Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άλογο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άλογο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

Στα μαρμαρένια αλώνια της βόρειας Ιταλίας


Στην προηγούμενη ανάρτηση είχα υποσχεθεί πως θα επανέλθω με νέα στοιχεία στο ζήτημα της συμμετοχής Στρατιωτών σε κονταρομαχίες. Να θυμίσω πως πριν λίγα χρόνια είχα αναφερθεί στο στίχο του Ζακυνθινού τροβαδούρου Τζάνε Κορωναίου, όπου φαίνεται πως στα νιάτα του ο Μερκούριος Μπούας, ο πιο διάσημος από τους Στρατιώτες, συμμετείχε σε γκιόστρες στο Ναύπλιο του 15ου αιώνα: Ρένταις και τζούστραις έπαιζε και τζάκιζε κοντάρια. Οι ‘αθλητικές’ δραστηριότητες των Στρατιωτών δεν περιορίστηκαν μόνο στον Ελληνικό χώρο. Είναι αρκετά γνωστό ότι Στρατιώτες κονταροχτυπήθηκαν πάνω στο παγωμένο Μεγάλο Κανάλι της Βενετίας (Canal Grande στα Ιταλικά ή Canałasso στα Βενετσιάνικα). Ο Βενετός ιστορικός Giuseppe Tassini στα τέλη του 19ου αιώνα έγραψε (1) ότι παρούσα σε αυτή την επίδειξη ήταν η Κατερίνα Κορνάρο, η οποία εξακολουθούσε να φέρει τιμητικά τον τίτλο της Βασίλισσας της Κύπρου.  

Ο πρώτος που περιέγραψε αυτή την εντυπωσιακή και ασυνήθιστη κονταρομαχία, ή μάλλον σειρά κονταρομαχιών, είναι ο Pietro Bembo, ο οποίος είναι πολύ πιθανό να ήταν και ο ίδιος ανάμεσα στους θεατές, αλλά δεν μίλησε για παρουσία της έκπτωτης βασίλισσας. Αναφέρει το γεγονός περιγράφοντας τον εξαιρετικά βαρύ χειμώνα που έπληξε τη Βενετία το 1490/91. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά το Bembo μόνο Στρατιώτες – τους οποίους αποκαλεί Stratioti a cavallo στην Ιταλική και Graeci hastate equites στη Λατινική εκδοχή της Ιστορίας του – πήραν μέρος. Αξίζει να δούμε τι ακριβώς είπε (μετάφραση από το Ιταλικό κείμενο) (2):

Εκείνες τις μέρες μερικοί έφιπποι Στρατιώτες οπλισμένοι με δόρατα εφορμούσαν για σπορ ο ένας εναντίον του άλλου στο μεγάλο κανάλι της πόλης, το οποίο είναι το μόνο στο οποίο μπορούν να πλεύσουν μεγάλα εμπορικά πλοία, επειδή το νερό είχε γίνει πάγος από τη σφοδρότητα του ψύχους και είχε σκεπαστεί με χιόνι.

Αν και ο Bembo λέει πως ο πάγος άντεχε μέχρι και άμαξες, προσωπικά δεν θα συνιστούσα σε κανέναν να καλπάσει πάνω σε πάγο, είτε τον παρακολουθούσε κάποια βασίλισσα είτε όχι. Άγνωστο είναι επίσης το αν υπήρχε κάποιου είδους προστατευτικός διαχωριστικός φράχτης ώστε να αποφεύγονται οι μετωπικές συγκρούσεις των αλόγων. Αν υπήρχε ήταν σίγουρα υποτυπώδης λόγω της δυσκολίας στερέωσης πασσάλων στον πάγο. Για το κατά πόσον οι Στρατιώτες αυτοί έφεραν ή όχι πανοπλία δεν αναφέρεται επίσης τίποτα. Είναι όμως γνωστό ότι το 15ο αιώνα, και στις πρώτες τουλάχιστον δεκαετίες του 16ου, οι Στρατιώτες δεν έφεραν ατσάλινη πανοπλία και η μόνη τους προστασία απέναντι στο δόρυ του αντιπάλου ήταν συνήθως μια σχετικά μικρή ασπίδα. Ελάχιστοι διέθεταν κράνος.

Τα χειμωνιάτικα αυτά συμβάντα θα μπορούσαν να θεωρηθούν σαν κάτι που έγινε κατ’ εξαίρεση και ότι οι κονταρομαχίες των Στρατιωτών ήταν τόσο ασυνήθιστες όσο και η απίστευτη βαρυχειμωνιά. Υπάρχει όμως ένα ακόμα κείμενο εκείνης ακριβώς της εποχής, πάλι από τη βόρεια Ιταλία, που αναφέρεται σε συμμετοχή Στρατιωτών σε γκιόστρα. Στις 12 Μαΐου 1491, λίγους μόνο μήνες μετά το λιώσιμο των πάγων, ο Gasparo d'Aragona di San Severino, κύρης αρκετών κωμοπόλεων και χωριών, και κοντοτιέρος γνωστός με το παρατσούκλι Il Fracassa,  έστειλε μια επιστολή από το Μιλάνο στο Μαρκήσιο της Μάντοβα Fransesco Β΄Gonzaga. Και οι δύο άντρες ήταν πασίγνωστοι στην Ιταλία για την ανδρεία τους στη μάχη και την αγάπη τους για τις κονταρομαχίες. Ιδιαίτερα ο δεύτερος ήταν πρότυπο ιππότη της εποχής του. Όπως είναι φυσικό ο Gasparo d'Aragona ενημέρωσε το Fransesco Gonzaga για τις τελευταίες γκιόστρες στο Μιλάνο και αυτές που θα διοργανώνονταν μέσα στο επόμενο διάστημα στην περιοχή τους. Την προηγούμενη Κυριακή, δηλαδή στις 8 Μαΐου 1491, δύο stradioti είχαν βρεθεί αντιμέτωποι σε μάχη, έγραψε.

Η Brigitte Eckert είχε τη μεγάλη καλοσύνη, κατά την επίσκεψη της στη Μάντοβα, να φωτογραφήσει αυτό το έγγραφο από τη συλλογή Archivio Gonzaga στο Mantova Archivio di Stato και η Diana Gilliland Wright, που ευγενέστατα μεσολάβησε, μου έστειλε τις φωτογραφίες. Χάρη σε αυτές τις κυρίες μπορούν οι αναγνώστες του ιστολογίου να δουν ένα σημαντικό πειστήριο, με βάση το οποίο μπορούμε να υποθέσουμε πως οι πρώτες γκιόστρες Στρατιωτών στη Ζάκυνθο έγιναν στην αρχή της Βενετοκρατίας (3) αν όχι αμέσως μετά την αρχική εγκατάσταση Στρατιωτών στο νησί στα τελευταία χρόνια της δυναστείας των Τόκκο (4).







Domenica combat(t)e due stradioti del Illustrissimo Signor armati al modo Ibero, έγραψε ο Gasparo, αν η αντιγραφή μου είναι σωστή: Την Κυριακή μονομάχησαν δύο Στρατιώτες του Εκλαμπρότατου Αυθέντη οπλισμένοι με τον Ιβηρικό τρόπο. Εκλαμπρότατος δεν μπορεί νομίζω να εννοείται άλλος από το Δούκα του Μιλάνου Ludovico Sforza, γνωστό και σαν Il Moro. Ενδιαφέρουσα η πληροφορία ότι ο Δούκας είχε προσλάβει Στρατιώτες πριν το 1495, ήταν δηλαδή ένας από τους πρώτους ηγεμόνες που το έκαναν. Τι σημαίνει όμως οπλισμένοι με τον Ιβηρικό τρόπο;

Τα Ιβηρικά βασίλεια είχαν πραγματικά σημαντικές στρατιωτικές ιδιαιτερότητες. Όσον αφορά το ιππικό είχαν σε μεγάλο βαθμό υιοθετήσει τις πολεμικές συνήθειες των Μωαμεθανών αντιπάλων τους στο νότο της χερσονήσου. Οι συνήθειες αυτές δεν διέφεραν από αυτές των λαών της Ανατολής, Μουσουλμάνων και Χριστιανών. Διατηρούσαν μεγάλο αριθμό ελαφρών ιππέων, αποστολή των οποίων δεν ήταν τόσο η μάχη εκ παρατάξεως όσο οι αναγνωρίσεις, οι ενέδρες, οι αιφνιδιασμοί, οι βαθιές διεισδύσεις, η αδιάκοπη παρενόχληση, η καταπόνηση, η πρόκληση σύγχυσης και τελικά η διάσπαση και αποδιοργάνωση του εχθρικού μετώπου.

Στα βασίλεια Καστίλλης και Λεόν, της Αραγονίας, και της Πορτογαλίας οι ιππείς αυτοί λέγονταν Jinetes. Δεν φορούσαν πανοπλία, ίππευαν μικρόσωμα άλογα και ο βασικός τους οπλισμός ήταν ελαφρό δόρυ, ξίφος και μια σχετικά ελαφριά καρδιόσχημη ασπίδα.

Jinetes του 1492 από Ισπανικό εκκλησιαστικό ανάγλυφο

Στην πολύ γνωστή περιγραφή του Γάλλου Philippe de Commynes από τα τέλη του 15ου αιώνα με αυτούς ακριβώς τους Jinetes παρομοιάζονται οι Στρατιώτες. Αυτοί οι Estradiots είναι της ίδιας φύσης με τους Genetaires (Jinetes), έγραψε (5). Μπορούμε λοιπόν με αρκετή ασφάλεια να συμπεράνουμε πως οι Στρατιώτες του Μιλάνου κονταροχτυπήθηκαν με το συνηθισμένο οπλισμό και περιβολή, δηλαδή χωρίς πανοπλία. Το πόσο επικίνδυνο ήταν αυτό, όταν καβαλάρηδες σιδερόφραχτοι από την κορφή μέχρι τα νύχια συχνά σακατεύονταν ή σκοτώνονταν στις κονταρομαχίες, είναι εύκολο να το φανταστεί κανείς. Γι αυτούς όμως τους ανθρώπους, που επιβίωναν διακινδυνεύοντας, το θράσος απέναντι στο Χάροντα δεν ξέφευγε πολύ από την καθημερινότητα. Εκείνη τη Μαγιάτικη Κυριακή φαίνεται πως βγήκαν κερδισμένοι.


--------------------------------------------------------------------------------------------
1)  Giuseppe Tassini, Feste, spettacoli, divertimenti e piaceri degli antichi veneziani, Βενετία 1890, σ. 32. Συγκεκριμένα έγραψε:
Altra giostra, una in diverso luogo combattuta, avvenne nel 1491, al cospetto de Caterina Cornaro regina di Cipro, allorquando alcuni Stradioti, o cavalleggiere dai Veneziani in Levante, approfittando del rigido freddo che in quell’ anno aveva gelato il Canal Grande, vollero sopra del medesimo andarsi caricando a cavallo da diverse parti con lance come ne’ chiusi steccati si usava.

2)   Delle Historia Vinitiana di M. Pietro Bembo, Βενετία 1552, βιβλίο 1ο, σ. 11α.
Et in quelli medesimi giorni alcuni Stratioti a cavallo per gioco con le lancie armati corsero l'uno contra l'altro nel canal grande della cittá, per lo qual solo vanno le navi grosse essendosi, gelata l'acqua per lo gran rigore del freddo, & nevicar oui sopra.

Επίσης στο βιβλίο Pietro Bembo, History of Venice, Volume I, Books 1-4, edited and translated by Robert W. Ulery Jr., Harvard University Press, 2007 μπορεί να βρει κανείς το Λατινικό κείμενο στη σελίδα 58:
Quibus quidem diebus etiam in media latissimaque urbis via, per quam unam naves onerariaemagnae permeant, constricto glacie mari niveque superaddita, admissis per ludi speciem equis, Graeci hastate equites concurrerunt.

Και την Αγγλική μετάφραση στη σελίδα 59:
And indeed in that period, with the sea icebound and the snow covering it, horses were sent for sport onto the central and widest canal of the city, the only one through which large ships can pass, and stradiots jousted with lances there.

3)  Ο Pietro Bembo, τρεις μόλις σελίδες πριν την περιγραφή των κονταρομαχιών στο παγωμένο κανάλι, αναφέρεται στην παροχή δημόσιας γης στους Στρατιώτες του Θεόδωρου Παλαιολόγου σαν κίνητρο εγκατάστασης τους στη Ζάκυνθο.

4)  Στα 1465 – 66 κάπου 10 000 Μοραΐτες πρόσφυγες, πολλοί από αυτούς πρώην Στρατιώτες, εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Ζάκυνθο μετά από συμφωνία της Βενετίας και του Λεονάρδου Τόκκο. Επίσης ένας αριθμός Στρατιωτών, υπό την αρχηγία του Νικόλαου Μπόχαλη, ήταν εγκατεστημένος στη Ζάκυνθο στα τελευταία χρόνια του Βενετοτουρκικού πολέμου 1463 – 1479.


5)  The Memoirs of Philip de Commines, Lord of Argenton, τ. 2ος, Λονδίνο 1856, σ. 201.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Ο Jan Struys (υποβοηθούμενος) για τη Ζάκυνθο του 17ου αιώνα


Άποψη της Ζακύνθου το 1682

Ο Jan Struys (1629 – 1694) ήταν Ολλανδός ναυτικός και πολύ πιθανόν να μην ήξερε να γράψει ούτε το όνομα του. Πανιά μπάλωνε ο άνθρωπος, αυτή ήταν η ειδικότητα του. Είναι πολύ πιθανό επίσης να δει κανείς σήμερα αναφορές στο πρόσωπο του στις οποίες χαρακτηρίζεται συγγραφέας, ακόμα και καλλιτέχνης. Το 1677 εκδόθηκε στο Άμστερνταμ ένα βιβλίο, το οποίο είχε υποτίθεται συγγράψει και που εξιστορούσε τα μακρινά ταξίδια και τις ατέλειωτες περιπέτειες του από το 1647 μέχρι το 1673. Το βιβλίο είχε τεράστια επιτυχία και μεταφράστηκε σε αρκετές γλώσσες τα επόμενα χρόνια. Όσοι σύγχρονοι μας όμως έχουν ασχοληθεί με τα αναφερόμενα στο βιβλίο αυτό έχουν σοβαρότατες αμφιβολίες:  όχι μόνο για το αν, και κατά πόσο, το έγραψε ο ίδιος και το αν μερικά από τα σχέδια που το διακοσμούν είναι δικά του αλλά και για το πόσες από τις περιπέτειες του είναι αληθινές.

Οι αμφιβολίες αυτές, για να μην πω η βεβαιότητα, είναι δικαιολογημένες σε μεγάλο βαθμό αλλά όχι πάντα. Είναι προφανές ότι αυτός που σχεδίασε τους Τατάρους και τους Ταϊλανδούς που παρουσιάζονται στο τρίτο μέρος του βιβλίου δεν τους είχε δει ούτε στον ύπνο του. Όσον όμως αφορά το δεύτερο μέρος, τα γεγονότα και οι τόποι που περιγράφονται είναι αρκετά πειστικά. Σε αυτό ο Struys εξιστορεί το πως πήρε μέρος στις θαλάσσιες επιχειρήσεις του Κρητικού Πολέμου στα 1656 – 1657 και περιγράφει τα μέρη που επισκέφτηκε. Αναφέρει πολλά για την πολεμική δράση του Βενετού ήρωα Lazzaro Mocenigo, τα οποία σε γενικές γραμμές συμπίπτουν τόσο με τα γνωστά ιστορικά γεγονότα όσο και με αυτά που έγραψε τότε ο Ζακυνθινός Θεόδωρος Μοντσελέζε (2). Θα έλεγα μάλιστα ότι ο Struys είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα.

Για παράδειγμα, λέει πως ο Mocenigo έχασε το μάτι του από σκλήθρα, κάτι που συνέβαινε πολύ συχνά στις ναυμαχίες εκείνου του καιρού, όταν τα θραύσματα του ίδιου του πληγέντος πλοίου δημιουργούσαν περισσότερες απώλειες από ότι οι μπάλες των εχθρικών κανονιών. Αν ο Mocenigo είχε χτυπηθεί από σφαίρα, όπως λένε άλλες πηγές περιλαμβανομένου του Μοντσελέζε, όχι μόνο δεν θα ήταν σε θέση να συνεχίσει να πολεμάει αλλά πιθανότατα δεν θα είχε ούτε καν επιβιώσει.

Μια από τις ιστορίες που έχουν προκαλέσει σχόλια δυσπιστίας είναι η επιτυχής αντιμετώπιση στη Λέσβο διακοσίων Τούρκων ιππέων από δώδεκα Ολλανδούς και δεκαπέντε Έλληνες, πειναλέους και χωρίς αξιωματικούς ή στοιχειώδη οργάνωση. Όταν όμως σκεφτεί κανείς πως σε όλη τη διάρκεια της συμπλοκής οι Χριστιανοί αμύνονταν, για ένα διάστημα μάλιστα ήταν οχυρωμένοι σε ένα εγκαταλειμμένο κάστρο, και ότι χρησιμοποιούσαν μουσκέτα, είχαν δηλαδή πλεονέκτημα βεληνεκούς και διαμετρήματος απέναντι στις ελαφριές καραμπίνες των Τούρκων, η έκβαση της αναμέτρησης δεν είναι και τόσο απροσδόκητη. Ειδικά αν ο Struys υπερέβαλλε κάπως στην εκτίμηση του αριθμού των αντιπάλων, οι οποίοι ας σημειωθεί πολεμούσαν έφιπποι.

Βέβαια, το να ψάχνει ο φουκαράς ο Jan σταφύλια σε ένα αμπέλι Μάη μήνα, με συνέπεια την αιχμαλωσία του, μόνο μειδιάματα δυσπιστίας μπορεί να προκαλέσει. Τι μπορεί όμως να περιμένει κανείς από έναν Ολλανδό που ερχόταν στην Ελλάδα για πρώτη φορά; Δεν είναι καθόλου σίγουρο πως ο Struys πρωταγωνίστησε σε όλα τα γεγονότα που διηγείται. Ίσως να μην ήταν καν αυτόπτης μάρτυρας, και ίσως ακόμη οι συγκυρίες και οι χρονικές στιγμές να ήταν λίγο διαφορετικές. Παρόλα αυτά η διήγηση παραμένει πειστική. Οι συνέπειες μιας αποτυχημένης απόδρασης (ακρωτηριασμός μύτης ή αυτιού), οι περιπλανήσεις από το ένα σκλαβοπάζαρο στο άλλο, τα παζάρια για τα λύτρα, είναι όλα απόλυτα ρεαλιστικά και δείχνουν εμπειρία αιχμαλωσίας. Οι διηγήσεις του δεύτερου ταξιδιού του Struys, ακόμα και αν δεν είναι πέρα για πέρα αληθινές, φαίνεται πως δεν είναι σκέτα παραμύθια.

Στη Ζάκυνθο ο Struys ήρθε δύο φορές. Την πρώτη, στις 20 Απριλίου του 1656, ταξιδεύοντας από τη Βενετία, όταν μετά δέκα μέρες σταμάτησαν για νερό. Με την ευκαιρία αγόρασαν και κρασί, το οποίο μας λέει ότι ήταν εξαιρετικό και αρκετά φτηνό: λίγο παραπάνω από πέντε γαλόνια κάνανε ένα σκούδο. Τη δεύτερη φορά, Ιούνιο του 1657, μας λέει περισσότερα (3):

Το νησί της Ζακύνθου βρίσκεται σε γεωγραφικό πλάτος 38 μοιρών, περίπου 13 Αγγλικές λεύγες από την Κεφαλονιά. Σε αυτό το νησί βρίσκεται μια πόλη με κάπου 4000 σπίτια, ή μάλλον σπιτάκια, χωρίς καμινάδες, το οποίο λέγεται πως οφείλεται στους σεισμούς, από τους οποίους κινδυνεύουν καθημερινά. Αλλά τα δημόσια κτίρια, τόσο από άποψη θέσης όσο και γερής κατασκευής είναι πολύ αξιόλογα. Για παράδειγμα το κάστρο είναι χτισμένο πάνω σε ένα ψηλό λόφο, και λόγω φυσικής θέσης  και τεχνικής κατασκευής φαίνεται σχεδόν απρόσιτο, και είναι εφοδιασμένο με πυροβολικό και κατάλληλα πολεμικά πυρομαχικά. Αυτό το νησί έχει αρκετά ακρωτήρια, το πιο σημαντικό είναι το Capo del Guardo (Σκοπός) στα νότια και Capo de Tiri (Ακρωτήρι) στα ανατολικά. Μεταξύ των δύο κείται ένα ευρύχωρο λιμάνι, που λέγεται Porto de Chietto (Χώρα), με ένα καλό αγκυροβόλιο στα 14,5 μέτρα βάθος. Η Ζάκυνθος έχει 45 χωριά και συνοικισμούς οι κυριότεροι από τους οποίους είναι κοντά στη θάλασσα, συγκεκριμένα, St. Chietto (4), Littachia (Λιθακιά), Pigalachia (Πηγαδάκια), Sculicado (Σκουληκάδο), Saint Nicholo (Άγιος Νικόλας) και Natte (5). Το τελευταίο έχει ένα λιμάνι ικανό να χωρέσει 100 γαλέες. Στο λοφώδες μέρος του νησιού υπάρχουν μονές, ασκητήρια και λατρευτικοί χώροι της Ελληνικής (Ορθόδοξης) Εκκλησίας, οι οποίοι έχουν ένα Επίσκοπο εδώ όπως και οι Ρωμαιοκαθολικοί, αλλά οι Έλληνες ξεπερνάνε τους Ιταλούς σε αριθμό, και κατά συνέπεια η θρησκεία τους έχει μεγαλύτερη λαμπρότητα. Αμέσως μόλις επιβιβαστείς σε προσεγγίζει μια ομάδα Εβραίων που σε ρωτάνε αν έχεις να αλλάξεις συνάλλαγμα. Αυτοί κάνουν οποιαδήποτε αξιοπεριφρόνητη συναλλαγή, αλλά ιδιαίτερα δουλεμπόριο, όταν οι Άγγλοι, οι Γάλλοι, ή οι Ολλανδοί φέρουν τίποτα σάικες (6) ή άλλα Τούρκικα πλοία. Η Ζάκυνθος έχει πολύ εύφορο χώμα και είναι πολύ παραγωγική, δεν υστερεί σε τίποτα από την Κεφαλονιά και την ξεπερνάει σε ποιότητα και ποσότητα κρασιού, έχει όμως ακόμα μεγαλύτερη έλλειψη νερού, τόσο που μερικές φορές οι κάτοικοι αναγκάζονται να ζυμώσουν με κρασί για να φτιάξουν το ψωμί τους. Φτιάχνουν και εδώ νοστιμότατο αυγοτάραχο (7), ιδιαίτερα τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, όταν έρχονται οι μουρούνες (8) από το Αρχιπέλαγος. Οι κάτοικοι της εξοχής είναι πολυάριθμοι και κυκλοφορούν όλοι οπλισμένοι – έτσι που όταν οι Τούρκοι κουρσάροι στέλνουν στην ακτή μερικούς άνδρες για να πάρουν σκλάβους πολύ συχνά αιχμαλωτίζονται οι ίδιοι. Γι αυτό το σκοπό οι Βενετοί διατηρούν 70 ή 80 καβαλάρηδες, για να ιππεύουν κατά μήκος των παραλίων μέρα-νύχτα. Φέραμε μαζί μας μερικούς φρέσκους πεζικάριους για να αντικαταστήσουν τους παλιούς.

Τουρκική σάικα

Είναι φανερό ότι στα περί της Ζακύνθου του Struys έχουν παρεμβληθεί πληροφορίες που δεν είναι δικές του. Ο πραγματικός, ο σκιώδης συγγραφέας του βιβλίου είχε διαβάσει George Sandys, Johannes Cotovicus και ίσως και άλλους. Πιθανολογώ ότι το χεράκι του είχε βάλει στη συγγραφή ο Olfert Dapper, Ολλανδός ‘περιηγητής της πολυθρόνας’, ο οποίος είχε γράψει για όλο τον κόσμο, και είχε γεμίσει αρκετές σελίδες για τη Ζάκυνθο, χωρίς να έχει πάει ο ίδιος πουθενά. Πιστεύεται ότι ο Dapper και ο Struys γνωρίζονταν. Ενισχυτικό στοιχείο είναι ότι κάποια από τα σχέδια στο βιβλίο του Struys, ανυπόγραφα, είναι σχεδόν σίγουρα του Pieter Schei, του οποίου απεικόνιση της Ζακύνθου περιλαμβάνεται στο έργο του Dapper (9). Θα πρέπει λοιπόν να δούμε αυτό το κείμενο όχι τόσο σαν περιγραφή της Ζακύνθου από το Struys αλλά σαν μια περίληψη όσων ήταν γνωστά για τη Ζάκυνθο στην Ολλανδία των μέσων του 17ου αιώνα.

Ανάμεσα τους υπάρχουν αρκετές ανακρίβειες, με πρώτο και καλύτερο τον αρκετά διαδεδομένο αστικό μύθο του ζυμώματος με κρασί λόγω λειψυδρίας. Ούτε βέβαια στη Ζάκυνθο υπήρχε δεσπότης εκείνο τον καιρό, πρωτοπαπάς ήτανε, και μακάρι το Σκουληκάδο να είχε και αυτό παραλία. Υπάρχουν όμως και μερικά στοιχεία που αξίζουν προσοχής και οδηγούν σε κάποιο προβληματισμό.

Το ότι οι Εβραίοι ασχολούνταν με το δουλεμπόριο είναι απόλυτα λογικό. Από όλους τους Ζακυνθινούς οι Εβραίοι ήταν αυτοί που είχαν τις πλατύτερες διασυνδέσεις, οικογενειακές, κοινωνικές και εμπορικές σε όλη σχεδόν την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Τους ήταν λοιπόν πιο εύκολο να διαπραγματευτούν με τους συγγενείς ή ευεργέτες των αιχμαλώτων και επιπλέον, λόγω καλύτερης πληροφόρησης, να πετύχουν το μεγαλύτερο δυνατό περιθώριο κέρδους.

Ο αριθμός των 70 ή 80 Στρατιωτών σε υπηρεσία ανά πάσα στιγμή είναι επίσης τόσο λογικός όσο και διαφωτιστικός. Οι αναφορές στους Στρατιώτες της Ζακύνθου, στη διάρκεια 200 περίπου χρόνων, από την αρχή της Βενετοκρατίας μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα, οπότε και στερεύουν, δείχνουν ένα λίγο-πολύ σταθερό αριθμό 130 ιππέων. Από αυτούς, το 10% περίπου ήταν έμμισθοι (provisionati) και υπηρετούσαν όλο το χρόνο, εγκατεστημένοι στην προς Μπόχαλη περιοχή των τειχών του Κάστρου. Η καταγωγή τους δεν είναι γνωστή αλλά μάλλον δεν ήταν απαραίτητα Ζακυνθινοί. Οι υπόλοιποι ήταν ντόπιοι, άμισθοι, με μοναδική ‘αμοιβή’ την απαλλαγή τους από τη φορολογία τη χρονιά που υπηρετούσαν. Γι αυτό και αποκαλούνταν decimali, επειδή δεν πλήρωναν τη decima ή δεκάτη.

Είναι επίσης γνωστό πως τα παράλια φυλάγονταν για 8 μήνες το χρόνο, αφού το χειμώνα ήταν πολύ δύσκολο και επικίνδυνο για τους Τούρκους και τους Βορειοαφρικανούς να επιδοθούν σε επιδρομές. Πόσο καιρό πραγματικά ήταν υποχρεωμένοι αυτοί οι ελεύθεροι μικροκτηματίες, με εισόδημα αρκετό για την απόκτηση και διατήρηση αλόγου, να υπηρετούν; Ήταν δυνατό να εγκατέλειπαν τις περιουσίες τους για 8 ολόκληρους μήνες και να φυλάνε νύχτα-μέρα τις παραλίες με μοναδική αποζημίωση ίση με το ένα δέκατο του εισοδήματος τους; Μα τι εισόδημα θα είχαν εκείνο το χρόνο αν δεν όργωναν, δεν έσπερναν, δεν τρυγούσανε τις σταφίδες;

Αν ο αριθμός που δίνει ο Struys είναι σωστός, τότε, αφαιρώντας των αριθμό των έμμισθων, καταλήγουμε σε 60 περίπου καβαλάρηδες, πιθανότατα χωρισμένους σε τρεις εικοσαμελείς ομάδες, κάθε μία από τις οποίες φύλαγε έναν από τους τρεις αμυντικούς τομείς του νησιού: το βόρειο, βασικά τις Αλυκές και τον Αλυκανά, τον κεντρικό, μάλλον μαζί με τους έμμισθους, από τα Γερακαρία μέχρι το Βασιλικό, και το νότιο, τον κόλπο του Λαγανά. Οι μισοί δηλαδή από τους 120 υπόχρεους βάρδιας Στρατιώτες πρέπει να εναλλάσσονταν κάθε λίγες μέρες με τους άλλους μισούς, έτσι ώστε να τους δίνεται η ευκαιρία να κάνουν τις δουλειές τους και ταυτόχρονα να υπάρχει μια σημαντική δύναμη άμεσης επέμβασης, με στόχο την αποσόβηση ενός πειρατικού αιφνιδιασμού.

Γιατί όμως αυτοί οι άνθρωποι παρουσιάζονταν και υπηρετούσαν με τα άλογα τους; Γιατί να μην παρουσιαστούν πεζοί όταν έφτανε η σειρά τους, όπως και όλοι οι άλλοι χωρικοί, μικροκτηματίες και σέμπροι, να κάμουν τη βάρδια τους στην πολιτοφυλακή; Η αμοιβή ήταν ίδια, μόνο φοροαπαλλαγή. Γιατί να ρισκάρουν ένα τραυματισμό ή και θάνατο του πολύτιμου ζώου τους; Γιατί να μην το νοικιάσουν σε κάποιον για όσο διάστημα έκαναν βάρδια; Δεν μπορεί παρά να ήταν υποχρεωμένοι να έχουν άλογο. Και η υποχρέωση αυτή δεν μπορεί παρά να πήγαζε από την ίδια τη γη που έτρεφε αυτούς και τις οικογένειες τους. Οι πρόγονοι τους δεν την είχαν αγοράσει τη γη. Τους είχε παραχωρηθεί δωρεάν στην αρχή της Βενετοκρατίας επειδή ακριβώς ήταν Στρατιώτες. Αυτή η παραχώρηση ήταν δεμένη με την υποχρέωση να διατηρούν άλογα και να υπηρετούν με αυτά. Οι απόγονοι τους κληρονόμησαν, μαζί με τη γη, και την υποχρέωση. Κληρονόμησαν όμως και την παράδοση, την περηφάνια και την επιθετικότητα του καβαλάρη. Και αν οι Στρατιώτες σαν σώμα υπήρξαν στη Ζάκυνθο για δύο αιώνες – για τόσο μπορούμε να είμαστε σίγουροι – η αγάπη των Ζακυνθινών για τα άλογα και τα όπλα κρατάει μέχρι σήμερα. Ιδιαίτερα σε περιοχές όπου είχαν εγκατασταθεί Στρατιώτες, όπως για παράδειγμα το Σκουληκάδο.

Ένας άλλος Ολλανδός Jan, ο Jan Swart Van Groeningen, ζωγράφισε αυτό τον καβαλάρη γύρω στα 1550, εμπνευσμένο από τον τρόπο που ντύνονταν και ίππευαν οι Στρατιώτες αλλά με ένα τεράστιο, εξωπραγματικό καπέλο.
 

------------------------------------------------------------------------ 

1)  Drie aanmerkelijke en seer rampspoedige Reysen, Door Italien, Griekenlandt, Lijflandt, Moscovien, Tartarijen, Meden, Persien, Oost-Indien, Japan, en verscheyden andere Gewesten ... Nevens 2 Brieven, particulierlijk verhandelende het overgaan van Astracan, ... by D. Butler ... ; Met verscheydene curieuse koopere pl. ; Hier is noch by gevoeght Frans Jansz van der Heyden vervaarlijke Schipbreuk van't Oost-Indisch Jacht ter Schelling onder het Landt van Bengalen.

2)  Ανδραγαθίαν του Εκλαμπρωτάτου και Ανδρειωτάτου Λαζάρου Μητζηνίγου : Έτι δε και τα όσα εσυνέβησαν αναμεταξύ την Γαληνοτάτην, και Χριστιανικωτάτην Αφθεντίας των κλινών Ενετιών κατά του Ισμαήλ, επί της προστασίας του Εκλαμπρωτάτου Καπετάν Γενεράλε Λωρέντζου Μαρτζέλλου, Έως την προστασίαν του Καπετάν Γενεράλε Λαζάρου Μητζηνίγου, Προς τους αυτυχάνοντας τω παρόντι ποιήματι πάσαν χαράν, και ευφροσύνην παρά Θεού. / Ποιηθήσα υπό του Κυρού Θεοδώρου Μοντζελέζε, Λεγόμενος Λούστρος Τζακίνθιος, Βενετία, 1657.

3)  Το κείμενο το μετέφρασα από την Αγγλική μετάφραση του John Morisson, The voiages and travels of John Struys through Italy, Greece, Muscovy, Tartary, Media, Persia, East-India, Japan, and other countries in Europe, Africa and Asia : containing remarks and observations upon the manners, religion, polities, customs and laws of the inhabitants;, and a description of their several cities, towns, forts, and places of strength : together with an account of the authors many dangers by shipwreck, robbery, slavery, hunger, torture, and the like. : And two narratives of the taking of Astracan by the Cossacks, Λονδίνο, 1684.

4)  Οι Ολλανδοί τη Ζάκυθο την ακούσανε Σάνκιετο και νομίσανε πως πρόκειται για όνομα αγίου. Έτσι εφευρέθηκε ο Σαν Κιέτο.

5)  Η πίσσα που αναδύεται στη Λίμνη του Κεριού ήταν αφορμή να αποκαλείται Porto di Natta (Λιμάνι της Νάφθας). Η ονομασία επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον κόλπο του Λαγανά. Εδώ ο συγγραφέας μπορεί να εννοεί τη Λίμνη του Κεριού, το πιθανότερο, ή και το μυχό του Λαγανά, όπου το ακρωτήριο του Αγίου Σώστη σχημάτιζε ένα αρκετά καλό λιμάνι μέχρι το 1633 που κατακρημνίσθηκε. Η κατακρήμνιση δεν σήμαινε και άμεση εξαφάνιση και τα συντρίμμια θα σχημάτιζαν ένα είδος λιμενοβραχίονα για κάμποσες δεκαετίες. Και οι δύο όρμοι σχημάτιζαν τόξα με χορδή πάνω από ένα χιλιόμετρο. Η θάλασσα είναι ρηχή και δεν ήταν πολύ κατάλληλη για μεγάλα εμπορικά αλλά μπορούσαν κάλλιστα να χωρέσουν 100 κάτεργα, των οποίων το βύθισμα συχνά δεν ξεπερνούσε και πολύ το ένα μέτρο.

6)  Τύπος εμπορικού πλοίου, σχετικά μικρού εκτοπίσματος.

7)  Το ίδιο είχε πει και για την Κέρκυρα.

8)  Δεν πρόκειται για μουρούνες αλλά για κεφάλους.

9)  Naukeurige Beschryving van Morea, eertijts Peloponnesus; en de Eilanden, gelegen onder de Kusten van Morea, en Binnen en Buiten de Golf van Venetien, Άμστερνταμ, 1688.

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Μια περιγραφή Ζακυνθινών Στρατιωτών στην εκπνοή του 16ου αιώνα


Ο Johannes Cotovicus ήταν νομικός, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Ουτρέχτης. Το πραγματικό του όνομα ήταν Johann van Kootwyck, ή κάπως έτσι, γιατί δύσκολα βρίσκει κανείς δύο πηγές που να τον αναφέρουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Πέρασε από τη Ζάκυνθο το 1598, ταξιδεύοντας για τους Αγίους Τόπους και μας άφησε μια ενδιαφέρουσα περιγραφή της σχεδόν μόνιμης κατάστασης συναγερμού στην οποία βρισκόταν το νησί. Στο βιβλίο του, που δεν εκδόθηκε παρά το 1619 – μια δεκαετία πριν το θάνατο του – αναφέρει τα ακόλουθα (1).

Εκτός από τους στρατιώτες της φρουράς, οι οποίοι φυλάνε συνέχεια την πόλη, υπάρχει και το σώμα των ένοπλων ιππέων ή ελαφρών πεζών, οι οποίοι αποκαλούνται χυδαϊστί Stradioti. Αυτοί έχουν σταλεί στις ακτές από τη Βενετική Γερουσία για προστασία από τις συχνές πειρατικές επιδρομές, και πληρώνονται από το δημόσιο. Είναι οι καλύτεροι πολεμιστές, και ρέεπουν προς την αρπακτικότητα, χρησιμοποιούν μια ασπίδα σε μορφή πέλτης, και το κυρτό ξίφος, που λέγεται scimitar (2), και ένα μακρύ κοντάρι – φοράνε θώρακα μεταξωτό. Τα άλογα τους είναι πολύ γρήγορα, και με αυτά πέφτουν πάνω στους εχθρούς εκτελώντας αθρόες επιδρομές και λεηλασίες. Έχουν ένα αρχηγό, ή διοικητή, που τον αποκαλούν Gubernator (3), στον οποίο υπακούν όλοι. Υπηρετούν μέρα-νύχτα κυρίως το καλοκαίρι, επιτηρώντας συνεχώς με βάρδιες τις παραλίες για επιδρομές εναντίον του νησιού, κρατώντας το ασφαλές. Όταν δουν πειρατικές τριήρεις (4) να πλησιάζουν την παραλία, με ένα σημάδι σε μια κορυφή, ή μία φωτιά, ή καπνό, ανάλογα με τις συνθήκες, καλούν στα όπλα γείτονες, συναδέλφους στρατιώτες, νησιώτες, ειδοποιώντας τους να είναι έτοιμοι να αποκρούσουν τον εχθρό. Έτσι, σε ελάχιστο χρόνο, ολόκληρο το νησί γνωρίζει που να προστρέξουν και τι να πράξουν. Το χειμώνα, με τις αλλεπάλληλες καταιγίδες, οι πειρατές δεν μπορούν να αρμενίζουν στη θάλασσα με την παραμικρή ασφάλεια, και έτσι, αφού ο κίνδυνος για τους νησιώτες μειώνεται, οι περισσότερες βάρδιες σταματούν. Μένουν (οι Στρατιώτες) στα προάστια, ενώ αντίθετα το καλοκαίρι στους δρόμους και στα χωριά που είναι σκορπισμένα κοντά στις παραλίες.
Σπάθη Στρατιώτη, δώρο στο βασιλιά της Ισπανίας το 1603.

Όπως αναφέρει ο Λεωνίδας Ζώης, ο Προβλεπτής Ζακύνθου Marco Barbarigo είχε προσπαθήσει με μια διαταγή του το 1555 να κάνει τους Στρατιώτες της Ζακύνθου να μοιάζουν με τακτικό στρατό, επιβάλλοντας κάποιου είδους ‘στολή’ (5). Είναι όμως φανερό πως πάνω από σαράντα χρόνια αργότερα οι Στρατιώτες διατηρούσαν τα ίδια βασικά χαρακτηριστικά όσον αφορά τον οπλισμό και την ενδυμασία. Είναι χαρακτηριστική η ομοιότητα της περιγραφής του Cotovicus με αυτήν Στρατιωτών του Μοριά από τον Coriolano Cippico σχεδόν 130 χρόνια νωρίτερα. Έγραψε τότε ο σοπρακόμιτος του Βενετικού στόλου (6):

Χρησιμοποιούν ασπίδα, ξίφος, και κοντάρι – λίγοι διαθέτουν ατσάλινο θώρακα – οι άλλοι φοράνε ένα μεταξωτό θώρακα για να αμύνονται στα χτυπήματα του εχθρού.

Ο μεταξωτός θώρακας, στον οποίο αναφέρονται οι δύο συγγραφείς, ήταν στην πραγματικότητα ένα είδος πανωφοριού από υλικό που θύμιζε πάπλωμα. Συνήθως κάλυπτε ολόκληρο σχεδόν το σώμα, από το λαιμό ως κάτω από τα γόνατα, και, εξωτερικά τουλάχιστον, ήταν από μετάξι. Πάνω από αυτό συχνά φορούσαν ένα άλλο επενδύτη, μάλλον για να το κρατάει στεγνό και να το προστατεύει από τη φθορά. Ο λόγος χρήσης μεταξιού δεν ήταν κάποια ροπή προς την πολυτέλεια – λίγες στρατιωτικές μονάδες στην Ιστορία θα μπορούσαν να καυχηθούν ότι ήταν τόσο σκληραγωγημένες όσο οι Στρατιώτες. Σαν υλικό δεν είναι εύκολα διαπερατό. Τα πρώτα αλεξίσφαιρα γιλέκα κατασκευάστηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα στην Αμερική από αλλεπάλληλες στρώσεις μεταξιού. Οι Στρατιώτες, των οποίων τα άλογα, τα όπλα και ο ρουχισμός ήταν, κατά κανόνα, ιδιόκτητα δεν είχαν συνήθως την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν πανοπλίες. Τις υποκαθιστούσαν λοιπόν με παλιές συνταγές και νεότερες ευρεσιτεχνίες. Όπως αποκαλύπτει ένας ανώνυμος Γάλλος, που μάλλον τους γνώριζε και σαν εχθρούς και σαν συμμάχους, στο εσωτερικό του καπέλου τους υπήρχαν κάμποσες στρώσεις από χαρτί. Βεβαιώνει μάλιστα ότι αυτή η ‘πατέντα’ είχε την αποτελεσματικότητα κράνους (7).

Οι βάρδιες που φύλαγαν οι Ζακυνθινοί στη διάρκεια της Βενετοκρατίας είναι γενικά γνωστές και μερικές από τις βίγλες, οι λεγόμενες βαρδιόλες, έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα, δείχνοντας κάποια από τα σημεία όπου περνούσαν οι ατέλειωτες ώρες της επαγρύπνησης. Γνωρίζουμε ακόμα τι γινόταν στις περιπτώσεις εκείνες που η επαγρύπνηση άγγιζε τα όρια του συναγερμού, όταν υπήρχαν πληροφορίες για μαζική επίθεση των Μωαμεθανών. Οι ‘καβαλαραίοι της στρατείας’, δηλαδή οι Στρατιώτες, λέει ο Άγγελος Σουμάκης, είχαν, εκτός από την ύπαιθρο, αναλάβει την άμυνα του νότιου τομέα της πόλης μαζί με ‘απεζούς λεγόμενους κουριέρηδες από τα χωρία’ (8). Είχαν πιάσει το Ποτάμι και είχαν στείλει αρκετούς στον Άγιο Σπυρίδωνα στο Αργάσι, με προωθημένους παρατηρητές στο ‘βουνό λεγόμενον Ραφτόπουλο’, τη σημερινή Πούντα Νταβία. Στο σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης με φωτιές έχουμε αναφερθεί και παλιότερα, αφού κάποια νύξη είχε κάνει ο John Locke μιλώντας για την Κεφαλονιά του 1553 και ο ηγούμενος των Στροφάδων Δανιήλ το 1532. Η αναφορά του Cotovicus όμως είναι λίγο πιο εκτενής και συγκεκριμένη.

Αυτά γίνονταν τότε που οι Ζακυνθινοί φύλαγαν βάρδιες – και ήταν πολύς ο καιρός, γενεές γενεών. Έτσι στάθηκε το νησί, έτσι δεν πουλήθηκαν οι πρόγονοι μας σκλάβοι στις παρυφές της Σαχάρας, γι αυτό υπάρχουμε. Βάρδιες θα έπρεπε να κάνουμε και τώρα – και πάντα. Γιατί όποιους δεν φροντίζουν να υπάρχει συνεχής έλεγχος και απόλυτη διαφάνεια τους τρώνε οι ... μαϊμούδες.


9/05/12

'Εγιναν μερικές αλλαγές στη μετάφραση και μία προσθήκη στις σημειώσεις μετά από τις εύστοχες παρατηρήσεις του Earion, τον οποίο υπερευχαριστώ.

---------------------------------------------------------------------------- 

(1)  Itinerarium Hierosolymitanum et Syriacum, 1619, σ. 55.

Praeter milites presidiarios, qui in vrbe assiduo excubant, adest quoq; equitum seu velitum cohors , quos vulgus Stradiotas appelat. Hi ad littus tutandu(m) contra frequentes pirataru(m) depredationes  a Senatu Veneto missi, publica stipendia merent. Sunt autem bellatores optima, & ad rapacitate proni, scuto in peltae formam vtuntur, & incuruato ense, quem scimitarram vocant, ac hasta longiore, bombycinisque vestiuntur thoracibus.Horum equi velocissimi, quibus prosperas incursiones, depraedationesq;, vbi in hostem prodeunt saepe agunt. Ducem seu praefectum habent, quem Gubernatorem vocant, cui omnes obtemperat. His id muneris praecipue incumbit, vt aestiuo te(m)pore interdiu noctuq; per vices littus obequite(n)t, assiduisq; fei e excubijs at que excursionibus  Insula vbiq; tutam reddat. Quod si pirataru(m) biremes triremeive approximare littori co(n)spexerint, signo ex edito loco dato, vel igne, vel fumo, prout te(m)poris ratio postulat, vicinosq; quosq; com(m)ilitones , Insulanosq; ad arma euoca(n)t , vtq; ad hostes pellendos praesto sint, admonent. Atque ita breuissimo momento tota pernoscit Insula, quo concurrendum, quidve agendu(m) sit. Hiberno vero tempore , cum ob continuas maris procellas piratis vix tutu(m) sit nauigare aequor, adeoq; Minus periculi Insulanis impendeat , ab excubijs vt plurimu(m) cessant; & in suburbio degunt , cu aestate contra per vicos pagosq; maritimos distribuatur.

(2)  Έτσι λέγονταν στη Δύση όλα τα κυρτά ξίφη από την Ανατολή.

(3)  Η λέξη αναφέρεται στα Λατινικά αλλά μάλλον πρόκειται για αυτόν που ο Άγγελος Σουμάκης στην Διήγησιν του Ρεμπελιού των Ποπολάρων ονομάζει ‘κουβερναδούρο’ και ‘γουβερναδόρο’.  Ήταν Βενετός, κάτι σαν στρατιωτικός διοικητής της Ζακύνθου, και δεν διοικούσε μόνο τη ‘στρατεία’, δηλαδή τους Ζακυνθινούς Στρατιώτες, αλλά και τη φρουρά της Χώρας και την πολιτοφυλακή της υπαίθρου, το ‘τσέρνιδο’. Προϊστάμενος του ήταν ο προβλεπτής/κυβερνήτης ή πρεβεδούρος όπως τον έλεγαν οι Ζακυνθινοί.

(4)  Τριήρεις στα Λατινικά του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης ονομάζονταν όλα τα πολεμικά σκάφη που χρησιμοποιούσαν κωπηλάτες, δηλαδή φούστες, γαλιότες και γαλέες (γαλέρες).

(5)  Ελληνικός λόχος εν Ζακύνθω κατά τους χρόνους της δουλείας, Ο Ελληνισμός, 14, 1911.

(6)  Incursion des Strathiotes en Asie Mineure sous Pierre Mocenigo (1472 -1474), Κωνσταντίνου Σάθα, Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος 7ος, σ. 267.

Usano targa, spade, e lancia; pochi corsaletto; gli altri si vestono di una corazza di bombagio che li difende dale percosse dell’inimico.
Στο αρχικό κείμενο στα Λατινικά οι θώρακες αναφέρονται σαν 'bombicina thorace', De Bello Asiatico, Βενετία 1594, Βιβλίο 1ο, σ. 10.

(7)  Histoire du gentil seigneur de Bayard, composée par le Loyal Serviteur, στο Choix de chroniques et mémoires sur l'histoire de France avec notices biographiques par J. A. C. Buchon, Παρίσι 1836, σ. 62.

(8) Κ. Σάθα, Το εν Ζακύνθω Αρχοντολόγιον και οι Ποπολάροι, Αθήνα 1867, σ. 19.


Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011

Απεικονίσεις Στρατιωτών – μέρος Γ΄


Οι εικονιζόμενοι δεν είναι Στρατιώτες. Τυπικά τουλάχιστον. Ο τίτλος του σχεδίου του Jörg Breu του πρεσβύτερου, φτιαγμένου το 1530, είναι ‘Δέκα Ούγγροι λογχοφόροι’.  Το κατά πόσον οι άνθρωποι αυτοί είχαν πραγματικά κάποια κοινά πολιτιστικά στοιχεία με τους Μαγυάρους είναι, κατά τη γνώμη μου, συζητήσιμο. Οι Μαγυάροι της εποχής εκείνης ντύνονταν με τρόπο που έδειχνε τόσο δυτικές όσο και ανατολικές επιρροές. Δεν υπάρχει όμως τίποτα το δυτικό στην εμφάνιση αυτών των ιππέων.
Έχουμε δει αρκετές απεικονίσεις στις προηγούμενες αναρτήσεις, τόσο Στρατιωτών όσο και απλών Ελλήνων – Έλληνας εδώ σημαίνει ορθόδοξος Βαλκάνιος – για να πούμε ότι τρία μόνο πράγματα υπάρχουν σε αυτό το πολύ καλό σχέδιο που ίσως δεν έχουμε ξαναδεί. Το πρώτο είναι τα σπιρούνια, αλλά νομίζω κανείς δεν τα θεωρεί πρωτοτυπία. Το δεύτερο είναι η αιχμηρή μεταλλική βάση του κονταριού. Αυτή είναι που οδήγησε κάποιους να γράψουν ότι τα κοντάρια των Στρατιωτών είχαν αιχμές και στα δύο άκρα. Στην πραγματικότητα κάθε καλό κοντάρι χρειάζεται μια τέτοια βάση, όχι για να χρησιμοποιηθεί στη μάχη αλλά για να στέκεται καρφωμένο κατακόρυφα στο έδαφος. Έτσι δεν χρειαζόταν να το παρατήσουν μέσα στις λάσπες αν δεν υπήρχε κάποιο δέντρο, ας πούμε, να το ακουμπήσουν, αλλά ούτε και να σκεβρώσει ακριβώς επειδή έμεινε ακουμπισμένο σε ένα δέντρο. Το τρίτο είναι το κυψελοειδές καπέλο που φορούν τρεις από τους καβαλάρηδες. Και αυτό έχει προέλευση βυζαντινή.

Σε αυτή την απεικόνιση, από μία διακοσμημένη κασέλα των Marco del Buono Giamberti και Apollonio di Giovanni di Tomaso, φτιαγμένη στα μέσα της δεκαετίας του 1460, Τραπεζούντιοι μάχονται Τούρκους φορώντας τέτοια καπέλα. Υπάρχει και απεικόνιση Στρατιώτη με τέτοιο στο βιβλίο ‘A Cyclopaedia of Costume’ του 1879 αλλά δεν γνωρίζω την αρχική πηγή.

Ήδη από 15ο αιώνα, πρόσφυγες-μισθοφόροι από τα Βαλκάνια είχαν σχηματίσει σώματα ελαφρού ιππικού στην Ουγγαρία και στις αρχές του 16ου πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους μέχρι τις ακτές της Βαλτικής. Η παρακάτω εικόνα είναι τμήμα δημιουργίας του 1518 που τιτλοφορείται ‘Τρόπαιο από την Ουγγαρία’. Είναι μέρος του κύκλου ‘Ο θρίαμβος του αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού Α΄’ που φιλοτέχνησε ο Albrecht Dürer και άλλοι σημαντικοί καλλιτέχνες της εποχής. Ήταν ένας κατά φαντασίαν θρίαμβος του αυτοκράτορα, ή αν θέλετε ένας θρίαμβος της έντυπης προπαγάνδας που ακολούθησε την ανακάλυψη της τυπογραφίας.

Την έβαλα εδώ γιατί μου θυμίζει πως ο Μανιάτης Θεόδωρος Μελισσηνός από το Πραστείο, από μια από τις πρώτες οικογένειες Στρατιωτών που εγκαταστάθηκαν στη Ζάκυνθο, άφησε στην διαθήκη του το 1509 στη γυναίκα και το γιό του το ‘δοξάρι, ταρκάσι (φαρέτρα), το σπαθί και το σκουτάρι (ασπίδα)’ (1). Ο Θεόδωρος πέθανε το 1527 (2).
Ήδη από τα μέσα του 16ου αιώνα οι αλλαγές στην εμφάνιση των Στρατιωτών ήταν σημαντικότατες, με εμφανείς πια τις δυτικές επιρροές αλλά και την ανάγκη αντιμετώπισης του συνεχώς αυξανόμενου ρόλου των πυροβόλων όπλων.

Εικάζεται ότι ο γονυπετής άνδρας αυτής της λεπτομέρειας της ‘Δέησης’ (3) που αφιερώθηκε στον Άγιο Γεώργιο των Ελλήνων στη Βενετία το 1546 είναι ο Κομίνης (4) Μάνεσης (5). Παρακάτω οι γιοί του Ιωάννης και Γεώργιος, αφιερωτές της εικόνας.



Και οι τρεις φοράνε ένα είδος στολής, ίσως οικογενειακής. Έχουν ευρωπαϊκά σπαθιά (spada da lato a striscia) και μάλλον δεν ήταν για μόστρα (6). Είχαν περισσότερες πιθανότητες να εισχωρήσουν στις αρθρώσεις μιας πανοπλίας από ότι η κυρτή σπάθη. Οι δύο νεώτεροι σέρνουν άλογα με διπλά γκέμια, στολισμένα με χρωματιστά φτερά στρουθοκαμήλου. Προσέξτε τις ουρές δεμένες κόμπο. Ο Ιωάννης κρατάει λόγχη που δεν παρουσιάζεται στις αληθινές της διαστάσεις – στην πραγματικότητα είχε μήκος πάνω από τρία μέτρα. Φοράει δυτικό κράνος με προσωπίδα, κάτι που υποδηλώνει τη χρήση θώρακα στη μάχη και πιθανότατα κνημίδων. Παρ’ όλες τις αλλαγές, ο Κομίνης φοράει το συνηθισμένο καπέλο των Στρατιωτών με χρυσή φούντα και τον απαραίτητο σκούφο. Τα μαλλιά του όμως, όπως και των γιών του, είναι κοντά. Τα μακριά μανίκια του επενδύτη έχουν πια αποκτήσει αποκλειστικά διακοσμητικό ρόλο και θυμίζουν τα μανίκια της φέρμελης των ευζώνων.
Η παρακάτω απεικόνιση ενός Γάλλου estradiot και ενός έφιππου αρκεμπουζιέρου το 1548, φτιαγμένη από τον Gustav David γύρω στα 1830, μπορεί να μην είναι ιδιαίτερα ακριβής, είναι όμως ενδεικτική των τάσεων που επικρατούσαν.

Από τα μέσα του 16ου αιώνα ολόκληρα τα Βαλκάνια, εκτός από τη Δαλματία, βρίσκονταν υπό Οθωμανική κυριαρχία. Το 1571 κατελήφθη και η Κύπρος. Οι Βενετοί αναγκάστηκαν να στρατολογούν σαν Στρατιώτες Δαλματούς, κυρίως Μορλάκους (7). Στη Γαλλία στα σώματα των estradiots και των argoulets (8) κατατάσσονταν πλέον ντόπιοι. Οι περισσότεροι στρατοί άρχισαν να δημιουργούν σώματα ουσάρων. Μόνο στα Επτάνησα συνέχισαν τη δράση τους οι Στρατιώτες ως το τέλος της Βενετοκρατίας.
Σε αυτές τις τρεις αναρτήσεις για τους Στρατιώτες χρησιμοποίησα σχεδόν αποκλειστικά απεικονίσεις της εποχής τους. Υπάρχουν αρκετές σύγχρονες αλλά όπως είναι φυσικό οι αιώνες που έχουν μεσολαβήσει μειώνουν την αξιοπιστία τους. Επί πλέον μπαίνει ζήτημα copyright και δεν θέλω να πατήσω κανενός τον κάλο. Έτσι κι αλλιώς η εντυπωσιακότερη όλων είναι αναμφίβολα αυτή που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου ‘Cavalry: The History of a Fighting Elite’. Τη βάζω λοιπόν εδώ, διαφήμιση τους κάνουμε, δεν νομίζω να τους πειράζει. Πρόκειται, κατά πάσα πιθανότητα, για Δαλματό Στρατιώτη με ενδυμασία επίδειξης.

---------------------------------------------------------------------------------------------    
(1)  Δικαίος Βαγιακάκος, ‘Μανιάται εις Ζάκυνθον επί τη βάσει ανεκδότων εγγράφων του Αρχειοφυλακείου Ζακύνθου, σελ.5, Επετηρίς του Αρχείου της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου’, Τεύχος 5, 1954.
(2)  Λεωνίδα Ζώη, ‘Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου, σελ. 413.
(3)  Πιστεύεται ότι είναι έργο του Κρητικού Μάρκου Στρελίτζα-Μπαθά και σήμερα βρίσκεται στο Istituto Ellenico di Venezia.
(4)  Το Κομίνης ή Κομίνος νομίζω είναι παραφθορά του Κομνηνός. Την εποχή εκείνη ήταν συνηθισμένο φαινόμενο να δίνονται επώνυμα συγγενών σαν κύρια ονόματα. Υπάρχουν πάρα πολλά παραδείγματα μεταξύ των Στρατιωτών, όπως Καλέντζης Μπούας, Παλαιολόγος Ροντάκης ή Κροκόνδυλος Κλαδάς.
(5)  Οι Μανεσαίοι ήταν Αρβανίτες που έμεναν στο Ναύπλιο μέχρι το 1540. Μετά σκορπίστηκαν στην Κέρκυρα, την Ιταλία και τη Ζάκυνθο. Στα Βενετικά έγγραφα το Μάνεσης γράφεται με δύο ‘s’ (Manessi) όπως όλα τα Αρβανίτικα επώνυμα με την ίδια κατάληξη – Ρένεσης, Λυκούρεσης, Μάτεσης, για να αναφέρω μερικά γνωστά στη Ζάκυνθο. Το διπλό ‘s’ προφερόταν παχύ όπως το Αγγλικό ‘sh’.
(6)  Η επίδειξη στα Επτάνησα, από το Ιταλικό mostra. Για τους Στρατιώτες η μόστρα ήταν κάτι σαν την αναφορά, μόνο που δε γινόταν καθημερινά αλλά 8 με 10 φορές το χρόνο, την ημέρα της πληρωμής.
(7)  Οι Μορλάκοι, ή Μαυρόβλαχοι, ήταν ένας νομαδικός πληθυσμός των Δειναρικών Άλπεων που μιλούσαν μια Λατινογενή γλώσσα συγγενή με τα Βλάχικα. Οι ορεσίβιοι ποιμενικοί πληθυσμοί των Βαλκανίων ήταν οι κύριες δεξαμενές στρατολογίας Στρατιωτών λόγω της συνάφειας τους με τα άλογα και τα όπλα. Όταν οι Βυζαντινοί παραχώρησαν τη Θεσσαλονίκη στους Βενετούς το 1423 οι τελευταίοι έκαναν προσπάθειες να στρατολογήσουν χίλιους Βλάχους Στρατιώτες.
(8)  Έφιπποι αρκεβουζιοφόροι του Γαλλικού στρατού. Η ετυμολογία του είναι άγνωστη αλλά μάλλον παραπέμπει στην Αργολίδα.
Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .