ένωση με την υπόλοιπη Ελλάδα. Μεγάλο μέρος της εργασίας του Δε Βιάζη ασχολείται με τις προσπάθειες της Βενετίας, αφέντρας των νησιών του Ιονίου από τα τέλη του 15ου αιώνα μέχρι και την εκπνοή του 18ου, να ελέγξει, για ίδιον όφελος, την παραγωγή και το εμπόριο του πολύτιμου αυτού αγαθού.

Η χειρότερη κρίση που προκάλεσε η Βενετική σταφιδική πολιτική ήταν στη διάρκεια της επταετίας 1602 – 1609, όταν είχε απαγορευθεί τελείως η απευθείας εξαγωγή σταφίδας από τα Ιόνια νησιά. Για αυτήν την έντονα φορτισμένη περίοδο, όταν η οικονομική καταστροφή της Ζακύνθου, της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης κόντευε να γίνει μη αναστρέψιμη, ο Δε Βιάζης ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες του υπομνήματος διαμαρτυρίας του Συμβουλίου της Κοινότητας της Ζακύνθου, με ημερομηνία 8 Οκτωβρίου του 1602. Σε αυτό το υπόμνημα, γραμμένο κάτι λιγότερο από δύο μήνες μετά την απόφαση που επέβαλε την εξαγωγή Επτανησιακής σταφίδας μόνο μέσω Βενετίας, εκφράζονται οι εύλογοι φόβοι των Ζακυνθινών και διαφαίνεται η απελπισία τους. Για το τι επακολούθησε όμως παρέχει ελάχιστες, σχεδόν επιγραμματικές, πληροφορίες. Γι αυτά τα πολύ δύσκολα χρόνια μπορούμε σήμερα να πούμε μερικά πράγματα επιπλέον, ρίχνοντας λίγο περισσότερο φως στο κεφάλαιο αυτό της Ιστορίας μας, και ίσως έτσι καταφέρουμε να διακρίνουμε αμυδρά το λιμάνι της Ζακύνθου εκείνη την εποχή, το Πόρτο.

Όταν ο John Locke επισκέφθηκε τη Ζάκυνθο στο τέλος Ιουλίου του 1553 έμεινε έκπληκτος από τους κομπασμούς των ντόπιων για τη στρατιωτική τους δύναμη. ‘Μου φαίνεται παράξενο,’ έγραψε, ‘ότι μπορούν να διατηρούν τόσους άνδρες σε αυτό το νησί, γιατί το καλύτερο προϊόν τους είναι το κρασί και όλα τα υπόλοιπα είναι της συμφοράς.’ (1) Είναι φανερό ότι η μαζική παραγωγή σταφίδας και η απορρόφηση της από τους Άγγλους δεν είχε ακόμη ξεκινήσει, όπως άλλωστε προκύπτει από τα στοιχεία του Δε Βιάζη. Μέσα σε μια γενιά όμως η παραγωγή και το εμπόριο είχαν εκτοξευτεί. Τόσο, που στις 26 Ιανουαρίου του 1581 (1580 με το Βενετικό ημερολόγιο), και όχι το 1584 όπως λέει ο Δε Βιάζης, η Βενετία επέβαλε βαρύτατη φορολογία στην αγορά του προϊόντος, το νέο δασμό ή nuova imposta. Για κάθε χίλιες λίτρες το Βενετικό κράτος εισέπραττε δέκα δουκάτα, ποσό που συχνά υπερδιπλασίαζε το κόστος της σταφίδας για τους ξένους εμπόρους. Ο πρωτεύων λόγος της επιβολής δεν ήταν ούτε η χρησιμοποίηση των προσόδων για την αγορά αποθεμάτων σταριού – κάτι για το οποίο οι Βενετοί ανησυχούσαν πραγματικά αλλά για λόγους στρατηγικούς και όχι φιλανθρωπικούς – ούτε μια γενικότερη επιθυμία αύξησης των κρατικών εσόδων. Ήταν μια αντίδραση στην πολιτική της Αγγλίδας βασίλισσας Ελισάβετ, η οποία με την προστατευτική της πολιτική εμπόδιζε τη Βενετική εμπορική δραστηριότητα στη χώρα της. Στόχος ήταν, στην πραγματικότητα, η εκδίωξη των Άγγλων από τη Ζάκυνθο.

Η Αγγλική όρεξη για σταφίδα όμως ήταν ακόρεστη. Αν και περιέχει μια δόση υπερβολής, είναι χαρακτηριστικό αυτό που έγραψε για τους Άγγλους ο Βενετός πρεσβευτής στο Λονδίνο Alvise Contarini στις 23 Φεβρουαρίου του 1629 (2):

Αυτός ο λαός καταναλώνει περισσότερη σταφίδα από όση όλος ο υπόλοιπος κόσμος μαζί, και είναι τόσο συνηθισμένοι σε αυτή την πολυτέλεια και τους αρέσει τόσο πολύ, που λέγεται πως άνθρωποι κρεμάστηκαν επειδή δεν είχαν αρκετά χρήματα για να την αγοράσουν, σε κάποιες δημοφιλείς γιορτές, στις οποίες είναι παράδοση (να την καταναλώνουν).

 Έτσι το εμπόριο του ‘μαύρου χρυσού’ συνέχισε να διογκώνεται και ανάγκασε τους Βενετούς να εντείνουν τα μέτρα περιορισμού της παραγωγής, φτάνοντας ακόμα και στο ξερίζωμα καλλιεργειών. Η παρουσία των Άγγλων, και σε μικρότερο βαθμό των Ολλανδών, των Γάλλων και των Ισπανών, παραγκώνιζε τους Βενετούς εμπόρους από τον πατροπαράδοτο χώρο της κυριαρχίας τους, την ανατολική Μεσόγειο. Και, ενώ δυσκολεύονταν οι Βενετοί να τα βγάλουν πέρα με το θεμιτό ανταγωνισμό, γρήγορα προστέθηκαν έντονα φαινόμενα λαθρεμπορίου και διαφθοράς, αναμενόμενα απότοκα των δικών τους φορομπηχτικών επιλογών. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά φούντωσε στο τέλος και η πειρατεία, ιδιαίτερα όταν στα τελειώματα του πολέμου των Άγγλων με τους Ισπανούς πολλοί πρώην ‘νόμιμοι’ κουρσάροι οδηγήθηκαν στο δρόμο της παράνομης και αδικαιολόγητης ληστείας.

Βενετσιάνικο εμπορικό σε απεικόνιση του 1629.

***

Με την κατάσταση που επικρατούσε ίσως να μην είναι εντελώς άσχετη η απόφαση για την οικοδόμηση Λαζαρέτων, δηλαδή λοιμοκαθαρτηρίων, στην Κέρκυρα και τη Ζάκυνθο το 1588. Φαίνεται πως η καραντίνα, κάποια μορφή της οποίας πιθανότατα προϋπήρχε του λοιμοκαθαρτηρίου, χρησιμοποιήθηκε σαν ένα ακόμα όπλο στην προσπάθεια να βρεθούν οι Βενετοί έμποροι και ναυτικοί σε θέση πλεονεκτικότερη των ανταγωνιστών τους. Την άνοιξη του 1599 επισκέφθηκε τη Ζάκυνθο ο Thomas Dallam πηγαίνοντας στην Κωνσταντινούπολη. Το πλοίο του ήταν Αγγλικό και είχε κάνει τελευταίο σταθμό στο Αλγέρι, από όπου είχαν κάνει πανιά στις 4 Απριλίου. Έφτασαν στη Ζάκυνθο στις 20 του μήνα και λέει χαρακτηριστικά (3):

Ο Πρεβεδούρος (κυβερνήτης) και εκείνοι οι αξιωματούχοι που του παραστέκονται, τους οποίους λένε σινιόρους της υγείας, δεν μας επέτρεπαν να βγούμε στην ξηρά επειδή ερχόμαστε από το Αλγέρι, όπου ζουν Τούρκοι, και φέραμε μερικούς Τούρκους από εκεί με το πλοίο μας – παρόλα αυτά μετά από έξι μέρες μας δώσανε pratique (4), δηλαδή άδεια να αποβιβαστούμε. Η διαταγή είναι όσοι έρχονται από οποιοδήποτε μέρος της Τουρκίας, και δεν έχουν υγειονομικό έγγραφο από κάποιο Βενετό ή Ιταλό, να παραμένουν είτε επί του πλοίου ή στη φυλακή που λέγεται Λαζαρέτο για δέκα μέρες – αν στο μεταξύ κάποιος αρρωστήσει πρέπει να μείνουν για άλλες δέκα μέρες και ούτω καθεξής, μέχρι να αποκατασταθεί η υγεία τους.

Βλέπουμε λοιπόν πως ένα Βενετικό πλοίο, ερχόμενο για παράδειγμα από τη Σμύρνη, μπορούσε να αποφύγει την καραντίνα με ένα πιστοποιητικό του εκεί Βενετού προξένου, που βεβαίωνε ότι δεν υπήρχε εκεί επιδημία. Τέτοιο χαρτί ίσως να μην ήταν πάντα εύκολο για τους Άγγλους να το αποκτήσουν. Στην περίπτωση του Dallam οι υγειονόμοι έκαναν και κάποια ‘έκπτωση’, ίσως επειδή το πλοίο είχε ήδη περάσει πάνω από δύο βδομάδες στη θάλασσα ώσπου να φτάσει. Ο Dallam στην επιστροφή του από την Κωνσταντινούπολη στην Αγγλία όμως, κάνοντας και πάλι στάση στη Ζάκυνθο, αναγκάστηκε να εξαντλήσει τη δεκαήμερη καραντίνα. Εντελώς διαφορετική ήταν η αντιμετώπιση των Βενετικών πλοίων, ιδιαίτερα όταν μετέφεραν σημαίνοντα πρόσωπα. Ας δούμε τι έγραψε ο Πορτογάλος Pedro Teixeira στα τέλη Μαΐου του 1605, ερχόμενος με ένα Βενετικό πλοίο από την Αλεξανδρέττα και έχοντας κάνει στάση στην, επίσης Οθωμανική, Κύπρο (5):

Όταν μπήκαμε στο λιμάνι περάσαμε τη νύχτα πάνω στο πλοίο και βγήκαμε όλοι στην ξηρά το πρωί. Παρά το ότι πιστοποιήθηκε ότι είμαστε όλοι υγιείς συναντήσαμε μεγάλες δυσκολίες στο να πάρουμε pratique, ζήτημα στο οποίο η Σινιορία επαγρυπνεί ιδιαίτερα. Σαν μεγάλη χάρη, και επειδή δείχτηκε μεγάλο ενδιαφέρον, μας κρατήσανε σε μια αποθήκη μέχρις ότου οι υγειονόμοι αποφασίσουν τι να μας κάνουν. Ο Κυβερνήτης (της Ζακύνθου), ο διοικητής της μοίρας (του στόλου) (6), και άλλοι διακεκριμένοι φίλοι του συντρόφου μας, του Piero dal Ponte, έκαναν ότι μπορούσαν για μας. Παρόλα αυτά δεν μας άφησαν ελεύθερους πριν τις τρεις το απόγευμα – τόσο αυστηρά χειρίζονται αυτή την υπόθεση αυτά τα έθνη. Κατά τη διάρκεια της καθυστέρησης και της κράτησης μας, εξεπλάγην από την αφθονία των δώρων και των αναψυκτικών που στάλθηκαν στον Piero dal Ponte. Είμαστε γύρω στα σαράντα άτομα, και όμως δεν σταματήσαμε να τρώμε και να πίνουμε όλη μέρα, για να μην πω για αυτά που δόθηκαν στους φρουρούς μας, αν και δεν τα χρεώσανε σε μας όπως γίνεται εδώ συνήθως.

Όσο και αν ο Teixeira θεωρούσε τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε το πλοίο τους αυστηρό, στην πραγματικότητα έμειναν σε καραντίνα για μερικές ώρες μόνο. Αν και δεν υπάρχει αμφιβολία πως ρόλο έπαιξαν και οι διασυνδέσεις του Piero dal Ponte, φαίνεται καθαρά το πόσο ελαστικοί δείχνονταν οι υγειονόμοι στην εφαρμογή των κανονισμών όταν ήθελαν. Πιο κάτω ο Teixeira αφήνει να διαφανεί ένας άλλος λόγος που επέβαλε να μην μείνουν περισσότερο στη διάθεση της sanità (υγειονομείου):

Η άφιξη (του πλοίου μας) ήταν αρκετά ενοχλητική για μερικούς άλλους που ήδη φορτώνανε στο λιμάνι. Επειδή είναι νόμος, σε όλα τα λιμάνια της Σινιορίας, ότι κανένα άλλο πλοίο δεν θα φορτώσει όταν είναι διαθέσιμο Βενετικό αμπάρι.

***

Βλέποντας οι Βενετοί ότι τα μέτρα που είχαν πάρει στη δεκαετία του 1580 δεν είχαν τα επιθυμητά αποτελέσματα εξέδωσαν διάταγμα το 1602, με το οποίο απαγόρευαν να γίνεται απευθείας εξαγωγή σταφίδας στο εξωτερικό. Όλος ο καρπός προς εξαγωγή έπρεπε να συγκεντρώνεται στη Βενετία και εκεί θα πληρωνόταν από τους ξένους εμπόρους και η nuova imposta. Υποχρεώνονταν ακόμη οι πλοίαρχοι που θα πήγαιναν στη Βενετία για να φορτώσουν σταφίδα να έχουν φέρει άλλα αγαθά για ξεφόρτωμα, όχι όμως αγαθά από το Λεβάντε. Ο χρόνος που ανακοινώθηκε το διάταγμα σήμαινε πως τα νέα θα μαθαίνονταν στη Ζάκυνθο ακριβώς τη στιγμή που οι Άγγλοι θα ετοιμάζονταν να φορτώσουν, έχοντας μάλιστα ήδη πληρώσει. Όλο το εμπόρευμα φορτώθηκε σε Βενετικά πλοία και στάλθηκε στη Βενετία, σε πολλές όμως περιπτώσεις η σταφίδα βράχηκε και οι Άγγλοι ισχυρίζονταν ότι έπαθαν ζημιά 50.000 δουκάτων.

Ο νέος αυτός νόμος, ακόμη και αν θα πήγαιναν οι Άγγλοι πλοίαρχοι στη Βενετία, σήμαινε την εξόντωση των μικροπαραγωγών και των μικρεμπόρων του Ιονίου, οι οποίοι δεν είχαν τη δυνατότητα να προωθήσουν το εμπόρευμα για πώληση στο μυχό της Αδριατικής. Επιπλέον οι Ζακυνθινοί πρόβλεψαν στο υπόμνημα διαμαρτυρίας τους πως οι Άγγλοι αντί να πάνε στη Βενετία θα στρέφονταν προς τις Τουρκοκρατούμενες περιοχές του Μοριά και της Ρούμελης. Αυτό ακριβώς έγινε – ελάχιστοι Άγγλοι ψώνισαν από το λιμάνι της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας. Οι υπόλοιποι τράβηξαν για τις Τουρκοκρατούμενες περιοχές γύρω από τον Πατραϊκό Κόλπο. Επειδή όμως οι ποσότητες που μπορούσαν να βρουν εκεί δεν επαρκούσαν, φρόντιζαν να συμπληρώνουν με λαθραίες ποσότητες από τη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά. Αν η βαριά φορολογία της nuova imposta ήταν μέχρι τότε απλώς κίνητρο για λαθρεμπορία, το νέο διάταγμα κυριολεκτικά ανάγκαζε τους Επτανήσιους να παρανομήσουν.

Ο δραστήριος και αυστηρός πρεβεδούρος της Ζακύνθου Maffio Michiel έδωσε μια εικόνα της κατάστασης που αντιμετώπιζε σε τρεις αναφορές του προς το Δόγη και τη Γερουσία την άνοιξη του 1604. Στην πρώτη, με ημερομηνία 8 Μαρτίου, έγραφε (7):

Στα μισά του περασμένου μήνα έφτασε σε αυτό το λιμάνι το Αγγλικό πλοίο ‘Little Phoenix’, με πλοίαρχο το Robert Olet, από τη Βενετία με σταφίδα, και το Αγγλικό πλοίο ‘Greyhound’, από τη Σμύρνη και τη Χίο, με βαμβάκι, μετάξι κ.α., και τα δύο με προορισμό την Αγγλία. Πληροφορήθηκα ότι τη νύχτα, κρυφά, σταφίδες φορτώθηκαν και στα δύο πλοία παράνομα. Καθώς είναι αδύνατο σε αυτή την ανοιχτή παραλία να χρησιμοποιήσω βία, σχεδίασα ένα τέχνασμα για να φέρω τους δύο πλοιάρχους στο κάστρο, έτσι ώστε, ενώ τους κρατούσα ομήρους, να ψάξω ελεύθερα τα σκάφη τους. Το σχέδιο μου πέτυχε με το ‘Little Phoenix’ αλλά η έρευνα δεν αποκάλυψε τίποτα ενοχοποιητικό. Ο πλοίαρχος του ‘Greyhound’ όμως αρνήθηκε να παρουσιαστεί μπροστά μου, χρησιμοποιώντας διάφορες δικαιολογίες. Γι αυτό έστειλα τον αξιωματικό μου μαζί με το Ναύαρχο (;) να ερευνήσουν το πλοίο μια μέρα που ο πλοίαρχος δεν ήταν πάνω. Εκεί, ανάμεσα στις μπάλες με το βαμβάκι, βρήκαν μερικές σταφίδες και αμέσως προσπάθησαν να ξεκρεμάσουν το πηδάλιο του ‘Greyhound’ για να συλλάβουν το πλοίο. Το πλήρωμα όμως ξεσηκώθηκε και τους έδιωξε. Σήκωσαν άγκυρα και βγήκαν εκτός βολής αμέσως – και για έξι μέρες έμειναν στα ανοιχτά με τη σημαία μάχης να ανεμίζει (8). Καθώς δεν είχα τη δύναμη να τους τιμωρήσω για το θράσος τους προχώρησα στην απαγγελία κατηγοριών, τη δίκη και την τιμωρία του πλοιάρχου και ενός εμπόρου, οι οποίοι είχαν αγοράσει σταφίδες.

Θα πρέπει εδώ να εξηγήσουμε τι εννοούσε ο Michiel με τη φράση ‘ανοιχτή παραλία’. Το λιμάνι της Ζακύνθου, ανέκαθεν μικρό, βρισκόταν στην περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται η πλατεία Σολωμού. Από το βορρά το προστάτευε ένας υποτυπώδης λιμενοβραχίονας που εκτεινόταν μέχρι τη νησίδα πάνω στην οποία ήταν χτισμένος ο Άγιος Νικόλας του Μόλου. Οι συνεχείς επιχώσεις, που επέβαλε η ανάπτυξη της πόλης (του Borgo della Marina), είχαν μικρύνει το λιμάνι ακόμη περισσότερο. Στα μέσα του 16ου αιώνα υπήρχε χώρος μόνο για ένα κάτεργο (9). Επειδή εκτός από πρόβλημα χώρου μπορεί να υπήρχε και πρόβλημα βάθους, είναι πιθανό να μην μπορούσε να αράξει μέσα στο λιμάνι ούτε ένα μεγάλο εμπορικό, αφού το βύθισμα τους ήταν τουλάχιστον υπερδιπλάσιο από αυτό ενός κάτεργου. Έριχναν λοιπόν άγκυρα έξω από το λιμάνι, μέσα στον όρμο που σχηματίζεται από το Κρυονέρι στα βόρεια ως τον Άγιο Σπυρίδωνα του Αργασιού, και ακόμη πιο πέρα ως την Πούντα Νταβία, στα νότια.

Το τόξο αυτό τους πρόσφερε στοιχειώδη μόνο προστασία από τους πιο συνηθισμένους ανέμους της περιοχής. Η ελλιπής αυτή προστασία αντισταθμιζόταν σε ένα βαθμό από την εξαιρετική ποιότητα του βυθού, που επέτρεπε πολύ καλή αγκυροβόληση. Η ακτογραμμή  λοιπόν που προσπαθούσε να ελέγξει ο πρεβεδούρος ήταν πολύ μεγάλη, πάνω από εφτά χιλιόμετρα, και σε αυτή θα πρέπει να προστεθεί μια θαλάσσια έκταση ανάλογου μήκους και πλάτους αρκετών εκατοντάδων μέτρων. Δεν μπορούσε να επιβάλλει τη θέληση του ούτε με το πυροβολικό της εποχής, που είχε δραστικό βεληνεκές μόνο λίγες εκατοντάδες μέτρα.

Ο όρμος της Ζακύνθου σε επιπεδομετρικό χάρτη του 1625. Στην πραγματικότητα ο όρμος είναι πολύ πιο ανοικτός και εκτεταμένος.

Η δεύτερη αναφορά του Michiel, μόλις δύο μέρες αργότερα (10).

Παρά τις διαταγές, οι οποίες απαγορεύουν την εξαγωγή σταφίδας, τόσο οι Άγγλοι όσο και οι ντόπιοι συνεχίζουν να λαθρεμπορεύονται. Δώδεκα νησιώτες περιμένουν να δικαστούν, αν και μερικοί άλλοι έχουν ήδη καταδικαστεί σε πολύ αυστηρές ποινές. Τις προάλλες έδιωξα ένα Αγγλικό πλοίο από το λιμάνι, αλλά παρέμεινε στα ανοιχτά ώσπου οι ντόπιοι φόρτωσαν λαθραία ένα φορτίο σταφίδα. Την ίδια μέρα, προς το βράδυ, οι τελωνειακοί μου βρήκαν μια βάρκα με είκοσι έξι σακιά σταφίδα στην πόρτα μιας αποθήκης – οι περισσότερες από αυτές τις αποθήκες είναι σε θέσεις πολύ ευνοϊκές για λαθρεμπόριο. Στη βάρκα, και γύρω από την αποθήκη, ήταν δεκαέξι άντρες οπλισμένοι με αλαβάρδες, σπαθιά και άλλα είδη όπλων, οι οποίοι χρησιμοποίησαν βία για να εμποδίσουν τους τελωνειακούς να κατασχέσουν τη βάρκα ή να μπουν στην αποθήκη. Αυτό θα το είχαν καταφέρει εύκολα αλλά όταν έφτασε επιτόπου ο Καπετάνιος των αρκεμπουζιέρων αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, και οι τελωνειακοί πήρανε τη βάρκα και σφραγίσανε την αποθήκη, μέσα στην οποία υπήρχε μία άλλη βάρκα, ήδη φορτωμένη σταφίδες για να τις πάει στο πλοίο. Έχω ανακηρύξει εγκληματίες δύο από αυτούς τους πολίτες, τα ονόματα των υπολοίπων δεν τα ξέρω ακόμη. Θα τους τιμωρήσω σύμφωνα με το νόμο. Η Γαληνότητα σας θα συμπεράνει από αυτό ότι είμαι τελείως αδύναμος να ελέγξω αυτό το λαθρεμπόριο. Τους λόγους τους έχω ήδη εξηγήσει και δεν θα τους επαναλάβω. Αν η ανώτατη εξουσία δεν λάβει μέτρα οι εντολές της δεν θα γίνονται σεβαστές.

Από αυτό που λέει ο Michiel καταλαβαίνουμε πως οι σαραγιάντες (σταφιδέμποροι) είχαν τις αποθήκες τους πάνω στη θάλασσα.  Ίσως πάνω στην άμμο – στα βόρεια της πόλης υπήρχε η Σαμπιονέρα, αμμουδιά που έφτανε μέχρι το Κρυονέρι, και στα νότια, από το σημερινό Άγιο Λουκά περίπου, η Μεγάλη Σαμπιονέρα ή ο Άμμος, μέχρι το ποτάμι, που πιο πέρα συνεχιζόταν με τους Άμμους των Κήπων. Ίσως πάλι να ήταν φτιαγμένες πάνω σε κάποιο ρεπάρο (11). Η αποθήκη ήταν αναγκαία γιατί αν βρεχόταν η σταφίδα θα ήταν άχρηστη. Βοηθούσε όμως και στο να μη βλέπει κανείς απέξω τι φορτώνανε. Μόλις νύχτωνε για τα καλά άνοιγαν τα φύλλα της πόρτας που έβλεπε στη θάλασσα και η βάρκα με το παράνομο φορτίο σπρωχνόταν στα βαθιά. Έφευγε με κατεύθυνση το φανάρι του πλοίου που περίμενε, αθέατη και σχεδόν τελείως αθόρυβη. Ήταν πια σχεδόν αδύνατο να τους συλλάβουν.

Τον Απρίλιο εξακολουθούσε να υπάρχει απούλητη σταφίδα – πριν την απαγόρευση θα είχε πουληθεί το Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο – και οι Βενετοί εξακολουθούσαν το κυνήγι του λαθρεμπορίου. Στις 21 του μήνα έγραφε ο Michiel (12):

Στις 5 αυτού του μήνα έφτασε στο λιμάνι το Αγγλικό πλοίο ‘Pearl’, με πλοίαρχο τον Ezechiel Cripps, από την Κωνσταντινούπολη. Ο ιδιοκτήτης και ο υπεύθυνος φορτίου ανέβηκαν, ως συνήθως, στο κάστρο για να μου αναφέρουν. Τους είπα ότι, αν ήθελαν να μείνουν στο λιμάνι, θα έπρεπε να μου δώσουν εγγύηση ότι δεν θα φορτώσουν σταφίδα, και ότι δεν θα αναχωρούσαν πριν τους γίνει έρευνα. Είπαν ότι δεν είχαν δουλειά εδώ και μόλις αποβίβαζαν κάποιους επιβάτες θα απέπλεαν. Τους είπα ότι τους έδινα όλη την ημέρα αλλά θα έπρεπε να αποπλεύσουν πριν νυχτώσει – και έτσι πήγαν κάτω στο λιμάνι. Το σούρουπο έμαθα ότι ήταν ακόμη στο λιμάνι και δεν έδειχναν ότι ετοιμάζονται για απόπλου, γι αυτό έστειλα τον αξιωματικό μου κάτω να τους πει να ξεκουμπιστούν αμέσως αλλιώς θα έπαιρνα άλλα μέτρα. Απαίτησαν γραπτή δήλωση για τους λόγους της αποβολής τους. Μετά από αυτή την αναιδή και θρασεία απάντηση, και βλέποντας καθαρά ότι σκόπευαν να μείνουν και να εκτελέσουν κάποιο κρυφό σχέδιο, διέταξα ένα κανόνι να τους σκοπεύσει, και έδωσα εντολή στον μεγαλοπρεπή Alvise Marcello, που βρισκόταν στο λιμάνι με τη γαλέα του, να επιβάλλει την εκτέλεση των διαταγών μου αλλά να μη βάλει σε κίνδυνο το πλοίο του ή το πλήρωμα του. Αμέσως έστρεψε τα κανόνια του προς το Αγγλικό και μετά ρίχτηκε από μία κανονιά, πρώτα από το κάστρο κα μετά από τη γαλέα. Καμιά δεν χτύπησε το ‘Pearl’, και αμέσως σήκωσε άγκυρα και έφυγε για τη Γλαρέντζα, όπου έμεινε αρκετές μέρες.

Από αυτά βλέπει η Γαληνότητα σας τη θρασεία συμπεριφορά των Αγγλικών πλοίων στα λιμάνια σας – είναι αποφασισμένοι να αγνοούν όλες τις διαταγές και να κάνουν ότι τους αρέσει. Αν ο ένδοξος Σινιόρ Giacomo Giustinian, Διοικητής του Στόλου των γαλεών, όργωνε αυτά τα νερά τα πράγματα θα πήγαιναν καλύτερα, και αυτό το θρασύ έθνος ή θα κρατιόταν μακριά ή θα υπάκουε στους κανονισμούς.

Εδώ ο Michiel μας λέει ποιά ήταν η συνήθης διαδικασία όταν ένα πλοίο άραζε στον όρμο της Ζακύνθου. Οι υπεύθυνοι πήγαιναν κατευθείαν στον πρεβεδούρο να εξηγήσουν το σκοπό της επίσκεψης τους και ήταν αυτός που καθόριζε αν, και με ποιές προϋποθέσεις, θα μπορούσαν να μείνουν (13). Φυσικά αυτό γινόταν μόνο αν τα υγειονομικά τους έγγραφα ήταν εντάξει ή έρχονταν από λιμάνι από το οποίο τέτοια έγγραφα δεν χρειάζονταν.

***

Αξίζει ίσως εδώ να ανοίξουμε μια παρένθεση για να κάνουμε κάποιες υποθέσεις σχετικές με το τί γινόταν εκείνη την εποχή όταν ένα πλοίο έφτανε στο λιμάνι. Οι πρώτοι άνθρωποι με τους οποίους θα συνομιλούσαν οι ναυτικοί μόλις έριχναν άγκυρα θα ήταν οι υγειονόμοι. Γνωρίζουμε ότι, σε κατοπινά χρόνια, το Υγειονομείο – που στα τέλη του 17ου αιώνα βρισκόταν κοντά στον Άγιο Νικόλα του Μόλου, σε οίκημα που ανήκε στην εκκλησία – είχε δικό του σκάφος για να προσεγγίζει τα νεοαφιχθέντα πλοία. Το σκάφος της Σανιτάς διατηρήθηκε τουλάχιστον μέχρι το τέλος της Αγγλοκρατίας, όταν το κουμάντο του το είχε ο Βερνάρδος Λεφτάκης. Τον καιρό του Michiel τέτοιο σκάφος μάλλον δεν υπήρχε ακόμη. Γνωρίζουμε ότι στις 9 Απριλίου 1586 αρκετοί Άγγλοι από το πλοίο Hercules, προερχόμενο από το Βρίστολ και έχοντας πιάσει προηγουμένως στη Μάλτα, προσπάθησαν να βγουν στη Ζάκυνθο αλλά δεν τους επιτράπηκε και γύρισαν στο πλοίο τους. Πήγαν στην Πάτρα και στις 24 Απριλίου ξαναγύρισαν στη Ζάκυνθο, όπου αυτή τη φορά τους επιτράπηκε να αποβιβαστούν μετά από αρκετές διαδικασίες. Ο αφηγητής μάλιστα λέει ότι τον περιποιήθηκαν πολύ στο ‘English house’ (μάλλον το πρακτορείο της Αγγλικής ‘Εταιρείας της Βενετίας’) (14).

Η πρώτη επαφή, από μακριά, γινόταν οπωσδήποτε με το σινιάλο του κάστρου. Αν και δεν γνωρίζουμε σίγουρα, είναι πιθανό ότι πλησίαζαν με αναρτημένη τη σημαία τους, δηλώνοντας έτσι την εθνικότητα τους. Κατόπιν τη χαμήλωναν σημαντικά, σαν δείγμα σεβασμού στην κυρίαρχη δύναμη του λιμανιού. Γνωρίζουμε ότι εκείνη ακριβώς την εποχή οι Άγγλοι είχαν απαιτήσει, και πετύχει, να χαμηλώνουν οι Ολλανδοί τις σημαίες τους και να μαζεύουν τις γάμπιες των πρωραίων ιστών τους όταν συναντούσαν Αγγλικό πλοίο σε νερά που θεωρούνταν Αγγλικά. Το μάζεμα της γάμπιας, και την αποστολή βάρκας με τον πλοίαρχο του εμπορικού στις πολεμικές γαλέες, είχαν πετύχει σχεδόν ταυτόχρονα οι Βενετοί από τους Άγγλους.

Αυτό το μάζεμα της γάμπιας είχε την έννοια ότι το πλοίο έκοβε ταχύτητα, δίνοντας στο άλλο πλοίο το πλεονέκτημα και αποδεικνύοντας έτσι τις καλές του προθέσεις. Την ίδια έννοια είχαν και οι κανονιοβολισμοί, που αργότερα χαρακτηρίστηκαν χαιρετιστήριοι. Άδειαζε δηλαδή τα κανόνια του το πλοίο, αποδεικνύοντας τη φιλική του διάθεση, και το άλλο πλοίο ανταποκρινόταν με παρόμοιο τρόπο. Το ίδιο γινόταν αν το πλοίο περνούσε μπροστά από φρούριο ή το προσέγγιζε. Με τον καιρό η διαδικασία έγινε εντελώς συμβολική και ο χαιρετισμός από τις δύο πλευρές δινόταν με μια άσφαιρη κανονιά.

Με την ευκαιρία ας περιγράψουμε μια σκηνή που έλαβε χώρα έξω από το ‘Πόρτο’ το 1586 και που φαίνεται ότι δεν ήταν τότε καθόλου σπάνια (15). Οι Άγγλοι έμπαιναν στη Μεσόγειο σε νηοπομπές, από το φόβο των Ισπανών, με τους οποίους δεν βρίσκονταν ακόμα σε πόλεμο τυπικά – η εμπόλεμη κατάσταση κράτησε από το 1588 ως το 1604 – αλλά αλληλοχτυπιόντουσαν μόλις έβρισκαν, ή κατασκεύαζαν, κάποια αφορμή. Περνώντας τη Σικελία, που ανήκε στους Ισπανούς, χώριζαν και τραβούσε ο καθένας για τον προορισμό του. Συχνά έδιναν ραντεβού στη Ζάκυνθο για την επιστροφή αφού η θέση της βόλευε τις συγκλίνουσες πορείες τους και ήταν νησί ‘γνωστό σε όλους τους πιλότους’. Μια τέτοια νηοπομπή από 5 πλοία είχε αποφασίσει να συναντηθεί στο Τζάντε για ανεφοδιασμό σε τρόφιμα και νερό, και να ξεκινήσει το ταξίδι της επιστροφής. Το πλοίο από την Κωνσταντινούπολη έφτασε πρώτο πολύ νωρίς και ξεκίνησε τη συμφωνημένη εικοσαήμερη αναμονή. Οι υπόλοιποι δεν άργησαν πολύ και σύντομα έφτασαν τα δύο πλοία από την Τρίπολη του Λιβάνου. Η συνάντηση γιορτάστηκε με εκατέρωθεν κανονιοβολισμούς, τύμπανα, τρουμπέτες και ανάρτηση σημαιών. Λίγες μέρες αργότερα έφτασαν και τα δύο πλοία από τη Βενετία, οπότε επαναλήφθηκαν οι συνηθισμένοι χαιρετισμοί.

Περίμεναν να ανεφοδιαστούν οι νεοφερμένοι αλλά στο μεταξύ είχε φτάσει στη Ζάκυνθο η πληροφορία ότι οι Ισπανοί είχαν μαζέψει δύο ισχυρούς στόλους και τους περίμεναν. Ο ένας στόλος, από 30 πολεμικές γαλέες, βρισκόταν στα στενά του Γιβραλτάρ και ο άλλος, από 20, ήταν χωρισμένος μεταξύ Μάλτας και Σικελίας. Η γνώμη των Ζακυνθινών ήταν πως με τέτοιο συσχετισμό δυνάμεων οι Άγγλοι θα καταστρέφονταν αν δεν απέδιδαν τιμές προς το Ισπανικό στέμμα. Οι Άγγλοι έπεσαν πάνω στους Ισπανούς κοντά στο νησί Παντελλερία, νότια της Σικελίας, στις 13 Ιουλίου, όπου βρέθηκαν αντιμέτωποι με 13 γαλέες. Οι Ισπανοί έστειλαν μία φρεγάτα (ελαφρύ σκάφος με κουπιά) και τους ζήτησαν να στείλουν τους πλοιάρχους τους και τους υπεύθυνους φορτίου στη γαλέα του Ισπανού ναυάρχου μαζί με όλα τους τα έγγραφα, επειδή, όπως είπαν, βρισκόντουσαν σε νερά του βασιλιά της Ισπανίας. Οι Άγγλοι αρνήθηκαν και ακολούθησε πεντάωρη μάχη, κατά την οποία οι Ισπανοί έπαθαν αρκετές ζημιές και αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν.

Αγγλικό πλοίο συγκρούεται με μεγαλύτερο Ισπανικό στα τέλη του 16ου αιώνα.

Αυτό γινόταν και με πλοία που προσέγγιζαν το λιμάνι της Ζακύνθου εκείνο τον καιρό, έστελναν τον πλοίαρχο και τον υπεύθυνο φορτίου στο κάστρο με τα έγγραφα τους. Οι υπόλοιπες διαδικασίες μόλις άρχιζαν να διαμορφώνονται στις αρχές του 17ου αιώνα και δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το τι ακριβώς συνέβαινε. Το πλοίο του Pedro Teixeira, πέφτοντας πάνω σε τέσσερες Μαλτέζικες γαλέες κοντά στη Ρόδο, χρησιμοποίησε σήματα καπνού για να εξασφαλίσει ότι δεν θα του επιτεθούν.

Το τι γινόταν αν κάποιο πλοίο άραζε στη Ζάκυνθο χωρίς άδεια εξαρτιόταν από την εθνικότητα του, το αν υπήρχαν συμφωνίες μεταξύ της χώρας του και της Βενετίας, αλλά και το συσχετισμό δυνάμεων, τόσο στο λιμάνι όσο και γενικότερα. Ο Teixeira μας πληροφορεί ότι αν κάποιο Τουρκικό πλοίο έμπαινε σε Βενετικά ύδατα ή λιμάνι χωρίς άδεια μπορούσε να συλληφθεί, και αν το πλήρωμα πρόβαλλε αντίσταση μπορούσε να φονευθεί, αρκεί αυτό να γινόταν μέσα σε 24 ώρες. Αν περνούσαν οι 24 ώρες τότε έπρεπε να αφήσουν το πλοίο ελεύθερο. Το ίδιο βράδυ με τον Teixeira μπήκε στο λιμάνι, χωρίς άδεια, ένα Τουρκικό κάτεργο κυνηγημένο από δύο Χριστιανικά. Όταν όμως μαθεύτηκε ότι πάνω στο πλοίο βρισκόταν ο ‘βασιλιάς’ του Αλγερίου (πασάς στην πραγματικότητα), που πήγαινε στην Κωνσταντινούπολη να δει το σουλτάνο, το άφησαν ελεύθερο με τον όρο να αναχωρήσει αμέσως.

***

Κλείνοντας την παρένθεση ας ξαναγυρίσουμε στο εμπόριο, όπου μέσα σε λίγα χρόνια η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο, με τη σταφίδα να πουλιέται σε εξευτελιστικές τιμές ή και να μένει απούλητη, και την τοπική οικονομία να έχει δεχτεί σοβαρό πλήγμα, αφού οι Άγγλοι είχαν μεταφέρει τις δραστηριότητες τους στα λιμάνια που ελέγχονταν από τους Οθωμανούς. Χαμένοι δεν έβγαιναν μόνο οι Επτανήσιοι αλλά και η ίδια η Βενετία, αφού έχανε τεράστια ποσά σε δασμούς. Έτσι, το Φεβρουάριο του 1609 (1608 με το Βενετικό ημερολόγιο) οι Ζακυνθινοί έστειλαν στη Βενετία μια διμελή αντιπροσωπεία, σε μια ύστατη προσπάθεια να ανατραπεί η απαγόρευση εξαγωγής. ‘Πρέσβεις’ της Κοινότητας της Ζακύνθου ήταν ο Εμμανουήλ Βολτέρρας και ο Εμμανουήλ Βλαστός, οι οποίοι υπέβαλαν σχετικό αίτημα στη Γερουσία στις 13 Φεβρουαρίου. Η Γερουσία ζήτησε τη γνώμη των Εφόρων επί του Εμπορίου (Savii alla Mercanzia) και των δύο τελευταίων γκουβερναδόρων της Ζακύνθου, του Maffio Michiel και του Geronimo Corner. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και ο Michiel, ο οποίος μισούσε τους Άγγλους όσο θανάσιμα τον μισούσαν και αυτοί, αναγνώρισε το αδιέξοδο της Βενετικής πολιτικής. Ανέφεραν λοιπόν στη Γερουσία οι δύο πρώην αξιωματούχοι στις 20 Μαρτίου 1609 (17):

Επιχειρήματα εναντίον του νόμου του 1602 που απαγορεύει τέτοιες πωλήσεις στους Δυτικούς.

Ο νόμος είναι επιζήμιος και δεν επιτυγχάνει το σκοπό του.

Οι Δυτικοί και κυρίως οι Άγγλοι, όντας αποκλεισμένοι από τη Ζάκυνθο έχουν μεταφέρει την επιχειρηματική τους δραστηριότητα στην Πάτρα, όπου διαθέτουν πρόξενο και αντιπροσώπους. Στέλνουν εκεί τα φορτία από kersey, londrina (16), κασσίτερο και άλλα είδη που ξεφορτώνονταν και πουλιόντουσαν στη Ζάκυνθο προς όφελος των τελωνείων – και έτσι όλο το κέρδος της Γαληνότητας σας μεταφέρεται στην Τουρκία. Το εμπόριο σταφίδας της Πάτρας και του Μοριά μεγαλώνει με αυτό τον τρόπο. Οι Άγγλοι έχουν δώσει προκαταβολές για να μπορέσουν οι κάτοικοι να καλλιεργήσουν σταφίδα και έχουν προσπαθήσει να δώσουν κίνητρα σε καλλιεργητές να πάνε εκεί από τη Ζάκυνθο, και το εμπόριο τώρα γίνεται στην Πάτρα, τη Ναύπακτο, το Αιτωλικό, τα Βασιλικά και την Κόρινθο. Είναι ξεκάθαρο ότι αυτό (το εμπόριο) θα αυξηθεί σύντομα – και εναπόκειται εντελώς στους Άγγλους, οι οποίοι πολύ γρήγορα θα είναι αδιάφοροι στο Ζακυνθινό προϊόν – είναι ήδη γνωστό πόσο μικρή ποσότητα σταφίδας αγόρασαν από τη Βενετία από τότε που πέρασε αυτός ο νόμος. Είναι σκληρό για τους κατοίκους της Ζακύνθου να βλέπουν το χρυσάφι που έπρεπε να ερχόταν σε αυτούς να πηγαίνει στην Τουρκία.

Επίσης το στάρι που ερχόταν με αυτά τα πλοία κρατούσε χαμηλά την τιμή του σταριού από το Μοριά.

Η Γαληνότητα σας χάνει 36 με 40.000 δουκάτα το χρόνο που έφερνε η nuova imposta από τη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά. Ξένα πλοία συχνάζουν στα λιμάνια του Λεβάντε όλο και περισσότερο – δεν έρχονται στη Βενετία με τα φορτία τους, όπως ήταν το σχεδιαζόμενο αποτέλεσμα του Νόμου. Πάνε στην Πάτρα, φορτώνουν σταφίδα από το Μοριά και συμπληρώνουν όση λείπει με λαθραία σταφίδα που στέλνεται από τη Ζάκυνθο στη Γλαρέντζα τη νύχτα. Καμία αστυνόμευση δεν φέρνει αποτέλεσμα, γιατί τα νησιά είναι ανοιχτά και οι κάτοικοι σε πλήρη συνεννόηση με τους αγοραστές.

Όλο το εμπόριο της Ζακύνθου υποφέρει, δεν υπάρχει εκεί φορτίο για τα Βενετικά πλοία.

Οι Άγγλοι και οι άλλοι κάνουν εμπόριο μεταξύ Πάτρας, Μεσσίνας και Λιβόρνο. Φορτώνουν λάδι από τη Μεθώνη και την Κορώνη – αυτό το λάδι ερχόταν παλιότερα στη Βενετία.

Όλες αυτές οι ανωμαλίες θα εξαλειφθούν εύκολα αν η Κυβέρνηση επέστρεφε στις προηγούμενες συνθήκες, επιτρέποντας την ελεύθερη εξαγωγή από τα δύο νησιά για τη Δύση, υποκείμενη στη nuova imposta επί της σταφίδας. Διότι αν γινόταν γνωστό στους Άγγλους ότι οι αξιωματούχοι σας δεν θα επέτρεπαν σε κανένα πλοίο που έχει ξεφορτώσει στην Πάτρα να φορτώσει σταφίδα στη Ζάκυνθο, θα ήταν τόσο πρόθυμοι να αγοράσουν ελεύθερα σταφίδα στη Ζάκυνθο που θα παρατούσαν την Πάτρα, την οποία προτίμησαν μόνο για να περιμένουν για σταφίδα και επειδή είχαν αποφασίσει να μην πάνε για κανένα λόγο στη Βενετία. Το εμπόριο θα επέστρεφε στη Ζάκυνθο, και θα εισέρεε στάρι επειδή οι Άγγλοι προτιμούν να εμπορεύονται εκεί παρά στην Τουρκία. Τα έσοδα των τελωνείων θα αυξηθούν και η Γαληνότητα σας δεν θα χάνει όπως από τότε που πέρασε ο Νόμος.

Απομένει να αποκρούσουμε την ένσταση ότι αν αναζωογονηθεί το εμπόριο της σταφίδας σε αυτά τα νησιά τα χωράφια θα εγκαταλείψουν την καλλιέργεια σιτηρών, τα νησιά θα εξαρτώνται από ξένες χώρες για σιτηρά και θα υπάρχει κίνδυνος να χαθούν. Αλλά η Γαληνότητα σας πρόσφατα απαγόρευσε το φύτεμα άλλων κλημάτων με ποινή το ένα τρίτο της σοδειάς. Αν αυτός ο κανόνας τηρηθεί δεν θα υπάρχει καινούργιο φύτεμα. Δεύτερον, όλα τα σταφιδάμπελα είναι αμμώδη ή αργιλώδη, και κατά συνέπεια ακατάλληλα για σιτηρά ενώ είναι από τη φύση τους κατάλληλα για αμπέλια και σταφίδες. Τίποτα δεν θα ήταν πιο απεχθές στους κατοίκους από το να υποχρεωθούν να καλλιεργούν σιτηρά σε γη που ταιριάζει σε αμπέλια. Τρίτον, υπάρχει ένα κονδύλι 50.000 δουκάτων στο ταμείο της Ζακύνθου ειδικά για την αγορά σιτηρών. Όπως και να έχει αν τα λιμάνια είναι γεμάτα με πλοία ο Κυβερνήτης μπορεί πάντα να στέλνει μερικά για σιτηρά στο Αρχιπέλαγος ή στην Αλβανία.

Η σχετική αναφορά των Εφόρων δόθηκε στις 31 Μαρτίου και ουσιαστικά συμφωνεί σε όλα τα σημεία με τους Michiel και Corner. Εντύπωση προκαλεί η ειλικρίνεια της αναφοράς σε ορισμένα σημεία, που θα ήταν αφοπλιστική αν δεν ήταν τόσο ωμή (18).

Η έλλειψη σιτηρών στη Ζάκυνθο οφείλεται κατά ένα μέρος στη φύση του χώματος και κατά το άλλο στο γεγονός ότι μεγάλο μέρος της γης σε χρήση για την παραγωγή σιτηρών είναι τώρα φυτεμένο με αμπέλια. Αποφασίστηκε ένας νόμος για να εμποδίσει την επέκταση των αμπελιών. Η nuova imposta μπήκε σε ισχύ το 1580, όχι τόσο για να αυξήσει τα δημόσια έσοδα αλλά για να διώξει τους Δυτικούς από το εμπόριο της Ζακύνθου και να το επαναφέρει στους Βενετούς. Αυτή η πράξη δεν είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα, και το 1602 πέρασε ένας νόμος που απαγόρευε την εξαγωγή σταφίδας από τη Ζάκυνθο για τη Δύση, με σκοπό να αναγκάσει όλη τη σταφίδα να έρχεται στη Βενετία, όπου θα φορτωνόταν για τη Δύση μετά την πληρωμή της nuova imposta.

Οι Έφοροι έκαναν συγκεκριμένες προτάσεις για επιστροφή στα ισχύοντα προ του 1602 αλλά και επιπλέον φορολογία για να χτιστούν μεγαλύτερες σιταποθήκες (fonteghi). Επίσης πρότειναν την παραχώρηση της είσπραξης της nuova imposta σε ιδιώτη για να καταπολεμηθεί το λαθρεμπόριο. Η Σερενίσσιμα δεν μπορούσε πια παρά να αναγνωρίσει ότι είχε χάσει το παιχνίδι που προσπάθησε να παίξει στις πλάτες των Ζακυνθινών. Στις 9 Μαΐου 1609 συγκατένευσε στην απόσυρση του νόμου του 1602 και προκήρυξε πλειοδοτικό διαγωνισμό για το συμβόλαιο είσπραξης των δασμών στις 15 Ιουλίου.

Η απόπειρα αυτή απαγόρευσης της εξαγωγής σταφίδας από τη Ζάκυνθο δεν ήταν η μοναδική. Η επόμενη ήρθε από τους Άγγλους, 30 χρόνια μετά τη Βενετική. Ούτε αυτή πέτυχε. Η σταφίδα συνέχισε να είναι η κινητήρια δύναμη της Ζακυνθινής οικονομίας για πολύ καιρό. Οι συνεχείς αυξήσεις όμως των δασμών είχαν στα τέλη του 18ου αιώνα οδηγήσει τον πολύτιμο καρπό, απούλητο, στα στομάχια των γουρουνιών. Ήταν η εποχή που η Βενετία είχε για τα καλά βουλιάξει στην παρακμή, εκεί που την είχε από καιρό καταδικάσει ο παραμερισμός της από τις αναδυόμενες ναυτιλιακές δυνάμεις της Δύσης. Άρχιζε, δύσκολα, μια νέα εποχή.

Η πηγή του μαύρου χρυσού, ο κάμπος της Ζακύνθου.



------------------------------------------------------------------------------  

(1)  Του είχαν πει ότι διέθεταν 20.000 ένοπλους και μπορούσαν να μαζέψουν 500 με 600 καβαλάρηδες μέσα σε μία ώρα. Η υπερβολή ήταν μάλλον σκόπιμη. Δεν γνώριζε κανείς αν ο περαστικός έμπορος με τον οποίο συζητούσε ήταν στην πραγματικότητα κατάσκοπος, ούτε αν ο προσκυνητής των Αγίων Τόπων, όπως ο Locke, θα πιανόταν σε λίγες μέρες αιχμάλωτος και θα μαρτυρούσε τα πάντα στους πειρατές. The voyage of M. John Locke to Jerusalem, The Principal Navigations, Voyages, Traffiques and Discoveries of the English Nation του Richard Hakluyt, τ. 5, 1904, σ. 83.

(2)  Calendar of State Papers Relating to English Affairs in the Archives of Venice, τόμος 21: 1628-1629, έκδοση 1916, σ. 553.

(3)  Early voyages and travels in the Levant, The diary of Master Thomas Dallam 1599 - 1600, έκδοση του 1893, σ. 19.

(4)  Η Γαλλική λέξη pratique, με ελληνική απώτερη καταγωγή (πρακτική), είναι ο διεθνής όρος για άδεια επιβίβασης μετά την εκπλήρωση των υγειονομικών προϋποθέσεων.

(5)  The Travels of Pedro Teixeira: with his Kings of Harmuz and extracts from his Kings of Persia, μετάφραση του William F. Sinclair, εισαγωγή και σημειώσεις του Donald Ferguson, έκδοση του 1902, σσ. 145 – 146.

(6)  Εκείνη τη μέρα είχαν φτάσει στη Ζάκυνθο δέκα Βενετσιάνικες γαλέες.

(7)  Calendar of State Papers Relating to English Affairs in the Archives of Venice, τόμος 10: 1603-1607, Έκδοση 1900, σσ. 135 – 136.

(8)  Η σημαία μάχης ήταν μια σημαία πολύ μεγάλων διαστάσεων στο ψηλότερο σημείο του πλοίου. Την αναρτούσαν σε περίπτωση πολεμικής εμπλοκής, έτσι ώστε να φαίνεται μέσα από τους καπνούς και να γνωρίζουν τα σύμμαχα πλοία τη θέση τους και ότι εξακολουθούν να πολεμούν. Σε πολλές περιπτώσεις η ανάρτηση της γινόταν για εκφοβισμό αλλά στο συγκεκριμένο επεισόδιο ήταν επίδειξη ανυποχώρητης αποφασιστικότητας.

(9)  Δημήτρης Αρβανιτάκης, Τι χωράει σε ένα μίλι; Οι παρενέργειες της δημιουργίας της πόλης του Αιγιαλού, Ζάκυνθος: Λογοτεχνικό Ιστορικό και Λαογραφικό Ημερολόγιο 2001, σ. 139.

(10)  Όπως σημ. 7, σ. 137.

(11)  Κατασκευή από ογκόλιθους που προεξείχε από την ξηρά μέσα στη θάλασσα και ήταν συνηθισμένη στη Ζάκυνθο. Υπήρχε και περιοχή που λεγόταν Ρεπάρα. Η λέξη προέρχεται από το Ιταλικό riparo, που σημαίνει καταφύγιο.

(12)  Όπως σημ. 7, σσ. 144 - 145.

(13)  Αργότερα την αίτηση στον πρεβεδούρο την έκανε ο πρόξενος, όταν υπήρχε. Αν και οι Άγγλοι είχαν ιδρύσει πρακτορείο στη Ζάκυνθο από χρόνια, και μερικοί έμποροι έμεναν στη Ζάκυνθο μόνιμα, φαίνεται ότι δεν υπήρχε ακόμη πρόξενος στις αρχές του 17ου αιώνα.

(14)  Collection of the Early Voyages, Travels, and Discoveries, of the English Nation, του Richard Hacluyt, τόμος 2ος, έκδοση 1810, σ. 419. Ίσως ο λόγος για τον οποίο δεν τους επιτράπηκε η αποβίβαση στη Ζάκυνθο την πρώτη φορά ήταν ότι μετέφεραν 20 Τούρκους, πρώην σκλάβους σε Ισπανικό κάτεργο, τους οποίους είχε απελευθερώσει ο Sir Francis Drake.

(15)  Όπως προηγούμενη σσ. 422 – 426.

(16)  Kersey και Londrina ήταν είδη μάλλινων υφασμάτων.

(17)  Calendar of State Papers Relating to English Affairs in the Archives of Venice, τόμος 11: 1607-1610, έκδοση 1904, σσ. 246 – 247.

(18)  Όπως προηγούμενη σσ. 253 – 255.
Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .