Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κλέφτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κλέφτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015

Η πορεία έξι αιώνων μιας πολεμικής κραυγής


Ο Maxime Raybaud, Γάλλος στρατιωτικός και φιλέλληνας που πολέμησε στην Επανάσταση του 1821, περιέγραψε μια πολεμική κραυγή των επαναστατημένων Ελλήνων που του έκανε μεγάλη εντύπωση (1).

Οι Έλληνες έχουν μια ιδιότυπη κραυγή όταν πλησιάζουν τον εχθρό: ένα είδος λαρυγγικού ολολυγμού – αλλά αυτή η κραυγή παίρνει άλλο χαρακτήρα όταν υψώνουν το μαχαίρι ή το γιαταγάνι εναντίον ενός θύματος. Θα μπορούσε να πει κανείς πως η πικρή ειρωνεία της νίκης, η οργή της εκδίκησης, η απάνθρωπη χαρά του αίματος, όλα εκφράζονται ταυτόχρονα σε αυτή την κραυγή, που συνήθως συνοδεύεται από ένα σαρδόνιο και άγριο γέλιο όχι λιγότερο τρομερό. Αυτή την κραυγή του ανθρώπου-τίγρη, του ανθρώπου που καταβροχθίζει άνθρωπο, είναι φοβερό να την ακούς και πάντα μου προξενούσε την πιο οδυνηρή αίσθηση.

Δεν φρόντισε να καταγράψει αυτό το βρυχηθμό του ανθρώπου-τίγρη. Πιθανόν επειδή, νεοφερμένος στην Ελλάδα και γράφοντας στα Γαλλικά, δεν θεωρούσε ότι μπορούσε να τον αποδώσει ικανοποιητικά. Ακόμη περισσότερο ίσως επειδή δεν θα σήμαινε και πολλά στους Γαλλόφωνους αναγνώστες του. Από αυτά όμως που έγραψε εμείς μπορούμε σχετικά εύκολα να βγάλουμε μερικά ασφαλή συμπεράσματα. Το πρώτο είναι ότι υπήρχε σε χρήση κάποια συγκεκριμένη λέξη ή φράση και ότι οι επαναστάτες δεν έβγαζαν άναρθρες κραυγές, ούτε ο καθένας φώναζε μόνο όποια βρισιά του ερχόταν στο μυαλό. Το δεύτερο είναι πως ήταν διαδεδομένη ευρύτατα, σε σημείο που μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν η πολεμική κραυγή των Ελλήνων εκείνη την εποχή ή τουλάχιστον των επαναστατημένων.

Αυτά τα δύο συμπεράσματα υποστηρίζονται έμμεσα από το Γιαννιώτη επαναστάτη Αρτέμιο Μίχο, ο οποίος έκανε λόγο για ‘συνήθη αλαλαγμό’ των Ελλήνων στο Μεσολόγγι (2). Δεν μπήκε στον κόπο να μας πει ποιός ήτανε – πιθανότατα ήταν τόσο γνωστός που ήταν περιττό – ενώ αντίθετα μας έδωσε τους πολύ λιγότερο γνωστούς αλαλαγμούς των Σουλιωτών (3).

Το τρίτο συμπέρασμα είναι πως η κραυγή δεν ήταν κάποια προτροπή του τύπου ‘Απάνω τους’ ή ‘Φάτε τους’ αφού φωναζόταν ακόμη και μιαν ανάσα από τον εχθρό. Δεν ήταν τόσο, ή μόνο, για να ανυψώσει των ηθικό των ημετέρων αλλά για να εκφράσει το μένος των επιτιθέμενων και να τρομοκρατήσει τον αντίπαλο. Πρωταρχικός στόχος ήταν να το βάλει ο εχθρός στα πόδια ή, διαφορετικά, να του κοπούν τα γόνατα και να του κόψουν το λαιμό.

Το τέταρτο συμπέρασμα είναι ότι δεν επρόκειτο ούτε και για κάποιο σύνθημα όπως το ‘Ελευθερία ή θάνατος’. Δεν έδινε διάλεξη περί ελευθερίας ο πολεμιστής, ούτε έκανε διαδήλωση – ούρλιαζε. Η κραυγή του, βγαλμένη βαθιά από το λάρυγγα, θύμιζε βρυχηθμό αιλουροειδούς. Τέτοια κραυγή υπάρχει μόνο μία στον Ελληνικό χώρο και είναι από παλιά γνωστή σε όλα σχεδόν τα μήκη και πλάτη του, από την Ήπειρο ως την Κύπρο και από τη Ζάκυνθο ως τη Μικρά Ασία: Γιούργια! Δύο βαθιά λαρυγγικές συλλαβές ενωμένες με ένα ρο. Δύσκολα θα μπορούσε να βρεθεί λέξη, σε οποιαδήποτε γλώσσα, που, στο απόγειο της φωνής ενός μαινόμενου πολεμιστή να θυμίζει περισσότερο τίγρη.

Είναι θλιβερό, και οιωνός κάκιστος, το ότι η λέξη ‘γιούργια’ στη σημερινή αργκό – όπου είναι πιθανότερο να την πρωτοσυναντήσουν οι νεαροί Έλληνες – σημαίνει λεφτά, από την Αγγλική προφορά του Ευρώ, το Γιούρο. Αλλά τι πραγματικά σημαίνει η κραυγή ‘Γιούργια’; Ποια είναι η ετυμολογία της; Γιατί τη φωνάζανε την ώρα της ορμής;

Ψάχνοντας σε διάφορα λεξικά βρίσκει κανείς μια γενικότερη συναίνεση. Οι λεξικογράφοι μας τη συνδέουν με τη λέξη ‘γιουρούσι’, που σημαίνει έφοδος και με τη σειρά της προέρχεται από την Τουρκική ‘yürüyüş’. Στα Τουρκικά ‘yürüyüş’ σημαίνει πορεία, πορεία ειρήνης για παράδειγμα, αλλά σήμαινε και επέλαση. Ο Αρτέμιος Μίχος, περιγράφοντας ένα Τουρκικό συναγερμό έγραψε (4):

‘...έκρουσε συγχρόνως όλα τα κύμβαλα (ταβλαμπάζια) και με τας αγρίας φωνάς ‘γιούρουνους, γιούρουνους’ και αλλαλαγμούς και με τα ξίφη και λόγχας εις τας χείρας ...’

Είναι φανερό ότι το ‘γιούρουνους’ του Μίχου είναι το ‘yürüyüş’.  Όσοι γνωρίζουν πως προφέρεται το ‘ü’ στα Τουρκικά καταλαβαίνουν πως το ‘yürüyüş’ είναι εντελώς ακατάλληλο σαν πολεμική κραυγή και οι Τούρκοι το χρησιμοποιούσαν μόνο σαν πρόσταγμα. Αυτή τη λέξη λοιπόν τη δανείστηκαν οι Έλληνες, απλοποιώντας τη σε ‘γιουρούσι’. Από που και ως που όμως, από ποιά ανάγκη και με ποιές διεργασίες, βγήκε το ‘Γιούργια’ από το ‘γιουρούσι’ ή από το ‘yürüyüş’; Απάντηση σε αυτό δεν υπάρχει.

 Αντιλαμβανόμενοι ότι η θεωρία χώλαινε σοβαρά κάποιοι προσπάθησαν να τη βελτιώσουν. Όχι, έγραψαν, δεν προέρχεται από το ‘yürüyüş’ το ‘Γιούργια’ αλλά από το ‘yürü’, που σημαίνει περπάτα, προχώρα. Κάποιος μάλιστα προχώρησε ακόμα περισσότερο. Το ‘Γιούργια’, έγραψε, προέρχεται από την έκφραση  ‘yürü ya’, που σημαίνει ‘προχώρα λοιπόν’, και μπορεί και σήμερα να το ακούσει κανείς από ένα μπαϊλντισμένο ταξιτζή της Κωνσταντινούπολης όταν ο προπορευόμενος οδηγεί αργά.

Φυσικά ούτε αυτή η εξήγηση δίνει απάντηση στο εύλογο ερώτημα γιατί οι Έλληνες να φωνάζουν στα Τούρκικα ‘Άιντε προχώρα’. Τους έφραξε μήπως το δρόμο κάποιος Τούρκικος αραμπάς; Δεν λέω πως αυτή η εξήγηση είναι εντελώς αδύνατη. Η περίφημη ιαχή ‘Αέρα’ του 1940 είναι εξίσου απροσδόκητη, αν όχι περισσότερο, και υπάρχουν κάμποσες ιστορίες που προσπαθούν να εξηγήσουν το πως προέκυψε. Όμως στην περίπτωση του ‘Γιούργια’ υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν προς μια κατεύθυνση πολύ μακριά από ένα Τουρκικό δάνειο. Πιο συγκεκριμένα, ας δούμε δύο λήμματα από την Επιτομή του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669) του Εμμανουήλ Κριαρά:

ουριάζω, (I γουριάζω. — Βλ. και γουριώ.  I. Ενεργ. 1) Θρηνώ, οδύρομαι: (Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. έ 38)· κείνη … ουριάζει, κλαίει, μαδιέται και φωνάζει (Συναξ. γυν. 991). 2) Ορμώ με φωνές, με αλαλαγμούς: ούριαξαν ολόγυρα απάνω εις τον Τόρνον με τα κοντάρια οι πεζοί τα άλογα να σφάζξουν (Χρον. Τόκκων 2349). 3) (Προκ. για ζώο) ουρλιάζω· (για κουρούνα ή κουκουβάγια) κράζω, (για σκύλο) αλυχτώ, (για γαϊδούρι) γκαρίζω: (Μαχ. 66821, 22, 20), (Συναξ. γαδ. 318). II. Μεσ. (με ενεργ. σημασ.) φωνάζω, ουρλιάζω: (Πόλ. Τρωάδ. 5245). [<αρχ. ωρύομαι. Ο τ. στο Meursius (λ. γουργιάζειν) και σήμ. ιδιωμ. Η λ. και άλλοι τ. και σήμ. ιδιωμ.]

και ακόμη

γουριώ. Ουρλιάζω: ωσάν οι λύκοι που γουριούν πότε να βρουν να φάσι (Κορων., Μπούας 21). [<αόρ. του γουριάζω (βλ. ουριάζω (Ι))]

Έχουμε δηλαδή μεσαιωνικό ρήμα ‘ουριάζω’, ‘γουριάζω’ και ‘γουριώ’ καταγεγραμμένο από τις αρχές του 15ου αιώνα αφού τότε γράφτηκε το Χρονικό των Τόκκων. Αυτό σημαίνει ότι το ρήμα ήταν σε χρήση τουλάχιστον από το 14ο . Δεν χρειάζεται νομίζω να υποδείξω ότι στην πράξη μιλάμε για προφορά ‘ουργιάζω’, ‘γουργιάζω’ και ‘γουργιώ’. Άλλωστε γραφόταν και ‘γουργιάζω’(5). Η μία σημασία του ρήματος είναι ίδια με αυτή του αρχαιοελληνικού ‘ωρύομαι’ και η άλλη ταυτόσημη με το νεοελληνικό ρήμα ‘γιουργιάρω’. Το ‘γιουργιάρω’ ήταν σε χρήση στη Ζάκυνθο, όπου αναφέρεται από το Λεωνίδα Ζώη (6), όπως και στα Σφακιά (7). Σημαίνει ορμάω με φωνές.

Δύο ρήματα που έχουν ακριβώς την ίδια σημασία και ουσιαστικά διαφέρουν μόνο κατά ένα ιώτα δεν μπορεί να είναι άσχετα μεταξύ τους. Βέβαια ο Κριαράς ετυμολογεί το μεσαιωνικό ρήμα από το αρχαίο ‘ωρύομαι’ και έχει δίκιο. Όμως η ιστορία δεν τελειώνει εκεί. Το ‘ουριάζω’ απέκτησε στον ύστερο Μεσαίωνα μια παραπάνω σημασία, της επίθεσης, και ένα πρόσθετο αρχικό γάμμα επειδή επηρεάστηκε από την πολεμική κραυγή ‘Γιούργια’. Η κραυγή αυτή ήταν δηλαδή σε χρήση, σε κάποια μορφή, από το 14ο αιώνα τουλάχιστον. Εκείνη την εποχή η δυτική Ελλάδα δεν είχε ακόμη καταληφθεί από τους Οθωμανούς. Τόσο στο Χρονικό των Τόκκων όσο και στα του Μπούα Ανδραγαθήματα, γραμμένα από το Ζακυνθινό Τζάνε Κορωναίο κάπου εκατό χρόνια αργότερα, στις αρχές του 16ου αιώνα, οι λέξεις με Τουρκική προέλευση είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Ειδικά το ‘γιουρούσι’ δεν υπάρχει ούτε στο λεξικό του Κριαρά. Είναι λέξη νεοελληνική και όχι μεσαιωνική. Έτσι, οι, ούτως ή άλλως μικρές, πιθανότητες το ‘Γιούργια’ να προέρχεται από το ‘γιουρούσι’ ή το ‘yürü’ εξανεμίζονται. Τότε όμως ποιά είναι η προέλευση του;

Στην Ελλάδα έχουμε επώνυμα Γιούργιας, Γιούργας, Γιούργος, Γιουργής, Γιουργάκης και πιθανόν άλλα παρόμοια που δεν τα γνωρίζω. Όλοι οι άνθρωποι που τα φέρουν δεν έχουν αναγκαστικά κάποιο πρόγονο που συνήθιζε να κάνει εφόδους.  Έχουν όμως κάποιο πρόγονο που σε νηπιακή ηλικία είχε βαφτιστεί Γεώργιος. Δεν είμαι φιλόλογος, ούτε γλωσσολόγος. Μην περιμένετε να σας πω για φωνητικούς κανόνες, για στένωση του έψιλον, κώφωση του ωμέγα ή ταυτόχρονη συνίζηση. Μπορώ όμως να σας θυμίσω με δύο στίχους, με βορειοελλαδίτικη προφορά, τι παθαίνουν κάποια φωνήεντα, σε ένα πολύ μεγάλο μέρος της Ελληνικής επικράτειας:

‘Άιντι γιούργια, γιούργια, γιούργια,
άιντι κι ου χουρός θέλει τραγούδια.’

Και τις σχέση έχει το όνομα Γεώργιος με τον πόλεμο θα μου πείτε. Απολύτως καμία! Όμως ο Άγιος Γεώργιος ο καβαλάρης, ο Τροπαιοφόρος, ο φονιάς του δράκου, έχει και παραέχει. Γι αυτό και θεωρείται προστάτης του Ελληνικού Στρατού. Κοντολογίς υποστηρίζω ότι η πολεμική κραυγή ‘Γιούργια’ ήταν επίκληση του Αγίου Γεωργίου και πως πήρε αυτή την τελική μορφή επειδή είναι πολύ ευκολότερο και δραστικότερο να φωνάζεις ‘Άι Γιώωωργιεεε’ παρά ‘Άαγιεε Γεώωωργιεε’. Από το ‘Γιώργιε’ στο ‘Γιούργια’, που κραυγάζεται ακόμα καλύτερα, η απόσταση είναι εξίσου ασήμαντη.

Η επίκληση ενός αγίου σαν πολεμική ιαχή δεν ήταν τίποτα παράξενο. Στην δίγλωσση Καινή Διαθήκη του Μάξιμου Καλλιουπολίτη το ‘γουργιάζω’ είναι μετάφραση στα Ελληνικά εκείνης της εποχής του αρχαίου ‘αλαλάζω’ (8). Το ρήμα ‘αλαλάζω’ προέρχεται από την πολεμική κραυγή ‘Αλαλά’ των αρχαίων. Στην Ελληνική Μυθολογία η Αλαλά ήταν κόρη του Πολέμου και της Ύβρεως. Ένα από τα επίθετα του ίδιου του Άρη ήταν αλαλάξιος. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν ήταν οι μόνοι που φρόντισαν να συσχετίσουν, έμμεσα ή άμεσα, την πολεμική τους κραυγή με το θείο. Οι Μουσουλμάνοι, από το Μωάμεθ μέχρι σήμερα, χρησιμοποιούν το ‘Αλλάχ ου ακμπάρ’ (ο Θεός είναι μεγάλος), που λέγεται και ‘τακμπίρ’. Στους τελευταίους αιώνες του Μεσαίωνα – έτσι τουλάχιστον πιστεύεται επειδή συχνά δεν υπάρχουν συγκεκριμένες μαρτυρίες – ήταν πολύ συνηθισμένο οι διάφοροι στρατοί να χρησιμοποιούν σαν πολεμική κραυγή το όνομα του αγίου που θεωρούσαν προστάτη τους. Έτσι οι Γάλλοι χρησιμοποιούσαν τον Άγιο Διονύσιο, οι Ισπανοί τον Άγιο Ιάκωβο, οι Βενετοί τον Άγιο Μάρκο, οι Γενοβέζοι και οι Άγγλοι τον Άγιο Γεώργιο.

Οι Σουηδοί του Μεσαίωνα μάλιστα φαίνεται πως είχαν και αυτοί δημιουργήσει ένα ρήμα από το όνομα του Αγίου Γεωργίου, το οποίο σήμαινε την αναφώνηση πολεμικής κραυγής ακόμη και όταν ο άγιος του οποίου γινόταν επίκληση ήταν διαφορετικός, όπως παρακάτω (9):

‘Munsgoy wart mit schalle
Gegrosiit von den Christen’

Ή σε ελεύθερη μετάφραση, ‘Με την ιαχή Montjoie  Γιούργιαραν οι Χριστιανοί’. Τη λέξη ‘Montjoie’ ακολουθούσαν οι λέξεις ‘Saint Denis’ ή ‘Saint André’ ανάλογα με το ποιοί τη φώναζαν, Γάλλοι ή Βουργουνδοί.

Οι Βυζαντινοί τιμούσαν πληθώρα στρατιωτικών αγίων και ανάμεσα τους ο Άγιος Γεώργιος είχε θέση ξεχωριστή. Η ιδιαίτερα τιμητική θέση του είναι ευδιάκριτη κατά την Υστεροβυζαντινή ή Παλαιολόγεια περίοδο. Η ημέρα μνήμης του αγίου ήταν σημαντική γιορτή και ο αυτοκράτορας απερχόταν στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων (10). Από τους στρατιωτικούς αγίους μόνο η μνήμη του Αγίου Δημητρίου γιορταζόταν ανάλογα. Όμως το 14ο αιώνα από τα έξι ζεύγη Βασιλικών Φλαμούλων, δηλαδή των πολεμικών σημαιών της αυτοκρατορίας, το ένα παρίστανε τον Άγιο Γεώργιο έφιππο (11). Κανένας άλλος στρατιωτικός άγιος εκτός από το Γεώργιο δεν είχε ξεχωριστό Βασιλικό Φλάμουλο. Τέτοια τιμή επιφυλασσόταν μόνο σε αυτόν και στην αρχιστράτηγο, την Παναγία. Στις διάφορες γιορτές τα Βασιλικά Φλάμουλα παρατάσσονταν μπροστά και πίσω τους αυτά των δεσποτών, των αρχόντων και των δημάρχων. Ούτε στις τελετές της στέψης νέου αυτοκράτορα δεν τον ξεχνούσαν: την ώρα που ένας αξιωματούχος έριχνε νομίσματα στο λαό ο αυτοκράτορας μοίραζε χρυσά νομίσματα στους άρχοντες στην αυλή του παλατιού, όπου υπήρχε εικόνισμα του μεγαλομάρτυρα Γεωργίου (12).

Αυτά ίσως δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο της αυξημένης αίγλης του αγίου σε Ανατολή και Δύση από τις Σταυροφορίες και μετά. Σημαντικό ρόλο μπορεί να έπαιξε η στρατηγική συμμαχία των Παλαιολόγων με τη Γένοβα, της οποίας ο Γεώργιος ήταν προστάτης. Μέρος της Κωνσταντινούπολης, το Πέραν, στην απέναντι πλευρά του Κεράτιου, είχε παραχωρηθεί στους Γενοβέζους. Αυτή η παραχώρηση διατηρήθηκε μέχρι την άλωση το 1453 και έτσι για 180 χρόνια στην Πόλη ανέμιζαν δύο κρατικές σημαίες: η μία με το χρυσό σταυρό των Παλαιολόγων, και η άλλη με τον κόκκινο σταυρό της Γένοβας, ο οποίος από κάποιο σημείο και μετά καθιερώθηκε σαν σταυρός του Αγίου Γεωργίου (13).


Η σημαία του Βυζαντινού αυτοκράτορα με βάση Ισπανικό κώδικα του 14ου αιώνα.


Λεπτομέρεια του Καταλανικού Άτλαντα του 1375, όπου στη θέση της Κωνσταντινούπολης εμφανίζονται δύο σημαίες, των Παλαιολόγων και της Γένοβας. Η δεύτερη κυματίζει και στη Θεοδοσία της Κριμαίας.


Ανεξάρτητα από το αν ο Άγιος Γεώργιος είχε γίνει ή όχι εργαλείο στις διεθνείς σχέσεις των Παλαιολόγων δεν μπορούσε παρά να είναι ιδιαίτερα αγαπητός στις τάξεις του στρατού. Ήταν ένας δικός τους άγιος. Ακόμη περισσότερο στο ελαφρύ ιππικό, αφού σαν ελαφρός ιππέας απεικονιζόταν και εξακολουθεί να απεικονίζεται ο Γεώργιος στην Ορθόδοξη εικονογραφία. Στο Μοριά, λίγα χρόνια μετά την άλωση, και ενώ όλα είχαν πια χαθεί, ένα μεγάλο μέρος του ελαφρού ιππικού προτίμησε να καταφύγει στις Βενετικές κτήσεις της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναυπλίου, και να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους εκεί αντί στο Σουλτάνο, ελπίζοντας πάντα πως με χριστιανική βοήθεια από τη Δύση θα μπορούσαν να διωχτούν οι Οθωμανοί. Οι άνθρωποι αυτοί, γνωστοί στους Βενετούς αρχικά σαν stratioti, δηλαδή Στρατιώτες, και αργότερα stradioti, έφεραν μαζί τους τα άλογα και τον οπλισμό τους, και μια ολόκληρη κουλτούρα που βέβαια περιελάμβανε τις πολεμικές τους συνήθειες και τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις.

Λίγο μετά τη λήξη του δεκαεξάχρονου Βενετοτουρκικού πολέμου 1463 – 1479 αρκετοί από αυτούς, απογοητευμένοι από τη συνθήκη ειρήνης και εξαγριωμένοι από τον τρόπο που τους μεταχειρίστηκαν οι Βενετοί, πήραν μέρος σε αντι-Οθωμανική εξέγερση, στην οποία ηγήθηκε ένας από τους καπεταναίους τους, ο Κροκόνδυλος Κλαδάς. Μετά την ήττα της εξέγερσης το 1481 οι αντάρτες κατέφυγαν στα βουνά δημιουργώντας χάος με τις επιδρομές τους εναντίον των Τούρκων και σε ορισμένες περιπτώσεις εναντίων των Βενετών. Με Τουρκική προτροπή οι Βενετοί πρόσφεραν αμνηστία στους αντάρτες και τη δυνατότητα να υπηρετήσουν και πάλι τη Βενετία. Αρκετοί δέχτηκαν την προσφορά – ορισμένοι την είχαν επιδιώξει – ενώ άλλοι συνέχισαν τις επιδρομές (14). Ήταν οι πρώτοι Κλέφτες του Μοριά.

Όσοι επανεντάχτηκαν στις Βενετικές δυνάμεις αντιμετώπισαν καχυποψία, μάλλον δικαιολογημένη, και κατηγορίες για συνεργασία με τους συγγενείς τους που είχαν παραμείνει στα βουνά. Οι stratioti γενικότερα θεωρήθηκαν απειλή για την ειρήνη με το Σουλτάνο και επιδιώχθηκε η ελάττωση του αριθμού τους στο Μοριά. Έτσι πολλοί στάλθηκαν στην Ιταλία να πολεμήσουν και στην νεοαποκτημένη Ζάκυνθο σαν άποικοι και φρουροί.

Στη Βενετία εκείνη την εποχή οι Έλληνες ήταν πολλοί και ένα μεγάλο μέρος τους ήταν stratioti. Η εκκλησία που έχτισαν λέγεται ακόμα Άγιος Γεώργιος των Ελλήνων. Ο Θεόδωρος Παλαιολόγος, καπετάνιος των Στρατιωτών από τη Ζάκυνθο, ήταν μέλος της επιτροπής που φρόντισε για την οικοδόμηση της (15). Θάφτηκε εκεί έξι χρόνια αργότερα. Ο Μερκούριος Μπούας, ο διασημότερος από τους Στρατιώτες, απαθανατίστηκε σε πίνακα του Lorenzo Lotto όπου στο βάθος απεικονίζεται ο Άι Γιώργης να σκοτώνει το δράκοντα. Είναι γενικά παραδεκτό πως ο Γεώργιος ήταν ο προστάτης τους.


Λεπτομέρεια του πίνακα του Lotto με το Μερκούριο Μπούα. Ο Αι Γιώργης σκοτώνει το δράκοντα.

 Απτή απόδειξη των όσων υποστηρίζω είναι ότι οι Στρατιώτες πραγματικά κραύγαζαν το όνομα του αγίου στη μάχη. Όπως μας μεταφέρει ο σύγχρονος τους Marino Sanudo, το καλοκαίρι του 1495, σε μάχη εναντίον των Γάλλων κοντά στη Νοβάρα, οι stratioti φώναζαν τα ονόματα του Αγίου Μάρκου και του Αγίου Γεωργίου (16). Φυσικά ο Άγιος Μάρκος ήταν ο προστάτης της Βενετίας και για τα συμφέροντα της Βενετίας πολεμούσαν. Ο Άγιος Γεώργιος όμως δεν έχει καμία σχέση με τη Βενετία, ήταν ο δικός τους άγιος, η δική τους πολεμική ιαχή.

Δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να φωνάζουν, όπως σε κάθε μάχη, την πολεμική κραυγή των παππούδων τους που υπηρέτησαν τους Παλαιολόγους – κυριολεκτώ εδώ αφού το επάγγελμα του ελαφρού ιππέα, του Στρατιώτη, ήταν σε μεγάλο βαθμό οικογενειακή κληρονομιά. Την ίδια ιαχή φώναζαν τα ξαδέλφια τους, οι Κλέφτες, όταν επέδραμαν από τα βουνά της Ελλάδας. Η ίδια τρομερή ιαχή μεταφέρθηκε, πάλι από Στρατιώτες, σε μέρη που δεν είχε εξουσιάσει το Βυζάντιο στους τελευταίους αιώνες της ύπαρξης του, όπως η Κεφαλονιά, Κρήτη και η Κύπρος. Ρίζωσε και εκεί, μέσα από τις μάχες εναντίον των πειρατών και των Τούρκων. Διατηρήθηκε όσο υπήρχαν Στρατιώτες στα νησιά και Κλέφτες στα βουνά, όσο τα τσούρμα ήταν έτοιμα για ρεσάλτο – όσο χρειαζόταν.

-------------------------------------------------------------------------   
1)  Maxime Raybaud, Mémoires sur la Grèce pour servir a l’Histoire de la guerre de l’indépendance, Παρίσι 1824, τ. Α΄, σ. 466. Η μετάφραση στα Ελληνικά του παρατιθέμενου εδώ αρχικού κειμένου είναι δική μου.

Les Grecs ont un cri particulier lorsqu’ils approchent de l’ennemi: c’est une sorte d’ululement guttural; mais ce cri prend un autre caractère lorsqu’ils lèvent le poignard ou l’atagan sur une victime. Il est tel alors qu’on ne pourrait en rendre l’expression: l’ironie amère de la victoire, la colère de la vengeance, la joie inhumaine du sang, sont à la fois exprimées dans ce cri, qu’accompagne ordinairement un rire sardonique et féroce non moins épouvantable. Ce cri de l’homme-tigre, de l’homme dévorant l’homme, est affreux à l’oreille et m’a toujours fait éprouver la plus pénible sensation.

2)  Αρτέμιος Ν. Μίχος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826), Αθήνα 1883, σ. 52.
3)  ‘Ω ντέρα! Ω μπούρα! Μπιτάα!’, Μίχος, σ. 87.
4)  Μίχος, σ. 84.
5)  ‘χωρίς καμιάν ευλάβειαν φωνάζει και γουργιάζει’, Johannes Meursius, Glossarium Graeco-barbarum, Λέιντεν 1614, σ. 110.
6)  Λεξικόν, τ. Β΄, Αθήνα 1963, λήμμα γιούργια.
7)  ‘Μα αλλάσθ’ απάνω μπρε παιδιά στους Τούρκους να γιουργιάρω, Διατί δεν βγαίνω ’γω ’π’ εδά όξω και ν’ απεθάνω.Arnoldus Passow, Τραγούδια Ρωμαίικα, Popularia Carmina, Graeciae Recentioris, Λειψία 1860, σ. 181.
8)  ‘Και έρχεται εις τον οίκον του αρχισυναγώγου, και θεωρεί θόρυβον, κλαίοντας, και αλαλάζοντας πολλά. / Και έρχεται εις το σπίτι του αρχισυναγώγου· και βλέπει σύγχυσιν, και τους ανθρώπους όπου έκλαιγαν και εγούργιαζαν πολλά.’  Μάξιμος Καλλιουπολίτης, Η Καινή Διαθήκη Του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού, Γενεύη 1638, κατά Μάρκον ε΄38.
9)  Johan Ihre, Glossarium Suiogothicum, τ. 2ος, Ουψάλα 1769, σ. 318.
10)  Γεώργιος Κωδινός (ψευδο-Κωδινός), Georgius Codinus Curopalata, De officiis magnae ecclesiae, et aulae Constantinopolitanae, έκδοση Sébastien Cramoisy, Παρίσι 1625, σ. 81.
11)  Κωδινός, σ. 46.
12)  Κωδινός, σ. 100.
13)  Στα μέσα του 14ου αιώνα ένα ανώνυμο χειρόγραφο, γνωστό σαν Libro del Conosçimiento de todos los rregnos, περιέγραψε τη σημαία του Βυζαντινού αυτοκράτορα, η οποία ήταν χωρισμένη στα τέσσερα. Δύο από τα τερταρτημόρια περιείχαν το σταυρό των Παλαιολόγων και δύο του Αγίου Γεωργίου, όπως στην εικόνα που παραθέτουμε, τμήμα της εικόνας 17, από το βιβλίο Book of Knowledge of All Kingdoms, μετάφραση στα Αγγλικά του Sir Clements Markham, Λονδίνο 1912. Το κατά πόσο η περιγραφή του ανώνυμου Ισπανού είναι ακριβής μου είναι άγνωστο. Πάντως στον περίπου σύγχρονο του Καταλανικό Άτλαντα του έτους 1375 στην Κωνσταντινούπολη κυματίζουν δύο σημαίες, των Παλαιολόγων και της Γένοβας. Η σημαία της Γένοβας περιείχε τον κόκκινο σταυρό σε λευκό ή αργυρό φόντο. Στον Καταλανικό Άτλαντα, που βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας, το αργυρό χρώμα έχει σκουρύνει με τον καιρό.
14)  Diana Gilliland Wright, Bartolomeo Minio: Venetian Administration in 15th-Century Nauplion, EJOS III, No 5, ch. 4, σσ 139 – 169.
15)  Μαριάννα Κολυβά, Θεόδωρος Παλαιολόγος, αρχηγός μισθοφόρων «στρατιωτών» και διερμηνέας στην υπηρεσία της Βενετίας (1452 c.-1532), Θησαυρίσματα  10 (1973), σ. 160.

 16)  ‘... ed andavano cridando: Marco! Marco! San Zorzi! San Zorzi!’, Marino Sanuto, La Spedizione di Carlo VIII in Italia, Βενετία 1883, σ. 509.

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Το στρατόπεδο του Μπόχαλη – μέρος Β΄

Άποψη του Κάστρου και του Γιαλού το 17ο αιώνα με ορατούς τους ανεμόμυλους της Μπόχαλης.

Το καλοκαίρι του 1479, δηλαδή αμέσως μετά το το τέλος του πολέμου με τη Βενετία, ο Μωάμεθ ο Πορθητής έβαλε σε κίνηση το τελευταίο από τα μεγαλεπήβολα σχέδια του. Μετά την Κωνσταντινούπολη ήθελε και τη Ρώμη. Σύμμαχος της Ρώμης, και κράτος παρεμβαλλόμενο γεωγραφικά ανάμεσα στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την Ιταλία, ήταν το Δουκάτο της Αγίας Μαύρας. Χρησιμοποιώντας σαν δικαιολογίες τις παλιότερες επιδρομές Στρατιωτών από εδάφη του Δουκάτου, τον γάμο του Λεονάρδου Τόκκο, για τον οποίο δεν είχε πάρει άδεια από το σουλτάνο όπως δήθεν όφειλε, και κυρίως τα οφειλόμενα στον Σαντζάκμπεη της Ηπείρου ‘κανίσκια’ (1) – σχεδιασμένη προβοκάτσια αυτό το τελευταίο – οι Οθωμανοί επιτέθηκαν στο δουκάτο.
Επικεφαλής των επιτιθέμενων ήταν ο Γκεντίκ (Φαφούτης) Αχμέτ, Πασάς του Αυλώνα στην Αλβανία, στόλαρχος και πρώην Μέγας Βεζίρης – ο ικανότερος, εμπειρότερος, και πιο ένδοξος στρατηγός της αυτοκρατορίας. Ο Λεονάρδος Τόκκο, μην μπορώντας να αντισταθεί, εγκατέλειψε το Κάστρο της Αγίας Μαύρας στη Λευκάδα για το Κάστρο του Αγίου Γεωργίου στην Κεφαλονιά. Επειδή ούτε εκεί αισθάνθηκε ασφαλής έφυγε με την οικογένεια, τους θησαυρούς και τα κειμήλια του – το σημαντικότερο από τα οποία ήταν το πόδι της Αγίας Άννας – για την Ιταλία. Οι Τούρκοι κατέλαβαν διαδοχικά τη Βόνιτσα, τη Λευκάδα, και κατόπιν την Κεφαλονιά και την Ιθάκη. Παρόλο που δεν φαίνεται να συνάντησαν αντίσταση πήραν αμέτρητες χιλιάδες σκλάβους, ερημώνοντας τα πάντα. Η Ιθάκη έμεινε τελείως ακατοίκητη μέχρι τις αρχές του επόμενου αιώνα. Μια μικρή μοίρα του Βενετικού στόλου, με διοικητή το ναύαρχο Antonio Loredan, περιορίστηκε να παρακολουθεί στενά τα τεκταινόμενα και να κάνει κάποιες ανθρωπιστικές παρεμβάσεις (2).
Σειρά είχε η Ζάκυνθος, το νοτιότερο από τα νησιά του δουκάτου. Οι Βενετοί υπήκοοι εκεί, πιθανότατα με την υποστήριξη όλου του πληθυσμού, είχαν υψώσει τη σημαία του Αγίου Μάρκου σαν μέσο προστασίας από την αναμενόμενη εισβολή. Ο Antonio Loredan ήταν αποφασισμένος να μην αφήσει τη Ζάκυνθο να έχει την τύχη των άλλων νησιών, παρόλο που διακινδύνευε ένα νέο, ακόμη πιο καταστρεπτικό για τη Βενετία πόλεμο, και ταυτόχρονα το δικό του κεφάλι. Ο Γκεντίκ Αχμέτ δεν έδειξε διάθεση για σύγκρουση, παρόλο που ο στόλος του υπερτερούσε αριθμητικά του Βενετικού στην περιοχή. Μάλλον δεν ήταν η φήμη του Loredan – ήρωα του πολέμου στην Αλβανία το 1474 και με πάνω από είκοσι χρόνια πείρα στη θάλασσα – που τον σταμάτησε. Ήταν και ο ίδιος ο Γκεντίκ ακόμη μεγαλύτερος ήρωας στα μάτια των πολεμιστών του. Γενίτσαρος, είχε ανεβεί από το τίποτα όλα τα σκαλοπάτια της ιεραρχίας, είχε συντρίψει τους Γενουάτες στη Μαύρη Θάλασσα και τους Καραμανίδες πρίγκιπες της Ανατολίας. Όμως ένας νέος πόλεμος με τη Βενετία θα έμπαινε εμπόδιο στα σχέδια του σουλτάνου για επίθεση εναντίον του βασιλιά της Νεάπολης και του πάπα.
Συμβιβάστηκαν, έστειλαν για οδηγίες στην Κωνσταντινούπολη,  από το σουλτάνο και το μπάιλο (Βενετό πρεσβευτή). Στο μεταξύ συμφώνησαν να περιμένουν. Οι Τούρκοι δεν περίμεναν. Ενώ ο Loredan είχε απομακρυνθεί αποβίβασαν αγήματα για να πάρουν σκλάβους.  Ήταν 7 Σεπτεμβρίου του 1479. Στη Ζάκυνθο όμως βρισκόταν πλέον ο Πέτρος Μπούας, επικεφαλής πεντακοσίων Στρατιωτών. Κυνήγησαν τους Τούρκους, ελευθέρωσαν αιχμαλώτους και πήραν κεφάλια. Ο Γκεντίκ Αχμέτ εξαγριώθηκε και έκανε απόβαση κανονική. Οι Στρατιώτες επιτέθηκαν, πέταξαν του Τούρκους στη θάλασσα, τους πήραν και τις μπομπάρδες που είχαν αποβιβάσει για να γκρεμίσουν τα τείχη του Κάστρου (3)(4). Σε αντίποινα ο πασάς επιτέθηκε σε όποιο πλεούμενο βρέθηκε στην περιοχή και συνέχισε να κάνει μικρής κλίμακας επιδρομές. Οι αψιμαχίες έδιναν και έπαιρναν. Τελικά έφτασαν οι οδηγίες από την Πόλη.
Όλοι οι Βενετοί υπήκοοι θα αποχωρούσαν ανενόχλητοι από το νησί πριν το καταλάβει το ασκέρι του πασά – αυτή ήταν η συμφωνία. Μαζί με τους υπηκόους της Βενετίας όμως έβρισκαν την ευκαιρία και αποχωρούσαν πολλοί από τους υπόλοιπους. Οι Τούρκοι έβγαλαν έξω κρυφά 500 άνδρες πριν την εκκένωση με σκοπό να αρπάξουν όσους μπορέσουν πριν πετάξει το πουλί. Μια ομάδα 20 Στρατιωτών που είχε πάει για νερό – που να φτάσει το νερό της Μπόχαλης και του Ακρωτηριού για μέχρι και 25.000 κόσμο, χώρια τα ζωντανά –  τους πήρε χαμπάρι. Μαζεύτηκαν και οι υπόλοιποι Στρατιώτες και πετσόκοψαν τους Τούρκους μέχρι τον τελευταίο. Έτσι ολοκληρώθηκε επιτυχώς η εκκένωση του πληθυσμού. Τα υπάρχοντα τους αναγκάστηκαν να τα εγκαταλείψουν, τόσο οι απλοί κάτοικοι όσο και οι Στρατιώτες.
Αυτά είναι σε γενικές γραμμές τα γνωστά ιστορικά γεγονότα. Μπορούμε όμως, με βάση αυτά, να προχωρήσουμε σε κάποια ακόμη συμπεράσματα. Το πρώτο πράγμα που διαφαίνεται είναι ο λόγος αποστολής του Πέτρου Μπούα. Ήταν κάτι περισσότερο από ένας παλιός, έμπειρος καπετάνιος. Ήταν τότε ο πιο σημαίνων Αρβανίτης του Μοριά. Επιπλέον, καταγόταν από την ίδια περιοχή με τους Μοραΐτες πρόσφυγες στη Ζάκυνθο. Τον γνώριζαν, πολλοί από αυτούς ήταν κατά πάσα πιθανότητα παλιοί συμπολεμιστές του, ή ακόμα και συγγενείς του. Ο Μπόχαλης, αντίθετα, προερχόταν από τα σύνορα Μάνης και Αρκαδίας, ενώ ο Μποζίκης ήταν Αργείος. Σε κείνες τις κρίσιμες και αγωνιώδεις στιγμές ο Μπούας ήταν ίσως ο μόνος άνθρωπος που μπορούσε να πείσει τους πρόσφυγες να πολεμήσουν, ή να αποχωρήσουν, ανάλογα με τις αποφάσεις της Βενετικής εξουσίας, αντί να δράσουν σύμφωνα με τις παρορμήσεις και τα ένστικτα τους.
Δίκαια ο Μπούας αναφέρεται σαν ο ηγέτης που προξένησε στους Τούρκους δύο βαριές ήττες, πραγματικά σωτήριες για τον πληθυσμό του νησιού. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Νικόλαος Μπόχαλης και ο Πέτρος Μποζίκης κρατούσαν σημειώσεις όσο ο Μπούας πολεμούσε. Συμμετείχαν στις μάχες και αυτό αναγνωρίζεται έμμεσα σε ένα άλλο έγγραφο. ‘Το πόσο βαρειά και σημαντική για το κράτος μας είναι η συμβολή των πιστότατων Μπόχαλη και Μποζίκη, αρχηγών των Στρατιωτών μας που βρίσκονταν στο μέρος που λέγεται Ζάκυνθος, δεν υπάρχει κανείς που να μην το γνωρίζει,’ αναφέρεται (5).  
Το τι θα περίμενε τους Ζακυνθινούς χωρίς τη γενναιότητα αυτών των ανθρώπων μπορεί να το αποδώσει πειστικότατα η παρακάτω φωτογραφία. Πρόκειται για μερικά μόνο από τα οστά των σφαγιασθέντων κατοίκων του Ιταλικού Οτράντο, το οποίο ο Γκεντίκ Αχμέτ κατέλαβε ένα χρόνο αργότερα.

Όσο όμως μεγάλη και αν ήταν η συμβολή των καπεταναίων και των παλληκαριών τους, οι πολεμικές επιτυχίες δεν ανήκουν μόνο σε αυτούς. Πεντακόσιοι ελαφροί ιππείς θα ήταν απίθανο να κατόρθωναν μόνοι τους να εξαλείψουν το Τουρκικό προγεφύρωμα. Ο Γκεντίκ Αχμέτ μπορεί να ήταν μέθυσος και αθυρόστομος, και να είχε σε αυτή την περίπτωση υποτιμήσει τον αντίπαλο, αλλά ήταν ικανός και έμπειρος στρατηγός. Είχε πάρει πολλά κάστρα μέχρι τότε και κάνει κάμποσες αποβάσεις. Πριν βγάλει στην ξηρά το πυροβολικό του θα είχε αποβιβάσει χιλιάδες πεζούς και μερικούς  τουλάχιστον ιππείς. Για την απόκρουση και δίωξη τους θα ήταν αναγκαία  η κινητοποίηση όλων όσων διέθεταν οπλισμό και ήξεραν να τον χρησιμοποιήσουν. Ακόμη και η επιστράτευση  δουλοπάροικων οπλισμένων με ότι μεταποιημένο εργαλείο είχαν διαθέσιμο πρέπει να θεωρείται πιθανή.
Ίσως οι μετέπειτα σταδιοδρομίες μελών κάποιων παλιών αρχοντικών οικογενειών της Ζακύνθου σαν καπεταναίοι Στρατιωτών, όπως των Σιγούρου και Γαήτα, να έχουν τις ρίζες τους σε αυτήν εδώ τη σύγκρουση. Το βέβαιο είναι ότι οι παλιοί Στρατιώτες που είχαν βρει καταφύγιο στο νησί τη δεκαετία του 1460, και οι γιοί τους, θα είχαν πάρει μέρος στην αναμέτρηση. Οι άνθρωποι αυτοί δεν πρέπει νομίζω να θεωρούνται  περαστικοί από τη Ζάκυνθο και άσχετοι με τους σημερινούς Ζακυνθινούς.
Τα επώνυμα όλων των οικογενειών ενός μεγάλου μέρους της βορειοδυτικής Πελοποννήσου, λίγο πριν την έναρξη του Βενετοτουρκικού πολέμου 1463 – 1469, έχουν διασωθεί χάρη στους λεπτομερείς καταλόγους που συνέταξαν οι Οθωμανοί για φορολογικούς σκοπούς. Με την έναρξη του πολέμου η περιοχή επαναστάτησε συντασσόμενη με τους Βενετούς. Μετά από κάποιες αρχικές επιτυχίες οι Βενετικές δυνάμεις ηττημένες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πρόσκαιρες κατακτήσεις τους και έτσι οι επαναστάτες κατέληξαν κατά ένα μεγάλο μέρος πρόσφυγες στη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά. Μπορούμε, χάρη στη φοροεισπρακτική επιμέλεια των Τούρκων, να γνωρίζουμε τα ονοματεπώνυμα των αρχηγών νοικοκυριών από τον πληθυσμό που αποτέλεσε την πηγή των προσφύγων.
Οι Οθωμανοί είχαν φροντίσει να επισημάνουν ποιά ήταν η κυρίαρχη γλώσσα σε κάθε χωριό, τα Ρωμαίικα ή τα Αρβανίτικα. Τα ονόματα των αρχηγών Αρβανίτικων οικογενειών τα έχει δημοσιεύσει στο διαδίκτυο ο Δημήτρης Λιθοξόου, για τους δικούς του ιδεολογικοπολιτικούς λόγους. Ανάμεσα τους εντόπισα ολόκληρη εκατοντάδα επωνύμων που μαρτυρούνται στη Ζάκυνθο, κυρίως από το 16ο αιώνα (6). Από αυτά, μέχρι και το 40% έχουν σήμερα εκλείψει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν εκλείψει και οι απόγονοι αυτών των ανθρώπων μεταξύ των σημερινών Ζακυνθινών – κάθε άλλο. Από τα υπόλοιπα υπάρχουν πολλά που είναι και σήμερα πολύ διαδεδομένα. Αυτή η εκατοντάδα επωνύμων φερόταν από σχεδόν 600 οικογένειες, δηλαδή το ένα τρίτο του συνόλου. Αν και αυτό δεν αποτελεί από μόνο του απόδειξη της ιστορικής πορείας καμιάς συγκεκριμένης οικογένειας από αυτές, ο όγκος των ονομάτων αποτελεί ισχυρότατη ένδειξη ότι ένα μεγάλο μέρος των προσφύγων, Αρβανιτών και μη, έχοντας σκορπιστεί στις διάφορες Βενετικές κτήσεις σε μια δεύτερη προσφυγιά, κατέληξε και πάλι τελειωτικά στη Ζάκυνθο – είτε με τον πρώτο εποικισμό, στα πρώτα χρόνια της Βενετοκρατίας, είτε στην τρίτη τους προσφυγιά λίγο αργότερα, όταν υπέκυψαν οι Βενετικές κτήσεις στις οποίες είχαν καταφύγει.
Πριν τελειώσουμε ας πούμε λίγα πράγματα για τους πολέμαρχους που υπεράσπισαν τη Ζάκυνθο για πάνω από δύο μήνες το φθινόπωρο του 1479. Ο Πέτρος Μπούας φαίνεται πως ήταν σε πιο προχωρημένη ηλικία από τους άλλους δύο, και ήταν γνωστή προσωπικότητα με μεγάλη επιρροή ακόμη και πριν την έλευση των Τούρκων στο Μοριά.  Ήταν ανάμεσα στους δεκατρείς Μοραΐτες άρχοντες στους οποίους απηύθυνε επιστολή ο Μωάμεθ Β΄το 1454. Στις πόλεις και τα χωριά του κάμπου της δυτικής Πελοποννήσου έκαναν κουμάντο οι Ραούληδες, ή Ράλληδες, αλλά στις κατούνες των ανεπίδεκτων εξουσίας κατοίκων της ορεινής ζώνης μόνο ο λόγος του Μπούα είχε ίσως βαρύτητα. Σε όλη τη διάρκεια του πολέμου έμεινε πιστός στη Βενετία και συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του για μερικά ακόμη χρόνια μετά τα γεγονότα της Ζακύνθου. Πέθανε από φυσικά αίτια μια δεκαετία αργότερα.
Για τον Πέτρο Μποζίκη θα πούμε λίγο περισσότερα, γιατί μας δίνει την ευκαιρία να δείξουμε τι θεριά φωλιάζανε κάποτε εκεί που σήμερα πίνετε τον καφέ σας και τρώτε φρυγανιά με παγωτό. Δεν είχε τόση επιρροή όσο ο Μπούας, τουλάχιστον αρχικά, ούτε ήταν πάντα πιστός στη Βενετία (7). Ιππότης του Αγίου Μάρκου ο ίδιος, είχε τρεις αδελφούς: το Γεώργιο, που ήταν μάλλον μαζί με τον Πέτρο ο μεγαλύτερος, το Δήμα, επίσης Ιππότη του Αγίου Μάρκου, και το Μέξη ή Μέξα (8). Λίγο πάνω από ένα χρόνο μετά την αναχώρηση του Πέτρου από τη Ζάκυνθο ο Μέξης ακολούθησε το Θεόδωρο Μπούα, και εξήντα άλλους Στρατιώτες και τσαγδάρους (9) από το Ναύπλιο, σε μια επιδρομή εναντίον των Τούρκων του Άργους. Σέρνοντας μαζί τους κάπου τριάντα αιχμαλώτους τράβηξαν για την επαναστατημένη Μάνη, να ενωθούν με τη δύναμη του Κροκόνδειλου Κλαδά. Όλοι οι Στρατιώτες του Μοριά ήταν δυσαρεστημένοι με την συνθήκη ειρήνης αλλά περισσότερο από όλους οι Μανιάτες, αφού η Μάνη είχε παραχωρηθεί στους Τούρκους.
Μετά την ήττα του κινήματος ο Μέξης Μποζίκης και πολλοί άλλοι πήραν τα βουνά και ξεκίνησαν αυτό που σήμερα αποκαλείται κλεφτοπόλεμος. Ο Πέτρος και οι άλλοι αδελφοί, αν και δεν είχαν βγει στο κλαρί, τους παρείχαν υποστήριξη, και χρειάστηκε να αμνηστευτούν και αυτοί από τους Βενετούς προκειμένου να μεταβούν στην Ιταλία για να πολεμήσουν στον πόλεμο της Φερράρας. Είναι ενδεικτικό ότι οι Βενετοί αμνήστευσαν τους αντάρτες με την προτροπή των Οθωμανών, σε τέτοιο σημείο απελπισίας είχαν φέρει τους Τούρκους αυτοί οι πρώτοι Κλεφταρματωλοί του Μοριά (10). Παρά τον ευσεβή πόθο των Τούρκων, και των Βενετών, ότι θα γλυτώσουν από τους Κλέφτες με την αποστολή χιλιάδων Στρατιωτών στην Ιταλία ο κλεφτοπόλεμος δεν σταμάτησε. Συνεχίστηκε για αιώνες. Τον Πέτρο ακολούθησαν στην Ιταλία 540 Στρατιώτες. Λίγο μετά το γυρισμό του από εκεί οι Τούρκοι τον κατηγόρησαν ότι ήταν ο κρυφός αρχηγός των Κλεφτών. Ίσως αυτό να έχει σχέση με το ότι την άνοιξη του 1486 ο Πέτρος, ο Δήμας, ο Μέξης, και ο γιός του Πέτρου Γεώργιος στάλθηκαν δέσμιοι στη Βενετία. Απελευθερώθηκαν όμως και επέστρεψαν στο Ναύπλιο μέσα σε ένα δίμηνο (11).
Stradiot και haydut το 16ο αιώνα. Αρματωλός και Κλέφτης, οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Το 1494 οι Μποζικαίοι ξαναπήγαν στην Ιταλία για να αντιμετωπίσουν Γαλλική εισβολή. Για τη δράση τους εκεί, όπου τον Πέτρο Μποζίκη ακολούθησαν αυτή τη φορά 520 Στρατιώτες,  μεταφέρω εδώ ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το Σάθα (12) – αναγκαστικά σε μονοτονικό:

Ιδού τι έγραψε τότε προς την Γερουσίαν ο προνοητής των Στρατιωτών Κονταρίνης: «Ελθόντες οι Στρατιώται εις Βεζέβενε ενεκαρδίωσαν και παρηγόρησαν τους κατοίκους.  Ενώ ο δουξ της Αυρηλίας καθ’ εκάστην ημέραν ελεηλάτει, τώρα ήλθεν η σειρά των Στρατιωτών». Και τω όντι άμα στρατωνισθέντες εν Βεζέβενε εξήλθον «δια να ίδωσιν αν οι εχθροί έχωσιν καρδιάν δια να μετρηθώσιν – η εμπροσθοφυλακή των προχωρήσασα εν μίλιον συνήντησε 40 βαρυσιδήρους ιππείς, 100 τσαγράτορας (βαλλιστροφόρους) και τρεις τοξότας, και ορμήσασα κατ’ αυτών συνέλαβεν είκοσιν εξ αιχμαλώτους, και εφόνευσεν 9 και 12 ίππους – αν δε ήσαν πολυαριθμότεροι ουδείς θα εσώζετο. Τέλος πάντων, τελευτά η έκθεσις, οι Γάλλοι εύρον τον αντίπαλον και καθ’ εκάστην οι Στρατιώται μας κάτι κάμνουσι». Μετ’ ολίγον πεντήκοντα Στρατιώται διευθύνονται προς αυτόν το γαλλικόν στρατόπεδον δια να ίδωσιν, ως έλεγον «οποίον είδος ανθρώπων ήσαν αυτοί οι Γάλλοι». Δύο αδελφοί του Πέτρου Βουζύκη έφθασαν σχεδόν εις τα εχθρικά χαρακώματα – 17 Γάλλοι ιππείς ορμώσι κατ’ αυτών, οι δε δύο Στρατιώται προσποιηθέντες φυγήν, στρέφονται δια ταχυτάτου ελιγμού και φονεύουσι δύο και αιχμαλωτίζουσιν ισαρίθμους. Την επιούσαν οι Στρατιώται στήσαντες ενέδραν φονεύουσι εννέα και αιχμαλωτίζουσιν τριάκοντα – τότε  είς των υιών του Πέτρου Βουζύκη διώκων τους εχθρούς, δεν ηδυνήθη να σταματήση τον ίππον του, όστις πηδήσας εις τα εχθρικά χαρακώματα συνελήφθη μετά του ιππέως. Ο προνοητής επρότεινε την ανταλλαγήν του νεαρού Στρατιώτου προς πλειοτέρους Γάλλους – εικάζεται όμως ότι εφονεύθη υπό των εξωργισμένων εχθρών.

Ο Μέξης σκοτώθηκε στην πολιορκία του Ναυπλίου από τους Τούρκους το 1500 και ο Γεώργιος το 1503. Οι Μποζικαίοι συνέχισαν να υπηρετούν σαν Στρατιώτες στο Ναύπλιο, μέχρι την παραχώρηση του στους Τούρκους το 1540, και σε πολλά άλλα μέρη. Κάποιος Μιχαήλ Μποζίκης εμφανίζεται και στον κατάλογο της Ζακυνθινής κομπανίας του Δημητρίου Παλαιολόγου το 1539.
Οι Μποχαλαίοι, όπως οι Μποζικαίοι, οι Μπουαίοι, και οι περισσότερες φάρες Στρατιωτών, συνέχισαν για πολύ καιρό να είναι φυτώρια πολεμιστών. Το Νικόλαο Μπόχαλη τον ξαναβρίσκουμε στο Šibenik της Δαλματίας το 1496 με 50 Στρατιώτες. Ο Κωνσταντίνος Μπόχαλης, που αναφέρει ο Ζώης, ήταν μάλλον γιός του, γιατί και αυτός αναφέρεται σαν dominus, και δρούσε μέχρι τη δεκαετία του 1530 στην υπηρεσία της Βενετίας. Έναν άλλο Μπόχαλη συναντάμε στον 5ο τόμο της Historia del rey don Hernando el Católico του Jerónimo Zurita του 16ου αιώνα. Τον περιγράφει σαν Teodoro Bocalo Griego, Capitan de Estradiotes, hombre valiente, y muy esforçado, y de quien el Gran Capitan tuvo satisfacion en esta Guerra, δηλαδή Θεόδωρο Μπόχαλη, Έλληνα, καπετάνιο Στρατιωτών, άνδρα γενναίο, και πολύ αφοσιωμένο, από τον οποίο ήταν ικανοποιημένος ο αρχιστράτηγος σε αυτό τον πόλεμο. Είχε στις διαταγές του dozientos (doscientos) Estradiotes Griegos, muy escogida gente de cavallo, δηλαδή διακόσιους  Έλληνες Στρατιώτες, πολύ διαλεχτούς καβαλάρηδες. Ο Ισπανός ιστορικός τα λέει αυτά γιατί ο Θεόδωρος Μπόχαλης βρισκόταν στην υπηρεσία των Ισπανών το 1502 στην Ιταλία. Τόσο εντυπωσιάστηκαν από τους Στρατιώτες οι Ισπανοί ώστε ο Φερδινάνδος ο Καθολικός – ο σύζυγος της γνωστής από την ιστορία του Κολόμβου Ισαβέλλας – επιστρέφοντας στην Ισπανία το 1507 τους πήρε μαζί του. Έτσι, αυτοί οι, ως επί το πλείστον, αβασίλευτοι βουνήσιοι αποτέλεσαν από τότε, και για πολλές δεκαετίες, επίλεκτο έφιππο τμήμα της Βασιλικής Φρουράς της Ισπανίας.

----------------------------------------------------------------------------------------- 
(1)  Δώρα, που στην πραγματικότητα ήταν φόρος υποτέλειας.
(2)  Οι Βενετοί εξαγόρασαν πολλούς αιχμαλώτους, οι οποίοι λόγω της υπερπροσφοράς πουλιόντουσαν για λιγότερο από μισό τσεκίνι. Ενδεικτικά ένα άλογο κόστιζε από είκοσι και πάνω. Σε μια περίπτωση οι γαλέες προσέγγισαν μια ακτή της Ιθάκης και διέσωσαν  μερικούς απελπισμένους που προσπαθούσαν να διαφύγουν.
(3)  Τα τείχη δεν ήταν αυτά που σώζονται σήμερα και που χτίστηκαν αργότερα από τους Βενετούς με νέες προδιαγραφές για να είναι ανθεκτικά στις βολές πυροβολικού της εποχής. Επιπλέον είχαν πιθανότατα πάθει σημαντικές ζημιές από μεγάλο σεισμό μια δεκαετία νωρίτερα.
(4)  Η τοποθεσία της μάχης αυτής δεν είναι γνωστή. Πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη μας ότι η Ζάκυνθος εκείνη την εποχή δεν διέθετε ούτε έναν καρόδρομο και η δυσκολία μεταφοράς κανονιών δια ξηράς ήταν μεγάλη. Επομένως ο Γκεντίκ πρέπει να αποβιβάστηκε πολύ κοντά στο Κάστρο. Η παραλία του Άμμου προς νότον δεν ήταν η καταλληλότερη γιατί ο μοναδικός δρόμος ανάβασης – κακοτράχαλο μονοπάτι στην πραγματικότητα – σκαρφάλωνε στην αρκετά απότομη πλαγιά παράλληλα και ακριβώς κάτω από τα τείχη στο τελευταίο τμήμα του. Οι Οθωμανικές δυνάμεις θα ήταν εξαιρετικά ευάλωτες κατά τη δύσκολη ανάβαση τόσο σε βολές από το κάστρο όσο και σε ξαφνικές αντεπιθέσεις. Τέτοιου είδους πληροφορίες θα ήταν διαθέσιμες στους Οθωμανούς από χρόνια. Αυτό αφήνει σαν μοναδική πιθανή εκδοχή, κατά τη γνώμη μου, την παραλία του Τσιλιβή.
(5)  Σάθας, Μνημεία, τόμος 7ος, σελ. 22.
1479, 11 Februarii
Quanti ponderi et importantie sit statui nostro expedire fidelissimos nostros Bocholi et Busichii capita Stratiotorum nostrorum qui fuerunt super loco Jacynthi nemo est qui ignoret, propterea Vadit pars quod in primo consilio qui congregabitur expediri debeant suprascripta et alia etiam capita Stratiotorum quemadmodum videbitur huic consilio, nec intrari posit sub aliqua alia material nisi expedita suprascripta (capita) Stratiotorum , et omnes de Collegio qui possunt ponere partes teneantur ponere opiniones suas, et expedita ipsa causa in nulla alia re posit intrari, nisi in rebus spectantibus a parte maris.
(6)  Σε καμία περίπτωση δεν ισχυρίζομαι ότι αυτά τα επώνυμα είναι τα μοναδικά. Πιθανότατα υπάρχουν και άλλα. Πολλά από τα επώνυμα είναι αλλοιωμένα και κάποια τελείως αγνώριστα. Πρέπει να επισημάνω ότι ο κατάλογος του Λιθοξόου είναι με Κροατικούς χαρακτήρες, μεταγραμμένος από άλλον με Κυριλλικούς, ενώ αρχικά τα επώνυμα είχαν γραφτεί με Αραβικούς. Οι αριθμοί δείχνουν νοικοκυριά με το ίδιο επώνυμο. Τα επώνυμα με αστερίσκο έχουν, από όσο ξέρω, εκλείψει στη Ζάκυνθο.
Αβράμης* [4], Ακρίτης* [2], Αλαμάνος [1], Ανδρόνικας* [3], Αρβανίτης* [1], Βαμβακάς [1], Βισβάρδης [4], Βλασσόπουλος [1], Βλαχιώτης [18], Βλάχος* [2], Βοζαΐτης [1(?)], Βυθούλκας [6], Γκλαβάς [7], Γκρέκας [2], Γολέμης [10], Γραμματικός* [6], Γραμματικόπουλος [1], Δαμιανός* [1], Δράμεσης* [7], Ζαπάντης* [6], Ζουπάνος (και Ζουρμπάνος στη Ζάκυνθο) [3-4], Καγκάδης* [7], Καλέντζης [4], Καλημάνης* [2], Καμπάσης [1], Καπαρέλλης [4], Καρδιοκάφτης [3], Κεφαλληνός [4], Κιούρκας [1-2], Κλάδης [3], Κόκλας [18], Κολοβός* [2], Κόμης [9], Κοτσώνης [2], Κουρτέσης [4], Κούτσης [25], Λαγούτσης [2], Λαμπέτης* [2], Λάτας [16], Λιβάνης [5], Λιόπεσης* [20], Λογοθέτης [4], Λουκίσας [7], Λόντζης ή Λούντζης [6], Λυκούρεσης [13], Μακρίσης* [2(?)], Μαλακάσης* [4], Μαντζάρος* [2], Μάντουκας* [4], Μάσκαρης* [4], Μαστραντώνης* [5], Ματαράγκας [4], Μαυρομ(μ)άτης [6], Μαυρωτάς [1], Μάνεσης [28], Μάτεσης [1], Μέγκουλας* [5], Μελίτης (στη Ζάκυνθο Μελίτας) [2-3], Μηλιώτης* [2], Μουζάκης [3], Μουρίκης [6], Μούσουρας [10], Μπαβάσης* [3], Μπάλτζας* [1], Μπαρμπούτσης* (όχι οικογένεια αλλά τοποθεσία ‘του Μπαρμπούτση’ στο Ρωμήρι το 1520) [9], Μπάστας [4], Μπάφης [5], Μπίτσης* [6], Μπούας [14], Νικηφόρος* [5], Ορφανός* [9], Παπαγιαννόπουλος* [8], Παπαδάτος [8], Παυλόπουλος* [3], Παύλος* [3], Πελεκάνος [4], Πέτας [14], Πλατυστόμου [4], Πλέσσας [21], Ράφτης [3], Ραψομάτης (Ραψομανίκης) [4], Ρένεσης [16], Ρίκκας* [2], Ρωμανός [3], Σαμάρης* [2], Σέρβος* [3], Σκλήβας [6], Σπάτας* [19], Σούλης [14], Σούρμπης [6], Στασινός [4], Σταυράκης [2], Στράτης ή Στρατής [3], Στρατίκης* [2], Στρούζας [1], Τρούσας [9], Φλεμοτόμος [1], Φλόκας* [2], Χαϊκάλης [5], Χαλανδρινός* (στη Ζάκυνθο Καλανδρινός) [1], Ψάρης [16].
(7)  Diana Gilliland Wright και John Melville Jones, The Greek Correspondence of Bartolomeo Minio Volume I: Dispacci from Nauplion, 1479 – 1483, 2008, File H.
(8)  Το όνομα Μέξης είναι Αρβανίτικο επώνυμο. Είναι πολύ πιθανό η μητέρα τους να ήταν το γένος Μέξη.
(9)  Πεζοί χωρικοί που φαίνεται πως στο Μεσαίωνα είχαν υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας στους Φράγκους άρχοντες. Η λέξη αναφέρεται στο Χρονικόν του Μορέως: Κράζει τινές του συγγενεῖς, φίλους τε καὶ γειτόνους, τσαγδάρους καὶ λιμαρικούς, βουλὴν μὲ αὐτοὺς ἀπῆρεν .... Το 15ο αιώνα, όταν υπήρξε ανάγκη, στρατολογήθηκαν από τους Βενετούς σαν μισθοφόροι και πολέμησαν ακόμη και στην Ιταλία. Σύμφωνα με το Σάθα ονομάστηκαν έτσι από την τσάγδα, το κοντό σιδερένιο δόρυ που χρησιμοποιούσαν.
(10)  Βλέπε 7.
(11)  Βλέπε 7.
(12)  Κωνσταντίνος Ν. Σάθας,  Έλληνες Στρατιώται εν τη Δύσει και η Αναγέννησις της Ελληνικής Τακτικής, 1885, σελ. 45.


Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011

Κλέφτες στα Εφτάνησα

Ο Κολοκοτρώνης του Karl Pavlovich Briullov


Είναι  λυπηρό – αλλά όχι ολότελα απρόσμενο στη χώρα των ξύπνιων με τη μαστουρωμένη συνείδηση – πως πλασάρεται από κάποιους – που θα ’πρεπε να ξέρουν καλύτερα – η παρουσίαση των Κλεφτών της Τουρκοκρατίας σαν κοινών εγκληματιών. Είναι ταυτόχρονα μουσική που χαϊδεύει τα αυτιά όσων κλέβουν την εφορία – και παντοιοτρόπως τους συμπολίτες τους – αφού τους επιτρέπει να αισθάνονται λίγο ... Κολοκοτρωναίοι. Επειδή είμαι από αυτούς που ξεβολεύονται από τέτοιες βολικές σκηνοθεσίες, επικαλούμαι τη μαρτυρία του Ιρλανδού περιηγητή Edward Dodwell(1), παρόντα στην Ελλάδα πριν τη μετεπαναστατική δήθεν ηρωοποίηση των Κλεφτών. Πιο συγκεκριμένα στα 1801, όταν ξεκινώντας από τη Βενετία έφτασε μέχρι την Κεφαλονιά.
Για την Κεφαλονιά δίνει τόσο λίγες πληροφορίες που αναρωτιέμαι αν πραγματικά πάτησε το πόδι του εκεί. Απόλυτα κατανοητό το να μην πάει, αφού το νησί βρισκόταν σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου. Στη Ζάκυνθο σίγουρα δεν πήγε σε κείνο το πρώτο ταξίδι. Δεν ήταν πολύ καλύτερα τα πράγματα εκεί, οι Ζακυνθινοί είχανε σηκώσει δικό τους μπαϊράκι, κηρύσσοντας αυτονομία από την Επτάνησο Πολιτεία. Στην Κέρκυρα παραλίγο να την πατήσει. Εκεί που έκανε τη βόλτα του στο Λιστόν – ή κάπου αλλού – βγήκαν τα πιστόλια και έγινε η πόλη πεδίο μάχης μεταξύ Τούρκων λεβέντηδων και Κερκυραίων ποπολάρων. Δεκαεφτά στον τόπο και κάμποσους ετοιμοθάνατους μέτρησαν οι Τούρκοι, λιγότερους από τους μισούς οι Κερκυραίοι. Πλακώσανε και μερικές χιλιάδες ένοπλοι χωριάτες και έβγαλε ο Θεοτόκης, πρόεδρος της Γερουσίας τότε, το Ρώσικο στρατό στους δρόμους. Όχι τόσο γιατί φοβήθηκε μη χαλάσουνε οι χωριάτες τους Τούρκους αλλά για να να μη χαλάσουνε το αρχοντολόι.
Είχανε βλέπετε αρπάξει την εξουσία οι ευγενείς, με τις πλάτες των Ρώσων και Τούρκων νταβατζήδων του νεότευκτου προτεκτοράτου, και ακυρώνανε όσες δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις είχαν κάνει οι Γάλλοι πριν λίγα χρόνια. Εκτός από αυτό, ο κόσμος φοβότανε ξεπούλημα στο Σουλτάνο και βρισκόταν σε αναβρασμό. Μέσα σ’ αυτό το γενικό μπάχαλο οι πολιτικές διαφορές λύνονταν με ξένες επεμβάσεις, φονικά, ληστείες, και εμπρησμούς. Αναρωτιέμαι, παρεμπιπτόντως, μέσα σε τέτοιες συνθήκες, πόση βαρύτητα μπορεί να έχει ο χαρακτηρισμός των αδελφών Καμπασαίων (2) από το Λεωνίδα Ζώη σαν ‘ληστοσυμμορία’(3), προφανώς βασιζόμενος σε έγγραφα της εποχής από το πάλαι ποτέ Αρχειοφυλακείο Ζακύνθου.
Στην Ιθάκη φαίνεται πως ο Dodwell βρήκε μια σχετική ηρεμία που αντικατοπτρίζεται στο έργο του. Έτσι είδε το Βαθύ.

Η μαρτυρία του τώρα, σε δική μου μετάφραση και συγχωρείστε μου τις υπογραμμίσεις. Οι Ελληνικές λέξεις είναι ακριβώς όπως τις έγραψε, εγώ απλώς τις  έβαλα σε <<>>.
Δεν ήταν μικρή η έκπληξη μας, μια μέρα, όταν ο υπηρέτης του σπιτιού ήρθε μέσα να αναγγείλει τον καπετάνιο των κλεφτών και τους άνδρες του, οι οποίοι ήθελαν να κάνουν τη γνωριμία μας. Η πόρτα άνοιξε, και μια ντουζίνα Αλβανοί, με την αγριότερη και τρομερότερη εμφάνιση, παρέλασαν μέσα (στο δωμάτιο), ντυμένοι στο βελούδο και το χρυσάφι, και οπλισμένοι σαν να πήγαιναν στο πεδίο της μάχης. Μας χαιρέτησαν με μια ελαφρή κλίση του κεφαλιού, με το δεξί χέρι στο στήθος, και τις συνηθισμένες φιλοφρονήσεις όπως <<ο δουλος σας>> και <<πολυκρονια>>. Κατόπιν καθίσανε και χωρίς άλλη τσιριμόνια άρχισαν να καπνίζουν τα τσιμπούκια τους. Μετά από μερικά λεπτά σιωπής, και αλληλοκοιτάγματος, ο καπετάνιος των κλεφτών άνοιξε τη συζήτηση, και μας είπε ότι πρώτα ήρθε να υποβάλλει τα σέβη του στους Μυλόρδους, και μετά να προσφέρει τις υπηρεσίες του, και αυτές αρκετών εκατοντάδων <<παλικαρι>> , ή γενναίων, που είχε υπό τις διαταγές του, οι οποίοι θα μας ακολουθούσαν όπου και αν αποφασίζαμε να τους οδηγήσουμε – όντας προς το παρόν αδρανείς και άνεργοι, αφού είχαν τελευταία λεηλατήσει τους Τούρκους στην απέναντι ακτή, και αρπάξει οτιδήποτε ήταν κάποιας αξίας. Εκφράσαμε όλες τις πρέπουσες απαντήσεις στις ευγενικές προσφορές του καπετάνιου, τις οποίες παρά ταύτα αρνηθήκαμε.
Αυτοί οι κλέφτες είναι Αλβανοί Χριστιανοί, οι οποίοι από παλιά εξασκούσαν το αρπακτικό τους ταλέντο στην περιοχή του Πασά των Ιωαννίνων. Αλλά λόγω της επαγρύπνησης της αστυνομίας του έχουν υποχρεωθεί να καταφύγουν στα γειτονικά νησιά, όπου έχουν βρει άσυλο κάτω από την προστασία της Επτανήσου Πολιτείας. Δηλώνουν ότι ληστεύουν μόνο Μωαμεθανούς, εναντίον των οποίων έχουν εξαπολύσει αιώνιο και θρησκευτικό πόλεμο, μιμούμενοι ισχυρότερους σταυροφόρους. Καταδέχονται να ληστεύουν ακόμα και στα πελάγη, και η Ιθάκη ήταν ο τόπος όπου εναπόθεταν τη λεία τους. Ο καπετάν Γιάννος (Jano), ο αρχηγός τους, είναι Ακαρνάνας, και έχει έναν αδελφό, επίσης καπετάνιο μιας άλλης ομάδας, και τόσο σπουδαίο κλέφτη όσο και ο ίδιος.
Είναι αναγκαίο να εξηγήσω ότι στην Ελλάδα ντροπή και αίσχος δεν συνδέονται καθόλου με το όνομα του κλέφτη, και το επάγγελμα της ληστείας, όταν γίνεται με ύφος μεγαλοπρεπές, και με αφθονία απελπισμένων ανθρώπων, που λεηλατούν απροκάλυπτα στους δημόσιους δρόμους, παίρνουν αιχμαλώτους που ανταλλάσσουν με λύτρα, υποχρεώνουν χωριά να συνεισφέρουν, και αψηφούν την κυβέρνηση. Όταν καταδιώκονται από ισχυρότερη δύναμη καταφεύγουν στα νησιά και ακονίζουν τα όπλα τους για μελλοντικές επιδρομές.
Θεωρώντας ότι ο καπετάν Γιάννος δεν ήταν κοινός κλέφτης, και θέλοντας να τα έχουμε καλά μαζί του, του ανταποδώσαμε την επίσκεψη, και γίναμε δεκτοί με εγκάρδια ευγένεια, και μας προσφέρθηκαν πλούσια διακοσμημένα τσιμπούκια, καφές σε χρυσά φλιτζάνια και τα καλύτερα ροσόλια, τα προϊόντα των αρπαγών του, που μας τα σερβίρισαν κατώτεροι κλέφτες. Με το που θαυμάσαμε τον πλούτο και τη μεγαλοπρέπεια της φορεσιάς του, έδωσε την άδεια στον καλλιτέχνη μου να του κάνει το πορτραίτο, και έστειλε τα ρούχα και τα όπλα του στο σπίτι μας, για να τα σχεδιάσουμε με την ησυχία μας με ακρίβεια και λεπτομέρεια.
Όσο ασυμβίβαστο και να φαίνεται το σύστημα πολέμου του καπετάν Γιάννου προς τα αισθήματα μας, και τις αντιλήψεις μας περί δικαίου και αδίκου, γνωρίζουμε ότι στα πρώιμα χρόνια της Ελλάδας το ακολουθούσαν ολόκληρα έθνη, που ζούσαν με λεηλασία, πειρατεία και σφαγή. Ο Θουκυδίδης μας λέει ότι στον καιρό του το εξασκούσαν οι Οζολοί Λοκροί, οι Αιτωλοί, οι Ακαρνάνες, και οι Ηπειρώτες. Και θεωρούνταν ένδοξο να λεηλατείς ανοχύρωτες πόλεις και σκόρπια χωριά. Ο Πολύβιος αναφέρει σχεδόν το ίδιο πράγμα για τους Αιτωλούς.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει ίσως να παρατηρήσουμε είναι ότι αποκαλεί τους Κλέφτες Αλβανούς, και φαίνεται ότι δεν τους ξεχωρίζει από τους Αρβανίτες – τυπικό για ξένο συγγραφέα. Στο ότι οι Κλέφτες αυτοί ήταν Αλβανοί ή Αρβανίτες υπάρχουν πολλές ενστάσεις, κατά τη γνώμη μου δικαιολογημένες. Οι Αρβανίτες είχαν εγκαταλείψει την Ακαρνανία στις αρχές του 15ου αιώνα. Το γιατί τους είπε έτσι θα το εξηγήσουμε λίγο πιο κάτω.
Η πρώτη φράση που έχω υπογραμμίσει λέει ότι οι Κλέφτες είχαν βρει άσυλο από την Επτάνησο Πολιτεία. Παραθέτω εδώ ένα κομμάτι από μια περίληψη του Χιώτη για τους όρους ίδρυσης (4) αυτού του Ρωσοτουρκικού προτεκτοράτου.

Σύμφωνα με αυτό οι Κλέφτες θα έπρεπε να είχαν συλληφθεί και παραδοθεί στους Τούρκους, ενώ βλέπουμε να κυκλοφορούν ελεύθερα και άφοβα. Κάποιος καχύποπτος θα μπορούσε να σκεφτεί πως ένα μερτικό από τα λάφυρα είχε περάσει στα χέρια σημαινόντων προσώπων της Ιθάκης. Θα ήταν όμως αδύνατο να μη γνωρίζουν στην Κέρκυρα τη διαμονή των Κλεφτών. Θα έπρεπε, για να μη βάλουν σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη του κράτους τους, να είχε στείλει ένα στρατιωτικό απόσπασμα η Γερουσία και να τους διώξει, αν όχι να τους συλλάβει. Όμως όχι μόνο δεν το έκαναν από δική τους πρωτοβουλία αλλά ούτε και κατ’ απαίτηση των προστατών τους. Τα παρακάτω, παρμένα πάλι από το Χιώτη (5), είναι επιστολές του Ρώσου ναύαρχου και του Αλή Πασά Τεπελενλή, η δεύτερη προς τους κατοίκους της Λευκάδας.


Στο πρώτο βλέπουμε το γιατί ο Dodwell αποκαλούσε τον Καπετάν Γιάννο και τα παλληκάρια του Αλβανούς. Οι καπεταναίοι που αναφέρονται δεν ήταν βέβαια Αλβανοί, και πολύ περισσότερο δεν ήταν από την Αλβανία. ‘Αλβανιτία’ ονομάζανε τότε οι Επτανήσιοι την περιοχή που έλεγχε ο Αλή Πασάς και οι Αλβανοί του, και που έφτανε νότια μέχρι τον Πατραϊκό Κόλπο. Από κει και κάτω, δηλαδή ο Μοριάς, ήτανε σκέτη Τουρκία. Τέτοια άκουσε ο Dodwell και, γνωρίζοντας ότι η Ακαρνανία δεν ήταν στην Αλβανία, υπέθεσε ότι επρόκειτο για Αρβανίτες. Πέταξε μάλιστα και μια αναφορά στη γνώμη του Σφραντζή γι αυτούς, σε σημείωση στον πάτο της σελίδας.
Μετά από αυτή την παρένθεση ας αναρωτηθούμε γιατί η Γερουσία δεν έδιωχνε τους Κλέφτες. Η γνώμη μου είναι ότι ίσως δεν ήθελε και ότι σίγουρα δεν μπορούσε. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν αποδεκτοί από τον πληθυσμό, όχι σαν ληστές αλλά σαν αγωνιστές και σαν τιμωροί του αλλόθρησκου δυνάστη. Κρατούσαν ανοιχτό το μέτωπο με τον κατακτητή, και στα χέρια τους την τιμή, όση τέλος πάντων είχε απομείνει, των Ρωμιών. Το να στραφεί η Πολιτεία εναντίον τους σήμαινε ενίσχυση του φόβου ξεπουλήματος στους Τούρκους, παραπέρα αποξένωση της εξουσίας από τον πληθυσμό και λάδι στη φωτιά της εξέγερσης. Τελικά και ο ίδιος ο Dodwell παραδέχεται πως δεν ήταν κοινοί ληστές.
Θα μπορούσε να αντιτάξει κάποιος από τους καλοθελητές που φιλοδοξούν να ανασκευάσουν την Ιστορία πως, καλά, ο κόσμος τους αποδεχόταν και τους επιδοκίμαζε, οι ίδιοι όμως οι Κλέφτες πολεμούσαν για το κούρσος. Εγώ θα απαντούσα πως, όσοι προσπαθούν να ερμηνεύσουν την Ιστορία μόνο μέσα από το λούκι των δικών τους κακομοίρικων εμπειριών, θα ήταν καλύτερα να μην ασχολούνται μαζί της. Διαφορετικά θα τα βάλουν και με το γερο-Όμηρο σε λίγο, που έγραψε για το θυμό του Αχιλλέα, δηλαδή έναν Ομηρικό καυγά για τη μοιρασιά του πλιάτσικου.
Το διαγούμισμα των αγαθών του ηττημένου ήταν, στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, άγραφος νόμος τόσο παλιός όσο και ο πόλεμος. Τα λάφυρα πάντα, από τον καιρό του Ομήρου και παλιότερα, ανήκαν στους πολεμιστές. Μέρος τους μόνο δινόταν στον ηγεμόνα και κάποιες φορές και στο Θείον. Στο Ισλάμ μάλιστα ήταν ιερός κανόνας, με το ένα πέμπτο να πηγαίνει στον Προφήτη ή τον αντιπρόσωπο του, πχ το Σουλτάνο. Οι Κλέφτες ήταν απλώς πολεμιστές αβασίλευτοι, χωρίς σημαία, και σχεδόν χωρίς ελπίδα. Έτσι τους έλαχε. Δεν ήταν επάγγελμα το να είσαι Κλέφτης, αλλά ούτε και παροδική ευκαιρία για ‘να πιάσουν την καλή’. Ήταν τρόπος ζωής. Μεγάλωναν, ζούσαν, και συχνά πέθαιναν, με το όπλο στο χέρι.
Δεν ήταν άγιοι – αν και πολλοί άγιοι, οι λεγόμενοι στρατιωτικοί, θα συμμερίζονταν τις μεθόδους τους. Μεθόδους που πολλά αντάρτικα κινήματα μεταχειρίζονται ακόμα και σήμερα. Ούτε ήταν βέβαια Ρομπέν των Δασών, αφού ο ίδιος ο Ρομπέν δεν ήταν ... ο εαυτός του. Λήστευαν αλλά και πολεμούσαν επί πληρωμή – έτσι συντηρούνταν. Στη στεριά αλλά και στη θάλασσα. Στην Ελλάδα αλλά και έξω απ’ αυτήν. Μαζί με τους Ρώσους στη Μεσόγειο, το Ναπολέοντα στην Αίγυπτο, τους Αμερικανούς πεζοναύτες στη Λιβύη. Και εμείς, που δεν πολεμήσαμε ποτέ για τίποτα, που παραδώσαμε την Ελλάδα σε κλέφτες του κοινού ποινικού δικαίου, το λιγότερο που χρωστάμε είναι σεβασμός σε αυτούς που πολέμησαν για την ανεξαρτησία της.

------------------------------------------------------------------------------------------ 
 (1)  Edward Dodwell, A Classical and Topographical Tour through Greece, during the years 1801, 1805, and 1806, Λονδίνο 1819, σσ. 72-74.
(2)  Οι Ζακυνθινοί αδελφοί Καμπασαίοι, Δημήτριος και Παναγιώτης κατά το Φωτάκο, Θεόδωρος και Ιωάννης κατά το Ζώη, ήταν καπεταναίοι το 1821 και έπεσαν μαχόμενοι. Η δράση τους ξεκίνησε πριν το 1803, ίσως όταν καταργήθηκε η ντε φάκτο αυτονομία της Ζακύνθου, και, σύμφωνα με τον υπασπιστή του Κολοκοτρώνη Φωτάκο, είχαν δράσει και εναντίον των Άγγλων αργότερα. ‘Τί κακὸν ἔκαμον εἰς τὴν Γαστούνην καὶ ἐσκοτώθησαν ἀτρόμητα παληκάρια; Ὁ τόπος ἔκλαψεν αὐτοὺς διὰ τὴν παληκαριά των. Σὰν τοὺς Καμπασαίους, λέγουν, καὶ δὲ τοὺς λησμονοῦνέγραψε.
(3) Λεωνίδας Ζώης, Λεξικόν, σ. 261.
(4) Παναγιώτης Χιώτης, Ιστορικά Απομνημονεύματα, τόμος 3ος, σ. 774.
(5) Ο. π., σελ. 792.

 
Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .