Τρίτη 23 Ιουλίου 2019

Ψάχνοντας για τους Στρατιώτες μετά το 1550



Εικ. 1

Ανάμεσα στους πολλούς θησαυρούς της Συλλογής Wallace, δύο λεπτά με τα πόδια από την πολύβουη Oxford Street του Λονδίνου, σώζεται ένα μέρος πανοπλίας το οποίο ήταν γνωστό στο Μεσαίωνα σαν gorget. Φοριόταν στο πάνω μέρος του κορμού, και προστάτευε το κάτω μέρος του αυχένα και το πάνω μέρος του στήθους. Το συγκεκριμένο είχε διακοσμηθεί περίτεχνα με σκηνές μιας άγνωστης πολιορκίας, και είχε επιχρυσωθεί και επαργυρωθεί πανέμορφα – από Γάλλους μαστόρους στις αρχές του 17ου αιώνα λένε οι ειδήμονες. Στην πίσω πλευρά, κάτω από τον αυχένα δηλαδή, απεικονίζεται δίπλα σε σιδερόφραχτους πολεμιστές ένας ξέταιρος αλλά μεγαλόπρεπος καβαλάρης. Θυμίζει στρατιωτικό άγιο σε Βυζαντινή αγιογραφία. 

Κάτω από αρχαιοπρεπή μανδύα, τυλιγμένο χαλαρά γύρω από το σώμα του, φοράει αλυσιδωτή πανοπλία μέχρι τα γόνατα και τους καρπούς των χεριών. Στα πόδια του στιβάνια ή γκέτες. Κρατάει ελαφρύ κοντάρι, πολύ διαφορετικό από τα βαριά δόρατα των άλλων. Είναι ζωσμένος κυρτή σπάθη Ανατολικού τύπου, παραδόξως στη δεξιά πλευρά. Για κάποιο λόγο στην ίδια πλευρά έχουν το σπαθί οι περισσότεροι εικονιζόμενοι. Αν έχει περασμένο σκουτάρι στο αριστερό του μπράτσο δεν είναι ορατό. Στο κεφάλι έχει καπέλο με το γείσο γυρτό στη μια πλευρά και στολισμένο με φτερό. Είναι νομίζω όπως αυτά που φορούσαν συχνά στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα οι πολεμιστές του Βενετικού στόλου, οι λεγόμενοι galeotti, οι οποίοι κατά κανόνα προέρχονταν από τις κτήσεις της Βενετίας στη Δαλματία και την Ελλάδα. Ένας από αυτούς απεικονίζεται εδώ (1).


Εικ. 2

Ίδιου τύπου καπέλα φαίνεται να είναι και τα παρακάτω, από την Προσκύνηση των Μάγων του Μιχαήλ Δαμασκηνού (Αγία Αικατερίνη Ηρακλείου Κρήτης) της ίδιας περιόδου.



Εικ. 3

Εδώ όμως δεν γνωρίζουμε ποιοί είναι οι νεαροί  καβαλάρηδες με τα φτερά. Πλάι στο λαιμό του ψαρί αλόγου  διακρίνεται ένα ματσούκι, δηλαδή ένας κεφαλοθραύστης, ο οποίος όμως κρέμεται από τη σέλα του διπλανού ζώου. Το ματσούκι ήταν από τα προσφιλή όπλα των Στρατιωτών, πιο γνωστών ως stradioti, του Ελληνικού ελαφρού ιππικού του ύστερου Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, αρκετοί από τους οποίους βρίσκονταν στην Κρήτη του Δαμασκηνού. Μια λογική, νομίζω, υπόθεση θα ήταν πως οι νεαροί είναι γιοί και ανιψιοί Στρατιωτών, που συνήθως τους ακολουθούσαν για να μάθουν την τέχνη του πολέμου και να τους διαδεχθούν. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα οι καπετάνιοι διεκδίκησαν με επιτυχία πληρωμή από τις Βενετικές αρχές για αυτά τα παιδιά.

 Στρατιώτες μαρτυρούνται στην Κρήτη τουλάχιστον από το 1461 (2) και στην εποχή του Μιχαήλ Δαμασκηνού ο αριθμός τους πλησίαζε τους ενενήντα. Αν η υπόθεση που κάναμε είναι σωστή τότε οι καβαλάρηδες που φαίνονται πίσω από τους νεαρούς πρέπει να είναι Στρατιώτες. Οι δύο τελευταίοι μάλιστα φορούν πίλους στο κεφάλι όπως γνωρίζουμε ότι φορούσαν αρκετοί Στρατιώτες παλιότερα. Όμως ακόμα και αν είναι έτσι τα πράγματα η ακρίβεια της απεικόνισης δεν είναι δεδομένη. Για παράδειγμα, σύγχυση προκαλεί το ότι ένας από αυτούς κρατάει αλαβάρδα, όπλο του πεζικού. Γι αυτό πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί.

Υπάρχουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα και πάνω στο κομμάτι πανοπλίας της Συλλογής Wallace: ποιά είναι η πολιορκούμενη πόλη, πότε έλαβε χώρα η σύγκρουση – αν υποθέσουμε ότι πρόκειται για αναπαράσταση ιστορικού γεγονότος – και ποιόν αναπαριστά ο παράξενος ιππέας; Ο Sir Guy Francis Laking, στο Catalogue of the European Armour and Arms in the Wallace Collection at Hertford House (Λονδίνο 1910), τον ονομάζει Βενετό Στρατιώτη (Venetian estradiot). Έχει άραγε δίκιο; Σε αυτό το ερώτημα θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε.

Από τη χρυσή εποχή των Στρατιωτών, δηλαδή το διάστημα 1495 – 1530 περίπου, έχουμε ένα σημαντικό αριθμό απεικονίσεων, και τολμώ να πω πως αυτές οι σελίδες έχουν συμβάλλει καθοριστικά στην εύρεση και ταυτοποίηση αρκετών από αυτές (3). Ήδη από τα μέσα του 15ου αιώνα έχουμε και μερικές γραπτές περιγραφές. Έτσι γνωρίζουμε αρκετά καλά τι φορούσαν, τι όπλα χρησιμοποιούσαν και τον τρόπο που ίππευαν μέχρι τα μέσα του 16ου. Από κει και πέρα οι απεικονίσεις και οι περιγραφές είναι λίγες και συχνά αντικρουόμενες. Ο σημαντικότερος λόγος είναι πως με την Οθωμανική κατάληψη των Βενετικών προπυργίων του Μοριά, που ήταν το κατεξοχήν φυτώριο των Στρατιωτών, στέρεψε το ρεύμα των μισθοφόρων που αναζητούσαν την τύχη τους στην υπηρεσία Ευρωπαίων βασιλιάδων. Έτσι οι διάφοροι στρατοί είτε αναζήτησαν υποκατάστατα σε μιμητές των Στρατιωτών, όπως οι Ουσάροι, είτε οργάνωσαν σώματα ντόπιων, που διατήρησαν μεν την ονομασία Στρατιώτες αλλά ήταν οργανωμένοι και εξοπλισμένοι διαφορετικά, ίππευαν αλλιώς, και, επιπλέον, χρησιμοποιούσαν άλλες τακτικές.

Βλέπουμε λοιπόν γαλλικές και ισπανικές παραστάσεις κατ’ όνομα μόνο Στρατιωτών, που λίγο διαφέρουν από το σιδερόφραχτο βαρύ ιππικό. Ο λόγος ήταν κυρίως η ανάγκη προστασίας των ιππέων από τη συνεχή εξάπλωση και αύξηση της φονικότητας των πυροβόλων όπλων. Υπήρχαν βέβαια και περιπτώσεις που οι αντίπαλοι δεν διέθεταν πυροβόλα όπλα, όπως για παράδειγμα οι Αμερικανοί Ινδιάνοι. Εκεί οι βαριές και πανάκριβες, αρθρωτές πανοπλίες δεν ήταν απαραίτητες. Η παρακάτω απεικόνιση, φτιαγμένη από Ινδιάνο του Μεξικού στα μέσα του 16ου αιώνα (4), θα μπορούσε να δείχνει Στρατιώτες. Χωρίς όμως να είμαστε σίγουροι αφού οι Ισπανοί εκείνη την εποχή είχαν υιοθετήσει στοιχεία της ενδυμασίας των Στρατιωτών, όπως για παράδειγμα το καπέλο. Ίσως δημιούργησα ένα ερωτηματικό σε μερικούς, λοιπόν ναι, το χαρακτηριστικό καπέλο του Ζορρό έχει τις ρίζες του στο ύστερο Βυζάντιο όπως και οι Στρατιώτες.


Εικ. 4

Οι Στρατιώτες πάντως συνέχισαν τη δράση τους στην υπηρεσία της Βενετίας, τόσο στην Ιταλία όσο και στις κτήσεις της στη Δαλματία και την Ελλάδα. Οι καλλιτέχνες της όμως δεν ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με αυτούς, παρόλο που υπηρέτησαν τη Σινιορία για αιώνες. Στο Παλάτι του Δόγη, σήμερα μουσείο, δεν υπάρχει ούτε μία σπάθη Στρατιώτη. Ίσως όμως μπορούμε να εκμεταλλευτούμε κάποια από τα ελάχιστα γνωστά για να δούμε τι αλλαγές είχαν συντελεστεί και αν όντως οι Στρατιώτες του 1600 έμοιαζαν με τον καβαλάρη της πανοπλίας.

Στα χρόνια πριν και μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου, οι κάτοικοι της Βενετίας διασκέδαζαν με τις ‘μπαρτζελέττες’ των μυθιστορηματικών κατορθωμάτων του Στρατιώτη Μανώλη Μπλέσση. Μια από αυτές (5) παρέχει κάποια στοιχειώδη εικονογράφηση. Εκεί βλέπουμε άνδρες οπλισμένους με δόρατα, κυρτές σπάθες και μικρά σκουτάρια να φορούν κράνη στολισμένα με φτερά. Ορισμένοι φέρουν επωμίδες και περιβραχιόνια προσαρμοσμένα σε δερμάτινο θώρακα. Στα πόδια φορούν στιβάνια ή γκέτες. Κάποιοι φορούν κοντές βράκες. Στην ουσία βλέπουμε μέλη του ελαφρού ιππικού της Βενετίας, της cavalleria leggera.


Εικ. 5



Εικ. 6

Η εικόνα αυτή είναι πολύ διαφορετική από αυτή που παρουσίαζαν οι παππούδες των Στρατιωτών μισό αιώνα νωρίτερα. Είναι διαφορετική ακόμη και από τα μέλη της οικογένειας Μάνεση στην γνωστή εικόνα της Δέησης, στον Άγιο Γεώργιο των Ελλήνων στη Βενετία, παρόλο που τις χωρίζει λιγότερο από μια γενιά και οι Μανεσαίοι απεικονίζονται ήδη σε μεγάλο βαθμό εξευρωπαϊσμένοι. Όμως όταν είσαι μυθικός υπερ-ήρωας όπως ο Μπλέσσης, όταν έχεις αγαπητικιά μια μάγισσα της Αργολίδας και σύζυγο τη βασίλισσα της Ισλανδίας, μπορείς και ατομικό συμβόλαιο με τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία να κάνεις (6) και να έχεις όσες διαφορετικές πανοπλίες θέλει ο εκδότης που σε τύπωσε. Αυτό που δεν μπορείς είναι να είσαι αντιπροσωπευτικός τύπος Στρατιώτη.

Είναι ίσως πιο λογικό να ψάξουμε τους Στρατιώτες στα νησιά του Ιονίου, εκεί δηλαδή που ήταν εκείνη τη εποχή εγκατεστημένοι οι περισσότεροι. Από εκεί άλλωστε προέρχεται και μια πληροφορία που μας έχει προϊδεάσει για επερχόμενες αλλαγές. Ο Λεωνίδας Ζώης, βασιζόμενος σε έγγραφο των κατεστραμμένων πια Ζακυνθινών αρχείων με χρονολογία 1555, έγραψε πάνω από ένα αιώνα πριν (7):

‘... ο τότε Προβλεπτής Ζακύνθου Μάρκος Βαρβαρίγος , δια της από 15 Σεπτεμβρίου διαταγής αυτού, ώριζεν, ίνα άπαντες οι τότε παρόντες Έλληνες στρατιώται εντός διετίας εκμάθωσι την λατινικήν και δημώδη ιταλικήν, ώστε να συνεννοώνται μετά τε του Κοντοσταύλου (8) και των λοιπών της νήσου αρχών. Της προθεσμίας ταύτης παρερχομένης, οι μη επιδεκτικοί μαθήσεως θα εξεδιώκοντο του ελληνικού λόχου ουδέ θα ηδύνατο τις του λοιπού να καταταχθή εις αυτόν, αν μη ωμίλει και ενόει την ιταλικήν, επί ποινή 100 υπερπύρων, διατεθειμένων υπέρ των τειχών της πόλεως. Ώφειλον επίσης άπαντες οι στρατιώται εντός διμηνίας να ενδυθώσιν ομοιομόρφως με βραχείας περισκελίδας και μικρούς πίλους και να αναρτήσωσιν επί στρατιωτικού ζωστήρος σπάθην, ώστε να παρουσιάζωνται ως αληθείς στρατιώται.’

Είναι φανερό πως οι Βενετική εξουσία επέβαλλε στους Στρατιώτες ένα είδος στολής, η οποία δεν μπορεί παρά να ήταν ίδια ή παρόμοια με αυτή που φορούσαν και άλλοι στρατιωτικοί στην υπηρεσία της. Έτσι, αν και υπάρχουν πολλές παραστάσεις Βενετών πολεμιστών, ή εμπνευσμένες από αυτούς, δεν είναι συνήθως δυνατό να αποφανθούμε για τον αν πρόκειται για Στρατιώτες ή όχι. Για παράδειγμα, στην παρακάτω λεπτομέρεια από τον Αποκεφαλισμό του Ιωάννου, του 18ου αιώνα, από εκκλησία της ορεινής Ζακύνθου, έχουμε όλα σχεδόν τα στοιχεία που είδαμε προηγουμένως: κράνος με φτερά, ελαφρύ δόρυ, κυρτή σπάθη, κοντή βράκα, αλυσιδωτό και δερμάτινο θώρακα, στιβάνια, μανδύα.


Εικ. 7

Και όμως δεν μπορούμε και πάλι να πούμε ότι αυτές οι φιγούρες – εμπνευσμένες προφανώς από παλιότερη εικόνα – είναι αντιπροσωπευτικές Στρατιωτών. Απουσιάζει ένα απαραίτητο στοιχείο: το άλογο. Υπάρχουν αρκετές παρόμοιες απεικονίσεις στο Μουσείο της Ζακύνθου αλλά ούτε αυτές επιτρέπουν στέρεα συμπεράσματα. Στα τέλη του 16ου αιώνα η ζωγραφική στα Επτάνησα δεν είχε ακόμη αναπτυχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Η ζωγραφική εκείνη την εποχή ανθούσε στην Κρήτη. Επιστρατεύουμε λοιπόν ένα σημαντικότατο αγιογράφο από την Κρήτη, τον Γεώργιο Κλόντζα, που δημιούργησε στα τέλη του 16ου αιώνα και μέχρι τις αρχές του 17ου.

Γιατί τον Κλόντζα και όχι το τεράστιο ταλέντο του σύγχρονου του Μιχαήλ Δαμασκηνού με τα εκατό περίπου σωζόμενα έργα του; Με όλο το σεβασμό και το δέος μπρος στην απίστευτη ομορφιά του έργου του Δαμασκηνού επειδή – πέρα από την αποδεδειγμένη προτίμηση του στις αλαβάρδες, που παραχωρούσε αφειδώς ακόμα και στο ιππικό – κατεχόταν από ένα διακοσμητικό οίστρο, που, μαζί με τη φαντασία του και την τεχνική του ικανότητα, δημιούργησε αριστουργήματα αλλά σε βάρος του ρεαλισμού.

Εμείς πρέπει να ξεχωρίσουμε τον περίφημο αναχρονισμό της Αναγεννησιακής τέχνης – ο οποίος μεταφέρει τον κόσμο του 1600 σε ιστορίες βιβλικές ή κλασσικές – από τη φαντασία του καλλιτέχνη, τη Βυζαντινή παράδοση και τον ενθουσιασμό για την Ελληνορωμαϊκή κληρονομιά. Ο Κλόντζας, ενώ παρέμεινε κοντά στην παράδοση ζωγράφιζε κυρίως με όρους του δικού του κόσμου. Στα έργα του, οι γυναίκες φορούσαν Βενετσιάνικα φορέματα της εποχής του, τα κτίρια είχαν Βενετσιάνικη αρχιτεκτονική, στα λάβαρα λίγο ακόμα και θα διέκρινες το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου. Οι τάσεις εξωραϊσμού ήταν περιορισμένες. Όταν ζωγράφιζε ένα κράνος πολεμιστή ήταν όπως το είχε δει στο Χάντακα και όχι όπως το είχε φανταστεί ή όπως είχε ακούσει πως το φορούσε κάποιος ναύαρχος στις μόστρες της Βενετίας. Έτσι μας διευκολύνει αφάνταστα.

Σε ένα τρίπτυχο του Κλόντζα λοιπόν, όπου απεικονίζει τη Σταύρωση και που σήμερα βρίσκεται στο Walters Art Museum της Βαλτιμόρης, βλέπουμε καβαλάρηδες που μοιάζουν πολύ με Στρατιώτες του παλιού καιρού, δηλαδή των τελών του 15ου και των αρχών του 16ου αιώνα. Έτσι τουλάχιστον φαίνονται από κάποια απόσταση.


Εικ. 8

Ας δούμε και κάποιους πιο κοντινούς.


Εικ. 9

Αρκετοί φοράνε το χαρακτηριστικό μαύρο, καστόρινο καπέλο αλλά άλλοι έχουν το κεφάλι ακάλυπτο ή φοράνε την κουκούλα του μανδύα τους. Ο μανδύας, άλλοτε ριγμένος στην πλάτη και άλλοτε τυλιγμένος γύρω από το σώμα τους, είναι ένας νεωτερισμός που δεν τον έχουμε παρατηρήσει σε Στρατιώτες παλιότερων εποχών. Ακόμη, δεν είναι πάντα γενειοφόροι όπως παλιότερα. Ευτυχώς οι δυνατές επιλογές δεν είναι περισσότερες από δύο επειδή στην Κρήτη του 1600 υπήρχαν μόνο δύο είδη ιππικού: οι Στρατιώτες και το φεουδαρχικό ιππικό (cavalleria feudata), το οποίο απαρτιζόταν από Βενετούς στην καταγωγή γαιοκτήμονες (9). Οι Κρητικοί άρχοντες ήταν αρκετά ξεπεσμένοι πλέον και πολύ λιγότερο ικανοί από τους Στρατιώτες αλλά ήταν περισσότεροι, συχνά πλουσιότεροι και κοινωνικά ανώτεροι. Είναι εντελώς απίθανο να είχαν υιοθετήσει ενδυμασίες που θα τους έκαναν να μοιάζουν με κοινωνικά κατώτερους. Άρα αυτοί που βλέπουμε πρέπει να είναι Στρατιώτες. Άλλωστε οι Στρατιώτες στην Κρήτη, αλλά και όπου αλλού έδρασαν, είχαν και αστυνομικά καθήκοντα, άρα η παρουσία τους στο δρόμο προς το Γολγοθά και πάνω σε αυτόν είναι δικαιολογημένη.

Στο μέσο του τριπτύχου, πάνω στο Γολγοθά, βλέπουμε επίσης καβαλάρηδες, μερικοί από τους οποίους φοράνε το μαύρο καπέλο και μανδύες. Δεν φαίνεται αν φέρουν οπλισμό όμως ο ένας φοράει θώρακα κάτω από το μανδύα του.




Εικ. 10

Παρόμοιοι ιππείς εμφανίζονται και στη Σφαγή των Νηπίων, σε ένα άλλο τρίπτυχο του Κλόντζα από τη Συλλογή της Μαριάννας Λάτση στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο. Εδώ φαίνεται το σπαθί στο πλευρό του ιππέα.




Εικ. 11

Η γενικότερη εντύπωση που αφήνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι πως ήταν λειψά εξοπλισμένοι και πως καθένας φορούσε ότι ήθελε, θυμίζοντας έντονα τη φράση του Ζώη:

‘... ενδεδυμένοι μακράς περιβολάς και φέροντες μεγάλους πίλους προσωμοίαζον μάλλον προς τεχνίτας της εποχής εκείνης ή προς στρατιώτας ...’

Στην απέναντι πλευρά της σύνθεσης μπορεί να παρατηρήσει κανείς δύο διαφορετικούς καβαλάρηδες, κουκουλοφόρους ντυμένους με χρυσοστόλιστα μαύρα, όπως αυτός στην εικόνα 12. Το μαύρο ήταν το ευνοούμενο χρώμα των Βενετών ευγενών. Μαζί με την αγέρωχη πόζα του και τις μακριές προεκτάσεις των μανικιών του δείχνει πως εδώ μάλλον έχουμε εκπροσώπους του φεουδαρχικού ιππικού.


Εικ. 12

Επιστρέφουμε στην εικόνα της Σταύρωσης για να πούμε πως οι ιππείς με την εμφάνιση Στρατιώτη δεν είναι οι μοναδικοί που φοράνε το χαρακτηριστικό μαύρο καπέλο. Για παράδειγμα, κάποιος από τους Λεγεωνάριους που διαμοιράστηκαν τα ιμάτια του Ιησού και τα παίζουν στα ζάρια το φοράει επίσης. Στηρίζεται σε ένα τεράστιο ευρωπαϊκό σπαθί, από αυτά που ο χειρισμός τους απαιτούσε χρήση και των δύο χεριών (Zweihänder). Τέτοια όπλα χρησιμοποιούνταν από εξειδικευμένους πεζούς και όχι από ιππείς. Στις περιστάσεις της Κρήτης όμως είναι πολύ πιθανότερο ότι η φιγούρα αυτή – που εμφανίζεται και σε άλλες εικόνες της Σταύρωσης αποδιδόμενες στο εργαστήριο του Κλόντζα – είναι δήμιος και όχι σπαθομάχος. Όπως και να έχει το πράγμα ο άνθρωπος αυτός δεν είναι Στρατιώτης και το καπέλο απλώς φαίνεται να υποδηλώνει την Ελληνική του εθνικότητα.


Εικ. 13

Στο κέντρο της σύνθεσης, κάτω από το Σταυρό, διακρίνουμε άλλους ιππείς. Η περιβολή τους μοιάζει με αυτή των Λεγεωνάριων με τα ζάρια αλλά φοράνε επιπλέον αλυσιδωτή πανοπλία, που φτάνει μέχρι τους καρπούς των χεριών τους.


Εικ. 14

Αν εξαιρέσουμε το ότι είναι ξεσκούφωτοι μοιάζουν ακόμη περισσότερο με τον μυστηριώδη Στρατιώτη της Συλλογής Wallace που είδαμε στην αρχή. Ποιοί είναι λοιπόν αυτοί;  Μήπως δεν είναι μέλη ιππικού σώματος αλλά ανώτεροι Βενετοί αξιωματικοί που τυχαίνει να είναι έφιπποι;  Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται πιθανό. Ένας Βενετός αξιωματικός της εποχής θα φορούσε αρθρωτή πανοπλία και όχι τον λιγότερο αποτελεσματικό δερμάτινο ή αλυσιδωτό θώρακα. Ένα τέτοιο παράδειγμα αρθρωτών πανοπλιών βλέπουμε στην εικόνα 15, μια λεπτομέρεια της Ανεύρεσης του Τιμίου Σταυρού από άλλο τρίπτυχο του Κλόντζα, που βρίσκεται στο Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο.


Εικ. 15

Αφού οι ιππείς της εικόνας 14 δεν είναι υψηλόβαθμοι Βενετοί και δεν μοιάζουν με φεουδάρχες  τι είναι; Στην εικόνα 10 είδαμε έναν από αυτούς που χαρακτηρίσαμε Στρατιώτες να φοράει παρόμοιο θώρακα. Μήπως και οι ιππείς της εικόνας 14 είναι Στρατιώτες; Στην εικόνα 3 είδαμε ιππείς με στολή να παρεμβάλλονται μεταξύ των νεαρών και των ιππέων με τους πίλους που μοιάζουν με Στρατιώτες. Ενώ φαινομενικά έχουμε τρεις διαφορετικές ομάδες ιππέων θα μπορούσαμε να έχουμε ένα ενιαίο σύνολο ανθρώπων από τους οποίους άλλοι φορούν στολή και άλλοι όχι. Σε αυτή την περίπτωση η διαφορετική αμφίεση μέσα σε ένα σύνολο στρατιωτικών πρέπει να εξηγηθεί.

Η Βενετία στις κτήσεις της στην Ελλάδα διατηρούσε Στρατιώτες που διέφεραν στην πληρωμή και στις αντίστοιχες υποχρεώσεις. Στα δύο άκρα ήταν από τη μια μεριά οι provisionati, δηλαδή αυτοί οι οποίοι είχαν προσληφθεί και μισθοδοτούνταν, και στην άλλη οι decimali, δηλαδή αυτοί οι οποίοι υπηρετούσαν περιοδικά και κατά τη διάρκεια κρίσεων με αντάλλαγμα την απαλλαγή από το φόρο της Δεκάτης (Decima). Αυτοί οι τελευταίοι, μαζί με τη λιγοστή γη που η Βενετική εξουσία είχε παραχωρήσει στους προγόνους τους είχαν κληρονομήσει την υποχρέωση να κάνουν βάρδια για κάμποσες βδομάδες, μεταξύ Μαρτίου και Νοεμβρίου, όταν ο κίνδυνος εχθρικών και πειρατικών επιδρομών ήταν μεγαλύτερος. Η αποζημίωση τους, που ισοδυναμούσε με το ένα δέκατο μόλις του μικρού εισοδήματος τους, δεν ήταν βέβαια σπουδαίο κίνητρο σε αντιπαράθεση με την απουσία τη δική τους και του αλόγου τους από την οικογενειακή εστία, συνήθως σε περιόδους φόρτου εργασίας, όπως ο θέρος ή ο τρύγος, αλλά και κοινωνικών εκδηλώσεων, όπως το Πάσχα και τα καλοκαιρινά πανηγύρια.

Στη Ζάκυνθο οι provisionati, που συνήθως ήταν καμιά δεκαπενταριά το πολύ(10), είχαν τη βάση τους κοντά στο Tre Porte, δηλαδή την προς Μπόχαλη πύλη του Κάστρου, που είναι και η υπάρχουσα σήμερα. Οι decimali όμως, που ήταν πολύ περισσότεροι, έμεναν στη μεγάλη τους πλειοψηφία μακριά από τη Χώρα, κυρίως στα χωριά της ρίζας ή στο Μπελούσι, στα Γερακαρία και στο Τραγάκι. Πού να μάθαιναν αυτοί οι συχνά απρόθυμοι Στρατιώτες – που βέβαια κάθε άλλο παρά τέρατα μόρφωσης ήταν – Λατινικά και Ιταλικά σε δύο χρόνια; Χώρια το δυσβάσταχτο έξοδο της στολής.

Θα τους έδιωχνε ο Barbarigo από τη Στρατία, ανοίγοντας ένα τεράστιο κενό στην άμυνα του νησιού που θα ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να κλείσει; Επιπλέον, θα έδιωχνε χιλιάδες ανθρώπους από τις περιουσίες τους – γιατί μαζί με τις οικογένειες τους ήταν χιλιάδες (11) – δημιουργώντας οξύτατο κοινωνικό πρόβλημα; Όχι βέβαια. Η διαταγή του Προβλεπτή Marco Barbarigo του 1555 και η απειλή εκδίωξης από τη Στρατία ήταν για τους περισσότερους Στρατιώτες κενή περιεχομένου. Θα συνέχιζαν να υπηρετούν με τα ίδια καθημερινά ρούχα, τα ίδια παλιά όπλα και τα ίδια τσακισμένα από τη δουλειά στο χωράφι άλογα ή θα εύρισκαν άλλη δουλειά, όπως άλλωστε έκαναν πολλοί όλο και συχνότερα.

Δεν έχουν μέχρι στιγμής παρουσιαστεί στοιχεία που να δείχνουν την ύπαρξη decimali στην Κρήτη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι εκεί Στρατιώτες, απόγονοι προσφύγων από το Ναύπλιο και τη Μονεμβασία κυρίως, ήταν σε καλύτερη κατάσταση οικονομικά ή θα παρουσίαζαν καλύτερο θέαμα. Πρέπει όμως να υπήρχαν και εκείνοι για τους οποίους η εμφάνιση και η γνώση Ιταλικών είχαν σημασία: οι καπετάνιοι και οι άλλοι βαθμοφόροι (luogotenenti, alfieri), που αμείβονταν καλύτερα, καθώς και όσοι είχαν βλέψεις σε τέτοιες θέσεις. Πιστεύω λοιπόν πως οι καβαλάρηδες με τη στολή αντιπροσωπεύουν καπετάνιους Στρατιωτών.

Η στολή αυτή – δερμάτινος θώρακας με πτέρυγες στους ώμους και τους γοφούς, συχνά συνδυασμένος με αλυσιδωτή ή αρθρωτή θωράκιση, κράνος χωρίς προσωπίδα, μανδύας – είναι η βασική στολή των Βενετικών δυνάμεων τουλάχιστον από το 15ο αιώνα, και με μικρές μόνο διαφορές, μέχρι και το 17ο. Αν και εξαιρετικά παραγνωρισμένη από αυτούς που σήμερα ασχολούνται με τέτοια θέματα, δεν ήταν καν αποκλειστικά Βενετική αλλά χρησιμοποιούνταν και από άλλα κράτη της βόρειας και κεντρικής Ιταλίας. Στην επόμενη εικόνα βλέπουμε Γενοβέζους τζαγράτορες ζωγραφισμένους από τον Lazzaro Tavarone γύρω στα 1624 στο Palazzo Cattaneo Adorno της Γένοβας.


Εικ. 16

Η καταγωγή της στολής ήταν κατά πάσα πιθανότητα Βυζαντινή και στη Βενετία τη φορούσαν συνήθως πεζοί στρατολογημένοι από τους χωρικούς της στερεάς και των υπεράκτιων κτήσεων. Αυτό όμως δεν ήταν απόλυτο. Στην εικόνα 17 μπορούμε να δούμε το ναύαρχο Jacopo Marcello να τη φοράει το 1484, ζωγραφισμένο από τον Tintoretto γύρω στα 1580 (Παλάτι του Δόγη, Βενετία).


Εικ. 17

Στο δεύτερο ήμισυ του 16ου αιώνα άρχισε η σταδιακή αντικατάσταση του δερμάτινου θώρακα από ατσάλινο, ωστόσο φαίνεται πως για λόγους κυρίως οικονομικούς οι δερμάτινοι επιβίωσαν για πολύ καιρό ακόμη. Σύμφωνα με την εικόνα 18, που είναι λεπτομέρεια απεικόνισης μάχης κοντά στην Καλαμάτα (12), εξακολουθούσαν να βρίσκονται  σε χρήση κατά την εκστρατεία του Morosini ένα αιώνα αργότερα.


Εικ.18

Επιστρέφοντας στα έργα του Κλόντζα θα πρέπει να παραδεχτούμε πως η ύπαρξη εξήγησης δεν αποτελεί σοβαρό στοιχείο που να συνηγορεί στην υπόθεση πως κάποιοι Στρατιώτες φορούσαν τη συγκεκριμένη στολή και κάποιοι όχι. Θα ήταν παρακινδυνευμένο να καταλήξουμε από τώρα σε συμπεράσματα. Γι αυτό παραθέτουμε άλλη μία σύνθεση, πάλι του Κλόντζα, που απεικονίζει τον Άγιο Γεώργιο, από το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας.


Εικ.19

Είναι μια αρκετά ιδιόρρυθμη εικόνα, όπου ο Άγιος όχι μόνο δεν καρφώνει το δράκοντα με το κοντάρι του αλλά δεν έχει καν κοντάρι. ‘Σνομπάρει’ το τέρας κοιτάζοντας προς τα πίσω. Μοιάζει πολύ περισσότερο σαν να προσπαθεί να κινητοποιήσει όλο το στρατό που τον παρακολουθεί σε εκστρατεία. Δεν είναι τόσο ένας άγιος-ήρωας όσο ένας άγιος-ηγέτης. Φυσικά το άλογο του είναι άσπρο, φοράει κόκκινο μανδύα και έχει την σγουρή του κόμη ακάλυπτη όπως επιβάλλει η παράδοση.

Φοράει αλυσιδωτή πανοπλία μέχρι τα γόνατα και θώρακα από ‘βρασμένο δέρμα’ (13). Στη μέση του κρέμεται ευθύ ξίφος Δυτικής προέλευσης (14). Ουσιαστικά δεν φαίνεται να διαφέρει σε τίποτα από τους καβαλάρηδες της εικόνας 14 εκτός από το χρώμα του μανδύα και το ότι στο αριστερό του μπράτσο έχει περασμένο το σκουτάρι του. Στο στήθος του βλέπουμε το λουρί με το οποίο το κρεμάει στην πλάτη του όταν δεν το χρειάζεται άμεσα. Είναι ένα σκουτάρι ελαφρύ, σχετικά ρηχό, παραλληλόγραμμο ή τραπεζιόσχημο, από αυτά που στον Ελληνικό χώρο χρησιμοποιούσαν μόνο οι Στρατιώτες και οι Τούρκοι Ακιντζήδες. Αυτό είναι ισχυρή απόδειξη πως ο άγιος παρουσιάζεται σαν Στρατιώτης. Η στάση του δεν αφήνει αμφιβολία πως πρόκειται για καπετάνιο. Τι πιο φυσικό άλλωστε για έναν αξιωματικό και καβαλάρη άγιο σε μια Κρητική εικόνα – στην Κρήτη εκείνη την εποχή οι Στρατιώτες ήταν οι μοναδικοί επαγγελματίες στρατιωτικοί του ιππικού.

Με βάση αυτό θα περίμενε κανείς να υπάρχουν και άλλες Κρητικές εικόνες του 16ου και 17ου αιώνα όπου στρατιωτικοί άγιοι απεικονίζονται σαν Στρατιώτες. Πραγματικά, αυτό βλέπουμε στην παρακάτω εικόνα του Οράματος του Αγίου Ευσταθίου, έργο ανωνύμου του 17ου αιώνα, από τη συλλογή του Halil Korban.    


Εικ. 20

Γονυπετής ο άγιος, έτσι που φαίνονται τα σπιρούνια του, και πεσμένο μπροστά του ένα γνώριμο καπέλο με σπαστό γείσο και φτερά. Νομίζω πως πλέον μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως ναι, ο Sir Guy Francis Laking είχε δίκιο για τον ιππέα της πανοπλίας.


--------------------------------------------------------------------------- 

1) Cesare Vecellio, De gli Habiti Antichi e Modérni di Diversi Parti di Mondo, Βενετία 1590.

2) Κατερίνα Β. Κορρέ, Μισθοφόροι stradioti της Βενετίας: πολεμική και κοινωνική λειτουργία (15ος-16ος αιώνας), Διδακτορική Διατριβή, Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Κέρκυρα 2017, σ. 366.

3) Ακολουθώντας την ετικέτα Στρατιώτες του ιστολογίου https://pampalaia.blogspot.com/search/label/%CE%A3%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B5%CF%82 θα βρεί κανείς σχεδόν 30 σχετικά άρθρα και πολλές  απεικονίσεις.

4) Κώδικας Lienzo de Tlaxcala.

5) I fatti, et le prodezze di Manoli Blessi stratioto, του Antonio Molin, Βενετία 1561.

6) Αρκετοί Στρατιώτες έκαναν ατομικά συμβόλαια και υπηρετούσαν σε ειδικά συγκροτημένους λόχους της cavalleria leggera μαζί με άλλους επίλεκτους από διάφορες εθνότητες. Αυτοί αμείβονταν καλύτερα και ήταν γνωστοί σαν lanze spezzate.

7) Ο Ελληνικός Λόχος εν Ζακύνθω κατά τους χρόνους της δουλείας, Ελληνισμός, έτος ιδ΄, τ. 161-162, 1911.

8) Κοντόσταυλος ήταν ο διοικητής του Κάστρου. Το 1555 ήταν κάποιος Δομένικος (Κυριάκος) Μούρμουρης, τον οποίο ο Ζώης θεώρησε ελληνομαθή Ιταλό λόγω καταγωγής του από τη Νάπολι. Ο Μούρμουρης όμως ήταν από τη Νάπολι ντι Ρομάνια, δηλαδή το Ναύπλιο, και δεν ήταν καθόλου Ιταλός. Πολλοί από την οικογένεια του ήταν Στρατιώτες. Είχαν εγκατασταθεί στο Ναύπλιο προερχόμενοι από την Μεθώνη σύμφωνα με την Κατερίνα Β. Κορρέ. Όπως 2), σ. 373.

9) Μαρία Ντούρου – Ηλιοπούλου, Το φεουδαρχικό ιππικό της Κρήτης στις αρχές του 17ου αιώνα, Φράγκοι και Βενετοί στη Ρωμανία, Αθήνα 2016.

10) Η αναφερόμενη δύναμη Στρατιωτών της Ζακύνθου φαίνεται πως ήταν αρκετά σταθερή γύρω στα 1600, 130 ιππείς. Από αυτούς οι provisionati ήταν μόνο το 10% περίπου. Δημήτρης Αρβανιτάκης, Οι αναφορές των Βενετών Προβλεπτών της Ζακύνθου (16ος – 18ος αι.), Istituto Ellenico, Βενετία 2000.

11) Οι provisionati στη Ζάκυνθο δεν ήταν Ζακυνθινοί. Οι Ζακυνθινοί provisionati, και πρέπει να ήταν πολλοί, υπηρετούσαν εκτός Ζακύνθου. Αυτό ήταν Βενετική πολιτική. Όσο για τους Ζακυνθινούς decimali αυτοί ήταν πολύ περισσότεροι από τους 110 με 120 που αναφέρουν οι Προβλεπτές. Αυτός πρέπει να ήταν ο αριθμός όσων έκαναν βάρδια. Χαρακτηριστικό είναι πως ο Προβλεπτής Marco Basadonna το 1546 (Αρβανιτάκης, σελ. 66), ενώ ο ίδιος διέθετε μόνο 75 Στρατιώτες, πρότεινε τη στρατολόγηση 400 Ζακυνθινών Στρατιωτών για υπηρεσία σε άλλα μέρη της Ελλάδας, τη Δαλματία και την Ιταλία. Τους Στρατιώτες δεν τους δημιουργούσαν όμως οι Βενετοί, τους έπαιρναν έτοιμους και η Ζάκυνθος με την Κεφαλονιά ήταν από τις μεγαλύτερες δεξαμενές άντλησης Στρατιωτών.

12) Description geographique et historique de la Morée του Vicezo Coronelli, Παρίσι 1687.

13) Δέρμα που είχε δεχτεί κατάλληλη επεξεργασία και μπορούσε να κρατήσει συγκεκριμένο σχήμα, όπως το πλαστικό. Μπορούσε επίσης να δεχτεί ανάγλυφη διακόσμηση. Το Μεσαίωνα ήταν γνωστό στη δυτική Ευρώπη σαν cuir bouilli.

14) Χρήση τέτοιων όπλων από Στρατιώτες πρέπει να ήταν αρκετά συνηθισμένη. Για παράδειγμα όταν η πάλα ενός Στρατιώτη αχρηστευόταν σε κάποια στιγμή αναγκαστικά θα χρησιμοποιούσε ένα Βενετσιάνικο σπαθί. Ακόμα και όταν τέτοια όπλα δεν χορηγούνταν πρέπει να ήταν σημαντικά φτηνότερα λόγω της μαζικής τους παραγωγής. Οι Μανεσαίοι στην εικόνα της Δέησης είναι ζωσμένοι τέτοια ξίφη.

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2019

Ταυτοποίηση ενός Ζακυνθινού κήπου του 19ου αιώνα




Στο φύλλο του Ερμή της 3ης Ιανουαρίου του 2017 δημοσιεύτηκε η εικόνα αυτή, εύρημα του Νίκου Κουρκουμέλη, με τίτλο ‘Μια άγνωστη εικόνα από την περίοδο της Αγγλοκρατίας’. Το αναπόφευκτο ερώτημα που τίθεται είναι τι απεικονίζεται σε αυτή. Γράφει ο Ερμής πως ‘Μία εκδοχή φέρει τον κήπο να βρισκόταν στην περιοχή “Περιβόλα” του παλιού Νοσοκομείου, ενώ άλλες τον τοποθετούν στους Κήπους ή ακόμα και στις Νερατζούλες’. Δεν ξέρω αν η πρόσκληση της εφημερίδας σε συζήτηση απέδωσε καρπούς μέχρι τώρα αλλά θα καταθέσω τη γνώμη και τις παρατηρήσεις μου ελπίζοντας να μην κομίζω γλαύκα εις Αθήνας.
Φαίνεται πως είναι ένα ανοιξιάτικο πρωί, με βάση την κατεύθυνση του ήλιου. Όχι πολύ νωρίς, γύρω στις οχτώ, έχει σηκωθεί ο ήλιος δύο κονταρίες, για να θυμηθούμε μία διατύπωση του Διονυσίου Ρώμα, και το μεγαλύτερο μέρος του κήπου είναι λουσμένο στη λιακάδα. Το υπόλοιπο βρίσκεται σε μια αρκετά συμπαγή σκιά, όχι όμως βαριά – βλέπεις ακόμα απάνω της τον ίσκιο των ανθρώπων και των σκυλιών. Γι αυτό μπορούμε να υποθέσουμε πως η σκιά δημιουργείται από κάποιο αραιό σύννεφο και δεν μας βοηθάει στην τοποθέτηση της σκηνής.


Ο κήπος έχει σχήμα που φαίνεται κάπως ελλειπτικό αλλά αυτό που βλέπουμε δεν μας επιτρέπει να είμαστε σίγουροι. Τα παρτέρια έχουν επίσης σχήματα παράξενα και ίσως εκεί κρύβεται κάποιος κρυφός σε μας συμβολισμός. Σε θέση κεντρική, απέναντι μας, είναι αναρτημένος μεγάλος θυρεός αλλά δεν διακρίνεται αν είναι οικόσημο ή κάτι άλλο. Κοντά στο θυρεό βρίσκεται μεγάλη κλούβα, μάλλον για ωδικά ή εξωτικά πτηνά, στολισμένη με ένα πουλί στην κορυφή. Έξω από τα μουράγια, στο ίδιο περίπου επίπεδο, σπίτια Ζακυνθινά. Δύο από αυτά έχουν καμινάδες μικρές, για να μην γκρεμίζονται εύκολα από τους σεισμούς. Προεξέχει ακόμα η κορυφή ενός μικρού καμπαναριού.



Τα φυτά είναι συμμαζεμένα, διακρίνονται αρκετά άνθη και βλέπουμε μόνο δύο μικρά δέντρα. Τα πάντα είναι προσεγμένα. Αυτός ο κήπος ίσως είναι σχετικά καινούργιος και, με τόσες γλάστρες ψηλά τοποθετημένες, έχει ανάγκη από πολλή φροντίδα. Απεικονίζονται δύο κηπουροί. Ο ιδιοκτήτης έχει σίγουρα μεγάλη οικονομική άνεση.

Δεν υπάρχει αμφιβολία για το ότι η εικόνα είναι από την Αγγλοκρατούμενη Ζάκυνθο. Το δηλώνει ο εύκολα αναγνωρίσιμος Καστρόλοφος, το Κάστρο με την Βρετανική σημαία στην κορυφή του, το ορατό οχύρωμα Bembo. Η εφημερίδα αναφέρει ότι η απεικόνιση πιστεύεται πως είναι του 1840. Οι ρεντιγκότες των φραγκοντυμένων μου θυμίζουν περισσότερο 1820 αλλά δεν έχει μεγάλη σημασία. Το σημαντικό είναι να δοθεί πειστική απάντηση στο ερώτημα ποιός ήταν αυτός ο κήπος και που βρισκόταν.

Δεν μπορώ να δεχτώ την πιθανότητα ο κήπος να βρισκόταν στους Κήπους ή στις Νερατζούλες. Το Κάστρο και τα σπίτια στην πλαγιά του λόφου φαίνονται πολύ κοντινά. Βλέπουμε τα ορθάνοιχτα παραθυρόφυλλα και ακόμα και τον καπνό από τις καμινάδες. Ούτε τίποτα άλλο φαίνεται ανάμεσα στο Κάστρο και τον κήπο όπως θα περίμενε κανείς αν ο Καστρόλοφος βλεπόταν από μεγάλη απόσταση. Επιπλέον, από εκείνη την κατεύθυνση δύσκολα θα μπορούσε να αγνοηθεί ο Εξηνταβελόνης, που θα ήταν μπροστά από τον Καστρόλοφο.

Η εκδοχή του Νοσοκομείου αξίζει να εξεταστεί. Περιβόλα, σύμφωνα με το Λεξικό του Ζώη, λεγόταν ‘ο εν τη πόλει και πλησίον άλλοτε ν. του Προφήτου Ηλία μέγας παράδεισος της οικ. Στάβερη – Λέντζερη’. Τα ερείπια του ναού στον οποίο αναφέρεται ο Ζώης σώζονται ακόμα, κυριολεκτικά στο χείλος του γκρεμού, ανάμεσα στο ΚΤΕΛ και στο παλιό Νοσοκομείο. Είχα μάλιστα την τύχη πριν τρία χρόνια να με καλέσει να πάω μαζί με κάμποσα ακόμα άτομα η Μαρία Σιδηροκαστρίτη – Κοντονή όταν πήγε να τα μετρήσει και φωτογραφίσει.

Ο Αρχιδούκας  Σαλβατόρ περιγράφει την Περιβόλα σε δύο σημεία του δεύτερου τόμου του Zante. Στη σελίδα 84 της Ελληνικής έκδοσης, κοιτάζοντας από την πλαγιά του Καστρόλοφου γράφει:

Απέναντι, στις πλαγιές του λόφου, όπου βρίσκεται η εκκλησία του Προφήτη Ηλία, είναι ο κήπος Περιβόλα του Λέτζερη με λεμονιές και πορτοκαλιές, περικλεισμένος από ένα τοίχο στολισμένο με βάζα.

Τα μουράγια του άγνωστου κήπου είναι στολισμένα με γλάστρες, πολλές από τις οποίες προεξέχουν από τον τοίχο και φαίνονται συνδεδεμένες μεταξύ τους με ανάγλυφες κορδέλες. Είναι σε σχήμα ανθοδοχείων που μπορεί να δικαιώσει απόλυτα το χαρακτηρισμό ‘βάζα’.



Στη σελίδα 86 η περιγραφή είναι εκτενέστερη:

Πάνω από το βαθούλωμα που βρίσκεται ανάμεσα στο λόφο του φρουρίου και εκείνον του Εξήντα Βελονιού και ονομάστηκε Στο Καμίνι, επειδή εκεί στέριωσαν ένα καμίνι για να κατασκευάζουν κεραμικά, στην αριστερή πλαγιά, όταν κανείς γυρίζει το βλέμμα του προς το βουνό, είναι κάτω από τον Προφήτη Ηλία η περιβόλα του Λέτζερη, πλαισιωμένη από έναν τοίχο βαμμένο κόκκινο και άσπρο, με όμορφο παρατηρητήριο στη μέση, στολισμένο με κολόνες, από όπου κανείς απολαμβάνει μια υπέροχη θέα προς την πόλη και την κοιλάδα, μαζί με τα υψώματα που βρίσκονται απέναντι, καθώς και τα κοκκινοβαμμένα ερείπια από το Belvedere del Sud του Μαρτινέγκου. Από το δρομάκι οδηγεί ένας μεγάλος πυλώνας στον κήπο, ένας άλλος πυλώνας βρίσκεται πίσω από το κτίριο. Ο κήπος περιλαμβάνει πολλά επίπεδα με υπέροχα δέντρα, εξηντάχρονες πορτοκαλιές και λεμονιές, κατόπιν μανταρινιές, μηλιές, αχλαδιές και ροδιές. Ένας δρόμος κατασκευασμένος από όρθια τούβλα περνάει μέσα από αυτήν την ιδιοκτησία. Στη μέση υπάρχει ένα κυκλικό κηπάριο και πάνω ψηλά, κοντά σε ένα ερειπωμένο σπίτι, μια ταράτσα από όπου έχουμε μια όμορφη θέα.

Σε πρώτη ανάγνωση και αυτή η περιγραφή φαίνεται να ταιριάζει σε κάποια σημεία – το κυκλικό κηπάριο, τα μουράγια όπου κυριαρχεί το κόκκινο και το άσπρο. Τα δέντρα βέβαια δεν υπάρχουν επειδή είναι εξήντα χρονών και η περιγραφή του Αρχιδούκα είναι τουλάχιστον εξήντα χρόνια νεότερη από την εικόνα. Όμως ο Σαλβατόρ, ως συνήθως, δεν σταμάτησε εκεί. Μας άφησε και ένα σχέδιο της Περιβόλας.



Μέσα από την εικόνα αυτή δεν αναγνωρίζουμε τον κήπο που εξετάζουμε. Τα μόνα συνδετικά στοιχεία είναι πως οι βάσεις των γλαστρών έχουν παρόμοιες καμπύλες και πως είναι ορατό το ίδιο τμήμα του Κάστρου. Βέβαια έχουν περάσει το λιγότερο εξήντα χρόνια και ο μεγάλος σεισμός του 1893. Επίσης δεν γνωρίζουμε ποιό κομμάτι της Περιβόλας σχεδίασε ο Σαλβατόρ. Όμως το σχέδιο είναι αρκετό σε ένα γνώστη της περιοχής για να αποφανθεί πως η Περιβόλα δεν μπορεί να είναι ο κήπος που αναζητάμε.

Το σημείο που στάθηκε ο Αρχιδούκας είναι ακριβώς εκεί που στέκεται σήμερα το παλιό Νοσοκομείο. Στις βορειοδυτικές υπώρειες του Εξηνταβελόνη, κάτω από τον Προφήτη Ηλία, σε υψόμετρο τριάντα περίπου μέτρων και ακριβώς απέναντι από το νοτιοδυτικό άκρο του Καστρόλοφου. Ο Σαλβατόρ κοίταζε σχεδόν κατάφατσα τη διαβρωμένη νότια πλευρά του Καστρόλοφου. Τα μόνα ορατά οικοδομήματα είναι το Κάστρο και τα ακρινά ερείπια του Belvedere del Sud, δίπλα στο γκρεμό, κάπου τριάντα μέτρα ψηλότερα, στα δεξιά του σχεδίου. Ορατή είναι εκεί και η κορυφή ενός φοίνικα, που υπήρχε ακόμα μισό αιώνα αργότερα και έχει αποθανατιστεί σε αρκετές  φωτογραφίες. Το οπτικό του πεδίο δηλαδή ήταν λίγο-πολύ αυτό που περικλείεται από τις κόκκινες γραμμές στη δορυφορική εικόνα.



Αν οι δύο κήποι ταυτίζονταν τότε τα σπίτια, τα δέντρα και η εκκλησία θα έπρεπε να βρίσκονται στη θέση που σημειώνεται με την κίτρινη έλλειψη. Στην περιοχή αυτή δεν υπήρχαν ποτέ σπίτια και εκκλησία. Σε καμία παράσταση της Ζακύνθου τα τελευταία πεντακόσια χρόνια δεν απεικονίζονται σπίτια εκεί. Αλλά ακόμα και αν δεχτούμε πως ίσως υπήρχαν στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα τότε πως εξαφανίστηκαν χωρίς ίχνος; Αν είχε βουλιάξει ολόκληρη γειτονιά μαζί με την εκκλησία της θα το ξέραμε. Επιπλέον, η οπτική γωνία με την οποία ο καλλιτέχνης του άγνωστου κήπου έβλεπε την διαβρωμένη πλευρά του Καστρόλοφου είναι πολύ οξύτερη. Στεκόταν πιό βόρεια.

Αν όμως κινηθούμε βορειότερα που θα βρεθούμε; Μα στο νότιο άκρο του φυσικού εξώστη που σχηματίζεται στην ομαλή πλαγιά του Καστρόλοφου, εξήντα με εβδομήντα μέτρα πάνω από τη Χώρα. Εκεί που βρισκόταν το Belvedere del Sud. Το οπτικό πεδίο του καλλιτέχνη ταιριάζει απόλυτα με αυτή τη θέση. Σπίτια και δέντρα, όπως φαίνονται πάνω από τα μουράγια, υπήρχανε τότε όπως υπάρχουνε και τώρα – εκεί που η πάλαι ποτέ Σαρτζάδα κουλουριάζεται φιδίσια έρποντας προς το Κάστρο. Το κωδωνοστάσιο πρέπει να ανήκε στον Άγιο Δημήτρη του Κανιόση. Η εκκλησία αυτή, χτισμένη αρχικά το 1490, μεταφέρθηκε σε κοντινή θέση, μακρύτερα από το γκρεμό, το 1823 όπως λέει ο Ντίνος Κονόμος στη σελίδα 97 του βιβλίου του ‘Καστρόλοφος και Αιγιαλός’.  Ίσως η βάση που σώζεται ακόμα να είναι του απεικονιζόμενου καμπαναριού. Μπορεί όμως να απεικονίζεται το παλιότερο αν η εκτίμηση μου ότι η εικόνα φιλοτεχνήθηκε τη δεκαετία του 1820 είναι σωστή. Ακόμα, σε ένα από τα εικονιζόμενα σπίτια ίσως έμενε πριν το 1821 ο Αναγνωσταράς.



Στη σελίδα 100 του ίδιου βιβλίου ο Κονόμος λέει:

Πάνω από την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας του Μαμάου ή του Νομικού υπήρχε λοφίσκος, όπου και το περίφημο «Belvedere de Sud» της οικογένειας Μαρτινέγκου. Η τοποθεσία είχε πάρει στα νεώτερα χρόνια την ονομασία «Κόκκινα σπιτάκια» ή «Τα Μαρτινεγκόπουλα». Ο πανέμορφος και λουλουδιασμένος εκείνος τόπος περιήλθε αργότερα στη κατοχή της οικογένειας του μουσουργού Παύλου Καρρέρ, ο οποίος τον ονόμασε «Ευφροσύνη».

Όταν ο Σαλβατόρ επισκέφτηκε την περιοχή το Belvedere είχε υποφέρει πολύ από το χρόνο και το σεισμό. Πρέπει να είχε προ πολλού περάσει στον Καρρέρ και μετονομαστεί σε Ευφροσύνη. Δε μπορεί βέβαια να μην αναρωτηθούμε αν η νέα ονομασία είχε σχέση με την όπερα του Καρρέρ ‘Φροσύνη’. Ο Αρχιδούκας πάντως χρησιμοποίησε την παλιά:

Μια απότομη πλαγιά, τώρα ντυμένη με ανθισμένους κίτρινους ασφαλακτούς, υψώνεται από κάτω από το Φρούριο.Σ’ ένα προεξέχοντα λοφίσκο στέκει η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, μέχρι την οποία φτάνει ο μακρύς πλακοστρωμένος με ρόμβους αρχαίος δρόμος. Η εκκλησία έχει υποστεί πολλές ζημιές από το σεισμό. Κάπως πιο κάτω είναι το Belvedere del Sud (Τερψιθέα του Νότου) του Μαρτινέγκου, με τη χρονολογία 1821, με βάζα για άνθη και ένα αναποδογυρισμένο άγαλμα και καλλωπίσματα, με ένα τραπέζι και ένα πηγάδι. Από τη θέση που είναι το ερειπωμένο σπίτι, προσφέρεται μια εκπληκτική θέα προς την πόλη, το λιμάνι, τα υψώματα του Σκοπού και το νότιο κόλπο μέχρι το Αϊ-Σώστη και το Μαραθονήσι.

Είναι φανερό πως με εξαίρεση την υπέροχη θέα ο Σαλβατόρ δεν εντυπωσιάστηκε ιδιαίτερα.  Είχαν περάσει τρεις ολόκληρες γενιές από την εποχή της ακμής και τόσο τα κτίσματα όσο και ο κήπος  βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση. Η σύντομη και γενικόλογη περιγραφή που δίνει δεν μας βοηθάει αλλά από την άλλη δεν μας εμποδίζει. Η προοπτική της εικόνας μας έχει ήδη οδηγήσει στο συμπέρασμα πως ο εικονιζόμενος κήπος δεν μπορεί να είναι άλλος από του Μαρτινέγκου. Συγκρίνοντας όμως τις εικόνες και τις περιγραφές της Περιβόλας και του Belvedere θα διακινδυνέψω το συμπέρασμα πως τα δύο περιβόλια έμοιαζαν αρκετά, πιθανότατα αντέγραφε το ένα το άλλο, και συνυπήρχαν ανταγωνιστικά συμβολίζοντας το αποκορύφωμα της πάλης μεταξύ του αρχοντολογιού και της ανερχόμενης αστικής τάξης. Και, πριν προκαλέσω τάση εμετού στους Μαρξιστές μιλώντας για πάλη των τάξεων με λουλούδια και γλάστρες, να θυμίσω πως ενώ οι Μαρτινέγκοι ανήκαν στο αρχοντολόι ένας Γιάννης Στάβερης – Λέτζερης (1849 – 1889) ήταν πρωτοπαλίκαρο του Κωνσταντίνου Λομβάρδου, χρεωμένος με το φόνο οχτώ ανθρώπων. 

Ενημέρωση 6 Μαρτίου 2019
Ότι έχει απομείνει από την Περιβόλα του Λέτζερη. Παρακαλώ διαβάστε το σχόλιο παρακάτω.

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2018

Ο Άι Ληός και οι άφαντοι Τσιτσιλιάνοι



Πριν από αρκετά χρόνια, καμιά δεκαριά ή ίσως και παραπάνω, αγόρασα στη Ζάκυνθο ένα βιβλίο. Μικρό, κάπου 80 σελίδες, και κάπως ακριβό για το μέγεθος του. Είχε εκδοθεί μερικά χρόνια νωρίτερα, το 2003. Ο τίτλος του ‘Τα Τοπωνύμια της Ζακύνθου’, κάποιου Χρήστου Λιβέρη, για τον οποίο δεν γνώριζα και εξακολουθώ να μην γνωρίζω το παραμικρό. Αυτά συμβαίνουν όταν είσαι ξενιτεμένος – δεν γνωρίζεις πια πρόσωπα και πράγματα, εκδίδονται βιβλία που μπορεί να σε ενδιαφέρουν και εσύ το παίρνεις χαμπάρι χρόνια αργότερα. Δεν το ξεφύλλισα πριν το πάρω, βιαζόμουνα. Ολόκληρο δεν το διάβασα ποτέ.  Ίσως να κατάφερα το ένα τρίτο συνολικά, σκόρπια κομμάτια, στο τέλος το παράτησα νευριασμένος. Είχα πετάξει τα λεφτά μου. Το καταχώνιασα κάπου και προσπάθησα να το ξεχάσω. Δεν θα το ξαναθυμόμουνα αν δεν τύχαινε να δω τις προάλλες ένα κομμάτι του στο εξαιρετικό ιστολόγιο ‘Πολιτισμός Πολίτης’ του Διονύση Βίτσου. http://www.politismospolitis.org/archives/19407
Διαβάζοντας αυτό το κομμάτι σε ένα ιστολόγιο με, δικαιολογημένα, μεγάλο κύρος κατάλαβα πως δεν μπορείς να αγνοείς ένα βιβλίο όσο βάναυσα κακό και αν είναι. Κάθε απόπειρα παραχάραξης της ιστορίας, ακόμα και όταν γίνεται χωρίς στοιχεία ή με γελοία επιχειρήματα (στη συγκεκριμένη περίπτωση ισχύουν και τα δύο), κάνει ζημιά και πρέπει να της αντεπιτεθείς για να περιορίσεις όσο μπορείς το κακό. Δεν μπορώ βέβαια να απαντήσω σε όλα όσα έγραψε ο Χρήστος Λιβέρης, θα έπρεπε να γράψω και εγώ βιβλίο ειδικά για αυτό το σκοπό. Μερικά μόνο παραδείγματα θα σας δώσω για να καταλάβετε το επίπεδο δουλειάς του συγγραφέα, το οποίο χαρακτηρίζει όλα όσα έγραψε.
Το Κερί λοιπόν, λέει, ονομάστηκε έτσι επειδή στη περιοχή υπήρχαν πολλές βελανιδιές, που στα Ιταλικά λέγονται ‘cerri’. Στην περιοχή του Κεριού όμως τα πεύκα είναι απείρως περισσότερα. Γι αυτό ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι φταίνε σε μεγάλο βαθμό οι Κεριώτες, οι οποίοι κάψανε τις βελανιδιές για να βάζουνε βρόχια στα πεύκα για τρυγόνια! Δηλαδή κάψανε τα πάντα για να βγούνε μόνο πεύκα, να μεγαλώσουνε και να βάζουνε βρόχια τα εγγόνια τους. Φανταστείτε να νοικιάζανε κυνηγετικά πόστα οι Κεριώτες εκείνες τις εποχές τι θα γινότανε, θα είχανε κάψει και τη Χώρα. Στοιχείο γι αυτά που ισχυρίζεται δεν επικαλείται κανένα. Ούτε βέβαια εξηγεί γιατί το Τσέρρρρι το κάμαμε Κερί. Θα άσπριζε η τσέρα μας δηλαδή αν λέγαμε ‘το Τσέρι’ και όχι ‘το Κερί’;
Ο Μαραθιάς, και κατ’ επέκταση το Μαραθονήσι, ονομάστηκαν έτσι επειδή, λέει, πηγαίνοντας κάποιος από τον Πισινόντα στο Μαραθιά έπρεπε να πάει από παραλία, μέσω Πόρτο Κούκλας και Λίμνης Κεριού και θεωρούσε πως έκανε Μαραθώνιο! Να σημειώσουμε ότι το Μαραθονήσι αναφέρεται με αυτό το όνομα ήδη από τα τέλη του 15ου αιώνα. Αν λοιπόν μπορεί κάποιος να μου αποδείξει ότι οι Πισινιάτες του 15ου αιώνα ξέρανε για το Φειδιππίδη τότε εγώ θα αποδείξω ότι δική τους ήταν η ιδέα του Μαραθώνιου δρόμου και όχι των Michel Bréal και Βαρώνου de Coubertin. Θα αλλάξουμε δηλαδή την παγκόσμια αθλητική Ιστορία. Τώρα τι δουλειά είχανε οι Πισινιάτες στο Μαραθιά και μάλιστα με τα πόδια δεν ξέρω, μπορεί να πηγαίνανε για προπόνηση. Ζητάω συγγνώμη από τους αναγνώστες για το ύφος μου αλλά όταν κάποιος προσπαθεί να με ταΐσει σανό δεν μπορώ να τον αντιμετωπίσω με σεβασμό. Σαρκασμός και ειρωνεία είναι το ελάχιστο που μπορεί να περιμένει.
Ένα τελευταίο πριν μπούμε στο κυρίως ζήτημα είναι πως ισχυρίζεται ότι οι Πλεσσαίοι ονομάστηκαν έτσι επειδή ήταν ... πλύστες στα Πηγαδάκια επί Βενετοκρατίας! Οι Πλεσσαίοι βέβαια έφεραν το όνομα τους μαζί τους όταν ήρθαν στη Ζάκυνθο, αυτό όμως μπορώ να σας το εξηγήσω εγώ. Έχω βλέπετε εντοπίσει τρεις τόπους εγκατάστασης Πλεσσαίων πρίν περάσουν το κανάλι: τα βουνά πάνω από τη Δωδώνη, μια περιοχή σχετικά κοντά στους Δελφούς και μια άλλη κοντά στο Λάλα της Ηλείας, δηλαδή κοντά στην Ολυμπία. Στα τρία αυτά αρχαία Μαντεία μάθανε φαίνεται πως θα καταντήσουνε πλύστες στα Πηγαδάκια και πήρανε το όνομα προκαταβολικά. Το πήρανε μάλιστα ακόμα και εκείνοι που ξεμείνανε στη Ρούμελη.
Αν ακολουθήσατε το σύνδεσμο θα είδατε τι γράφει για το δικό του επώνυμο. Το Λιβέρης, λέει, βγαίνει από το Libero da Catania. Κάποιοι πρώην σέμπροι από την Κατάνη της Σικελίας βρέθηκαν κατά τρόπο μυστηριώδη και απροσδιόριστο στη Ζάκυνθο την εποχή της Βενετοκρατίας και εγκαταστάθηκαν από τους Βενετούς στα βουνά, όπου ίδρυσαν τον Άγιο Λέοντα. Εκεί ανέλαβαν συλλήβδην – πόσοι ήταν δεν μας λέει – το επώνυμο Λίμπερο, που σημαίνει ελεύθερος, σε ανάμνηση της απελευθέρωσης τους από τα φεουδαρχικά δεσμά.
Δεν προσδιορίζει πότε έγινε αυτό αλλά μας λέει πως οι Μπασταίοι ήρθαν στο χωριό αργότερα. Επειδή οι Μπασταίοι απαντώνται στη Ζάκυνθο το 1510 σύμφωνα με έγγραφα που είχε δει ο Λεωνίδας Ζώης πρέπει οι ΄λίμπεροι’ Τσιτσιλιάνοι να ήρθαν μεταξύ 1483 και 1510. Πρώτη αναφορά σε Άγιο Λέοντα έχουμε το 1516. Δυστυχώς δεν κατάφερα να βρω πουθενά κάποια αναφορά σε τέτοιο Σικελικό αποικισμό γι αυτό αν κάποιος αναγνώστης έχει καμιά πληροφορία ας μας την μεταδώσει. Εγώ πάντως δεν θα σκάσω περιμένοντας επειδή υποπτεύομαι βάσιμα πως η άφιξη των ΄λίμπερων’ είναι εξίσου φανταστική με τα πλυσταριά των Πηγαδακιώνε και τους Μαραθωνοδρόμους του Πισινόντα.
Δεν είναι όμως μόνο η έλλειψη στοιχείων που με κάνει κάθετα αρνητικό αλλά κυρίως η ύπαρξη στοιχείων για το αντίθετο. Ο συγγραφέας ισχυρίζεται πως επειδή οι Βενετοί δεν όρισαν εξαρχής τα σύνορα των εκτάσεων πού δήθεν έδωσαν στους Λιβεραίους – ναι έβγαλε ολόκληρο μυθιστόρημα από το μυαλό του και το σερβίρισε σαν αδιαμφισβήτητη ιστορική αλήθεια – δημιουργήθηκε έχθρα με τους Μπασταίους. Έτσι αναγκάστηκαν οι Βενετοί να μεταφέρουν κάποιους Λιβεραίους στο Κερί και αυτό εξηγεί την ύπαρξη του επωνύμου εκεί.
Όμως, μετά την καταστροφή της Ζακύνθου από τους Τούρκους το 1479 και την κατάληψη της από τους Βενετούς λίγα χρόνια αργότερα, οι μοναχοί των Στροφάδων διεκδίκησαν τα περιουσιακά στοιχεία που είχε το μοναστήρι στο νησί από την εποχή των Τόκκο. Επειδή τα δουκικά έγγραφα που πιστοποιούσαν τι ακριβώς ήταν δικό τους είχαν καεί πάρθηκε η εξής απόφαση:
‘... ό ήδιος ευγενής αφέντης Προβεδούρος επιτελούντας αυτός επρόσταξεν εμέν τόν Καντζιλιέρι του, ότη πέρνοντας μέ τού λόγου μου, ένα οφιτζιάλο άμα μέ τόν μοναχό νά τραβηχθή απάνου εις τούς τόπους, πού λέγουσιν νά ευρίσκονται αυτά τά χοράφια, καί καλά τού αυτού μοναστηρίου καί νά πάρη διό ανθρώπους από τούς πλέο γέροντες τού νισιού από κάθε χορίο, καί νά δίδη αυτών όρκον διά νά δίξουν τά αυτά καλά και μένα ...
... με ειμέρα εκαβαλίκεψα εις τό χοριό τού Κεριού, εις τό οποίο εδιάλεξα τόν Βασίλη Πέρλαμπο Νικολό, καί Γιόργη Ληβέρη από τό αυτό χοριό έναν από τούς γέροντας, ο πλέο πραχτικός ολονών των χοραφιών κίμενα εις τό σύνορον τους ...’
Τα αποσπάσματα αυτά είναι από έγγραφο του 1488 (Κόπια σώα και ομοία μεταγλοτισμένη από τό φραγγικό), το οποίο παρουσιάστηκε από τον Διονύσιο Μούσουρα κατά την εισήγηση του σε επιστημονική ημερίδα με θέμα ‘Μονές της Ζακύνθου, Ιστορία – Αρχιτεκτονική – Τέχνη’ στις 16 Νοεμβρίου 1996. Τα Πρακτικά της δημοσιεύθηκαν δύο χρόνια αργότερα από τη ΙΜ Ζακύνθου (σελ. 141).
Να λοιπόν που πέντε μόλις χρόνια μετά την άφιξη των Βενετών στη Ζάκυνθο έχουμε Κερί και όχι Τσέρι και ας αφήσουμε τα βελανίδια στα γουρούνια. Και όχι μόνο έχουμε Κερί αλλά έχουμε και Κεριώτη Λιβέρη, που δεν τον φέρανε οι Βενετοί από την Κατάνια ούτε τον στείλανε από τον Άι Ληό αλλά είχε ήδη γεράσει στο χωριό του πριν τη Βενετοκρατία.
Και τότε θα μου πείτε γιατί οι κάτοικοι του Άι Ληού αφιέρωσαν την εκκλησία τους στον επίσκοπο Κατάνης Λέοντα; Αυτό μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ. Αν είναι έτσι, γιατί μπορεί και να μην είναι. Άγιοι Λέοντες υπάρχουν κάμποσοι. Στην Κεφαλονιά έχει δύο νομίζω. Το δε Βυζάντιο είχε έξι αυτοκράτορες με αυτό το όνομα. Όνομα που δεν είχαν πάρει προς τιμήν του επισκόπου Κατάνης, αφού ήταν είτε σύγχρονοι του είτε παλιότεροι, αλλά μάλλον προς τιμήν του Αγίου Λέοντα επισκόπου Ρώμης. Του οποίου τη μνήμη τιμά η Εκκλησία στις 18 Φεβρουαρίου ενώ του επισκόπου Κατάνης στις 20. Με την αμάθεια που επικρατούσε και τα διαφορετικά ημερολόγια – Βενετικό, Ιουλιανό, Γρηγοριανό – δεν μπορώ να αποκλείσω κάποιο μπέρδεμα αγίων. Η Αι Ληώτικη παράδοση πάντως, που μπορεί να έχει κάποια βάση αλλά μπορεί και όχι, τοποθετεί την ανέγερση του ναού στον 14ο αιώνα, δηλαδή αρκετές γενιές πριν τη Βενετοκρατία και τους τηλεμεταφερόμενους Τσιτσιλιάνους.
Αν όμως το Λιβέρης δεν έχει σχέση με το λίμπερο τότε από που προέρχεται; Σίγουρα όχι από το σέντερ φορ. Όρκο δεν παίρνω αλλά, χωρίς διάθεση να παίξω την κολοκυθιά, είμαι σε θέση να προτείνω κάτι εξαιρετικά πιθανό. Υπάρχει Άγιος Λιβέριος, επίσκοπος Ρώμης και αυτός, και το όνομα του δινόταν σε παιδιά. Το βαφτιστικό όνομα του περίφημου Μανιάτη πειρατή Λυμπεράκη Γερακάρη ήταν Λιβέριος. Όσοι είχαν αυτό το όνομα αποκαλούνταν Λιβέρηδες. Επειδή μάλιστα το όνομα προέρχεται από το Λατινικό Liberius είχε το ίδιο νόημα με το Λευτέρης. Από το βαφτιστικό δημιουργήθηκαν επώνυμα, όπως Λιβέρης, Λιβερόπουλος, Λιβιεράτος.
Αν πάλι κάποιος Λιβέρης θέλει σώνει και καλά να έχει Ιταλική καταγωγή υπάρχει εναλλακτική πρόταση. Το παρακάτω είναι από το Χρονικό των Τόκκων (στχ. 3593-3598) που γράφτηκε το πρώτο τέταρτο του 15ου αιώνα.
‘Εις αύτο, γουν, εβάλθηκεν ο δούκας ο δεσπότης.
Εβλέποντας τον άνθρωπο, τον Λίβερην εκείνον
Δυνάστην και κακόγνωμον, επίορκο και κλέπτην.
Ορμητικόν εις το κακόν-χειρότερον δεν είδε-
έβλεπε τα νησία του αφέντης ο δεσπότης
το πώς τα πλησιάζουσι εκείνοι του Λιβέρη.’
 
Ο Λιβέρης στον οποίο αναφέρεται το Χρονικό ήταν ένας τυχοδιώκτης και μισθοφόρος από την Απουλία και λεγόταν Oliverio Franco. Ας έχει υπόψη του όποιος τυχόν κάνει τη δεύτερη επιλογή ότι Oliveriο σημαίνει λιόφυτο. Μπορεί να του ταιριάζει. Υγεία.




Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2018

Η Μαίρη και ο Σουλτάνος



Στο προηγούμενο ρίξαμε μια φευγαλέα ματιά σε έναν ‘κολασμένο’ Άγγλο πάστορα και μια Αγγλίδα πόρνη στη Ζάκυνθο πριν από τετρακόσια χρόνια. Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούν και κάποιοι πολύ διαφορετικοί Άγγλοι που πέρασαν από τη Ζάκυνθο – έτσι για να αποκατασταθεί μια ισορροπία και να μην συμβάλλει το ιστολόγιο, άθελα του, στο άδικο στερεότυπο που τείνει διαμορφωθεί στο νησί για ένα θαυμάσιο λαό με πολλές αρετές και τεράστια συμβολή στον παγκόσμιο πολιτισμό. Ταυτολογώ βέβαια, χάριν έμφασης, αφού η αδικία είναι αναγκαίο συστατικό κάθε στερεότυπου.

Σε τούτο το κομμάτι κεντρικό πρόσωπο είναι μια γυναίκα, η οποία όμως δεν έγραψε τίποτα για τη Ζάκυνθο. Άλλωστε μετά βίας μπορούσε να διαβάζει και να γράφει. Τα λίγα της γράμματα τα έμαθε ενήλικη. Είναι όμως, από κάθε άποψη, το ακριβώς αντίθετο του William Biddulph και πολλών άλλων Άγγλων που ταξίδεψαν στην περιοχή μας εκείνα τα χρόνια αλλά και τα σημερινά. Η ιστορία της είναι εντυπωσιακή, σχεδόν απίστευτη, και αξίζει να τη γνωρίζουν οι κάτοικοι ενός νησιού στο οποίο η ίδια πίστεψε πως βρέθηκε από θαύμα.

Η Mary Fisher ήταν στα νιάτα της δούλα, άμισθη υπηρέτρια σε μια εύπορη οικογένεια ώσπου να ξεπληρωθεί ένα χρέος. Πλησιάζοντας Χριστούγεννα του 1651, στα 27 της χρόνια, στο σπίτι που δούλευε έκανε κήρυγμα ο George Fox. Ήταν ο ιδρυτής ενός νέου θρησκευτικού ρεύματος, παραφυάδας του προτεσταντισμού. Οι αντίπαλοι τους ονόμαζαν κοροϊδευτικά Quakers, δηλαδή τρεμουλιάρηδες, επειδή ο Fox έλεγε πως πρέπει να τρέμουμε στο άκουσμα του Θεϊκού λόγου. Έτσι πήραν την ανεπίσημη αλλά πολύ διαδεδομένη ονομασία τους οι λεγόμενοι Κουάκεροι. Οι Κουάκεροι πίστευαν πως όλοι οι άνθρωποι, άντρες και γυναίκες, σε όποια θρησκεία και αν ανήκαν, έφεραν μέσα τους το φως του Θεού και ήταν εν δυνάμει κήρυκες του Θεϊκού λόγου. Ήταν ειρηνιστές, αντίπαλοι της δουλείας και κατακεραύνωναν την υποκρισία του Αγγλικανικού κλήρου. Όπως ήταν αναμενόμενο, τέτοια πιστεύω δεν ήταν αρεστά στο κατεστημένο και τα πρώτα χρόνια διώχθηκαν σκληρά.

Η νεαρή δούλα, αλλά και ολόκληρο το νοικοκυριό στο οποίο ανήκε, προσχώρησαν στην καινούργια ομολογία. Η Mary Fisher απελευθερώθηκε από τους αφέντες της και ξεκίνησε με τη σειρά της τον προσηλυτισμό, αρχικά στην κομητεία της Υόρκης από όπου καταγόταν. Για τη δράση της φυλακίστηκε δύο φορές και μαστιγώθηκε δημόσια χωρίς να καμφθεί. Το 1655, μαζί με μια άλλη απόστολο του Κουακερισμού, την Ann Austin, ταξίδεψαν στο νησί Μπαρμπάντος των Αντιλλών και έκαναν προσηλυτισμό με σχετική επιτυχία. Από εκεί πήγαν τον επόμενο χρόνο στη Βοστώνη για να κάνουν κήρυγμα στους Πουριτανούς των αποικιών της Αμερικής. Η φήμη τους όμως τις είχε προσπεράσει και με το που πάτησαν το πόδι τους στην ξηρά συνελήφθησαν. Τις ανάγκασαν να γδυθούν για να εξετάσουν τα σώματα τους για σημάδια μαγείας και μετά τις έριξαν στη φυλακή. Πέντε βδομάδες αργότερα τις απέλασαν με το ίδιο πλοίο που τις είχε φέρει.

Στις αρχές του καλοκαιριού του 1657 η Mary μαζί με άλλους πέντε Κουάκερους ξεκίνησαν για τη Μεσόγειο. Η αποστολή τους ήταν σχεδόν αδύνατη, εντελώς παρανοϊκή θα έλεγε κανείς, και εξαιρετικά επικίνδυνη: να προσηλυτίσουν τον ισχυρότερο ίσως βασιλιά της γης, έναν άνθρωπο που πολλοί στη Χριστιανική Δύση θεωρούσαν προσωποποίηση του Αντίχριστου, τον Τούρκο Σουλτάνο. Την ομάδα αποτελούσαν τρεις γυναίκες από την Αγγλία και τρεις άντρες από την Ιρλανδία: η Mary Fisher, η Mary Pierce, η Beatrice Beckley, ο John Luffe, ο John Buckley και ο John Perrot. Φτάσανε στο Λιβόρνο στις 6 Αυγούστου και στη Ζάκυνθο ένα μήνα αργότερα. Το ότι έκαναν κήρυγμα στη Ζάκυνθο όσο έμειναν είναι αυτονόητο αλλά δεν γνωρίζουμε πως αντιμετωπίστηκαν. Κανείς τους πάντως δεν μιλούσε Ελληνικά και μόνο ένας ήξερε Ιταλικά.

Από τη Ζάκυνθο βρέθηκαν στη Σμύρνη στις αρχές του 1658. Ο Άγγλος πρόξενος, στον οποίο αποκάλυψαν την αποστολή τους, τους ξεγέλασε, ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή τους εξανάγκασε, και βρέθηκαν σε ένα καράβι που αντί για την Κωνσταντινούπολη είχε προορισμό τη Βενετία. Μια τρομερή καταιγίδα όμως ανάγκασε το πλοίο να πιάσει πάλι στη Ζάκυνθο, κάτι που οι Κουάκεροι θεώρησαν θαύμα, ή Θεϊκό σημάδι. Έτσι ο Buckley, η Mary Fisher και η Beatrice Beckley αποβιβάστηκαν στη Ζάκυνθο. Η Mary Pierce είχε μείνει στη Σμύρνη και από κει αναχώρησε αργότερα για την Αγγλία. Δεν είναι ξεκάθαρο γιατί αλλά ο Buckley έφυγε μόνος του για την Κωνσταντινούπολη.

Ο John Perrot και ο John Luffe συνέχισαν προς Βενετία με άλλο σχέδιο: να πάνε στη Ρώμη και να προσηλυτίσουν τον ... Πάπα. Οι δύο Κουάκεροι έφτασαν στη Ρώμη και στην προσπάθεια τους να πετύχουν ακρόαση από τον Αλέξανδρο τον 7ο έπεσαν στα χέρια της Ιεράς Εξέτασης. Ο Luffe πέθανε ή εκτελέστηκε, δεν είναι σίγουρο, ενώ ο Perrot κλείστηκε σε τρελοκομείο για τρία χρόνια και μετά απελευθερώθηκε. Λέγεται πως για την απελευθέρωση του μεσολάβησε ο Άγγλος βασιλιάς Κάρολος 2ος επειδή ήταν νόθος γιός ενός νόθου γιού του Ερρίκου του 8ου, είχε δηλαδή βασιλικό αίμα. Μάλλον δεν ευσταθεί αλλά όπως και να έχει το πράγμα επέστρεψε στην Αγγλία. Εκεί κόντεψε να δημιουργήσει σχίσμα στους Κουάκερους για το αν πρέπει να φοράνε καπέλο την ώρα της προσευχής ή όχι και λίγα χρόνια αργότερα εγκαταστάθηκε στην Τζαμάικα όπου εγκατέλειψε τον Κουακερισμό και το έριξε στην καλοπέραση.

Στο μεταξύ οι δύο γυναίκες ξεκίνησαν από τη Ζάκυνθο για την Αδριανούπολη όπου βρισκόταν στρατοπεδευμένος ο Σουλτάνος. Δεν είναι γνωστό πως ταξίδεψαν. Κάποιος σύγχρονος τους έγραψε πως η Mary Fisher διέσχισε όλη την Ελλάδα με τα πόδια, είναι όμως πολύ αμφίβολο. Επίσης δεν γνωρίζουμε τι συνέβη στη Beatrice Beckley αλλά φαίνεται πως η Mary έφτασε στην Αδριανούπολη μόνη της. Εκεί, ένας Θεός ξέρει πως, κατάφερε να προσεγγίσει το Μεγάλο Βεζίρη, το γηραιό αλλά ικανότατο και αδίσταχτο Köprülü Mehmet Paşa. Ο Πασάς, γενίτσαρος από το Μπεράτι της Αλβανίας, ήταν ο πραγματικός κυβερνήτης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Σουλτάνος ήταν ο δεκαεξάχρονος Μεχμέτ ο 4ος, ο επονομαζόμενος Κυνηγός επειδή μόνο με το κυνήγι του επέτρεπε ο Μεγάλος Βεζίρης να ασχολείται. Όλα τα σημαντικά ζητήματα της αυτοκρατορίας ήταν δουλειά του Πασά. Άλλη επιλογή δεν είχε ο νεαρός Σουλτάνος γιατί χωρίς τον Köprülü Mehmet Paşa η αυτοκρατορία κινδύνευε να διαλυθεί. Γι αυτό το λόγο ήταν υποχρεωμένος να βρίσκεται σε ένα στρατόπεδο στην Αδριανούπολη ο Μεχμέτ. Η Κωνσταντινούπολη του ήταν τόσο απαγορευμένη όσο και η άσκηση πολιτικής.

Τι έσπρωξε τον πανίσχυρο Πασά να δεχτεί να ασχοληθεί με μια φτωχικά ντυμένη γυναίκα από την άλλη άκρη της Ευρώπης που ισχυριζόταν πως έφερνε μήνυμα του Θεού είναι δύσκολο να το μαντέψει κανείς. Ακόμα δυσκολότερο είναι να μαντέψει γιατί της κανόνισε ακρόαση με το Σουλτάνο. Πάντως η Mary παρουσιάστηκε στο πολυτελές βασιλικό τσαντίρι την επόμενη μέρα, εν μέσω αυλικών και δραγουμάνων που ανυπομονούσαν να ακούσουν τι έχει να πει. Ο Σουλτάνος την άκουσε με προσοχή χωρίς να την αντικρούσει και στο τέλος τη ρώτησε τι γνώμη έχει για τον προφήτη Μωάμεθ. Αυτό ήταν βέβαια το σημείο όπου πραγματικά παιζόταν το κεφάλι της.

‘Δεν τον γνωρίζω,’ απάντησε αυτή, ‘γνωρίζω όμως το Χριστό, τον αληθινό προφήτη, τον Υιό του Θεού, που είναι το φως του κόσμου και φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο. Αν οι λόγοι του προφήτη που λέτε αποδειχτούν αληθινοί τότε θα ξέρετε ότι τον έστειλε ο Θεός. Αν όμως αποδειχτούν ψεύτικοι τότε θα ξέρετε ότι δεν τον έστειλε ο Θεός.’ Η εξαιρετικά διπλωματική αυτή απάντηση έσωσε τη ζωή της Mary Fisher. Ο Σουλτάνος βέβαια δεν αλλαξοπίστησε αλλά ευγενέστατα της πρόσφερε συνοδεία μέχρι την Κωνσταντινούπολη την οποία εκείνη αρνήθηκε.

Μετά την επιστροφή της στην Αγγλία η Mary παντρεύτηκε – πλησίαζε πλέον τα σαράντα – και έκανε τρία παιδιά. Ο άντρας της, ναυτικός, πνίγηκε το 1675. Αργότερα ξαναπαντρεύτηκε και το 1682 έφυγε με την οικογένεια της για τις αποικίες της Αμερικής. Εγκαταστάθηκε στη Νότια Καρολίνα όπου πέθανε το 1698.




Δυστυχώς έχω προβλήματα με το λογαριασμό μου και δεν μου δίνει τη δυνατότητα να απαντήσω σε σχόλια. Αν θέλετε απάντηση παρακαλώ γράψτε μου στο pampalaea@gmail.com
Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .