Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015

Η πορεία έξι αιώνων μιας πολεμικής κραυγής


Ο Maxime Raybaud, Γάλλος στρατιωτικός και φιλέλληνας που πολέμησε στην Επανάσταση του 1821, περιέγραψε μια πολεμική κραυγή των επαναστατημένων Ελλήνων που του έκανε μεγάλη εντύπωση (1).

Οι Έλληνες έχουν μια ιδιότυπη κραυγή όταν πλησιάζουν τον εχθρό: ένα είδος λαρυγγικού ολολυγμού – αλλά αυτή η κραυγή παίρνει άλλο χαρακτήρα όταν υψώνουν το μαχαίρι ή το γιαταγάνι εναντίον ενός θύματος. Θα μπορούσε να πει κανείς πως η πικρή ειρωνεία της νίκης, η οργή της εκδίκησης, η απάνθρωπη χαρά του αίματος, όλα εκφράζονται ταυτόχρονα σε αυτή την κραυγή, που συνήθως συνοδεύεται από ένα σαρδόνιο και άγριο γέλιο όχι λιγότερο τρομερό. Αυτή την κραυγή του ανθρώπου-τίγρη, του ανθρώπου που καταβροχθίζει άνθρωπο, είναι φοβερό να την ακούς και πάντα μου προξενούσε την πιο οδυνηρή αίσθηση.

Δεν φρόντισε να καταγράψει αυτό το βρυχηθμό του ανθρώπου-τίγρη. Πιθανόν επειδή, νεοφερμένος στην Ελλάδα και γράφοντας στα Γαλλικά, δεν θεωρούσε ότι μπορούσε να τον αποδώσει ικανοποιητικά. Ακόμη περισσότερο ίσως επειδή δεν θα σήμαινε και πολλά στους Γαλλόφωνους αναγνώστες του. Από αυτά όμως που έγραψε εμείς μπορούμε σχετικά εύκολα να βγάλουμε μερικά ασφαλή συμπεράσματα. Το πρώτο είναι ότι υπήρχε σε χρήση κάποια συγκεκριμένη λέξη ή φράση και ότι οι επαναστάτες δεν έβγαζαν άναρθρες κραυγές, ούτε ο καθένας φώναζε μόνο όποια βρισιά του ερχόταν στο μυαλό. Το δεύτερο είναι πως ήταν διαδεδομένη ευρύτατα, σε σημείο που μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν η πολεμική κραυγή των Ελλήνων εκείνη την εποχή ή τουλάχιστον των επαναστατημένων.

Αυτά τα δύο συμπεράσματα υποστηρίζονται έμμεσα από το Γιαννιώτη επαναστάτη Αρτέμιο Μίχο, ο οποίος έκανε λόγο για ‘συνήθη αλαλαγμό’ των Ελλήνων στο Μεσολόγγι (2). Δεν μπήκε στον κόπο να μας πει ποιός ήτανε – πιθανότατα ήταν τόσο γνωστός που ήταν περιττό – ενώ αντίθετα μας έδωσε τους πολύ λιγότερο γνωστούς αλαλαγμούς των Σουλιωτών (3).

Το τρίτο συμπέρασμα είναι πως η κραυγή δεν ήταν κάποια προτροπή του τύπου ‘Απάνω τους’ ή ‘Φάτε τους’ αφού φωναζόταν ακόμη και μιαν ανάσα από τον εχθρό. Δεν ήταν τόσο, ή μόνο, για να ανυψώσει των ηθικό των ημετέρων αλλά για να εκφράσει το μένος των επιτιθέμενων και να τρομοκρατήσει τον αντίπαλο. Πρωταρχικός στόχος ήταν να το βάλει ο εχθρός στα πόδια ή, διαφορετικά, να του κοπούν τα γόνατα και να του κόψουν το λαιμό.

Το τέταρτο συμπέρασμα είναι ότι δεν επρόκειτο ούτε και για κάποιο σύνθημα όπως το ‘Ελευθερία ή θάνατος’. Δεν έδινε διάλεξη περί ελευθερίας ο πολεμιστής, ούτε έκανε διαδήλωση – ούρλιαζε. Η κραυγή του, βγαλμένη βαθιά από το λάρυγγα, θύμιζε βρυχηθμό αιλουροειδούς. Τέτοια κραυγή υπάρχει μόνο μία στον Ελληνικό χώρο και είναι από παλιά γνωστή σε όλα σχεδόν τα μήκη και πλάτη του, από την Ήπειρο ως την Κύπρο και από τη Ζάκυνθο ως τη Μικρά Ασία: Γιούργια! Δύο βαθιά λαρυγγικές συλλαβές ενωμένες με ένα ρο. Δύσκολα θα μπορούσε να βρεθεί λέξη, σε οποιαδήποτε γλώσσα, που, στο απόγειο της φωνής ενός μαινόμενου πολεμιστή να θυμίζει περισσότερο τίγρη.

Είναι θλιβερό, και οιωνός κάκιστος, το ότι η λέξη ‘γιούργια’ στη σημερινή αργκό – όπου είναι πιθανότερο να την πρωτοσυναντήσουν οι νεαροί Έλληνες – σημαίνει λεφτά, από την Αγγλική προφορά του Ευρώ, το Γιούρο. Αλλά τι πραγματικά σημαίνει η κραυγή ‘Γιούργια’; Ποια είναι η ετυμολογία της; Γιατί τη φωνάζανε την ώρα της ορμής;

Ψάχνοντας σε διάφορα λεξικά βρίσκει κανείς μια γενικότερη συναίνεση. Οι λεξικογράφοι μας τη συνδέουν με τη λέξη ‘γιουρούσι’, που σημαίνει έφοδος και με τη σειρά της προέρχεται από την Τουρκική ‘yürüyüş’. Στα Τουρκικά ‘yürüyüş’ σημαίνει πορεία, πορεία ειρήνης για παράδειγμα, αλλά σήμαινε και επέλαση. Ο Αρτέμιος Μίχος, περιγράφοντας ένα Τουρκικό συναγερμό έγραψε (4):

‘...έκρουσε συγχρόνως όλα τα κύμβαλα (ταβλαμπάζια) και με τας αγρίας φωνάς ‘γιούρουνους, γιούρουνους’ και αλλαλαγμούς και με τα ξίφη και λόγχας εις τας χείρας ...’

Είναι φανερό ότι το ‘γιούρουνους’ του Μίχου είναι το ‘yürüyüş’.  Όσοι γνωρίζουν πως προφέρεται το ‘ü’ στα Τουρκικά καταλαβαίνουν πως το ‘yürüyüş’ είναι εντελώς ακατάλληλο σαν πολεμική κραυγή και οι Τούρκοι το χρησιμοποιούσαν μόνο σαν πρόσταγμα. Αυτή τη λέξη λοιπόν τη δανείστηκαν οι Έλληνες, απλοποιώντας τη σε ‘γιουρούσι’. Από που και ως που όμως, από ποιά ανάγκη και με ποιές διεργασίες, βγήκε το ‘Γιούργια’ από το ‘γιουρούσι’ ή από το ‘yürüyüş’; Απάντηση σε αυτό δεν υπάρχει.

 Αντιλαμβανόμενοι ότι η θεωρία χώλαινε σοβαρά κάποιοι προσπάθησαν να τη βελτιώσουν. Όχι, έγραψαν, δεν προέρχεται από το ‘yürüyüş’ το ‘Γιούργια’ αλλά από το ‘yürü’, που σημαίνει περπάτα, προχώρα. Κάποιος μάλιστα προχώρησε ακόμα περισσότερο. Το ‘Γιούργια’, έγραψε, προέρχεται από την έκφραση  ‘yürü ya’, που σημαίνει ‘προχώρα λοιπόν’, και μπορεί και σήμερα να το ακούσει κανείς από ένα μπαϊλντισμένο ταξιτζή της Κωνσταντινούπολης όταν ο προπορευόμενος οδηγεί αργά.

Φυσικά ούτε αυτή η εξήγηση δίνει απάντηση στο εύλογο ερώτημα γιατί οι Έλληνες να φωνάζουν στα Τούρκικα ‘Άιντε προχώρα’. Τους έφραξε μήπως το δρόμο κάποιος Τούρκικος αραμπάς; Δεν λέω πως αυτή η εξήγηση είναι εντελώς αδύνατη. Η περίφημη ιαχή ‘Αέρα’ του 1940 είναι εξίσου απροσδόκητη, αν όχι περισσότερο, και υπάρχουν κάμποσες ιστορίες που προσπαθούν να εξηγήσουν το πως προέκυψε. Όμως στην περίπτωση του ‘Γιούργια’ υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν προς μια κατεύθυνση πολύ μακριά από ένα Τουρκικό δάνειο. Πιο συγκεκριμένα, ας δούμε δύο λήμματα από την Επιτομή του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669) του Εμμανουήλ Κριαρά:

ουριάζω, (I γουριάζω. — Βλ. και γουριώ.  I. Ενεργ. 1) Θρηνώ, οδύρομαι: (Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. έ 38)· κείνη … ουριάζει, κλαίει, μαδιέται και φωνάζει (Συναξ. γυν. 991). 2) Ορμώ με φωνές, με αλαλαγμούς: ούριαξαν ολόγυρα απάνω εις τον Τόρνον με τα κοντάρια οι πεζοί τα άλογα να σφάζξουν (Χρον. Τόκκων 2349). 3) (Προκ. για ζώο) ουρλιάζω· (για κουρούνα ή κουκουβάγια) κράζω, (για σκύλο) αλυχτώ, (για γαϊδούρι) γκαρίζω: (Μαχ. 66821, 22, 20), (Συναξ. γαδ. 318). II. Μεσ. (με ενεργ. σημασ.) φωνάζω, ουρλιάζω: (Πόλ. Τρωάδ. 5245). [<αρχ. ωρύομαι. Ο τ. στο Meursius (λ. γουργιάζειν) και σήμ. ιδιωμ. Η λ. και άλλοι τ. και σήμ. ιδιωμ.]

και ακόμη

γουριώ. Ουρλιάζω: ωσάν οι λύκοι που γουριούν πότε να βρουν να φάσι (Κορων., Μπούας 21). [<αόρ. του γουριάζω (βλ. ουριάζω (Ι))]

Έχουμε δηλαδή μεσαιωνικό ρήμα ‘ουριάζω’, ‘γουριάζω’ και ‘γουριώ’ καταγεγραμμένο από τις αρχές του 15ου αιώνα αφού τότε γράφτηκε το Χρονικό των Τόκκων. Αυτό σημαίνει ότι το ρήμα ήταν σε χρήση τουλάχιστον από το 14ο . Δεν χρειάζεται νομίζω να υποδείξω ότι στην πράξη μιλάμε για προφορά ‘ουργιάζω’, ‘γουργιάζω’ και ‘γουργιώ’. Άλλωστε γραφόταν και ‘γουργιάζω’(5). Η μία σημασία του ρήματος είναι ίδια με αυτή του αρχαιοελληνικού ‘ωρύομαι’ και η άλλη ταυτόσημη με το νεοελληνικό ρήμα ‘γιουργιάρω’. Το ‘γιουργιάρω’ ήταν σε χρήση στη Ζάκυνθο, όπου αναφέρεται από το Λεωνίδα Ζώη (6), όπως και στα Σφακιά (7). Σημαίνει ορμάω με φωνές.

Δύο ρήματα που έχουν ακριβώς την ίδια σημασία και ουσιαστικά διαφέρουν μόνο κατά ένα ιώτα δεν μπορεί να είναι άσχετα μεταξύ τους. Βέβαια ο Κριαράς ετυμολογεί το μεσαιωνικό ρήμα από το αρχαίο ‘ωρύομαι’ και έχει δίκιο. Όμως η ιστορία δεν τελειώνει εκεί. Το ‘ουριάζω’ απέκτησε στον ύστερο Μεσαίωνα μια παραπάνω σημασία, της επίθεσης, και ένα πρόσθετο αρχικό γάμμα επειδή επηρεάστηκε από την πολεμική κραυγή ‘Γιούργια’. Η κραυγή αυτή ήταν δηλαδή σε χρήση, σε κάποια μορφή, από το 14ο αιώνα τουλάχιστον. Εκείνη την εποχή η δυτική Ελλάδα δεν είχε ακόμη καταληφθεί από τους Οθωμανούς. Τόσο στο Χρονικό των Τόκκων όσο και στα του Μπούα Ανδραγαθήματα, γραμμένα από το Ζακυνθινό Τζάνε Κορωναίο κάπου εκατό χρόνια αργότερα, στις αρχές του 16ου αιώνα, οι λέξεις με Τουρκική προέλευση είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Ειδικά το ‘γιουρούσι’ δεν υπάρχει ούτε στο λεξικό του Κριαρά. Είναι λέξη νεοελληνική και όχι μεσαιωνική. Έτσι, οι, ούτως ή άλλως μικρές, πιθανότητες το ‘Γιούργια’ να προέρχεται από το ‘γιουρούσι’ ή το ‘yürü’ εξανεμίζονται. Τότε όμως ποιά είναι η προέλευση του;

Στην Ελλάδα έχουμε επώνυμα Γιούργιας, Γιούργας, Γιούργος, Γιουργής, Γιουργάκης και πιθανόν άλλα παρόμοια που δεν τα γνωρίζω. Όλοι οι άνθρωποι που τα φέρουν δεν έχουν αναγκαστικά κάποιο πρόγονο που συνήθιζε να κάνει εφόδους.  Έχουν όμως κάποιο πρόγονο που σε νηπιακή ηλικία είχε βαφτιστεί Γεώργιος. Δεν είμαι φιλόλογος, ούτε γλωσσολόγος. Μην περιμένετε να σας πω για φωνητικούς κανόνες, για στένωση του έψιλον, κώφωση του ωμέγα ή ταυτόχρονη συνίζηση. Μπορώ όμως να σας θυμίσω με δύο στίχους, με βορειοελλαδίτικη προφορά, τι παθαίνουν κάποια φωνήεντα, σε ένα πολύ μεγάλο μέρος της Ελληνικής επικράτειας:

‘Άιντι γιούργια, γιούργια, γιούργια,
άιντι κι ου χουρός θέλει τραγούδια.’

Και τις σχέση έχει το όνομα Γεώργιος με τον πόλεμο θα μου πείτε. Απολύτως καμία! Όμως ο Άγιος Γεώργιος ο καβαλάρης, ο Τροπαιοφόρος, ο φονιάς του δράκου, έχει και παραέχει. Γι αυτό και θεωρείται προστάτης του Ελληνικού Στρατού. Κοντολογίς υποστηρίζω ότι η πολεμική κραυγή ‘Γιούργια’ ήταν επίκληση του Αγίου Γεωργίου και πως πήρε αυτή την τελική μορφή επειδή είναι πολύ ευκολότερο και δραστικότερο να φωνάζεις ‘Άι Γιώωωργιεεε’ παρά ‘Άαγιεε Γεώωωργιεε’. Από το ‘Γιώργιε’ στο ‘Γιούργια’, που κραυγάζεται ακόμα καλύτερα, η απόσταση είναι εξίσου ασήμαντη.

Η επίκληση ενός αγίου σαν πολεμική ιαχή δεν ήταν τίποτα παράξενο. Στην δίγλωσση Καινή Διαθήκη του Μάξιμου Καλλιουπολίτη το ‘γουργιάζω’ είναι μετάφραση στα Ελληνικά εκείνης της εποχής του αρχαίου ‘αλαλάζω’ (8). Το ρήμα ‘αλαλάζω’ προέρχεται από την πολεμική κραυγή ‘Αλαλά’ των αρχαίων. Στην Ελληνική Μυθολογία η Αλαλά ήταν κόρη του Πολέμου και της Ύβρεως. Ένα από τα επίθετα του ίδιου του Άρη ήταν αλαλάξιος. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν ήταν οι μόνοι που φρόντισαν να συσχετίσουν, έμμεσα ή άμεσα, την πολεμική τους κραυγή με το θείο. Οι Μουσουλμάνοι, από το Μωάμεθ μέχρι σήμερα, χρησιμοποιούν το ‘Αλλάχ ου ακμπάρ’ (ο Θεός είναι μεγάλος), που λέγεται και ‘τακμπίρ’. Στους τελευταίους αιώνες του Μεσαίωνα – έτσι τουλάχιστον πιστεύεται επειδή συχνά δεν υπάρχουν συγκεκριμένες μαρτυρίες – ήταν πολύ συνηθισμένο οι διάφοροι στρατοί να χρησιμοποιούν σαν πολεμική κραυγή το όνομα του αγίου που θεωρούσαν προστάτη τους. Έτσι οι Γάλλοι χρησιμοποιούσαν τον Άγιο Διονύσιο, οι Ισπανοί τον Άγιο Ιάκωβο, οι Βενετοί τον Άγιο Μάρκο, οι Γενοβέζοι και οι Άγγλοι τον Άγιο Γεώργιο.

Οι Σουηδοί του Μεσαίωνα μάλιστα φαίνεται πως είχαν και αυτοί δημιουργήσει ένα ρήμα από το όνομα του Αγίου Γεωργίου, το οποίο σήμαινε την αναφώνηση πολεμικής κραυγής ακόμη και όταν ο άγιος του οποίου γινόταν επίκληση ήταν διαφορετικός, όπως παρακάτω (9):

‘Munsgoy wart mit schalle
Gegrosiit von den Christen’

Ή σε ελεύθερη μετάφραση, ‘Με την ιαχή Montjoie  Γιούργιαραν οι Χριστιανοί’. Τη λέξη ‘Montjoie’ ακολουθούσαν οι λέξεις ‘Saint Denis’ ή ‘Saint André’ ανάλογα με το ποιοί τη φώναζαν, Γάλλοι ή Βουργουνδοί.

Οι Βυζαντινοί τιμούσαν πληθώρα στρατιωτικών αγίων και ανάμεσα τους ο Άγιος Γεώργιος είχε θέση ξεχωριστή. Η ιδιαίτερα τιμητική θέση του είναι ευδιάκριτη κατά την Υστεροβυζαντινή ή Παλαιολόγεια περίοδο. Η ημέρα μνήμης του αγίου ήταν σημαντική γιορτή και ο αυτοκράτορας απερχόταν στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων (10). Από τους στρατιωτικούς αγίους μόνο η μνήμη του Αγίου Δημητρίου γιορταζόταν ανάλογα. Όμως το 14ο αιώνα από τα έξι ζεύγη Βασιλικών Φλαμούλων, δηλαδή των πολεμικών σημαιών της αυτοκρατορίας, το ένα παρίστανε τον Άγιο Γεώργιο έφιππο (11). Κανένας άλλος στρατιωτικός άγιος εκτός από το Γεώργιο δεν είχε ξεχωριστό Βασιλικό Φλάμουλο. Τέτοια τιμή επιφυλασσόταν μόνο σε αυτόν και στην αρχιστράτηγο, την Παναγία. Στις διάφορες γιορτές τα Βασιλικά Φλάμουλα παρατάσσονταν μπροστά και πίσω τους αυτά των δεσποτών, των αρχόντων και των δημάρχων. Ούτε στις τελετές της στέψης νέου αυτοκράτορα δεν τον ξεχνούσαν: την ώρα που ένας αξιωματούχος έριχνε νομίσματα στο λαό ο αυτοκράτορας μοίραζε χρυσά νομίσματα στους άρχοντες στην αυλή του παλατιού, όπου υπήρχε εικόνισμα του μεγαλομάρτυρα Γεωργίου (12).

Αυτά ίσως δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο της αυξημένης αίγλης του αγίου σε Ανατολή και Δύση από τις Σταυροφορίες και μετά. Σημαντικό ρόλο μπορεί να έπαιξε η στρατηγική συμμαχία των Παλαιολόγων με τη Γένοβα, της οποίας ο Γεώργιος ήταν προστάτης. Μέρος της Κωνσταντινούπολης, το Πέραν, στην απέναντι πλευρά του Κεράτιου, είχε παραχωρηθεί στους Γενοβέζους. Αυτή η παραχώρηση διατηρήθηκε μέχρι την άλωση το 1453 και έτσι για 180 χρόνια στην Πόλη ανέμιζαν δύο κρατικές σημαίες: η μία με το χρυσό σταυρό των Παλαιολόγων, και η άλλη με τον κόκκινο σταυρό της Γένοβας, ο οποίος από κάποιο σημείο και μετά καθιερώθηκε σαν σταυρός του Αγίου Γεωργίου (13).


Η σημαία του Βυζαντινού αυτοκράτορα με βάση Ισπανικό κώδικα του 14ου αιώνα.


Λεπτομέρεια του Καταλανικού Άτλαντα του 1375, όπου στη θέση της Κωνσταντινούπολης εμφανίζονται δύο σημαίες, των Παλαιολόγων και της Γένοβας. Η δεύτερη κυματίζει και στη Θεοδοσία της Κριμαίας.


Ανεξάρτητα από το αν ο Άγιος Γεώργιος είχε γίνει ή όχι εργαλείο στις διεθνείς σχέσεις των Παλαιολόγων δεν μπορούσε παρά να είναι ιδιαίτερα αγαπητός στις τάξεις του στρατού. Ήταν ένας δικός τους άγιος. Ακόμη περισσότερο στο ελαφρύ ιππικό, αφού σαν ελαφρός ιππέας απεικονιζόταν και εξακολουθεί να απεικονίζεται ο Γεώργιος στην Ορθόδοξη εικονογραφία. Στο Μοριά, λίγα χρόνια μετά την άλωση, και ενώ όλα είχαν πια χαθεί, ένα μεγάλο μέρος του ελαφρού ιππικού προτίμησε να καταφύγει στις Βενετικές κτήσεις της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναυπλίου, και να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους εκεί αντί στο Σουλτάνο, ελπίζοντας πάντα πως με χριστιανική βοήθεια από τη Δύση θα μπορούσαν να διωχτούν οι Οθωμανοί. Οι άνθρωποι αυτοί, γνωστοί στους Βενετούς αρχικά σαν stratioti, δηλαδή Στρατιώτες, και αργότερα stradioti, έφεραν μαζί τους τα άλογα και τον οπλισμό τους, και μια ολόκληρη κουλτούρα που βέβαια περιελάμβανε τις πολεμικές τους συνήθειες και τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις.

Λίγο μετά τη λήξη του δεκαεξάχρονου Βενετοτουρκικού πολέμου 1463 – 1479 αρκετοί από αυτούς, απογοητευμένοι από τη συνθήκη ειρήνης και εξαγριωμένοι από τον τρόπο που τους μεταχειρίστηκαν οι Βενετοί, πήραν μέρος σε αντι-Οθωμανική εξέγερση, στην οποία ηγήθηκε ένας από τους καπεταναίους τους, ο Κροκόνδυλος Κλαδάς. Μετά την ήττα της εξέγερσης το 1481 οι αντάρτες κατέφυγαν στα βουνά δημιουργώντας χάος με τις επιδρομές τους εναντίον των Τούρκων και σε ορισμένες περιπτώσεις εναντίων των Βενετών. Με Τουρκική προτροπή οι Βενετοί πρόσφεραν αμνηστία στους αντάρτες και τη δυνατότητα να υπηρετήσουν και πάλι τη Βενετία. Αρκετοί δέχτηκαν την προσφορά – ορισμένοι την είχαν επιδιώξει – ενώ άλλοι συνέχισαν τις επιδρομές (14). Ήταν οι πρώτοι Κλέφτες του Μοριά.

Όσοι επανεντάχτηκαν στις Βενετικές δυνάμεις αντιμετώπισαν καχυποψία, μάλλον δικαιολογημένη, και κατηγορίες για συνεργασία με τους συγγενείς τους που είχαν παραμείνει στα βουνά. Οι stratioti γενικότερα θεωρήθηκαν απειλή για την ειρήνη με το Σουλτάνο και επιδιώχθηκε η ελάττωση του αριθμού τους στο Μοριά. Έτσι πολλοί στάλθηκαν στην Ιταλία να πολεμήσουν και στην νεοαποκτημένη Ζάκυνθο σαν άποικοι και φρουροί.

Στη Βενετία εκείνη την εποχή οι Έλληνες ήταν πολλοί και ένα μεγάλο μέρος τους ήταν stratioti. Η εκκλησία που έχτισαν λέγεται ακόμα Άγιος Γεώργιος των Ελλήνων. Ο Θεόδωρος Παλαιολόγος, καπετάνιος των Στρατιωτών από τη Ζάκυνθο, ήταν μέλος της επιτροπής που φρόντισε για την οικοδόμηση της (15). Θάφτηκε εκεί έξι χρόνια αργότερα. Ο Μερκούριος Μπούας, ο διασημότερος από τους Στρατιώτες, απαθανατίστηκε σε πίνακα του Lorenzo Lotto όπου στο βάθος απεικονίζεται ο Άι Γιώργης να σκοτώνει το δράκοντα. Είναι γενικά παραδεκτό πως ο Γεώργιος ήταν ο προστάτης τους.


Λεπτομέρεια του πίνακα του Lotto με το Μερκούριο Μπούα. Ο Αι Γιώργης σκοτώνει το δράκοντα.

 Απτή απόδειξη των όσων υποστηρίζω είναι ότι οι Στρατιώτες πραγματικά κραύγαζαν το όνομα του αγίου στη μάχη. Όπως μας μεταφέρει ο σύγχρονος τους Marino Sanudo, το καλοκαίρι του 1495, σε μάχη εναντίον των Γάλλων κοντά στη Νοβάρα, οι stratioti φώναζαν τα ονόματα του Αγίου Μάρκου και του Αγίου Γεωργίου (16). Φυσικά ο Άγιος Μάρκος ήταν ο προστάτης της Βενετίας και για τα συμφέροντα της Βενετίας πολεμούσαν. Ο Άγιος Γεώργιος όμως δεν έχει καμία σχέση με τη Βενετία, ήταν ο δικός τους άγιος, η δική τους πολεμική ιαχή.

Δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να φωνάζουν, όπως σε κάθε μάχη, την πολεμική κραυγή των παππούδων τους που υπηρέτησαν τους Παλαιολόγους – κυριολεκτώ εδώ αφού το επάγγελμα του ελαφρού ιππέα, του Στρατιώτη, ήταν σε μεγάλο βαθμό οικογενειακή κληρονομιά. Την ίδια ιαχή φώναζαν τα ξαδέλφια τους, οι Κλέφτες, όταν επέδραμαν από τα βουνά της Ελλάδας. Η ίδια τρομερή ιαχή μεταφέρθηκε, πάλι από Στρατιώτες, σε μέρη που δεν είχε εξουσιάσει το Βυζάντιο στους τελευταίους αιώνες της ύπαρξης του, όπως η Κεφαλονιά, Κρήτη και η Κύπρος. Ρίζωσε και εκεί, μέσα από τις μάχες εναντίον των πειρατών και των Τούρκων. Διατηρήθηκε όσο υπήρχαν Στρατιώτες στα νησιά και Κλέφτες στα βουνά, όσο τα τσούρμα ήταν έτοιμα για ρεσάλτο – όσο χρειαζόταν.

-------------------------------------------------------------------------   
1)  Maxime Raybaud, Mémoires sur la Grèce pour servir a l’Histoire de la guerre de l’indépendance, Παρίσι 1824, τ. Α΄, σ. 466. Η μετάφραση στα Ελληνικά του παρατιθέμενου εδώ αρχικού κειμένου είναι δική μου.

Les Grecs ont un cri particulier lorsqu’ils approchent de l’ennemi: c’est une sorte d’ululement guttural; mais ce cri prend un autre caractère lorsqu’ils lèvent le poignard ou l’atagan sur une victime. Il est tel alors qu’on ne pourrait en rendre l’expression: l’ironie amère de la victoire, la colère de la vengeance, la joie inhumaine du sang, sont à la fois exprimées dans ce cri, qu’accompagne ordinairement un rire sardonique et féroce non moins épouvantable. Ce cri de l’homme-tigre, de l’homme dévorant l’homme, est affreux à l’oreille et m’a toujours fait éprouver la plus pénible sensation.

2)  Αρτέμιος Ν. Μίχος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826), Αθήνα 1883, σ. 52.
3)  ‘Ω ντέρα! Ω μπούρα! Μπιτάα!’, Μίχος, σ. 87.
4)  Μίχος, σ. 84.
5)  ‘χωρίς καμιάν ευλάβειαν φωνάζει και γουργιάζει’, Johannes Meursius, Glossarium Graeco-barbarum, Λέιντεν 1614, σ. 110.
6)  Λεξικόν, τ. Β΄, Αθήνα 1963, λήμμα γιούργια.
7)  ‘Μα αλλάσθ’ απάνω μπρε παιδιά στους Τούρκους να γιουργιάρω, Διατί δεν βγαίνω ’γω ’π’ εδά όξω και ν’ απεθάνω.Arnoldus Passow, Τραγούδια Ρωμαίικα, Popularia Carmina, Graeciae Recentioris, Λειψία 1860, σ. 181.
8)  ‘Και έρχεται εις τον οίκον του αρχισυναγώγου, και θεωρεί θόρυβον, κλαίοντας, και αλαλάζοντας πολλά. / Και έρχεται εις το σπίτι του αρχισυναγώγου· και βλέπει σύγχυσιν, και τους ανθρώπους όπου έκλαιγαν και εγούργιαζαν πολλά.’  Μάξιμος Καλλιουπολίτης, Η Καινή Διαθήκη Του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού, Γενεύη 1638, κατά Μάρκον ε΄38.
9)  Johan Ihre, Glossarium Suiogothicum, τ. 2ος, Ουψάλα 1769, σ. 318.
10)  Γεώργιος Κωδινός (ψευδο-Κωδινός), Georgius Codinus Curopalata, De officiis magnae ecclesiae, et aulae Constantinopolitanae, έκδοση Sébastien Cramoisy, Παρίσι 1625, σ. 81.
11)  Κωδινός, σ. 46.
12)  Κωδινός, σ. 100.
13)  Στα μέσα του 14ου αιώνα ένα ανώνυμο χειρόγραφο, γνωστό σαν Libro del Conosçimiento de todos los rregnos, περιέγραψε τη σημαία του Βυζαντινού αυτοκράτορα, η οποία ήταν χωρισμένη στα τέσσερα. Δύο από τα τερταρτημόρια περιείχαν το σταυρό των Παλαιολόγων και δύο του Αγίου Γεωργίου, όπως στην εικόνα που παραθέτουμε, τμήμα της εικόνας 17, από το βιβλίο Book of Knowledge of All Kingdoms, μετάφραση στα Αγγλικά του Sir Clements Markham, Λονδίνο 1912. Το κατά πόσο η περιγραφή του ανώνυμου Ισπανού είναι ακριβής μου είναι άγνωστο. Πάντως στον περίπου σύγχρονο του Καταλανικό Άτλαντα του έτους 1375 στην Κωνσταντινούπολη κυματίζουν δύο σημαίες, των Παλαιολόγων και της Γένοβας. Η σημαία της Γένοβας περιείχε τον κόκκινο σταυρό σε λευκό ή αργυρό φόντο. Στον Καταλανικό Άτλαντα, που βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας, το αργυρό χρώμα έχει σκουρύνει με τον καιρό.
14)  Diana Gilliland Wright, Bartolomeo Minio: Venetian Administration in 15th-Century Nauplion, EJOS III, No 5, ch. 4, σσ 139 – 169.
15)  Μαριάννα Κολυβά, Θεόδωρος Παλαιολόγος, αρχηγός μισθοφόρων «στρατιωτών» και διερμηνέας στην υπηρεσία της Βενετίας (1452 c.-1532), Θησαυρίσματα  10 (1973), σ. 160.

 16)  ‘... ed andavano cridando: Marco! Marco! San Zorzi! San Zorzi!’, Marino Sanuto, La Spedizione di Carlo VIII in Italia, Βενετία 1883, σ. 509.

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Η κρυφή Χώρα του Γιαλού



Εντελώς παράδοξα, κοντά στις διασταυρώσεις δρόμων της Ζακυνθινής υπαίθρου βλέπει κανείς πινακίδες με βέλη και χιλιομετρικές αποστάσεις που κατευθύνουν στη ... Ζάκυνθο. Λες και εκείνη τη στιγμή βρίσκεται στην Κεφαλονιά! Διαβάζοντας τουριστικούς οδηγούς της Ζακύνθου, ή ιστοσελίδες που διαφημίζουν τουριστικά καταλύματα στο νησί, θα βρει σίγουρα τις φράσεις ‘Η πόλη της Ζακύνθου είναι ...’ ή ‘Η ομώνυμη πόλη βρίσκεται ...’ και άλλα παρόμοια. Αν δε το κείμενο είναι ξενόγλωσσο αναφέρεται οπωσδήποτε σε ‘Ζάντε τάουν’, σε ‘Τσιτά ντι Τζάντε’, τώρα τελευταία και σε ‘Ζάντεγκραντ’.  Στις εγκυκλοπαίδειες τα ίδια. Η εντύπωση που αποκομίζει ο αναγνώστης είναι πως η μοναδική πόλη του νησιού, στριμωγμένη ανάμεσα στο λόφο του Κάστρου και τη θάλασσα, λέγεται Ζάκυνθος.

Το παράξενο είναι πως αν ο αναγνώστης αποφασίσει και με το καλό γίνει επισκέπτης δεν θα ακούσει κανένα Ζακυνθινό να τη λέει έτσι. Αν μάλιστα χαθεί, οδηγώντας σε ένα από τα σαράντα περίπου χωριά, και ζητήσει οδηγίες από κάποιο ντόπιο για το πως θα πάει στη Ζάκυνθο, θα αντιμετωπίσει ένα παραξενεμένο βλέμμα και την ερώτηση: Στην πόλη πηγαίνετε; Αυτή την ερώτηση βέβαια την κάνει ο Ζακυνθινός για να μπορέσουν να συνεννοηθούν και όχι επειδή ο ίδιος συνηθίζει να αποκαλεί την πρωτεύουσα του νησιού απλώς Πόλη. Η μόνη πόλη που για αιώνες οι Ζακυνθινοί αποκαλούν Πόλη είναι η Κωνσταντινούπολη. Το παραδοσιακό νανούρισμα ‘Κοιμήσου και παράγγειλα στην Πόλη τα προικιά σου’ σε αυτήν αναφέρεται, σε όποια μεριά της Ελλάδας κι αν το ακούσεις, και στη Ζάκυνθο δεν υπάρχει περιθώριο παρεξήγησης.

Μα τότε, μπορεί να ρωτήσει κανείς, πως λέτε εσείς οι Ζακυνθινοί την πόλη σας; Λοιπόν, ακόμα και ένας κάτοικος του Μπελουσιού, που θέλει να πουλήσει τα περίφημα Μπελουσιώτικα κρεμμύδια του σαν κρεμμύδια ... Κυψέλης (1) – λες και φυτρώσανε σε παρτέρι της Φωκίωνος Νέγρη – θα σου πει: Πάω να τα πουλήσω στη Χώρα. Και ο Ροϊδίτης, που περνιέται τις τελευταίες δεκαετίες για κάτοικος Αμπελοκήπων, Χώρα τη λέει.

Μυστηριωδώς, οι ίδιοι άνθρωποι, μόλις πιάσουνε στο χέρι τους χαρτί και μολύβι, ή αγγίξουνε πληκτρολόγιο, γράφουνε ‘Πόλη Ζακύνθου’, ποτέ Χώρα. Πήγανε βλέπετε σχολείο, είναι μορφωμένοι. Το να γράψεις Χώρα είναι αμορφωσιά! Δεν θα βρεις επίσημο έγγραφο πουθενά να γράφει Χώρα. Μα είσαι αγράμματος και άξεστος πληβείος αν γράψεις Χώρα; Αφού και οι ντόπιοι διανοούμενοι Χώρα λένε την πόλη τους. Τη λένε μόνο, δεν τη γράφουνε – εδώ και πολύ καιρό, τουλάχιστον από τότε που αποφασίσαμε να ενωθούμε με το νεόκοπο Βασίλειον της Ελλάδος. Τότε αποφασίσαμε, δηλαδή αποφάσισαν οι πολιτικοί και πολιτιστικοί μας ταγοί, πως είμαστε Ζακύνθιοι και όχι Ζακυνθινοί, πολύ μάλιστα περισσότερο δεν είμαστε Χωραΐτες. Δεν τους κατηγορώ, αυτή ήταν η τάση στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Τώρα όμως; Τι θέση έχουν σήμερα οι πνευματικοί άνθρωποι του νησιού;

Πολλούς μάλλον δεν τους απασχολεί το ζήτημα. Ίσως να έχουν δίκιο. Ίσως διυλίζω τον κώνωπα, ίσως το να ζητάω να έχει η πόλη μου το πραγματικό της όνομα είναι ψείρισμα. Άλλοι, είμαι σίγουρος, θα αντιτάξουν το επιχείρημα ότι το ιστορικό όνομα της σημερινής πόλης είναι Αιγιαλός ενώ Χώρα ήταν η καστροπολιτεία πάνω στο λόφο. Αυτό είναι επιχείρημα που αξίζει μια απάντηση.
Πρώτα να ξεκαθαρίσουμε ότι το όνομα Αιγιαλός δεν το χρησιμοποιούσε κανείς εκτός από μερικούς νοτάριους, που έκαναν επίδειξη γνώσης αρχαίων Ελληνικών – πολύ περιορισμένη μεν αλλά αρκετή για να εντυπωσιάσουν τους αγράμματους πελάτες τους δε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Ιωάννης Φραντζής, ο οποίος έγραψε (2):

‘Εν Χρ.ού ονόματι 1622 μηνί δικαιβρίου (14) εις τον ενγηαλό της πόλεως και νήσου εις την κατηκία ήπερ κατικεί την σήμερο ...’
(το μονοτονικό είναι δικό μου, κατά τα άλλα η ορθογραφία έχει διατηρηθεί).

Ο κόσμος δεν χρησιμοποιούσε ούτε το Αιγιαλός ούτε, βέβαια, το Αινγιαλός. Έλεγε απλούστατα Γιαλός. Ακριβώς όπως η παραλία ανάμεσα στα Ξύγκια και στον Άγιο Νικόλα, η οποία λέγεται Μακρύς Γιαλός και όχι Μακρύς Αιγιαλός. Καλός και χρυσός ο Λεωνίδας Ζώης, πραγματικά πολύτιμο το έργο του, αλλά δεν χρειάζεται να αντιγράφουμε μέχρι και την καθαρεύουσα του (3). Εκτός πια και αν πρωτεύουσα της Ελλάδας είναι αι Αθήναι και όχι η Αθήνα. Όπως και να θεώρησε σωστό να το διατυπώσει ο Ζώης, δεν μιλούσαν όλα τα έγγραφα για Αιγιαλό. Σαν παράδειγμα φέρνω περιγραφές των σεισμών του 1513 και 1521 (4):

‘Και τα οσπίτια όλα της χόρας του γιάλου ...’

‘Και έγινεν και μεγάλος αφανισμός εις τα οσπίτηα του καστρού. Και του γιαλλου ...’

Είναι φανερό από τα παραδείγματα πως η σημερινή πόλη ήταν ο Γιαλός, ο Γιαλός της Χώρας, όπου Χώρα ήταν το Κάστρο, αλλά ήταν και η Χώρα του Γιαλού. Η Χώρα όλων των Ζακυνθινών, αφού εκεί επικεντρωνόταν όλη σχεδόν η οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα. Το διοικητικό και αμυντικό κέντρο, η Χώρα του Κάστρου, απωθούσε τους πολλούς αφού το μόνο που μπορούσες να βρεις εκεί ήταν η άδικη ‘δικαιοσύνη’ των Βενετσιάνων και των ντόπιων αρχόντων. Όταν ένας Γαλαριώτης ή ένας Κεριώτης έλεγε ‘Πάω στη Χώρα’, στη Χώρα του Γιαλού εννοούσε. Το ίδιο εννούν και τώρα οι Γαλαριώτες και οι Κεριώτες όταν μιλάνε για Χώρα. Το ίδιο εννοώ και εγώ όταν λέω πως είμαι από τη Χώρα. Η πόλη που γεννήθηκα έχει όνομα εδώ και πάνω από πεντακόσια χρόνια, έστω και αν δεν μου το διδάξανε ποτέ στο σχολείο. Είναι όνομα αληθινό, είναι ιστορικό, είναι όμορφο, είναι ποιητικό, είναι Ζακυνθινό. Γι αυτό έχω το δικαίωμα, έστω και μόνος μου, να φωνάζω: Δώστε μου πίσω τη Χώρα μου!

------------------------------------------------------------------------------ 
1)  Επειδή μπορεί να προσβληθούν μερικοί από τους 532 Μπελουσιώτες να τους πω προκαταβολικά πως πραγματική προσβολή είναι η ανοχή στις ανόητες, ρατσιστικές και ανιστόρητες μετονομασίες προς δήθεν ‘εξευγενισμό’ ή βεραμέντε ‘εξελληνισμό’.

2)  Λεωνίδας Ζώης, Ο Άγιος Διονύσιος Προστάτης Ζακύνθου, εν Ζακύνθω 1895, σ. 39.

3)  Ο Λεωνίδας Ζώης στο Λεξικόν του, στο λήμμα Αιγιαλός γράφει: Ούτως απαντά εν αρχαίοις εγγράφοις η νυν πόλις της Ζακ. της κυρίως πόλεως κειμένης εν τω φρουρίω.

4)  Μ.Ι. Μανούσακας, Ανέκδοτα χρονικά σημειώματα και έγγραφα (1506-1521) του νοταρίου Ζακύνθου Θεοδώρου Ραφτόπουλου, Πρακτικά Γ’ Πανιονίου Συνεδρίου, τ. Α΄, εν Αθήναις 1967.

Σάββατο 15 Αυγούστου 2015

Η Ζακυνθινή Κυρά της Αδριατικής


Ίσως να τις πήγανε ναυτικοί του παλιού καιρού, Έλληνες ή Σκλαβούνοι, που προστάτευε η Παναγία του Σκοπού. Ίσως ήταν Βενετσιάνοι που είχαν προηγουμένως υπηρετήσει τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία στη Ζάκυνθο και αργότερα υπηρέτησαν στη Δαλματία. Μπορεί να ήταν Μαρκουλίνοι της φρουράς της Ζακύνθου, που στους τελευταίους αιώνες της Βενετοκρατίας ήταν συχνά Σκλαβούνοι, επιστρέφοντας στον τόπο τους. Ή και Στρατιώτες Ζακυνθινοί, που ξέρουμε πως βάλανε φραγμό στις Τουρκικές επιθέσεις εναντίον των Βενετικών κτήσεων στη Δαλματία – ένα μάλιστα από τα νησιά της Κροατίας ονομαζόταν παλιότερα Stradiotti και μπορείτε να δείτε παρακάτω ένα σχεδιάγραμμα των οχυρώσεων του από τον Vincenzo Coronelli το 1688.


Μπορεί πάλι να είναι αληθινές όλες οι παραπάνω υποθέσεις ταυτόχρονα. Όπως και να ’χει το πράγμα, εικόνες με την επιγραφή Σκοπιώτισσα, ή τύπου Σκοπιώτισσας, δεν είναι σπάνιες από τη Ζάκυνθο μέχρι τη Βενετία και ακόμα πιο πέρα.



Περισσότερες πληροφορίες για τις εικόνες αυτές στην Κροατία και στην Ιταλία μπορείτε να βρείτε στις διευθύνσεις:
Στον Ίσκιο του π. Π. Καποδίστρια μπορείτε να διαβάσετε για αυτήν της Λευκάδας αλλά και γι αυτήν της ... Γερμανίας:
Το μοναστήρι της Σκοπιώτισσας λοιπόν, ένα τόπο με τέτοια διαχρονική ακτινοβολία, με τόσων αιώνων ιστορία, μια εκκλησία με μοναδική αρχιτεκτονική, σε τόσο περίοπτη θέση και ένα από τα παλιότερα αξιοθέατα του νησιού, λίγο έλλειψε να καεί αυτό το καλοκαίρι. Στην κυριολεξία οι φλόγες έγλειψαν τα μουράγια. Τι να πει κανείς; Μιας και είναι Δεκαπενταύγουστος ας πούμε μόνο Χρόνια Πολλά.


Σάββατο 20 Ιουνίου 2015

Καλοκαιρινά καμώματα πιστών φίλων

Βρετανικό πλοίο έξω από τη Ζάκυνθο το 1682

Είναι γνωστό ότι από το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα, όταν απογειώθηκε το εμπόριο της σταφίδας, και για αιώνες μετά, υπήρχε στη Ζάκυνθο μια μικρή αλλά οικονομικά εύρωστη παροικία Ευρωπαίων εμπόρων, κυρίως Άγγλων. Αρκετοί από αυτούς έμειναν για πάντα στο νησί, είτε επειδή δημιούργησαν ισχυρούς δεσμούς στη νέα τους πατρίδα, όπως ο ιδρυτής του Αγγλικού νεκροταφείου πρόξενος Sir Clement Harby (1), είτε επειδή κόπηκε πρόωρα το νήμα της ζωής τους, όπως ο θείος και προκάτοχος του Sir Clement, που έπεσε θύμα δολοφονίας.

Οι άνθρωποι αυτοί δεν έφερναν στο νησί τις οικογένειες τους, αν είχαν βέβαια. Η Ζάκυνθος δεν θεωρούνταν εκείνη την εποχή μέρος κατάλληλο για καθωσπρέπει Ευρωπαίες κυρίες και ανήλικα, αν και υπήρχαν κάποιες Αγγλίδες, άλλης πάστας, που εξασκούσαν στο Γιαλό ένα αρχαιότατο επάγγελμα. Μπορεί βέβαια οι Άγγλοι έμποροι να αναγκάζονταν να αποχωριστούν τις συμβίες τους – ορισμένοι πιθανόν χωρίς μεγάλο δισταγμό – δεν δέχονταν όμως επ’ ουδενί να αποχωριστούν και εκείνους τους συντρόφους με τους οποίους είχαν αμοιβαία δεθεί με ανώμοτη πίστη. Έτσι έφερναν συχνά μαζί τους τα σκυλιά τους.  

Είναι εύκολο να φανταστεί κανείς πως η προσαρμογή των τετράποδων ακούσιων μεταναστών στο νέο τους περιβάλλον δεν ήταν πάντα εύκολη ή άμοιρη προβλημάτων. Πολλές ράτσες σκυλιών έχουν αξιοθαύμαστη αντοχή στο ψύχος, ακόμα και στο αρκτικό. Προσωπικά έχω πολλές φορές παρατηρήσει με το στόμα ανοιχτό σκυλιά να μένουν για ώρα πολλή μέσα σε παγωμένα ποτάμια, όπου η κινούμενη μάζα του νερού θα απομυζούσε και το τελευταίο ίχνος ζωής από ανθρώπινους ιστούς μέσα σε ελάχιστα λεπτά.

Σκύλος σε ποταμάκι, νοτιοδυτική Αγγλία

Δεν τα καταφέρνουν όμως εξίσου καλά με τη ζέστη. Όσο μάλιστα καλύτερα προφυλαγμένο από το κρύο είναι ένα σκυλί τόσο περισσότερο θα υποφέρει από τη ζέστη. Ζώα που ήταν το αποτέλεσμα φυσικής επιλογής χιλιετηρίδων στη Βρετανία είναι αναμενόμενο πως θα είχαν πρόβλημα εγκλιματισμού στο ζεστό Ελληνικό καλοκαίρι.

Μια σχετική πληροφορία μας έχει αφήσει ένας Άγγλος πειρατής που την εποχή του Ρεμπελιού έδρασε για καιρό στο τρίγωνο Ζακύνθου, Κεφαλονιάς και Πάτρας – το τρίγωνο της σταφίδας το λέω εγώ – και του οποίου τα πληρώματα – αποτελούμενα από Άγγλους, Φλαμανδούς, Γάλλους, Έλληνες και Ιταλούς – δημιούργησαν ουκ ολίγα έκτροπα σε ξηρά και θάλασσα. Επειδή η λέξη πειρατής είναι ενδεχόμενο να σας δημιουργήσει λανθασμένη εντύπωση για το άτομο αυτό, και συνεπώς για τα λεγόμενα του, πρέπει να πω ότι ο αριστοκρατικής καταγωγής Sir Kenelm Digby (2) ήταν πειρατής μόνο κατά περιόδους. Είναι περισσότερο γνωστός σαν αυλικός, διπλωμάτης, φιλόσοφος και συγγραφέας, ο οποίος ασχολήθηκε με τη φύση, τη θεολογία, την αστρολογία, την αλχημεία, τη μαγεία, ακόμη και τη ... μαγειρική! Στη διάρκεια της περιπετειώδους ζωής του (1603 – 1665) κέρδισε, έχασε και ξανακέρδισε περιουσίες, ενώ είναι ενδιαφέρον – για όσους από μας αγαπάνε το καλό κρασί – πως ήταν κάτοχος της ευρεσιτεχνίας για την κατασκευή πράσινων και καφέ μπουκαλιών.

Έγραψε λοιπόν ο Sir Kenelm (3):

΄Όπως μου είπαν οι έμποροι στα νησιά της Ζακύνθου και της Κεφαλονιάς (όταν ήμουν εκεί) τα Αγγλικά σκυλιά είχαν τη συνήθεια (επειδή ήταν προσαρμοσμένα σε ψυχρότερο κλίμα) να τρέχουν στη θάλασσα μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού και να κείτονται εκεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, με τις μουσούδες τους μόνο έξω από το νερό για να αναπνέουν, και κοιμόντουσαν εκεί, με τα κεφάλια τους πάνω σε κάποια πέτρα για να τα ανασηκώνει και τα σώματα τους βουτηγμένα στη θάλασσα. Όσα σκυλιά δεν το έκαναν αυτό ψοφούσαν συνήθως από τη ζέστη και τους ψύλλους κατά το πρώτο τους καλοκαίρι εκεί.

Καλό σας καλοκαίρι και μην ξεχνάτε σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς: μια παλιογαβάθα με λίγο νερό για τα περαστικά και αδέσποτα ζώα δεν κοστίζει τίποτα. Είναι όμως δείγμα ανθρωπιάς.

-------------------------------------------------------------------- 

3)  Sir Kenelm Digby, Two treatises: in the one of which, the nature of bodies; in the other, the nature of mans soule, is looked into: in way of discovery of the immortality of reasonable soules, Λονδίνο 1645, σελ. 381.

Σάββατο 2 Μαΐου 2015

Οι νεράιδες του Γαβρίλη


Αν και είμαι γέννημα-θρέμμα Χωραΐτης, παιδί της Φανερωμένης και του Άμμου, ένα μεγάλο μέρος της προσχολικής μου ηλικίας το πέρασα στο χωριό του πατέρα μου, το Σκουληκάδο. Εκεί ήταν δάσκαλοι ο πατέρας μου και η μάνα μου – στο παλιό διθέσιο Δημοτικό Σχολείο, χαμηλά, κάτω από το κυρίως χωριό, σε μια τοποθεσία που λέγεται Μερτούλα. Πίσω ακριβώς από το σχολείο ήταν πριν τους σεισμούς το πατρογονικό μας σπίτι, ένα μεγάλο διώροφο, που το μοιράζονταν οι προηγούμενες γενιές της οικογένειας με άλλους συγγενείς. Από αυτό το σπίτι εγώ γνώρισα μόνο την εξωτερική σκάλα, αυτή μοναχά στεκόταν ακόμα. Στο κεφαλόσκαλο της με είχε ‘τρουποκεφαλιάσει’ άθελα του με μια πέτρα, ακριβώς πάνω από το μάτι, ένας ξάδερφος μου.

Μέναμε καμιά δεκαπενταριά μέτρα από τα ερείπια, σε ένα φτωχικό σπιτάκι χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα – άλλωστε στη δεκαετία του ’60 δεν υπήρχε τέτοιο πράγμα στα χωριά – και πηγαίναμε στη Χώρα κάθε Σάββατο, μετά το σχόλασμα. Το σπιτάκι είχε ένα μακρόστενο κήπο, κάπου ενενήντα μέτρα μήκος, και στην άλλη άκρη, ανάμεσα σε βάτα και καλάμια, έτρεχε ένα ρυάκι – εποχικό ρέμα που στέρευε το καλοκαίρι, αφήνοντας ίσως κάποια λασπόνερα στα βαθύτερα και σκιερότερα σημεία. Εκεί, κοντά σε μια συστάδα κυπαρισσιών που δεν υπάρχει πια, έπαιζα συχνά παρατηρώντας τους γυρίνους, τους σκαντζόχοιρους και όποια άλλα ζωντανά έφερνε η έλξη του νερού και της άγριας βλάστησης.

Το γνώριζα απλά σαν ‘ποτάμι’, κατά τη συνήθεια που έχουνε οι Ζακυνθινοί να λένε ποτάμι κάθε  νεροσυρμή, ρυάκι ή χείμαρρο μεγαλύτερο από τράφο. Κι όμως έχει όνομα, κατά πως πρέπει σε ένα ποτάμι, όπως έμαθα σχετικά πρόσφατα από τον πατέρα μου – το λένε Γαβρίλη. Και σαν ποτάμι φιλοδοξεί να φτάσει στη θάλασσα. Φαίνεται να ξεκινάει λοιπόν από τα υψώματα του Δράκα και προσπερνώντας το Σκουληκάδο στρίβει βόρεια, κατά το Κούκεσι. Ανοίγω παρένθεση για να ζητήσω συγγνώμη επειδή στο χάρτη του Google το κακόμοιρο το Κούκεσι αναφέρεται με το φασιστικής έμπνευσης και επιβολής ‘Καλλιθέα’ – άλλη μία από τις πολλές πομπές της σημερινής Ζακύνθου, αφού, ξεκάρφωτο και ξένο, παραμένει ακόμα και σήμερα το επίσημο όνομα του χωριού.  Κοντά στο Κούκεσι ο Γαβρίλης, μεταμφιεσμένος πια σε χαντάκι, χύνεται, ή μεταμορφώνεται σιγά-σιγά, στο ποτάμι των Αλυκών και, περνώντας κάτω από το γεφύρι που είναι γνωστό σαν Πεντακάμαρο, φτάνει στη θάλασσα.

Αλυκές, Πεντακάμαρο, Charles Wyllie, 1892


Στην απέναντι όχθη του δεν πέρναγα ποτέ, ακόμα και όταν το νερό ήταν λιγοστό, γιατί μου ήταν σύνορο απαγορευμένο. Από την άλλη μεριά ήταν ‘του Πασπαλά’, στην παιδική μου φαντασία κάτι σαν χώρα ξένη, μυστηριώδης και τρομαχτική. Τα σκοτεινά βράδια, πριν με πάρει ο ύπνος στο δωμάτιο που φωτιζότανε αμυδρά από το καντήλι μπρος στο εικόνισμα, αφουγκραζόμουνα το αλύχτισμα των σκυλιών από κείθενες, από του Πασπαλά, και με έσφιγγε ο φόβος.  Ίσως να μην έφταιγε μόνο η ηλικία μου, μπορεί να έφταιγε και ο Γαβρίλης, γιατί, παρόλο που δεν το ήξερα τότε, ήταν στοιχειωμένος. Όχι από πνεύματα πονηρά, σαν αυτά του Βροντόνερου, αλλά από αρχαίες νύμφες των νερών που στα νεότερα χρόνια τις λέμε νεράιδες. Μόνο που λίγοι τις βλέπουνε ή τις ακούνε, και γίνονται όλο και πιο σπάνιοι από γενιά σε γενιά – οι αλαφροΐσκιωτοι είναι είδος ανθρώπου υπό εξαφάνιση.

Τέτοια αλαφροΐσκιωτη ήταν η Κατερίνα, η προνόνα μου.  Ήταν νύφη από την αντίπερα όχθη του Γαβρίλη, από το Πασπαλαίικο. Όταν έμενε ο πατέρας μου στο χωριό, μικρό παιδί κι αυτός λίγο πριν τον πόλεμο, η νόνα του η Κατερίνα αφουγκραζότανε τα βράδια τις νεράιδες που είχανε στήσει χορό στο ποτάμι με πίπιζες και ταμπούρλα, τα γνωστά στο Τζάντε ταμπουρλονιάκαρα. ‘Τσι ακούς Πίπη μου; Τσι ακούς;’ ρώταγε το μικρό Σπύρο. Άνοιγε πολλές φορές το παράθυρο και τους έπιανε την κουβέντα. Μη σας περάσει από το μυαλό πως έπασχε από γεροντική άνοια, πως τα ’χε χαϊμένα. Δεν είχε πατήσει ακόμα τα εξήντα. Ούτε για μουρλή την είχανε στο χωριό. Το αντίθετο μάλιστα, τα πιστεύανε αυτά που έλεγε για τους νεραϊδοχορούς. Ο προνόνος μου ο Στάθης, άνθρωπος σοβαρός με πελώρια μουστάκια, τη σιγοντάριζε κιόλας. Είχε δει με τα μάτια του ένα βράδυ, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, ένα μεγάλο μαύρο σκύλο, που έσερνε μια μακριά αλυσίδα, να πηδάει από πάνω από μια μεγάλη συκιά και να χάνεται στο Γαβρίλη. Έτσι αφήνανε τις νεράιδες ήσυχες και ζήσανε αυτές καλά και μείς καλύτερα, αν εξαιρέσουμε τους πολέμους και τους σεισμούς.

Ποιός όμως κουβεντιάζει τώρα πια με τις νεράιδες; Ποιός αφουγκράζεται τις Άρπυιες των Στροφάδων, τις Νηρηίδες του γιαλού, την τοξότρια πατρώα θεά στους λόγγους του Σκοπού και του Βραχιώνα; Χωρίς αλαφροΐσκιωτους, να μας θυμίζουνε πως τα στοιχεία είναι στοιχειά, τι απόγινε το δέος μπροστά στις πηγές της ζωής; Τίποτα πια δεν αποθαρρύνει τους άνομους και τους βέβηλους με το μαζούτ, τις μπουλντόζες, τα μπάζα, τα σκουπίδια, τα φαρμάκια, τις καραμπίνες. Οι νεράιδες, ονειρεμένες πρέσβειρες της ομορφιάς της ζωής, δεν ανέχονται ούτε το θανατικό ούτε την ασχήμια. Παίρνουνε των ομματιών τους και φεύγουνε. Πόσες φορές έχουμε διαβάσει στις πλαγιές, γραμμένο με στάχτη και μπούρμπερη, ‘Οι νεράιδες δεν μένουν πια εδώ’;


Λένε πως οι νεράιδες παίρνουν των ανθρώπων τη μιλιά. Συκοφαντίες! Δεν την παίρνουνε από κανένα γνωστικό που τις αφήνει στους χορούς τους. Τη φωνή τους οι γνωστικοί τη χάνουνε από τους κερδοθήρες, τους λαθροθήρες και τους ψηφοθήρες ακόμα – και είναι και η μουγγαμάρα των γνωστικών, όλων αυτών που δεν τα βάνουν με τη φύση, που αποδιώχνει τα ξωτικά. Καιρός να ξεμουγγαθούμε γιατί μιας και φύγουνε δύσκολα ξανάρχονται.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Ενθύμια σκοτεινιάς


Η Ζάκυνθος κάτω από τη φασιστική μπότα. Ιταλός σε χαρακτηριστική πόζα στον προμαχώνα Grimani του κάστρου.

Πριν από κάμποσο καιρό ο Φίλιππος Συνετός με ρώτησε αν είχα καμιά φωτογραφία από την κατοχική Ζάκυνθο. Δεν είχα, εκτός από μία, την οποία είχα αναρτήσει παλιότερα στο ιστολόγιο: μια ομάδα Ιταλών αξιωματικών της ορεινής μεραρχίας Acqui, στην πάλαι ποτέ Πλατεία Βεσαλίου, μπροστά στην Παναγία των Χαρίτων. Ήταν η μοναδική γνωστή, την είχε αναρτήσει και ο αγαπητός Ανδρέας Στάβερης από όσο θυμάμαι.  


Πλατεία Βεσαλίου, στη μαύρη κατοχική λιακάδα.

Σκάλισα λοιπόν και ξέχωσα μερικές, όπως αυτή στο Κάστρο, από όπου διακρίνεται, και διορθώστε με αν κάνω λάθος, το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου των Ξένων. Η επόμενη φωτογραφία δεν είναι από τη Ζάκυνθο μάλλον αλλά από τις ακτές της Κεφαλονιάς, αφού αυτός ήταν ο δρόμος που πήρε η Ιταλική δύναμη αλεξιπτωτιστών πού διατάχτηκε να κάμει κατοχή στη γειτονιά του Νικολάκη του Φόσκολου. Στους φασίστες κάθε λογής άρεσε, και αρέσει, ο εύκολος εντυπωσιασμός. Επειδή όμως στο Αλβανικό μέτωπο οι δυνάμεις τους έκαναν άλματα μόνο προς τα πίσω βρήκαν μετά τη συνθηκολόγηση την ευκαιρία να κάνουν μερικά άλματα σχετικά ανέξοδα. Φοβούμενοι δήθεν ότι θα τους προλάβαιναν οι Γερμανοί στην κατάληψη των νησιών του Ιονίου φρόντισαν να κάνουν αεραπόβαση στην Κέρκυρα και την Κεφαλονιά στις 30 Απριλίου 1941. Οι δυνάμεις τους δεν επαρκούσαν για ταυτόχρονη κατάληψη της Ζακύνθου επειδή ήθελαν να αισθάνονται αρκούντως ισχυροί για τη γρήγορη συντριβή τυχόν αντίστασης στα δύο μεγαλύτερα νησιά. Η αντίσταση του ... αέρα τους προκάλεσε περιορισμένες μόνο απώλειες ανδρών, με τη μορφή καταγμάτων, και υλικού, που πήγε φουνταριστό στον κόλπο του Αργοστολιού, και έτσι την επομένη, ανήμερα Πρωτομαγιά, επιβιβάστηκαν σε επιταγμένα ψαροκάικα, όπως αυτό της παρακάτω φωτογραφίας, και ξανοιχτήκανε κατά την όστρια.


Στην επόμενη φωτογραφία απαθανατίστηκαν τα κωλόπαιδα του Μουσολίνι την ώρα της απόβασης τους στο Φιόρο του Λεβάντε με τον επικεφαλής ταγματάρχη Zanninovich.


Οι αλεξιπτωτιστές δεν έμειναν για πολύ. Αφού εδραίωσαν την Ιταλική κατοχή αναχώρησαν στις 5 Μαΐου. Είχαν προηγουμένως εγκαταστήσει το αρχηγείο τους στο κεντρικότερο σημείο της Χώρας, στην πλατεία Αγίου Μάρκου. Στην επόμενη φωτογραφία φαίνονται να μπαινοβγαίνουν στο κτίριο, με την Μεταξική επιγραφή να μας θυμίζει πως το φασισμό στην Ελλάδα δεν τον έφεραν ούτε οι Ιταλοί, ούτε οι Γερμανοί, ούτε οι Βούλγαροι. Μόνοι μας εκφασιστήκαμε.


Πρόκειται βέβαια για το Ρωμιάνικο Καζίνο, παλιότερα αρχηγείο των Φιλελευθέρων. Μια σύνοψη της κακοτυχιάς των τελευταίων χρόνων του όμορφου και ιστορικού κτιρίου μπορεί να διαβάσει κανείς στις σημειώσεις του βιβλίου του Νιόνιου Μελίτα ‘Μικρές ιστορίες από την κατεχόμενη Ζάκυνθο’. Στο μεταξύ απολαύστε παρακάτω μια πληρέστερη φωτογραφία του, έστω και με Μεταξική επιγραφή και Ιταλική σημαία.


Η Ιταλική κατοχή κράτησε μέχρι το Σεπτέμβριο του 1943 και ακολούθησε, για ένα ακριβώς χρόνο, η Γερμανική. Μια μόνο φωτογραφία αυτής της δεύτερης κατοχής ανακάλυψα, ενός Γερμανού με τροπική στολή της Αεροπορίας το καλοκαίρι του 1944. Δεν γνωρίζω σε ποιό σημείο τραβήχτηκε. Ίσως στην άκρη της πλατείας Σολωμού, προς την πλευρά του σημερινού Μουσείου, όπου υπήρχε τότε φοίνικας. Ούτε πως βρέθηκε ο Γερμανός αεροπόρος στη Ζάκυνθο ξέρω. Θυμήθηκα όμως τα λόγια του συμπατριώτη του, του Μπέρτολντ Μπρεχτ (μετφ Μάριου Πλωρίτη):

Αδέρφια μου, αν ήμουνα μαζί σας,
αν εσερνόμουνα με σας στην παγωμένη έρημο,
θ' αναρωτιόμουνα, καθώς αναρωτιέστε: Γιατί,
γιατί ήρθα εδώ, απ' όπου
κανένας δρόμος δεν πάει για το σπίτι μου;

Γιατί φόρεσα της λεηλασίας τη στολή;
Γιατί φόρεσα το πουκάμισο του εμπρηστή;
Όχι, δεν το 'κανα από πείνα.
Όχι, δεν το 'κανα από μάνητα σφαγής.

Μόνο και μόνο επειδή 'μουν δούλος
και με διατάξαν
ξεκίνησα για να σκοτώσω και να κάψω.

Και τώρα, πρέπει να με κυνηγήσουνε.
Kαι τώρα, πρέπει να με σφάξουνε.


----------------------------------------------------------------

Το σημερινό κομμάτι είναι αφιερωμένο στον Ελληνοβρετανό εθελοντή Κωνσταντίνο (Κώστα) Scurfield, που έπεσε ηρωικά στις αρχές του μήνα κάπου ανάμεσα στο Τελ Χαμίς και στο Τελ Μπαράκ της ανατολικής Συρίας, πολεμώντας με τους Κούρδους του YPG ενάντια στα τέρατα του Ισλαμικού Κράτους. Όσοι θέλουν να τιμήσουν τη μνήμη του παλληκαριού μπορούν να προσφέρουν κάτι στην Κουρδική Ερυθρά Ημισέληνο στη διεύθυνση https://www.justgiving.com/KostasOliveTree/?utm_source=facebook&utm_medium=socspondesktop&utm_content=KostasOliveTree&utm_campaign=post-sponsorship-donation-desktop&fb_ref=Default








Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

Στον απόηχο των εκδηλώσεων για το Βεσάλιο


Το μνημείο που χαρίστηκε στη Ζάκυνθο και στήθηκε στην Πλατεία Σολωμού. Ατελείωτα τα σχόλια για την ... ‘πουλού’ του αγάλματος, υπέρ και κατά. Κάποιοι, όχι πολλοί η αλήθεια είναι, έχουν πρόβλημα ... Ε, να δείτε οι Φιορεντίνοι τι πρόβλημα έχουν, με πέντε ‘πουλούδες’, μπορεί να είναι και περισσότερες, στην Piazza della Signoria. Όχι τωρινές, από τον καιρό του Βεσάλιου. Τη μία την έφτιαξε ένας ξεδιάντροπος που τον λέγανε Μικελάντζελο. Ευτυχώς που έγινε ο σεισμός το ’53 γιατί λίγο θα θέλαμε να είμαστε πραγματικά Φλωρεντία της Ανατολής και από τη ντροπή μας να κρυβόμαστε από τους τουρίστες.

Συνήθως γίνεται το αντίστροφο: ο Ερμής Ζακύνθου αναδημοσιεύει από τα Παμπάλαια. Σήμερα αναδημοσιεύουν τα Παμπάλαια από τις Επιλογές του Ερμή της Παρασκευής 12 Σεπτεμβρίου 2014. Αν δεν συμφωνείτε μην τα βάλετε με τον Ερμή, δικά μου είναι.

-------

Αν δεν έγραφα γνωρίζοντας πως αυτές οι γραμμές προορίζονται για δημοσίευση στον Ερμή της Ζακύνθου ο τίτλος αυτού του κομματιού θα ήταν ίσως “Εντυπώσεις από ένα ανύπαρκτο ναυάγιο”. Θα έδινε όμως, φοβάμαι, ένα λανθασμένο σινιάλο σε πολλούς αναγνώστες σε αυτό το νησί, όπου ανάμεσα στις ευάριθμες ιδιαιτερότητες του είναι η ύπαρξη ενός μεγάλου αριθμού κατοίκων που εναποθέτουν τις ελπίδες τους σε ένα Ναυάγιο.


Η απώτερη αφετηρία των φετινών εκδηλώσεων είναι ένα ιστιοπλοϊκό ταξίδι Βέλγων γιατρών και ιατρικών καλλιτεχνών πριν από τέσσερα περίπου χρόνια, ή, αν προτιμάτε, ένα ιστιοπλοϊκό ταξίδι προσκυνητών των Αγίων Τόπων πριν από τετρακόσια πενήντα. Δεν σκοπεύω να σας μιλήσω για κανένα από τα δύο αυτά ταξίδια. Λεπτομέρειες και για τα δύο μπορούν να διαβάσουν όσοι καταλαβαίνουν Αγγλικά στο βιβλίο του Theo DirixIn Search of Andreas Vesalius: The Quest for the Lost Grave” που μόλις εκδόθηκε. Μπορούν ακόμα να βρουν εκεί λεπτομέρειες ενός άλλου ταξιδιού που ακόμα συνεχίζεται και στο οποίο συμμετέχουν όλο και περισσότεροι. Θέλω μόνο να σας πω τι έγινε στον πιο πρόσφατο σταθμό αυτού του ωραίου ταξιδιού, κάτι που δεν περιέχεται στο βιβλίο.


Ο σταθμός αυτός ήταν και πάλι η Ζάκυνθος, γιατί και τα τρία αυτά ταξίδια, είτε ξεκίνησαν από τη Βενετία, είτε από τη Λευκάδα, είτε από την Αθήνα, στη Ζάκυνθο συγκλίνουν. Κάποιοι λοιπόν, για λόγους δικούς τους που δεν είναι του παρόντος και δεν θα έχουν ποτέ ιδιαίτερη σημασία, κατά τη συνήθεια τους ελπίζανε  σε ένα ναυάγιο. Άλλοι πάλι, μόλις ξεπέρασαν την έκσταση στην οποία τους έριξε η παρουσία της Υπουργού Τουρισμού, είδαν περίπου σαν ναυάγιο τη μη εκπλήρωση των προσδοκιών που οι ίδιοι αυθαίρετα καλλιέργησαν για … πολλές εκατοντάδες αν όχι χιλιάδες … τουρίστες (μόνο έτσι μπορούν να δουν πλέον οποιαδήποτε διοργάνωση, και είναι πολύ κρίμα) και ολόκληρη σειρά ιατρικών συνεδρίων που τους … χρωστάνε και που … φυτρώνουν σαν μανιτάρια αρκεί να φτύσει κάποιος στο χώμα.


Ναυάγιο όμως δεν έγινε, όπως δεν έγινε και στο ταξίδι του Βεσάλιου το 1564. Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο επετειακό συνέδριο στις 5 Σεπτεμβρίου 2014, όταν συζητήθηκε η ζωή του μεγάλου ανατόμου, δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολιών. Καλό θα ήταν λοιπόν, όσοι ακόμα βγαίνουν στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και στα social media του διαδικτύου και μιλάνε για ναυάγιο που είχε σαν αποτέλεσμα το θάνατο του Ανδρέα Βεσάλιου, να σταματήσουν γιατί αυτός ο μύθος εξέπνευσε.


Ένας άλλος μύθος, πολύ παλιότερος, που δέχτηκε και αυτός τη χαριστική βολή στον Κάμπο της Ζακύνθου, είναι πως το ταξίδι του Βεσάλιου στους Αγίους Τόπους ήταν ποινή που του επιβλήθηκε από την Ιερά Εξέταση. Καιρός λοιπόν να σταματήσει η άκριτη αποδοχή και επανάληψη αυτής της ιστορίας, γιατί τα στοιχεία, αν και ήταν ελάχιστα γνωστά μέχρι τώρα, ήρθαν για πρώτη φορά στην επιφάνεια πριν από ολόκληρες δεκαετίες.


Μαζί με αυτούς τους μύθους αναπόφευκτα κατέρρευσε και η ρομαντική θεωρία του Ζακυνθινού Νικολάου Βαρβιάνη περί ταφής του Βεσάλιου στα Καλογεράτα, η οποία στηρίχτηκε σε μεγάλο βαθμό σε αυτούς. Αυτό που δεν μπορούσε παρά να μείνει άθικτο είναι ο επί δεκαετίες αγώνας του για να αποτίεται φόρος τιμής σε αυτόν τον ευεργέτη της Ανθρωπότητας από τα τέκνα της γης που τον σκεπάζει. Γι αυτή την προσφορά του Ν. Βαρβιάνη, αλλά και για όλα όσα χάρισε στη γενέτειρα του, οι οργανωτές των εκδηλώσεων με τη σειρά τους κατάθεσαν στεφάνι στο τάφο του σαν ελάχιστο φόρο τιμής.


Επάξια επίσης τιμήθηκαν με μετάλλια από τον Πρέσβη του Βελγίου ο Άκης Λαδικός και ο Βελγοβολιμιάτης William Nagels, που πραγματικά πρόσφεραν πάρα πολλά σε αυτή την προσπάθεια τα τελευταία χρόνια.


Αναμφισβήτητος τόπος ταφής του Βεσάλιου ήταν το Καθολικό μοναστήρι της Παναγίας των Χαρίτων, το οποίο καταστράφηκε και εξαφανίστηκε ολοκληρωτικά το 1953. Τώρα πλέον γνωρίζουμε όχι μόνο την επιτύμβια επιγραφή αλλά υπάρχει και περιγραφή του οικοσήμου που κοσμούσε τον τάφο, έτσι όπως ήταν λιγότερο από δέκα μήνες μετά την ταφή. Στο συνέδριο ανακοινώθηκε η ακριβής θέση της εκκλησίας πριν τους σεισμούς του 1953. Η εργασία που έγινε για τον εντοπισμό της θέσης της εκκλησίας επιτρέπει τον εύκολο εντοπισμό της ακριβούς θέσης μεγάλου αριθμού μνημείων που χάθηκαν τότε. Θα πρέπει εδώ να τονίσω πως στην προσπάθεια αυτή συμμετείχε με διάφορους τρόπους σημαντικός αριθμός Ζακυνθινών. Θέλω να πιστεύω πως είναι έτοιμοι να συνεχίσουν μαζί μας το ταξίδι ως τον επόμενο σταθμό που θα είναι και πάλι η Ζάκυνθος.


Οι εκδηλώσεις έφεραν στη Ζάκυνθο πάνω από 160 συνέδρους, αρκετοί από τους οποίους συνοδεύονταν από μέλη των οικογενειών τους, και ήταν πολλοί αυτοί που διέσχισαν ωκεανούς. Ανάμεσα τους ήταν πολλοί εν ενεργεία και ομότιμοι καθηγητές γνωστών Πανεπιστημίων, κυρίως από έδρες Ανατομίας, Ιστορίας της Ιατρικής, Ιστορίας της Τέχνης αλλά και ενδοκρινολόγοι, ορθοπεδικοί, νευροχειρουργοί και άλλοι, διευθυντές βιβλιοθηκών και μουσείων, ιστορικοί ερευνητές, όλη σχεδόν η παγκόσμια αφρόκρεμα των ιατρικών καλλιτεχνών και φοιτητές. Η συμμετοχή τους στη διάρκεια των εργασιών, αντίθετα με ότι γίνεται πολύ συχνά σε παρόμοια συνέδρια, ήταν υψηλότατη – δείγμα τόσο της ποιότητας των εισηγήσεων και των συζητήσεων όσο και του ενδιαφέροντος τους. Μεγάλη ήταν η συμμετοχή των συνέδρων και στις υπόλοιπες εκδηλώσεις, την έκθεση τέχνης, τη συναυλία, την προβολή ταινιών.


Μοναδική εξαίρεση ήταν τα αποκαλυπτήρια του μνημείου στις 4 Σεπτεμβρίου όπου δυστυχώς οι περισσότεροι έφτασαν κατόπιν εορτής χωρίς δική τους υπαιτιότητα. Έτσι η ξένη συμμετοχή περιορίστηκε σε 60 με 70 Βέλγους γιατρούς που είχαν φτάσει λίγο πριν με σκάφη αναψυχής.  Ο ενθουσιασμός των συνέδρων δεν τους επέτρεψε να το βάλουν κάτω και έτσι αμέσως μετά τη λήξη των εργασιών στις 7 Σεπτεμβρίου διοργάνωσαν αυθόρμητα και δεύτερα αποκαλυπτήρια, αυτή τη φορά με τη συμμετοχή των δημιουργών αλλά και του δημάρχου!


Θα πρέπει επίσης να πω ότι οι ξένοι επισκέπτες ήταν ενημερωμένοι για τις αντιδράσεις που προκάλεσε σε μερίδα συμπατριωτών μας η … ανατομική ακρίβεια του αγάλματος, το οποίο, έλεος, δεν παριστάνει τον ίδιο το Βεσάλιο, όπως ακούστηκε από μερικούς, αλλά είναι εμπνευσμένο από το έργο του. Αν πρέπει σώνει και καλά να το προσωποποιήσουμε εγώ θα πρότεινα το όνομα Μαρσύας, για να θυμηθούμε και την Ελληνική Μυθολογία. Φυσικά κάποιες αντιδράσεις ήταν αναμενόμενες, η Ζάκυνθος δεν είναι Λονδίνο και αρκετοί θα προτιμούσαν ένα καλοντυμένο ευγενή η έστω τον στιλπνότατο  και χαρίεντα ποπό ημίγυμνης θεότητας. Τα φύλλα συκής εξακολουθούν  να έχουν θιασώτες αν και προσωπικά, ανατρέχοντας στις παιδικές μου αναμνήσεις, με έκαναν πάντα να αισθάνομαι περίπου σαν προϊόν τερατογένεσης. Αυτό που δεν ήταν αναμενόμενο είναι η επίδειξη Ιεροεξεταστικού ζήλου μετά από τόσους αιώνες και η βδελυγμία για την αποκάλυψη μέρους του μηχανισμού με τον οποίο μας προίκισε ο Δημιουργός μας.


Το ενδιαφέρον που προσελκύει το μνημείο από ντόπιους και ξένους, αλλά και οι ίδιες οι συζητήσεις και ο προβληματισμός που προκαλεί, δικαιώνουν νομίζω απόλυτα τους δημιουργούς του και εκείνους από μας που το καλωσόρισαν στην πόλη μας. Εύχομαι κάποτε να γεμίσει το νησί μας με έργα τέχνης και μνημεία – σύγχρονα αφού οι δύσκολες περιστάσεις της ιστορίας μας μας στέρησαν πολλά και τώρα περιοριζόμαστε σε όσα μας δώρισε η φύση και όσα διέσωσε η ευλάβεια των προπατόρων μας.


Σαν Ζακυνθινός αισθάνομαι βέβαια υπερήφανος για την πνευματώδη αντίδραση τόσων άλλων συμπατριωτών του Κουτούζη. Τους θεωρώ ντε φάκτο συντρόφους στο συνεχιζόμενο ταξίδι, έστω και για λίγο. Ελπίζω οι πιο άξιοι να μη μείνουνε μόνο στις μπαρτζολέτες και να δεχτούνε να τραβήξουνε λίγο κουπί –  επιβάτες δεν παίρνουμε αλλά προορισμός είναι πάντα η Ζάκυνθος, μια καλύτερη Ζάκυνθος. Οι ξένοι σύνεδροι πάντως έχουν όλοι κλείσει … πάγκο. Δεν μείνανε απλώς ευχαριστημένοι με όλα και κυρίως με αυτό το παγκόσμιο φόρουμ που δημιουργήθηκε για λίγες μέρες αλλά ενθουσιασμένοι. Αμερικανός ακούστηκε να λέει πως ήταν οι ωραιότερες μέρες της ζωής του ενώ Βέλγος δημοσιογράφος μου ζήτησε βοήθεια για να ξαναγράψει τον τουριστικό οδηγό της Ζακύνθου! Όλοι όσοι άκουσα λέγανε πως θέλουν να ξαναέρθουν για μια τέτοια συνάντηση και ήδη την επομένη του συνεδρίου αποφασίστηκε ενθουσιωδώς η οργάνωση Biennale στο νησί σε δύο χρόνια – και ότι άλλο προκύψει φυσικά. Μαγιά τώρα πια έχουμε.


Να μην ξεχνιόμαστε κιόλας, ο τάφος του Βεσάλιου δεν έχει βρεθεί ακόμα, χρειάζονται λεφτά για να προχωρήσει η έρευνα. Οι πρώτες υποσχέσεις για χορηγίες ελήφθησαν ήδη. Φυσικά υπάρχουν αμφιβολίες ότι θα βρεθεί και ότι θα περιέχει τα οστά του. Όμως αυτή δεν είναι δικαιολογία για να μην προχωρήσει η έρευνα.


Τα καλά νέα δεν σταματάνε εδώ. Και τα οστά του Βεσάλιου να μην βρεθούνε έχουμε ήδη του Κάλβου. Το δήλωσε ο δήμαρχος και μπορούμε να ελπίζουμε πως η άγνωστη μορφή του ποιητή μας θα αναδυθεί από τα χέρια του Richard Neave και της Pascale Pollier, η οποία είχε την αρχική έμπνευση και είναι η ψυχή του εγχειρήματος μας. Ας θυμηθούμε επίσης πως ο  Richard Neave είναι αυτός που μας γνώρισε τη φυσιογνωμία του Φιλίππου Β’ από τα οστά που ανακάλυψε στη Βεργίνα ο Μανόλης Ανδρόνικος, χώρια του βασιλιά Μίδα, κάμποσων Μυκηναίων και μιας Μινωΐτισσας μεταξύ άλλων.


Τελειώνοντας, κάμποσοι φίλοι ενδιαφέρθηκαν για τη δική μου εισήγηση στο συνέδριο. Να τους πληροφορήσω λοιπόν ότι δεν χρειάζεται να περιμένουν την έκδοση όλων των εισηγήσεων – υπόσχεση του δημάρχου και αυτή, τον άκουσα ο ίδιος να το λέει – θα τη μεταφράσω μόλις μπορέσω και ελπίζω να τους αρέσει. Προσωπικά είμαι απόλυτα ικανοποιημένος με την υποδοχή που της επιφυλάχθηκε στο συνέδριο. Για τους ανυπόμονους, αν είναι Αγγλομαθείς, υπάρχει ήδη στο ηλεκτρονικό περιοδικό του π. Π. Καποδίστρια μαζί με λίγες διαφάνειες στη διεύθυνση http://www.parathemata.com/2014/09/pavlos-plessas-powerful-indications.html.   
Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .