Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018

Από ‘του Μεσσαλά’ ως την Κύπρο του 1570



Η παραπάνω φωτογραφία δημοσιεύτηκε στην Αθηναϊκή εφημερίδα ‘Τα Νέα’ στις 19 του περασμένου Αυγούστου. Συνοδευόταν από ένα κείμενο του Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή, στον οποίο υποθέτω ανήκει η φωτογραφία αφού σε αυτήν απεικονίζεται η μητέρα του Νανά και οι γονείς της. Το κείμενο ξεκινάει με τη φανταστική διήγηση μιας ημέρας στη ζωή του κόντε Στέφανο Μεσσάλα, όπως τον λέει, του κόντε Μεσσαλά των Ζακυνθινών, το 18ο αιώνα. Συνεχίζεται, με υποθέτω λίγο-πολύ πραγματικά περιστατικά, το 1928, όταν βγήκε αυτή η φωτογραφία. Πρόκειται για Τριβιζαίους, τους νέους ιδιοκτήτες των χτημάτων του κόντε Μεσσαλά στον κάμπο κάτω από το Γαλάρο.

Βρήκα τη φωτογραφία συναρπαστική, και ακόμα περισσότερο το κείμενο. Γιατί με το Φίλιππο Δρακονταειδή μας ενώνει αίμα Τριβιζαίικο και η νοσταλγία για εκείνο το κομμάτι του κάμπου που ακόμα λέγεται ‘του Μεσσαλά’. Η καρδιά ‘του Μεσσαλά’ είχε μείνει σε χέρια Τριβιζαίικα και μετά την πώληση του από το θείο του κ. Δρακονταειδή. Η μάνα μου γεννήθηκε τέσσερα χρόνια μετά τη φωτογραφία, Τριβιζοπούλα κι αυτή, η μάνα της δασκάλα όπως της Νανάς. Η οικογένεια της κουβαλιόταν κάθε καλοκαίρι από το χωριό ‘στου Μεσσαλά’.  Έτσι ήταν και για μένα ένας από τους μικρούς παραδείσους των παιδικών μου χρόνων, τη δεκαετία του 1960 πια.

Τα δικά μου όρια ήταν στενότερα – όχι ‘ανατολικά ώς το λιθάρι του Μπάμπη τση Γάτας, δυτικά ώς την ιτιά την κλαίουσα του Κουκουνάρα, νότια ώς την ταβέρνα του Καρμανιόλου, βόρεια ώς τις πέντε λεύκες του Κουκουλομάτη, δηλαδή του Τεμπονέρα’ αλλά μοναχά από το στιβαρό φοίνικα στα νότια μέχρι το μεγάλο ευκάλυπτο βόρεια και το ρεματάκι ανατολικά, αυτό που αν το ακολουθήσεις φτάνεις μέχρι τον Άγιο Χαράλαμπο, στη Χώρα. Εκεί μου επιτρεπόταν να τριγυρίζω.

Παρά τη νοσταλγία βρήκα κάτι που με ενόχλησε στο κείμενο, μία λέξη μοναχά, και με καίει τόσο που με ανάγκασε να γράψω ετούτες τις γραμμές και να πλατύνω την ιστορία, να τη φτάσω σχεδόν μέχρι το μεσαίωνα, να πάρει διαστάσεις τραγικές. Όχι, δεν πρόκειται για μυθοπλασία, στοιχεία που έχουν πέσει στην αντίληψη μου θα παραθέσω μαζί με τις σκέψεις και αμφιβολίες ενός αδιόρθωτα άπιστου Θωμά.

Έγραψε λοιπόν ο κύριος Δρακονταειδής για την κυρία Μαίρη, τη δασκάλα, τη μάνα της μάνας του:

... το οικογενειακό της όνομα ήταν Μόζερα, γερμανικής καταγωγής κατά τους ιστορικούς, το όνομα Μόζερ δεν έχει, ευτυχώς, καμία σχέση με τα εβραϊκά Μόσες, Μόζες και άλλα τέτοια ...

Και γιατί ευτυχώς; Έστω και η υποψία αντισημιτισμού – δημοσιευμένη από μία από τις μεγαλύτερες εφημερίδες της Ελλάδας (μα τι κάνουν επιτέλους οι συντάκτες τους;) – όχι από κάποιον ηλίθιο αλλά από έναν άνθρωπο καλλιεργημένο και ταξιδεμένο, μου έβρασε το αίμα. Η λέξη ‘ευτυχώς’ με στενοχώρησε, και παρά τα όσα μας ενώνουν με τον κύριο Δρακονταειδή, μας χώρισε. Χωρίς να έχουμε ποτέ συναντηθεί – ευτυχώς μάλλον. Μη φοβάστε αγαπητοί αναγνώστες, δεν θα σας κάνω διάλεξη περί ρατσισμού. Την αληθινή καταγωγή των Μοζεραίων – και όχι μόνο – θα φανερώσω, για όσους δεν την γνωρίζουν ήδη, επειδή οι μύθοι περί καταγωγής τρέφουν το ρατσισμό. Και επειδή η ιστορία των οικογενειών είναι Ιστορία της Ζακύνθου, της Ελλάδας και πάει λέγοντας. Ας πιάσουμε λοιπόν τα πράγματα ένα-ένα, πάμε πίσω στον κόντε Μεσσαλά.




Αν πιστέψει κανείς αυτά που γράφει ο Ευγένιος Ρίζος-Ραγκαβής και ο Λεωνίδας Ζώης για την οικογένεια Μεσσαλά τότε πρόκειται για έναν ‘Εκ των αρχαιοτέρων και επισημοτέρων οίκων της Ρώμης, επί της εποχής των Ταρκυνίου και Τιβερίου’. Από τη Ρώμη, άγνωστο πως και γιατί, η οικογένεια μετανάστεψε στην Κωνσταντινούπολη και μετά την πτώση της το 1453 βρέθηκε στο χωριό Κουτήφαρι της Μάνης. Από κει δε στη Ζάκυνθο, όπου η ευγένεια της καταγωγής τους δεν μπορούσε, υποτίθεται, παρά να αναδυθεί και πάλι.

Ο κατάλογος αποδείξεων της Ρωμαϊκής προέλευσης της οικογένειας είναι κάπως περιορισμένος. Δηλαδή, για να κυριολεκτούμε, η ένδοξη και αρχαία τους καταγωγή στηρίζεται μόνο στην ομοιότητα του ονόματος τους με αυτό της Ρωμαϊκής οικογένειας Messala. Ούτε εγώ όμως διαθέτω το παραμικρό στοιχείο που να διαψεύδει όσα ισχυριζόταν η ευγένεια τους. Και στο κάτω-κάτω της γραφής όταν δέκα εκατομμύρια Έλληνες και δύο εκατομμύρια Σκοπιανοί πιστεύουν ότι είναι απόγονοι του Μεγαλέξαντρου, του οποίου ο μοναχογιός δολοφονήθηκε σε παιδική ηλικία, η ματαιοδοξία μιας φαμελιάς με πείραξε;

Επειδή είμαι, όπως είπα, άπιστος Θωμάς, αναρωτιέμαι απλά μήπως το Μεσσαλάς δεν προέρχεται από το Messala αλλά από το μεσάλι ή την μεσσάλα (εκ του λατινικού mensale κατά τον Κριαρά), δηλαδή το μεσαιωνικό τραπεζομάντηλο. Με άλλα λόγια μήπως το Μεσσαλάς σημαίνει Τραπεζομαντηλάς, κατά το Τσουκαλάς ή το Αμπελάς – ή, μάλλον, για να χρησιμοποιήσω δύο γνωστά επώνυμα από το Κουτήφαρι, όπως το Δοξαράς και το Γεννηματάς. Αν τα πράγματα είναι έτσι, τότε ο πιο ένδοξος πρόγονος τους είναι κάποιος Ζακυνθινός ονόματι Γεώργιος Μεσσαλάς, απόγονος ανυφαντρών της Μάνης, λοχίας του Τσέρνιδου (Πολιτοφυλακής), που πριν από καμιά τριακοσαριά χρόνια προήχθη σε λοχαγό και πήρε ‘τίτλο ευγενείας’. Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματι μου, οι άνθρωποι είναι Ρωμαίοι πατρίκιοι, το έγραψε ο Ζώης, τε-λεί-ω-σε!

Αυτή είναι η οικογένεια Τριβιζά, ιταλικής καταγωγής κατά τους ιστορικούς, από την πόλη Τρεβίζο, κάποιοι υποστήριξαν πως το όνομα προέρχεται από τους Τρεβιζάν, δόγηδες της Βενετίας.

Έτσι έγραψε ο κ. Δρακονταειδής. Ναι, έτσι είναι, μόνο που οι Τριβιζαίοι είναι η ακριβώς αντίθετη περίπτωση. Παρά το ελληνοφανές του ονόματος τους – ιδιαίτερα όταν γράφεται Τριβυζάς – η απώτερη καταγωγή της οικογένειας φαίνεται πως είναι  ο μυχός της Αδριατικής. Το όνομα πάντα απαντιέται σε περιοχές και εποχές συνυφασμένες με τη Βενετική κυριαρχία από το 13ο αιώνα και μετά. Στους πρώτους αιώνες σαν Trevisan, Tervisan, Trivisan, Trivisano, ενώ από το 1500 και μετά κάνει δειλά την εμφάνιση του το Τριβιζάς. Μετά το 1600 το ελληνοποιημένο όνομα έχει πλέον γίνει κανόνας. Κάποιοι από αυτούς αναφέρονται σαν νόμπιλοι ενώ είναι βέβαιο, λόγω επαγγέλματος, πως κάποιοι άλλοι δεν λογαριάζονταν σαν ευγενείς.

Το πότε, το γιατί και από που ήρθαν στη Ζάκυνθο οι Τριβιζαίοι του Γαλάρου δεν είναι γνωστό. Δεν μπορούμε έτσι να γνωρίζουμε αν είχαν σχέση, οσοδήποτε μακρινή, με την παλιά και ευάριθμη φάρα των Trevisan ή Trivisan του Δόγη Marcantonio. Αν είναι δηλαδή, έστω και τραβηγμένη από τα μαλλιά, ‘φαμίλια ντουκάλε’ όπως θα έλεγε ο Ρώμας. Σημασία δεν έχει, αφού οι άνθρωποι αυτοί ποτέ δεν παινεύτηκαν για τέτοιες σχέσεις, ποτέ δεν χρησιμοποίησαν οικόσημο.  Ήταν πάντα υπερήφανοι για την οικογένεια τους χωρίς ανάγκη από τέτοια φτιασίδια.

Όταν ήμουν παιδί καμιά φορά αναρωτιόμουνα γιατί όλοι αναφέρονταν πάντα σε έναν συγκεκριμένο συγγενή με το επώνυμο του μοναχά. Δεν ρώτησα ποτέ ούτε ποιό ήταν το μικρό του όνομα ούτε γιατί δεν το χρησιμοποιούσαν. Το συνήθισα. Το λόγο τον έμαθα πριν μερικά χρόνια, όταν έτυχε να είμαι στη Ζάκυνθο και πήγα στην κηδεία του: ήταν περίπου την εποχή της φωτογραφίας όταν ένας από τους Τριβιζαίους, ο πατέρας του, κατάφερε επιτέλους, μετά από πολλές προσπάθειες, να αποχτήσει ένα γιό. Περιχαρής και περήφανος τον βάφτισε Τριβιζά, έτσι που να έχει το ίδιο όνομα και επώνυμο και να μην είναι τίποτα άλλο εκτός από Τριβιζάς.


Στρατιώτες, έφιπποι και οπλισμένοι με δόρατα ως συνήθως, έξω από τα τείχη της Αμμοχώστου. Λεπτομέρεια από σχέδιο του Simon Pinargenti, 1573.

Για την οικογένεια Μόζερα γνωρίζουμε, τώρα πλέον, περισσότερα πράγματα. Δεν είναι ίσως αρκετά για να ετυμολογήσουμε το όνομα, αλλά είναι νομίζω αρκετά για να πούμε πως προέλευση από τη Γερμανία είναι απίθανη. Πιο πιθανό είναι το όνομα να έχει σχέση με το Μούσουρας (ή Μόσουρας ή Μούσχουρας, δηλαδή Μοσχάρης στα Αρβανίτικα) παρά με το Μόζερ. Ας εξηγήσω όμως το γιατί.

Στο άρθρο της ‘ Έργα και ημέρες του Νικόλαου Μώζερα [16ος αι.]’ στην Κυπριακή εφημερίδα ‘Πολίτης’ το Σεπτέμβριο του 2014, η Νάσα Παταπίου, ιστορικός και ερευνήτρια των Βενετικών αρχείων, έγραψε:

Στις 12 Μαρτίου του 1575, η βενετική Γερουσία μετά από σύσκεψή της είχε εξετάσει και πήρε αποφάσεις για διάφορα αιτήματα κάποιων υπηκόων της. Μεταξύ αυτών των αιτημάτων είχε εξεταστεί και ένα αίτημα το οποίο είχε υποβληθεί από έναν υπερασπιστή της Λευκωσίας το 1570, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της από τους Οθωμανούς. Επρόκειτο για τον stradioto Νικόλαο Μώζερα με καταγωγή από την Πελοπόννησο. Το περιεχόμενο του αιτήματός του ξεδιπλώνει τη δική του ιστορία, αλλά και αυτή της οικογένειάς του.
Ο Νικόλαος Μώζερας καταγόταν από μια μεγάλη οικογένεια Ελληνοαλβανών που υπηρετούσαν γενεές γενεών στα βενετικά στρατιωτικά σώματα του ελαφρού ιππικού, γι’ αυτό και ο ίδιος σημειώνει στο αίτημά του ότι ακολούθησε το παράδειγμα των προγόνων του και εντάχθηκε σ’ αυτά. Ήταν γιος του αείμνηστου Γκιώνη Μώσερα από το Ναύπλιο (
Napoli di Romania) και είχε εγκατασταθεί στην Κύπρο μαζί με τους αδελφούς του για να υπηρετήσει στο ελαφρύ ιππικό. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς είχε εγκατασταθεί στην Κύπρο, γιατί ο ίδιος δεν μνημονεύει κάτι σχετικό στο αίτημά του, αλλά φαίνεται να είχε έρθει αρκετά πριν γιατί στη μεγαλόνησο είχε ήδη και δική του οικογένεια. Ο Νικόλαος εντάχθηκε στον λόχο του ιππότη Παλαιολόγου και υπερασπίστηκε τη Λευκωσία. Ο αδελφός του Μαρτίνος υπηρέτησε στον λόχο του διοικητή Ανδρέα Ροντάκη και ο αδελφός του Κόντος στον λόχο του Κόντου Ροντάκη και υπερασπίστηκαν και οι δύο την Αμμόχωστο κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της από τους Οθωμανούς.

Αυτή είναι η καταγωγή των Μοζεραίων. Αρβανίτες της Αργολίδας, που με την παραχώρηση του Ναυπλίου στους Τούρκους το 1540 επέλεξαν τον εκπατρισμό. Κάποιοι από αυτούς, αν όχι όλοι, εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο. Ίσως μερικοί να πήγαν και στην Κρήτη, γιατί ο Ζώης γράφει πως στη Ζάκυνθο ήρθαν από εκεί και ότι βρίσκονταν πια στη Ζάκυνθο το 1589. Είναι χαρακτηριστικό πάντως  ότι ήρθαν μετά την κατάκτηση της Κύπρου από τους Οθωμανούς.

Ο Νικόλαος Μόζερας πήρε μέρος σε μάχες και στις 9 Σετεμβρίου 1570, ημέρα άλωσης της Λευκωσίας, τραυματισμένος από Τουρκικά βέλη, αιχμαλωτίστηκε. Επίσης αιχμαλωτίστηκαν η γυναίκα του και οι τρεις μικροί γιοί του. Ο ίδιος ρίχτηκε στα Τουρκικά κάτεργα από όπου απελευθερώθηκε, μαζί με χιλιάδες άλλους Χριστιανούς κωπηλάτες, κατά τη διάρκεια της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου τον επόμενο χρόνο και του δόθηκε η ευκαιρία να πολεμήσει, πάραυτα, εναντίον των δυναστών του. Στο μεταξύ όμως είχαν αιχμαλωτιστεί στην Αμμόχωστο η μητέρα του, οι αδελφοί του και άλλοι συγγενείς. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε και πολέμησε στη Δαλματία, ώσπου διορίστηκε στη Στρατεία (σώμα των Στρατιωτών) της Κεφαλονιάς. Δεν είναι γνωστό πόσοι από τους συγγενείς του έγινε δυνατό να απελευθερωθούν.

Πέρα από τον ηρωισμό και τις θυσίες του Νικόλαου Μόζερα δεν μπορούμε να παραλείψουμε ότι πήρε μέρος και σε ένα φριχτό έγκλημα. Στα μάτια τα δικά του, των συμπολεμιστών του και της Βενετικής εξουσίας δεν ήταν τέτοιο. Εμείς όμως δεν μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε διαφορετικά. Λεπτομέρειες για το περιστατικό δίνει πάλι η Νάσα Παταπίου, σε άλλο άρθρο της στην ίδια εφημερίδα το Φεβρουάριο του 2014.

Λίγες μέρες μετά την αρχική Οθωμανική απόβαση, στις 4 Ιουλίου του 1570, οι πρωτόγεροι  των Λευκάρων σύναψαν συνθήκη με τους εισβολείς για να γλυτώσουν το χωριό τους. Αυτό θεωρήθηκε προδοσία από το Βενετό τοποτηρητή Nicolo Dandolo, που διέταξε την παραδειγματική τιμωρία των Λευκαριτών. Πριν ξημερώσει η 9η Ιουλίου 100 Στρατιώτες και 600 τσέρνιδοι από τη Λευκωσία εισέβαλαν αιφνιδιαστικά στα Λεύκαρα. Ένας από τους Στρατιώτες ήταν ο Νικόλαος Μόζερας. Έσφαξαν όσους άντρες βρήκαν, τετρακόσιους τον αριθμό, εκκένωσαν το χωριό από τα γυναικόπαιδα και το έκαψαν.

Επικεφαλής του αποσπάσματος των σφαγέων ήταν ο Δημήτριος Λάσκαρης Μεγαδούκας, ένας από τους καπετάνιους της Στρατείας. Ήταν δισέγγονος του Ισαάκιου Λάσκαρη Παρασπόνδυλου, Πρωτοστράτορα του Μοριά τον προηγούμενο αιώνα, που είχε πάρει μέρος στον πόλεμο της Φερράρα. Παππούς του ήταν ο Δημήτριος Λάσκαρης Μεγαδούκας, που δοξάστηκε και αυτός στην Ιταλία, είχε χτήματα στη Ζάκυνθο και ήταν για χρόνια Governator της Κυπριακής Στρατείας . Ο πατέρας του Αλέξανδρος, που είχε πια πεθάνει, είχε και αυτός χρηματίσει διοικητής της Στρατείας.

Ο Δημήτριος έπεσε λίγο αργότερα πολεμώντας στη Λευκωσία, όπως επίσης οι αδελφοί του Ιωάννης και Φίλιππος, καπεταναίοι και αυτοί. Η μητέρα του, η Κύπρια Ιωάννα Συγκλητικού, ο μικρός αδελφός του Ευγένιος και οι αδελφές του αιχμαλωτίστηκαν. Έξι αδελφές λέει η Παταπίου, τρεις λέει ο Χιώτης, η Ελένη, η Θεοδώρα και η Λασκαρίνα. Η Ιωάννα και ο Ευγένιος εξαγοράστηκαν, και είναι αυτός ο Ευγένιος που βρέθηκε διάδικος στη Βενετία με το Θεοδόση από τις Βολίμες για ζητήματα περιουσιακά το 1575. Δολοφονήθηκε στη Ζάκυνθο στα 1612. Είκοσι δύο χρόνια μετά την αιχμαλωσία τους οι αδελφές του φαίνεται πως ήταν ακόμα σκλάβες.




Ένας άλλος καπετάνιος που πήρε μέρος στη σφαγή των Λευκάρων ήταν ο Θωμάς Μπλέσσας. Μπλέσσας ή Πλέσσας λέει η Νάσα Παταπίου, επηρεασμένη μάλλον από τον Κωνσταντίνο Σάθα, που δεν έβλεπε διαφορά ανάμεσα στα δύο ονόματα. Επειδή οι Πλεσσαίοι είναι σόι πολυάριθμο της Ζακύνθου – τυχαίνει μάλιστα να είμαι κι εγώ Πλέσσας εκτός από Τριβιζάς – να ξεκαθαρίσουμε ότι οι Μπλεσσαίοι δεν έχουν σχέση με τη Ζάκυνθο και αποτελούν χωριστό κλάδο εδώ και αιώνες.

Το 15ο αιώνα οι Πλεσσαίοι ήταν εγκατεστημένοι κυρίως στη δυτική Πελοπόννησο, στην Ωλένη, και μετακινήθηκαν στη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά στις αρχές του 16ου, μετά την πτώση της Μεθώνης και την παράδοση της Κορώνης. Πρώτη αναφορά στη Ζάκυνθο το 1514. Κάποιοι από αυτούς είχαν βρει απασχόληση σαν Στρατιώτες την ίδια εποχή στην Ιταλία, όπως ένας Τζώρτζης Πλέσσας, με τρία άλογα, το 1512.

Οι Μπλεσσαίοι φαίνεται πως είχαν εγκατασταθεί κυρίως στην Αργολίδα, από όπου ο Γκίνης Μπλέσσας ηγήθηκε μιας μεγάλης ομάδας Στρατιωτών που έφυγαν για τον πόλεμο της Φερράρα το 1482. Μπλεσσαίοι είχαν συμμετάσχει και στην άμυνα της Μεθώνης αλλά ο Θωμάς ήταν πιθανότατα Ναυπλιώτης, όπως οι περισσότεροι Στρατιώτες στην Κύπρο. Η τύχη του εκεί ήταν παρόμοια με του Μόζερα και πολλών άλλων. Τραυματίστηκε στη Λευκωσία αλλά κατάφερε να αποφύγει την αιχμαλωσία διαφεύγοντας στην Αμμόχωστο. Πολέμησε και εκεί και, όταν παραδόθηκε η καστρόπολη, αιχμαλωτίστηκε και έμεινε σκλάβος τρία χρόνια μέχρι να εξαγοραστεί. Κάποιος  Θωμάς Πλέσσας αναφέρεται από τον Αγαθάγγελο Ξηρουχάκη να είναι καπετάνιος Στρατιωτών στην Κέρκυρα το 1584. Ίσως είναι ο ίδιος ίσως όχι.

Οι Μπλεσσαίοι εγκαταστάθηκαν στη Κεφαλονιά, λίγοι από αυτούς πριν το 1567. Στον Στέφανο Μπλέσσα δόθηκε φέουδο το 17ο αιώνα. Ο ένας από τους γιούς του μάλιστα ονομαζόταν Θωμάς. Κανένας Μπλέσσας δεν εγκαταστάθηκε ποτέ στη Ζάκυνθο. Σήμερα μία πυραυλάκατος του Πολεμικού Ναυτικού φέρει το όνομα Μπλέσσας προς τιμήν του αείμνηστου Πλωτάρχη Γεωργίου Μπλέσσα, κυβερνήτη του αντιτορπιλικού Βασίλισσα Όλγα στο Δεύτερο Παγκόσμιο.  Όχι μόνο διακριτός κλάδος οι Μπλεσσαίοι αλλά και πιο διακεκριμένος. Κανείς από τους πολυάριθμους Πλεσσαίους δεν πήρε ‘τίτλο ευγενείας’. Και δεν έδωσαν το όνομα τους ούτε σε σωσίβιο. Ούτε οι μεν όμως ούτε οι δε έχουν σχέση με τον περίφημο Μανώλη Μπλέσση, που οι μπαρτζολέτες των κατορθωμάτων του τραγουδήθηκαν στη Βενετία το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. Κι αυτό γιατί, όπως φαίνεται, ο Μπλέσσης ήταν τόσο μυθικός όσο και τα κατορθώματα του.

Όποιος άντεξε να διαβάσει μέχρι εδώ μπορεί τώρα να ρωτήσει γιατί σας τάραξα στη γενεαλογία και στις ασήμαντες ιστορικές λεπτομέρειες. Γιατί, με αφορμή μια παλιά φωτογραφία, σας έφτασα ως τους θαλάμους του Ορφικού Άδη, να αφουγκραστείτε αντίλαλους ξεχασμένων οδυρμών. Υπάρχει λόγος; Μια στιγμή να φορέσω το απόλυτα κηδεμονευτικό μου ύφος και θα σας πω.

Ήθελα να δείξω πως, στη μεγάλη μας πλειοψηφία, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο, είμαστε απόγονοι προσφύγων και περιπλανώμενων. Γι αυτό δεν μας ταιριάζει η καταφρόνια για άλλους πλάνητες και κατατρεγμένους, όπως οι Εβραίοι, ή για τους απογόνους τους. Είναι ύβρις προς τους προγόνους μας. Και, επειδή εκεί που βρίσκονται αυτοί δεν τους πιάνει τίποτα, είναι τελικά φτυσιά στα μούτρα μας. Τόσο η δόξα όσο και η ατίμωση μπορεί να αγκαλιάσουν όλους τους θνητούς και μερικές φορές πάνε αντάμα, ακριβώς όπως έγινε με το Νικόλαο Μόζερα.

Πριν από 448 χρόνια ένας Μεγαδούκας εξόντωσε, τζάμπα και βερεσέ όπως αποδείχτηκε τελικά, 400 Χριστιανούς συμπατριώτες του. Σε ένα απίστευτο σκέρτσο της Ιστορίας,  374 χρόνια αργότερα ένας απόγονος των Μεγαδουκαίων, ο δήμαρχος Ζακύνθου Λουκάς Καρρέρ, έβαλε το κεφάλι του στο ντορβά για να γλυτώσει από την εξόντωση 275 Εβραίους συμπατριώτες του. Δεν είναι η καταγωγή που μετράει, είναι ο συγκεκριμένος άνθρωπος. Το έγκλημα του Δημήτριου Μεγαδούκα δεν βαραίνει κανέναν άλλο εκτός από τον ίδιο, ακριβώς όπως το Ολοκαύτωμα και όλα τα άλλα φοβερά εγλήματα του Ναζισμού δεν βαραίνουν τους σημερινούς Γερμανούς. Αντίθετα, το παράδειγμα του Λουκά Καρρέρ αποθέτει στο διηνεκές βαριά ευθύνη πράξεων, λόγων και συναισθημάτων στους ώμους όχι μόνο των Καρρέρηδων αλλά και όλων των συμπατριωτών του, όπου γης, τουλάχιστον όσων θέλουν να αισθάνονται υπερηφάνεια για την πράξη του. Είναι ακριβώς αυτή η ευθύνη που με οδήγησε, με πειθανάγκασε σχεδόν, να γράψω τα παραπάνω. Αυτά...


Δυστυχώς έχω προβλήματα με το λογαριασμό μου και δεν μου δίνει τη συνατότητα να απαντήσω σε σχόλια. Αν θέλετε απάντηση γράψτε μου στο pampalaea@gmail.com


15/03/18 Ευχαριστώ τους σχολιαστές για το καλωσόρισμα! Επειδή με κάνανε να επισκεφτώ πάλι την ανάρτηση βρήκα και ένα λάθος μου. Η Ωλένη είναι στη δυτική Πελοπόννησο, στην Ηλεία. Διορθώθηκε.

Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

An answer to Theo regarding the death of Vesalius


Three years after my speech at the Vesalius Continuum meeting, where I suggested that scurvy appeared as the only possible explanation to Vesalius’ death, Dr. Rudi Coninx and Theo Dirix published a refutation. Theo is a dear friend and Dr. Coninx has dealt with scorbutic patients in Ethiopia. In addition, Theo is – along with another good friend, Pascale Pollier-Green – the driving force behind the search for Vesalius’ remains. Arguments are always welcome, since they bring us closer to the truth, and are particularly important amongst people with common goals. Here is my reaction.

Quotes have been altered or truncated for brevity.

1.      Vesalius must have eaten well in the Holy Land because he was a nobleman.

The point I made was that at that time of year there was extreme scarcity of foods containing Vitamin C in that area, not that Vesalius was devoid of means or that he was not well looked after by the monks who hosted him.

2.      Vesalius ate the food that protected monks from scurvy.

It did not protect them. There is at least one recorded outbreak of scurvy in a Holy Land monastery[1].  The circumstances were not unusual so scurvy in those monasteries was probably not uncommon.

3.      Scurvy was not uncommon in the area but people were not dying in large numbers.

If they had been suddenly forced to migrate en masse, through desert and sea for three months in Vesalius’ footsteps, there would have been a very large number of deaths.

4.      Liver and kidneys are also sources of Vitamin C.

True, but they are not prime cuts. How many times a month would a nobleman be offered offal? I would say probably none.

5.      Forty days at sea is not long enough to develop scurvy. Symptoms appear after 3 months at least.

This is true for a previously healthy-eating subject of a study. An 18th century British warship could easily have a dozen dead and another 50 sick in less than 2 months[2]. There are many factors such as activity, infections, temperature, stress, smoking and possibly others, like age, gender, weight and genetic make-up. The most important though is the amount of Vitamin C in the body when the period of deprivation starts. Some historians seem to believe that West European aristocrats would not have fared very well in this field because of their diet. There is an intriguing study by Susan Maclean Kybett that suggests Henry VIII of England, a contemporary of Vesalius, died from scurvy. And he was neither in the Middle East nor at sea. Vesalius had been travelling for seven months prior to his death. Of those, more than two he spent at sea and more than three in arid conditions during the summer. This is how and where he spent the last five months of his life. He could have been affected by scurvy and died even earlier than he did.

6.      “Clinical description is typical for scurvy”. This is simply not true.

What is not true is that I ever made the above statement. I am not a doctor and I did not make a diagnosis. I presented a theory based on historical research. What I said is that every single thing we know about this case, not only the few symptoms known to us, either points to scurvy or is compatible with scurvy. At the same time no other illness fits the picture. I also made two more observations. First that the sources, which do not name the disease – scurvy had no universally accepted name yet – and do not consciously describe its symptoms, do give a number of causes for it, all of which feature in a list of causes of scurvy in the treatise of Johannes Echtius. Second that the fact Echtius took the trouble to meet Georgius Boucherus – the man who travelled with Vesalius and paid for his burial – and hear for himself the details of what happened is probably not coincidental.

7.      Vesalius would have recognised the symptoms of scurvy and described them.

We have no description of the disease or its symptoms by Vesalius. There is no reason to believe that Vesalius would have described symptoms of scurvy but not of the plague or of cholera for example. All sources are unfortunately silent on the symptoms. His mental state and his sudden death were only mentioned because they were unusual and impressive events, and in the case of the former also as a factor that contributed to his illness. I am the one who considers them as symptoms of an illness.

8.      Echtius’ treatise was only published after his death in 1556.

This is incorrect. Echtius was alive almost a decade after that and heard Boucherus describe Vesalius’ death with his own ears. The treatise was first published in 1564, the year of Vesalius’ death, albeit was wrongly attributed to Wierus.

9.      Echtius believed scurvy was caused by a blocked spleen, leading to an excess of black bile.

Echtius believed that an excess of black bile (melancholic humour) caused scurvy. He wrote that in addition to eating preserved foods and mouldy biscuit, and drinking foul water, the following conditions led to an excess of black bile: warm air, lack of sleep, hard manual work, anxiety and fevers. Each one individually could cause scurvy even if the diet was good[3]. The reasons for Vesalius’ illness as indicated by the sources are: eating rotten biscuit, drinking corrupt water, hot weather and extreme worrying. Please compare with the list of causes given by Echtius in his treatise.

10.   It is claimed that extreme fear and irrational behaviour … are well known early symptoms [Plessas ]. This is not the case.

I quote Rev. Richard Walter of the Anson expedition, who saw many of his shipmates die from scurvy: This disease is likewise usually attended with a strange dejection of spirits; and with shiverings, tremblings, and a disposition to be seized with the most dreadful terrors on the slightest accident[4].   

11.   This (absence of extreme fear and irrational behaviour) is also the observation of one of the authors (RC) having observed scurvy patients in Ethiopian prisons.

Did any of Dr. Coninx’s patients see other inmates die from scurvy? Did he ever observe one of his patients witness an accident? Were his patients evaluated by a psychiatrist? I would hazard the guess that the answer to all the questions is no. I choose to believe Rev. Richard Walter.

12.   The Italian Pietro Bizzari based his account on what he had been told by an anonymous Venetian goldsmith.

Bizzari’s account is not credible. It clashes with the accounts of three different people, who saw Vesalius’ grave in Santa Maria delle Grazie.

13.   Metellus describes the symptoms of Vesalius’ illness.

No, he does no such thing.

14.   The possibility of rotten food as a cause of death on the ship is plausible.

I hope this is not a suggestion that a great physician like Vesalius could not recognise the symptoms of food poisoning in others. If he did, it would have been possible to identify the particular source and he would not have fallen ill himself. Even if that was not possible they could have resorted to sharing the supplies of the crew, who had suffered no cases of illness. Surely it is best to be malnourished than risk death from food poisoning. In addition, had the cause of death been food poisoning, the sources would not have blamed Vesalius’ worrying for his illness. Finally, since the authors seem to agree that Metellus’ version of events is the most reliable, how is it possible for a man on the verge of death from food poisoning to be walking on the seashore of Zakynthos? Food poisoning as a cause of death is not plausible even though the sources claim the disease was somehow related to food and water shortage.

15.   A 1971 study by Kinsman and Hood which allegedly claims that personality changes are amongst the first symptoms of scurvy.

Why allegedly? I quote from the study: The personality changes occurred at an earlier stage of depletion than the psychomotor changes, which did not appear until obvious clinical scurvy was present[5]. So the study does claim that personality changes are amongst the first symptoms of scurvy, the very first as a matter of fact. According to figure 3 of the study the MMPI T-scores started increasing when the level of Vitamin C in the body was at the equivalent of 761 mg. Clinical signs of scurvy became apparent only when the level went down to 300 mg.

16.   The study’s sample is small, not representative of a general population, based on answering a questionnaire and not observation.

Clinical studies of this nature face obvious limitations. If the authors are prepared to disbelieve the testimony of people who lived in a confined space with many victims of scurvy until the final fatal outcome, it is no wonder they complain about the study. Doubting is their prerogative, however, the way to discredit the study is to either find an error in the data or its interpretation, or conduct their own study and come up with different results.

17.   The quoted personality changes peak on day 107. Certainly not an early symptom.

Do the authors consider a symptom only when it peaks? Is pain not pain until it becomes unbearable?

18.   Elevation of this triad is also found in prolonged semi starvation, and deficiencies of B-complex vitamins.

The study at this point refers to Brozek and indirectly to the Minnesota Starvation Experiment of 1944-45, meaning semi-starvation over many months. It is clearly not relevant here as Vesalius did not face food shortages for more than a few weeks. As for vitamins of the B complex if the authors are ready to suggest that Vesalius may have died from beriberi or pellagra I am ready and happy to argue.

19.   These changes are characteristic of individuals who are physically ill, as the subjects were.

Yes, but in the beginning they did not know that they were ill (no clinical signs). Besides, there is another study which indicates that “behavioural change in human scurvy patients has a physiological rather than a solely psychological basis”[6].  And there is a suggested biological explanation. “Vitamin C is a cofactor in the biosynthesis of catecholamines, most notably in the conversion of dopamine to norepinephrine, which may explain the behavior and mood disorders associated with vitamin C deficiency”[7].  “Acutely hospitalized patients experience emotional distress for many reasons; therefore, it may seem unexpected that simple correction of their vitamin C deficiency could account for such rapid and dramatic improvements in psychological well-being. There are several reasons why this possibility merits serious consideration. First, the result is biologically plausible. Psychological dysfunction is known to occur in vitamin C deficiency, presumably because of the involvement of ascorbate in neuronal transmission and in brain neurotransmitter and fuel metabolism.”[8] 

20.   Vesalius’ reaction was normal in the view of many passengers getting sick, dying and being thrown overboard.

Did all the passengers start begging the crew not to throw their dead bodies overboard? Did Boucherus do it? Why did he then only report Vesalius doing it? Was it normal behaviour for a distressed 16th century aristocrat to beg lowly-born sailors?

21.   The only known symptoms of Vesalius are consistent with many other diseases.

I think the best way for someone to debunk the scurvy theory is to make a list of diseases that could have killed Vesalius. It appears that the authors do not consider it too great a challenge. But these diseases have to be compatible with the circumstances and the authors will have to do considerably better than the suggestion of food poisoning.

22.   Vesalius died from exhaustion combined by illness. 

All sources agree that Vesalius died from an illness. He had gone through an ordeal, he was probably malnourished and dehydrated to some extent but there is no evidence of exhaustion. He was sick, not tired. He was a passenger on a ship, not a galley slave. The crew, who worked around the clock, were fine. The only exhaustion was that of his reserves of Vitamin C.

23.   In order to have a definite diagnosis, it will be important to locate the grave of Andreas Vesalius.

Amen. I have one more reason to wish it than most of the many people who wish Theo and Pascale good luck in the search for the grave. I expect to be vindicated. And I hope that maybe my work will contribute in the beyond doubt identification of Vesalius’ remains.







[1] Voyages and Travels in the Levant in the Years 1749, 50, 51, 52, London 1766, p. 147.
[2] Medicina Nautica: an Essay on the Diseases of Seamen, Volume III, London 1803, p. 387.
[3] De magnis Hippocratis Lienibus Libellus, Antwerp 1564, pp. 26a – 31b.
[4] A voyage round the world in the years MDCCXL, I, II, III, IV, 5th edition,
London 1749, p. 101.
[5] Robert A. Kinsman and James Hood, Some behavioral effects of ascorbic acid deficiency, The American
Journal of Clinical Nutrition, April 1971.
[6] Fiona E. Harrison, Behavioural and neurochemical effects of scurvy in gulo knockout mice, Journal for
Maritime Research, Volume 15, Issue 1, 2013.
[7] Olivier Fain, Musculoskeletal manifestations of scurvy, Joint Bone Spine 72, 2005.
[8] Wang et al, Effects of vitamin C and vitamin D administration on mood and distress in acutely hospitalized patients, the American Journal of Clinical Nutrition, 2013.

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Καρναβάλι στη Ζάκυνθο γύρω στα 1840 – μέρος B΄


Ο Άγιος Λύπιος από το Βουβαλομάντρι, William Gell 1811 (Βρετανικό Μουσείο).

Κατά το τελευταίο δεκαπενθήμερο το Καρναβαλιού οι παραστάσεις της όπερας, αντί για τέσσερες με πέντε φορές την εβδομάδα, δίνονται κάθε βράδυ. Κάθε τόσο ένα είδος λαχειοφόρου, που λέγεται Τόμπολα, γίνεται μεταξύ των πράξεων, με την κλήρωση επί σκηνής. Οι λαχνοί έχουν αρκετά χαμηλή τιμή έτσι που να μπορεί να τους αγοράσει ο καθένας. Υπάρχουν τρία έπαθλα, η Quartina, η Cinquina και η Tombola. Κάθε λαχείο έχει δεκαπέντε τυχαίους αριθμούς κατανεμημένους σε τρεις οριζόντιες γραμμές, με πέντε αριθμούς στην κάθε μία. Ας υποθέσουμε ότι πουλιούνται 100 λαχνοί, κάθε ένας με διαφορετική σειρά ή συνδυασμό αριθμών, ενώ διπλότυπο του καθενός κρατιέται για έλεγχο. Όλοι οι χρησιμοποιούμενοι αριθμοί μπαίνουν κατόπιν σε μία σακούλα και τραβιούνται διαδοχικά από ένα αγόρι πάνω στη σκηνή, που τους αναγγέλλει δυνατά. Για μεγαλύτερη ευκολία αναγράφονται σε ένα μεγάλο πίνακα πάνω στη σκηνή καθώς αναγγέλλονται. Ο κάτοχος του λαχνού διαγράφει όποιο αριθμό τραβιέται και όποιος καταφέρει να ακυρώσει πρώτος όλους τους αριθμούς του κερδίζει την Tombola, ή πρώτο έπαθλο. Η Quartina και η Cinquina κερδίζονται αντίστοιχα από όποιον ακυρώσει πρώτος τέσσερεις ή πέντε αριθμούς μιας οριζόντιας σειράς.

Μία ανατολίτικη ζήλεια εναντίον των θηλυκών επικρατεί στη Ζάκυνθο. Ακόμη και η Βρετανική στρατιωτική κατοχή έχει τόσα χρόνια αποτύχει να την εξαφανίσει, αν και ίσως την έχει σε κάποιο βαθμό μειώσει. Για έντεκα μήνες το χρόνο οι γυναίκες είναι πολύ απομονωμένες. Τα παράθυρα είναι κλεισμένα με τζελουτζίες μιας παράξενης κατασκευής που δεν υπάρχει αλλού και σε μερικές οικογένειες εφαρμόζονται οι πιο αυστηροί περιορισμοί. Η έλλειψη μόρφωσης των θηλέων οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην παρεμβολή αυτών των προκαταλήψεων, που εμπλέκονται αναγκαστικά με την υποβολή των θυγατέρων τους στη συνήθη εκπαίδευση. Θυμάμαι τη διαβεβαίωση μιας Ζακυνθινής κυρίας ότι είχε κάποιες εξαδέλφες στις οποίες δεν επιτρεπόταν ποτέ να συναντήσουν οποιοδήποτε αρσενικό εκτός από τους πιο κοντινούς τους συγγενείς και οι οποίες αν διάβαζαν ποτέ ένα βιβλίο το κάνανε κρυφά, αφού ένας τέτοιος δρόμος προς τη γνώση απαγορευόταν αυστηρά από τον πατέρα τους. Έτσι συμβαίνει συχνά πολλές κυρίες να μην μπορούν να ικανοποιήσουν το πάθος τους για τη μουσική πηγαίνοντας στην όπερα έξω από την περίοδο του Καρναβαλιού, όταν, υπό τη σκέπη αδιαπέραστης μεταμφίεσης και προστατευμένες από το πρόστυχο βλέμμα των χυδαίων, αποσπάται μια διστακτική συναίνεση από τον πάτερ φαμίλια.

Το τελευταίο βράδυ του Καρναβαλιού ένας χορός μεταμφιεσμένων ακολουθεί τις παραστάσεις στο θέατρο, αλλά μόνο η πλέμπα παίρνει μέρος. Και όμως όλα τα θεωρεία είναι γεμάτα θεατές. Υπάρχει πληθώρα μασκών παντού στο κτίριο. Τα νεαρά μέλη της οικογένειας έρχονται μαζί σε αυτή την περίπτωση – σχηματίζονται οικογενειακές παρέες επιδιδόμενες ενεργητικά στην ευχάριστη απασχόληση του φαγητού και του πιοτού – ζεστά δείπνα σερβίρονται στα θεωρεία – και όλοι φαίνονται να προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις λίγες ώρες απόλαυσης που απομένουν, πριν μπει η Σαρακοστή με κατήφεια, νηστεία και αυταπάρνηση.  

Τίποτα τώρα δεν μεσολαβεί για να σπάσει το μακρύ και μονότονο διάστημα μέχρι το επόμενο Καρναβάλι, ή για να διακόψει τη ζηλόφθονη απομόνωση του ωραίου φύλου, εκτός ίσως, από κάποια εορτή αγίου, δίνοντας αφορμή είτε σε κάποια λιτανεία (όταν όλοι επιτρέπεται να βάζουν τα καλά τους και να κοιτάζουν έξω από το παράθυρο), ή διαφορετικά σε κάποιο εξοχικό πανηγύρι, το οποίο συνήθως γίνεται σε ένα από τα ειδυλλιακά προάστια της πόλης. Εκτός από τον ψηλό και απόκρημνο λόφο, πάνω στον οποίο στέκεται το Κάστρο και οι παλιές Βενετικές οχυρώσεις, υπάρχει μια σειρά μικρότερων δεντρόφυτων λοφίσκων στους πρόποδες του Όρους Σκοπός, προς τα δυτικά της πόλης της Ζακύνθου. Σε ένα μικρό βραχώδες ύψωμα εδώ, στέκεται ένα εκκλησάκι, προς το οποίο, στο πανηγύρι του Αγίου Λύπιου, κατευθύνεται το ζωντανό ρεύμα. Τα απότομα μονοπάτια και οι διάφορες ελικοειδείς προσβάσεις που οδηγούν στο κτίριο σφύζουν από ζωή και κίνηση σαν σε μυρμηγκοφωλιά. Το αυτί κουφαίνεται από το αδιάκοπο κουδούνισμα των καμπανών, το χλιμίντρισμα των αλόγων, το βουητό των φωνών, τις παράφωνες στριγκλιές από τις πίπιζες, το γδούπο των ταμπούρλων, ανακατεμένα με το εύθυμο γέλιο, και τις φωνές και προσκλήσεις των ευάριθμων πωλητών φρούτων, κρεατικών και γλυκών. Ο αέρας είναι γεμάτος με απολαυστικές μυρωδιές ψητών και τηγανιτών – ολόκληρα αρνιά γυρίζουν στις σούβλες πάνω από τα κάρβουνα της φωτιάς – κρασοβάρελα αδειάζουν από πρόσχαρες ψυχές που έχουν μια φυσική αντιπάθεια προς τους ξερούς και γεμάτους σκόνη λάρυγγες. Σε ένα τραπέζι εκεί δίπλα είναι μια δελεαστική παράταξη από κανάτες με αναψυκτικά σε κάθε ποικιλία λαμπερού χρώματος – τέτοια που θα έβαζε σε δοκιμασία τις ηθικές αναστολές οποιουδήποτε οπαδού της εγκράτειας. Ψωμί σε ιδιόρρυθμα σχήματα, σαλάτες, ελιές, χοιρομέρι, τρυγόνια ψητά και στην άρμη*, με πολλές ακόμα προκλήσεις στη γεύση, επιδεικνύονται παντού.

Σε ένα κεντρικό σημείο έχει αναγερθεί μια παράγκα, διακοσμημένη με σημαίες από έξω και με εικόνες κρεμασμένες εσωτερικά, συνήθως Γαλλικές έγχρωμες γκραβούρες (οι οποίες έχω προσέξει ότι φτάνουν και στα πιο απομονωμένα μέρη του κόσμου). Εδώ άντρες και αγόρια χορεύουν, με ελάχιστα διαλείμματα, στους ήχους απεχθέστατης μουσικής. Πέρα από το πυκνό πλήθος μικρές παρέες έχουν σκορπίσει προς όλες τις κατευθύνσεις, καθισμένοι κάτω από δέντρα και συμμετέχοντας στο κέφι. Άντρες, γυναίκες και παιδιά είναι ντυμένοι με τα πιο ζωηρόχρωμα ρούχα τους – οι άντρες φοράνε κεντημένα βελούδινα ή μεταξωτά γιλέκα, φανταχτερά Αλβανικά μαντήλια και καινούργια φέσια με ριχτές φούντες. Οι περισσότερες γυναίκες φοράνε ένα άλικο ή κίτρινο μαντήλι από ελαφρύ ύφασμα στο κεφάλι. Τα μαλλιά είναι πάντα χτενισμένα με ξεχωριστή φροντίδα και στερεωμένα με μεγάλες τσιμπίδες στολισμένες με χρυσάφι, ασήμι ή κοράλλι. Η μόνη περίπτωση κακογουστιάς είναι το να τραβάνε την προσοχή στα φαρδιά τους πέλματα και τους χοντρούς αστραγάλους με τρυπητές κάλτσες και σανδάλια. Αν και είναι κυρίως από τις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις δεν υπάρχει τίποτα σαν φτώχεια ή κουρέλια. Οι γυναίκες ήταν σχεδόν όλες νέες και νομίζω δεν θα έπεφτα έξω αν έλεγα πως πέντε στις έξι ήταν γκαστρωμένες. Αυτό μόνο να πούμε για τον αέρα της Ζακύνθου, που είναι παροιμιωδώς ευνοϊκός για την αναπαραγωγή του είδους. Όλα γίνονται με ενθουσιασμό και καλή διάθεση, και σχεδόν καμία περίπτωση μέθης ή διαπληκτισμού δεν παρατηρείται, παρόλο που οι άντρες κάθε άλλο παρά διακρίνονται για την εγκράτεια τους. Το αντίθετο, καταναλώνουν μια τεράστια ποσότητα ντόπιου κρασιού. Κανείς να μην πει κακή κουβέντα για τις γιορτές των αγίων γιατί αυτό είναι ένα παράδειγμα της πραγματικής τους χρησιμότητας, το να δίνουν στους ανθρώπους την ευκαιρία για λίγη αθώα και υγιεινή ψυχαγωγία.

---------------------------------------------------------


* (Σημείωση του συγγραφέα) Μία εποχή του χρόνου μεγάλος αριθμός τρυγονιών επισκέπτονται αυτό το νησί και τα γειτονικά. Στους ντόπιους αρέσει να τα κυνηγάνε με ντουφέκι και τα σαρώνουν από τα δέντρα με πυκνά πυρά. Μεγάλος αριθμός πιάνεται επίσης με θηλιές , έτσι που η αγορά της Ζακύνθου κατακλύζεται από αυτά. Όσα δεν πουληθούνε ρίχνονται σε ένα βαρέλι με άρμη και διατηρούνται μέχρι να χρειαστούνε.

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

Καρναβάλι στη Ζάκυνθο γύρω στα 1840 – μέρος Α΄


Ζακυνθινή γύρω στα 1787

Στο δεύτερο τεύχος του Βρετανικού στρατιωτικού περιοδικού ‘United Services Magazine’ του 1843 δημοσιεύτηκε ένα ανώνυμο άρθρο με τίτλο ‘The Carnival’ (Το Καρναβάλι). Αν και ο συγγραφέας φαίνεται από τον τίτλο και την πρώτη μιάμιση σελίδα πως ασχολείται με τα καρναβάλια γενικότερα – το πως και γιατί δεν γίνονται στη χώρα του και το πως τα βλέπουν οι συμπατριώτες του – συνεχίζει γράφοντας αποκλειστικά για τη Ζάκυνθο και τους Ζακυνθινούς του καιρού του. Πολλά από αυτά είναι βέβαια τελείως υποκειμενικά – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στερούνται ενδιαφέροντος – αλλά περιέχονται επίσης πολλά στοιχεία και πληροφορίες που κάνουν το άρθρο αυτό ένα πολύτιμο ιστορικό ντοκουμέντο.

Ο συγγραφέας, πιθανότατα αξιωματικός του Βρετανικού στρατού, έζησε αρκετούς μήνες στη Ζάκυνθο και δίνει μια εικόνα της Ζακυνθινής κοινωνίας γύρω στα 1840, τέτοια που δεν μας έχουν συνηθίσει οι σύγχρονοι του Βρετανοί. Έτσι λοιπόν, παραλείποντας τις γενικότητες, σας μεταφέρω εδώ, σε μετάφραση δική μου, όσα αφορούν τη Ζάκυνθο.

Δεν πάνε πολλά χρόνια, γράφει, που ξεχειμώνιασα στο ‘Άνθος της Ανατολής’ – όπως αρέσκονται να καυχιούνται για τη Ζάκυνθο οι κάτοικοι της – και, κατά την ταπεινή μου κρίση, υπάρχουν πολύ χειρότερα μέρη για να κατασκηνώσει κανείς, ιδιαίτερα τα Καρναβάλια. Οι καλοί αυτοί άνθρωποι προσμένουν αυτή την περίοδο  με όχι μικρή ανυπομονησία. Και πολύ καλά κάνουν, επειδή τους αρέσει και ξέρουν να διασκεδάζουν. Στη Ζάκυνθο κανείς δεν πεινάει, ούτε ζητιανεύει, ενώ παράλληλα κανένας δεν σκοτώνεται στη δουλειά. Ο εργάτης ξεπλένει τα ψωμί και τον ταραμά του με μεγάλες γουλιές καλού ντόπιου κρασιού και εναλλάσσει τον ύπνο με τη δουλειά σε πολύ πρέπουσες αναλογίες. Ο κομψός βαρκάρης, με τη μέση του ζωσμένη με ένα ζωηρόχρωμο μεταξωτό ζωνάρι από τα Γιάννενα και το κόκκινο φέσι του φορεμένο με γούστο, σφυρίζει την αγαπημένη του άρια από την τελευταία όπερα. Από κάθε καφενείο και κρασοπουλειό βγαίνουν ήχοι ευθυμίας από τις ευάριθμες παρέες χαρτοπαιχτών που έχουν μαζευτεί εκεί. Αυτοί είναι οι πραγματικοί φιλόσοφοι. Οι έγνοιες δεν τους πνίγουν. Όσο για τα καλύτερα στρώματα – τα πλουσιότερα στρώματα θα έπρεπε να πω – χαλαρώνουν μετά τις δυσκολότερες δουλειές τους καθισμένοι στην Πλατεία με τσιμπούκι και καφέ.

Όταν επιτέλους η εποχή του ξεφαντώματος είχε μπει για τα καλά, οι άνθρωποι μου φαίνονταν μισότρελοι από ευχαρίστηση, και οι γυναίκες ήταν σίγουρα. Γιατί ήταν πραγματική γιορτή γι αυτές, που ήταν κλεισμένες μέσα τον υπόλοιπο χρόνο, είτε να σπάσουν τις αλυσίδες τους είτε να έχουν ένα είδος άδειας σε αυτές τις τρεις βδομάδες της ελευθερίας. Κάθε μέρα κατά το μεσημέρι οι δρόμοι και οι λεωφόροι που οδηγούν στην πόλη ζωντανεύουν από παρέες κατοίκων της υπαίθρου που έρχονται για γλέντι. Το κέντρο των εκδηλώσεων είναι η Πλατεία, η οποία, μαζί με τους δρόμους, είναι γεμάτη κυρίως θηλυκά, όλες μασκοφορεμένες και φορώντας ντόμινο ή μεταμφίεση, κατά το μεγαλύτερο μέρος πλάσματα μη-ελκυστικά πρέπει να ομολογηθεί – ένας άμορφος μπόγος από ρούχα που σέρνεται άχαρα. Γιατί είναι συνήθεια που επικρατεί εδώ οι γυναίκες να χώνουν τα πόδια τους σε στιβάνια, χωρίς να τις ενδιαφέρει το σχήμα ή το μέγεθος. Οι μάσκες επίσης είναι πράγματα πολύ αποκρουστικά – καμία σχέση με τα κομμάτια μαύρου μεταξιού ή βελούδου με άσπρη δαντέλα, αλλά χαρτονένιες προσωπίδες, βαμμένες μαύρες μέχρι την άκρη της μύτης και από κει και κάτω μια αδέξια απομίμηση προσώπου. Αυτή η παραμόρφωση αντισταθμίζεται μόνο από δύο αρκετά μεγάλα ανοίγματα, πίσω από τα οποία αστράφτει ένα ζευγάρι μάτια πού, όσον αφορά τη λάμψη, προκαλούν σε σύγκριση ολόκληρη την υφήλιο. Άνθρωποι ανώτεροι κοινωνικά προσπαθούν να αποφύγουν την αναγνώριση με το να ντύνονται με τα πιο κουρελιασμένα ρούχα ή την πιο αποκρουστική μεταμφίεση. Αν και η φωνή αλλοιώνεται σημαντικά όταν μιλάς πίσω από μάσκα, πολλοί δεν διακινδυνεύουν τη χρήση αυτού του ευλογημένου οργάνου, του τόσο ευνοημένου από το φύλο, έτσι που μόνο τα χέρια μπορεί να δώσουν μια ιδέα για την κατάσταση και ταυτότητα του ατόμου.

Το πιο συνηθισμένο ένδυμα είναι ένα μεγάλο άσπρο σεντόνι, ή άλλο περιτύλιγμα, που περιβάλλει ολόκληρο το σώμα, με ένα μαύρο δαντελένιο πέπλο ριγμένο πάνω από το κεφάλι. Το περιτύλιγμα επίσης περνάει πάνω από την κορυφή του κεφαλιού και δένεται κάτω από το σαγόνι εφαρμόζοντας στη μάσκα. Υπάρχουν μερικές που αφήνουν εκτεθειμένα τα μαλλιά τους (και είναι αλήθεια αμαρτία να αποκρύπτονται τέτοιες μεγαλειώδεις κόμες), ή που έχουν μόνο το πέπλο πάνω από το κεφάλι τους. Άλλες, που διαθέτουν συμμετρικό σώμα και λεπτή μέση, φοράνε κάποια εξεζητημένη ενδυμασία και πετάνε τα άβολα στιβάνια για να βάλουν σανδάλια ή καλοφτιαγμένα πάνινα μποτάκια. Αλλά μια τέτοια μπορεί συνήθως να καταγραφεί σαν ‘κοκέτα’, ‘εύκολη’ ή ‘του δρόμου’.  Σε καμία δεν λείπει ένα μπουκέτο, συνήθως διπλές βιολέτες και λεβάντα αλλά και η μυρτιά και τα τριαντάφυλλα είναι επίσης πολύ δημοφιλή. Πολλές κρατάνε μια βεντάλια και ένα σακουλάκι, ή μπομπονιέρα, με κουφέτα, τα οποία τρώγονται πολύ αυτή την εποχή. Απαιτείται ουκ ολίγη ικανότητα και εμπειρία για να αναγνωρίσει κανείς μια νεαρή γνωστή κάτω από κάποια τερατώδη περιβολή ή από την μορφή μιας απαίσια μασκοφορεμένης γριάς, που προχωράει κουτσαίνοντας με τη βοήθεια ενός μακριού ραβδιού με κεράτινη άκρη. Είναι επίσης πολύ διασκεδαστικό να παρατηρεί κανείς την τέχνη και την επιμονή της μιας πλευράς να αποκαλύψει κάποιο στοιχείο ταυτότητας, ενώ η άλλη πλευρά διατηρεί προκλητική αδιαφορία ή επιφυλακτικότητα. Το ωραίο φύλο, πρέπει να ομολογηθεί, διαθέτει διπλό πλεονέκτημα, στην ανωνυμία του αφενός, ενώ οι κύριοι είναι πάντα χωρίς μάσκα, και αφετέρου επειδή διαθέτουν μια θηλυκή σύντροφο για να μοιραστεί τα γέλια τους απέναντι σε έναν μπερδεμένο κύριο.

Είναι γεγονός πως στις Καρναβαλικές εκδηλώσεις της Ζακύνθου δεν υπάρχουν φανταστικά άρματα που να γεμίζουν τους δρόμους, δεν υπάρχουν πρίγκιπες και μεγάλοι άρχοντες να ενωθούν με το πλήθος, δεν υπάρχουν υπέροχες πομπές, ακριβές επιδείξεις ή δημόσιες γιορτές – γνήσιο κέφι όμως, ευθυμία και καλοσυνάτη σάτιρα υπάρχουν αρκετά για να ικανοποιήσουν τους συμμετέχοντες. Οι άνδρες των κατώτερων τάξεων σχηματίζουν ομάδες από τις πιο γελοίες καρικατούρες, κάνουν ότι σαχλαμάρα φανταστείτε, και παίζουν σάτιρες σχετικές με τα επαγγέλματα και τις τέχνες, όπως τους οδοντίατρους, τους δικηγόρους, τους γιατρούς, τις μαμές, τους στρατιώτες, τους ναύτες, τους ράφτες και τους μπαρμπέρηδες, κοροϊδεύοντας τα πάντα και τους πάντες.

Για τις γυναίκες όμως το μεγάλο θέλγητρο είναι το ‘Cavalchino’ ή χορός μεταμφιεσμένων. Εδώ είναι που διαπρέπουν ιδιαίτερα. Έχουν μια μανία για χορό, στον οποίο όλες οι τάξεις αριστεύουν, χάρη στο καλό τους αυτί και κάποια φυσική χάρη τρόπων και κίνησης. Αυτοί οι χοροί γίνονται δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα στη διάρκεια του Καρναβαλιού, στο θέατρο, μεταξύ 2 και 7 μμ. Περίεργη ώρα, για μας, αλλά η πιο βολική από πολλές απόψεις. Δεν εμποδίζει τις βραδινές παραστάσεις της όπερας. Οι ωραίες χωριατοπούλες μπορούν να έρθουν από την εξοχή και να βοηθήσουν να ‘ταρακουνηθεί το πάτωμα’. Τέλος, με το να γίνεται ο χορός στη μέση της μέρας, πεισματάρες και ανένδοτες κυρίες,  που μπορεί να είναι φορτωμένες με παράλογους συζύγους ή καχύποπτους κηδεμόνες, το βρίσκουν πιο εύκολο να παρακάμψουν την απαγόρευση και να παραβρεθούν.

Ακόμα και η προσωποποίηση της Τυραννίας δεν μπορεί να αρνηθεί μια αθώα μεσημεριανή βόλτα ανάμεσα στο πλήθος των μασκών της Πλατείας, και ύστερα η κυρία θα μπορούσε να ρίξει το φταίξιμο μόνο στη δική της αδεξιότητα αν η μεταμφίεση της δεν γινόταν διαβατήριο για το Cavalchino ή όπου αλλού η προτίμηση ή  οι ορέξεις της την οδηγήσουν. Σε αυτούς τους χορούς το αρσενικό φύλο γίνεται δεκτό μόνο χωρίς μάσκα και με εισιτήριο – φτιάχνεται ένας κατάλογος συνδρομητών για την περίοδο, έτσι εξασφαλίζεται ένας βαθμός αποκλειστικότητας, και τα έσοδα από τα εισιτήρια χρησιμοποιούνται για  να νοικιάσουν και να φωτίσουν το κτίριο. Σε όλα τα μασκοφορεμένα θηλυκά όμως επιτρέπεται η είσοδος χωρίς διακρίσεις. Και αυτό, όσο περίεργο και αν φαίνεται, ενθαρρύνει τις ανώτερες τάξεις να προσέλθουν επειδή αυξάνει τη δυσκολία αναγνώρισης. Όσο για το μειονέκτημα του να έρθει κανείς σε επαφή με ανάρμοστους χαρακτήρες, φαίνεται ότι δεν προβληματίζει επειδή η μάσκα είναι καθολικός ισοπεδωτής: εξισώνει όλες τις κοινωνικές θέσεις και υπολήψεις, ενώ, με την προστασία που παρέχει, θεωρείται εξίσου ιερή από ευγενείς και πληβείους.

Σου παρουσιάζεται μια πραγματικά εκθαμβωτική και συναρπαστική σκηνή καθώς περνάς από το φως της μέρας και την απαλή λιακάδα στο ημίφως του προθαλάμου του θεάτρου, και από κει στο λαμπρά φωτισμένο εσωτερικό – ο εκκωφαντικός ήχος της μουσικής εκρήγνυται – το βουητό των φωνών – το πλήθος από μάσκαρες που σχεδόν αποκλείουν την είσοδο, κατακλύζουν το χώρο μπροστά στη σκηνή (τα έδρανα της ορχήστρας είχαν απομακρυνθεί για την ώρα), τη σκηνή σε όλο το βάθος και τα χαμηλότερα θεωρεία. Τα καθίσματα που έχουν τοποθετηθεί κατά μήκος των πλευρών είναι όλα πιασμένα από μάσκαρες. Μέσα σε αυτό τον κύκλο φαίνεται πως έχει εισχωρήσει ένα ρεύμα όρθιων – αέρινα ντόμινα σε άσπρο και μαύρο – καλοντυμένες φιγούρες σε χρυσοκέντητα και μεταξωτά – άλλες σε κουβέρτες και τραπεζομάντηλα – οι ενδυμασίες της Αλβανίας, της Πάργας και της Αγίας Μαύρας ανακατεμένες με τα συνηθισμένα ρούχα των ντόπιων. Ο εσωτερικός χώρος είναι πιασμένος από τους χορευτές, οι οποίοι, πενήντα ή εξήντα τον αριθμό, χορεύουν μετά μανίας καντρίλιες ή βαλς. Όσο για το τελευταίο είναι ατελείωτο, ή θα ήταν αν ήταν ακούραστοι οι μουσικοί. Στην πρώτη περίπτωση μπορεί να ακούσετε ένα καβαλιέρο σε κάθε τετράδα να ανακοινώνει τη φιγούρα (γιατί κάθε μία χορεύει τη δική της) και η ποικιλία περιορίζεται μόνο από το γούστο και την επινοητικότητα του προσωρινού διευθυντή του χορού. Οι πιο απαιτητικές από τις κυρίες είναι σίγουρο πως θα βρουν κάποια γνωριμία και θα εξασφαλίσουν ένα κατάλληλο καβαλιέρο. Πόσες όμως έρχονται όχι για να χορέψουν αλλά για να κουβεντιάσουν, να κανονίσουν δουλειές, ή να κατασκοπεύσουν το σύζυγο, τον εραστή ή την αντίζηλο τους!

Πόσα πράγματα πέφτουν στην αντίληψη ενός ήσυχου, παρατηρητικού θεατή! Οι ανησυχίες και η  ανυπομονησία μερικών, οι φόβοι άλλων. Εδώ μια χαρούμενη αναγνώριση – εκεί μια περιφρονητική απώθηση. Απροκάλυπτες ερωτοτροπίες, κρυφό σφίξιμο των χεριών και πλέξιμο των δαχτύλων, ψίθυροι, διαμαρτυρίες, και παρακλήσεις, στα Ελληνικά, στα Γαλλικά, και στα Ιταλικά. Το πάθος της μιας και η αδιαφορία μιας άλλης. Οι ζήλειες και οι τσακωμοί ανάμεσα στις γυναίκες: εδώ ένα μπουκέτο προσφέρθηκε και έγινε δεκτό, και μέσα σε μία στιγμή μια εξαγριωμένη αντίζηλος το έχει κιόλας αρπάξει και λιώσει κάτω από το τακούνι της. Πόσα τετ α τετ έχουν διακοπεί απότομα; Πόσες εμπιστευτικές συνομιλίες έχουν ακουστεί από αυτιά που δεν έπρεπε; Όλα αυτά, και πολύ περισσότερα, γίνονται, για τα οποία η περιγραφή μόνο μια πολύ αμυδρή ιδέα μπορεί να δώσει. Αλλά τώρα πλησιάζει το τέλος του χορού, το φως της μέρας ξεθωριάζει. Σημάδια αναγνώρισης στο επόμενο Cavalchino υποδεικνύονται και όλοι τραβάνε προς τα σπίτια τους, χαρούμενοι ή στενοχωρημένοι, θυμωμένοι ή θριαμβευτές, με την υποψία σβησμένη ή επιβεβαιωμένη πέρα από κάθε αμφιβολία, ελπίζοντας ή απελπισμένοι.



Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

Συμπτωματικός αντιπαραλληλισμός 2016


Ώρα τρεισήμιση το απόγευμα στην Πλατεία Τραφάλγκαρ του Λονδίνου και σουρούπωνε κιόλας. Ψιλόβρεχε. Η γυναίκα μου και εγώ είχαμε δώσει ραντεβού με την κουμπάρα μας από την Αθήνα κάτω από το πανύψηλο χριστουγεννιάτικο δέντρο, που χαρίζει κάθε χρόνο η Νορβηγία στη Μεγάλη Βρετανία. Στο λεγόμενο τέταρτο βάθρο της πλατείας πήρε το μάτι μου το σκελετό του αλόγου. Αυτό το τέταρτο βάθρο φτιάχτηκε το 1841 σαν βάση για έφιππο ανδριάντα του βασιλιά Γουλιέλμου Δ΄ αλλά ο ανδριάντας δεν φτιάχτηκε ποτέ. Τα τελευταία χρόνια στο βάθρο εναλλάσσονται κάθε ενάμιση χρόνο έργα σύγχρονης τέχνης. Στα υπόλοιπα τρία στέκονται οι στρατηγοί Χάβελοκ και Νάπιερ, και ο βασιλιάς Γεώργιος Δ΄, πάνω σε άλογο και ντυμένος Ρωμαίος.

Ο σκελετός του αλόγου έχει στο στήθος του κορδέλα, που προβάλλει ηλεκτρονικά τις τελευταίες τιμές του Χρηματιστηρίου του Λονδίνου. Χαρισμένο Άλογο λέγεται το έργο και είναι πραγματικά δώρο του Χρηματιστηρίου. Τα δόντια του φαίνονται, χωρίς να χρειαστεί να του ανοίξει κανείς το στόμα, σκελετός γαρ. Το αν τα κοίταξε ο Δήμαρχος του Λονδίνου δεν το γνωρίζω, πάντως τα αποκαλυπτήρια του γίνανε τον περασμένο Μάρτιο.

‘Βγάλε φωτογραφία το άλογο,’ είπα στη γυναίκα μου, ‘να φαίνεται και ο Νέλσον’. Όχι πως έχω αδυναμία στο θριαμβευτή της Ναυμαχίας του Τραφάλγκαρ. Μάλλον τον λυπάμαι έτσι που κατάντησε, στυλίτης στην κορφή της θεόρατης κολόνας, να τον φυλάνε κάτι υπερφυσικών διαστάσεων λιοντάρια μην τολμήσει να κατεβεί. Αφού όμως μιλάμε για χαρίσματα ας θυμηθούμε πως του είχανε κάμει δώρα οι Ζακυνθινοί – όχι βέβαια όλοι αλλά έτσι του είχανε πει: ένα ξίφος με χρυσή διαμαντοστόλιστη λαβή και μία κομψή ράβδο, δηλαδή μπαστούνι, με επίσης χρυσή λαβή, στολισμένη με διαμάντια. Ο λόγος ήταν η περιφανής νίκη του στο Νείλο απέναντι στους άθεους Γάλλους Καρμανιόλους. Είχε έτσι αρμενίσει ανεμπόδιστος στο Τζάντε ο Ρώσος ναύαρχος Φιοντόρ Ουσακώφ, με Ρώσικα και Τούρκικα καράβια, να σώσει την ντόπια νομπιλιτά από τη Γαλλική πανούκλα. Μιας και το ’φερε η κουβέντα, το σπαθί έχει πλέον χαθεί αλλά το ραβδί πουλήθηκε σε δημοπρασία στο Sothebys πριν από μια δεκαετία για 220 000 λίρες. Και επειδή ξέρω πως η περιέργεια μερικών από σας δεν έχει όρια, ορίστε και φωτογραφία του από τον οίκο δημοπρασιών.



Ζήτησα από τη γυναίκα μου να βγάλει το σκελετό φωτογραφία γιατί μου θύμισε πως και στη Ζάκυνθο την τελευταία διετία χαρίστηκαν κάποια αγάλματα. Τρείς μέρες νωρίτερα, παραμονή Πρωτοχρονιάς, ένας παλιός, πολύ αγαπητός φίλος μου είχε στείλει πρόσφατη φωτογραφία του ενός, έτσι όπως τη βλέπετε παρακάτω. Επειδή λίγο μετά τα αποκαλυπτήρια του το Σεπτέμβριο του 2014, από την χαρίεσσα τότε υπουργό Τουρισμού, περιτριγυρίστηκε, όπως και ολόκληρη η Πλατεία Σολωμού, από δίμετρους τσίγκους και παρέμεινε μέχρι πρόσφατα αθέατο και ξεχασμένο, να εξηγήσω πως πρόκειται για άγαλμα εμπνευσμένο από το έργο του πατέρα της Ανατομίας Ανδρέα Βεσάλιου.


Το άλλο άγαλμα που μας χαρίστηκε ήταν μια μπρούτζινη προτομή του μεγάλου Κινέζου φιλόσοφου Κομφούκιου. Το στόμα του είναι ερμητικά κλειστό, έτσι δεν μπορούσαμε να δούμε τα δόντια του. Στήθηκε πάραυτα στην παραλία, στο πλάτωμα του Αγίου Λουκά. Επειδή υποψιάζομαι πως πρέπει να είναι ένα από τουλάχιστον δύο χιλιάδες αυθεντικά αντίγραφα, θα ήταν ενδιαφέρον να μαθαίναμε που αλλού έχει χαρίσει τέτοια η αδελφή Κινεζική επαρχία Σαντόνγκ. Να βρούμε δηλαδή, με πόσες εκατοντάδες πόλεις και επαρχίες της υφηλίου μας μας ενώνουν αδελφικοί Κομφουκιανοί δεσμοί. Να φτιάξουμε μια παγκόσμια αδελφότητα με όλες αυτές βρε αδελφέ. Όλο και κανένα τουρίστα θα προσελκύσουμε ... Να ζητήσουμε από τους Κινέζους και μια προτομή του Μεγάλου Τιμονιέρη, του Μάο. Πρέπει να υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες αυθεντικά αντίγραφα, κάποιο θα τους περισσεύει. Έχουμε έτοιμη κατάλληλη τοποθεσία να τη στήσουμε, τον ... Κόκκινο Βράχο. Εναλλακτικά στην Τσίμα του Πόρτου με ένα μεγάλο πηδάλιο.

Το μνημείο για το Βεσάλιο πάντως το κοιτάξαμε στα δόντια, περιέχει βλέπετε νεκροκεφαλή, και για πολλούς και διάφορους λόγους φούντωσε μεγάλη αντίδραση από πολλούς. Πρώτα απ’ όλα, στο μικρό διάστημα που μπορούσε κανείς να το προσεγγίσει το Σεπτέμβριο του 2014, οι Ρώσοι τουρίστες κάνανε ουρά μπροστά του για να φωτογραφηθούνε. Αντίθετα οι μόνες ουρές που κάνανε κοντά στην προτομή του όψιμου Αγίου Φιοντόρ Ουσακώφ ήτανε για ταξί και λεωφορεία. Τέτοια ασέβεια και περιφρόνηση στο πρόσωπο Ορθόδοξου αγίου, και μάλιστα αγίου στον οποίο υποτίθεται πως χρωστάμε ευγνωμοσύνη, δεν χωνεύεται εύκολα.

Ύστερα, εκτός από νεκροκεφαλή το άγαλμα περιέχει ανδρικό μόριο, δηλαδή πουλού στο τοπικό ιδίωμα. Που; Στη μεγαλύτερη πλατεία της Χώρας, σαράντα μόλις μέτρα από τον ανδριάντα του Σολωμού.  Φρίκη! Που νομίσανε πως ζούμε; Στην κλασσική αρχαιότητα ή στην Αναγέννηση; Ούτε οι αθεόφοβοι οι Λονδρέζοι δεν βάλανε πουλού στην Πλατεία Τραφάλγκαρ. Δηλαδή βάλανε αλλά με εύσχημο τρόπο, αλληγορικά. Βάλανε ένα γαλάζιο κόκορα, που λέγεται στη γλώσσα τους ‘μπλου κοκ’, που σημαίνει και πουλού μπλάβη. Για να καταλάβετε τι εννοώ δείτε τη φωτογραφία από το BBC.


Ε, μετά από τόσους ‘–ισμούς’ που ανακαλύψαμε εμείς οι Έλληνες ανακαλύψανε και οι Άγγλοι έναν, τον πουριτανισμό. Τι να μας πούνε τώρα κι αυτοί; Έχουνε ιδέα τι συνάδει με την τοπική τους αρχιτεκτονική; Βάλανε το σκελετό του αλόγου, σε λίγο θα βάλουνε και γαϊδουροκεφαλή. Όταν εμείς γράφαμε Ύμνους στην Ελευθερία αυτοί είχανε σκλαβώσει το μισό πλανήτη. Εμείς είμαστε απόγονοι ευπατρίδων, όχι ανθρακωρύχων. Το ότι και οι τρεις μεγάλοι μας ποιητές εγκατέλειψαν τη Ζάκυνθο, και οι δύο από τους τρεις πέθαναν στην Αγγλία, είναι ατυχέστατη σύμπτωση. Σιγά μην ξέρουνε οι Λονδρέζοι τι τους γίνεται. Δείτε τι βάλανε στο τέταρτο βάθρο πριν λίγα χρόνια, μια ανάπηρη γυναίκα σε προχωρημένη εγκυμοσύνη.



Όχι κύριοι, η Ζάκυνθος δεν θα ακολουθήσει αυτό το δρόμο. Οι Ζακυνθινοί ξέρουνε πολύ καλά τι ταιριάζει στον τόπο τους και μαθαίνω πως έχει ήδη παρθεί η απόφαση το μνημείο του Βεσάλιου να απομακρυνθεί, όχι μόνο από την Πλατεία Σολωμού αλλά και από τη Χώρα – να κρυφτεί στο νοσοκομείο, στο Γαϊτάνι. Ας είναι ευχαριστημένοι οι Βέλγοι δωρητές που δεν θα καταλήξει στο Λαγανά, να του φοράνε προφυλακτικά οι μεθυσμένοι έφηβοι μέχρι να κλαπεί για παλιοσίδερα να ησυχάσουμε.

Εγώ τους τα είχα πει το φθινόπωρο του 2013 στην Αμβέρσα. Θέλανε να τοποθετηθεί στη Στήλη των Πεσόντων. Τους εξήγησα γιατί δεν γινόταν αυτό και το καταλάβανε. Τότε ρωτήσανε αν θα μπορούσε να μπει στην Πλατεία Σολωμού. Γνωρίζοντας τη Ζάκυνθο και τους Ζακυνθινούς τους είπα ότι δεν είναι καλή ιδέα και αντιπρότεινα να μπει στη θέση της προτομής του Βεσάλιου, πίσω από τον ΟΤΕ. Η προτομή θα μπορούσε να μεταφερθεί στο νοσοκομείο ή κοντά στη θέση της Σάντα Μαρίας. Συμφώνησαν με αυτή την ιδέα. Την άνοιξη του 2014 στη Ζάκυνθο πληροφορήθηκα έκπληκτος ότι θα έμπαινε στην πλατεία και το θέμα είχε κλείσει. Έλα όμως που όπως αποδεικνύεται δεν είχε κλείσει ...


Γνωρίζουμε πολύ καλά εμείς οι Ζακυνθινοί πως ο χρυσός αιώνας του νησιού μας ήταν ο 19ος. Το ότι κουμάντο στη Ζάκυνθο για πάνω από το ήμισυ του αιώνα κάνανε οι Άγγλοι είναι και αυτό ατυχέστατη σύμπτωση. Οι Άγγλοι άλλωστε, απ’ ότι φαίνεται, έχουν μια ροπή προς τη συμφιλίωση με τον 21ο αιώνα. Εμείς επιμένουμε, και θα επιμένουμε, στο 19ο. Μας είχε μπει ο αιώνας εκείνος με την ευλογία του Αγίου Φιοντόρ Ουσακώφ και συνολικά μας πήγε καλά. Βοήθεια σας λοιπόν ο Άγιος Φιοντόρ ο Ρώσος και το 2016 θα είναι Καλή Χρονιά! Εξάλλου, με τα μυαλά που κουβαλάμε, η μοίρα μας είναι προδιαγεγραμμένη. Και φαίνεται, εδώ και πολλά χρόνια.



Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .