Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

Ο παρεξηγημένος τουρίστας, το Άσπρο Άλογο και η Γκιόστρα της Πρωτομαγιάς

Παιδιά παίζουν γκιόστρα, μικρογραφία από Ρομάντζο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μέσα 14ου αι.

Μπήκε η γκιόστρα στη ζωή των Ζακυνθινών, μπήκε και στη δική μου, από το διαδικτυακό φεγγίτη που μου επιτρέπει να τηλεσκοπώ τα γεγονότα του νησιού. Φανταστικές οι πρωτοβουλίες του συλλόγου Giostra Di Zante. Eπειδή όμως ότι έπαινο και να προφέρω θα φαντάζει αναιμικός μπροστά σε αυτόν που αξίζουν, και επειδή ‘χωριό που φαίνεται κολαούζο δεν θέλει’, θα αφήσω το λιβανιστήρι και θα προσπαθήσω να φανώ χρήσιμος διαλύοντας μία παρεξήγηση σαράντα χρόνων.

Είναι κλασσική περίπτωση παρανόησης και αφορά έναν Άγγλο που πέρασε από το Τζάντε το 1599. Ο Master (μάστορας στην κυριολεξία και μάλιστα από τους καλούς) Thomas Dallam ήταν ειλικρινής και γενναίος άνθρωπος. Ήταν και αυτό που λέμε ‘ποιοτικός τουρίστας υψηλής εισοδηματικής στάθμης’. Τουρισμό όμως έκανε μόνο επειδή βρέθηκε στη Ζάκυνθο πηγαίνοντας στην Κωνσταντινούπολη για μία πολύ σοβαρή δουλειά, δεν ήρθε με πακέτο 18-30. Πιο συγκεκριμένα, μετέφερε ένα εξεζητημένο αρμόνιο με ρολόι στο σουλτάνο, δώρο από την ‘παρθένο βασίλισσα’ Ελισάβετ. Αυτή ήταν η δουλειά του, ήταν κατασκευαστής αρμονίων.

Το εν λόγω αρμόνιο

 Έφτασε στη Ζάκυνθο στις 20 Απριλίου, έφαγε κατακέφαλα μία εξαήμερη καραντίνα επί του πλοίου και είπε και ευχαριστώ – στο γυρισμό, λίγο μετά τα Χριστούγεννα, κάθισε δέκα ολόκληρες μέρες στο Λαζαρέττο. Έγραψε ο άνθρωπος και ένα ημερολόγιο εξιστορώντας το ταξίδι του. Μας λέει λοιπόν πως ο πρεβεδούρος (provveditor, προβλεπτής) άκουγε τα παράπονα των κατοίκων, Ελλήνων, Βενετών και Ιταλών δύο φορές την εβδομάδα και πως η πλειοψηφία των κατοίκων ήταν Έλληνες που δουλεύανε σκληρά στα σταφιδάμπελα και στα λιοστάσια.

Στη διάρκεια της καραντίνας του έγινε έμμονη ιδέα να ανέβει στην Τούρλα του Σκοπού. Έβαλε στοίχημα με τον εαυτό του μόλις πατήσει στεριά να μη φάει και να μην πιεί πριν φτάσει επάνω. Ξεκίνησε λοιπόν με δύο συμπατριώτες του, άοπλοι γιατί απαγορευόταν να βγάλουν όπλα στην ξηρά και ανήσυχοι γιατί ποιός ξέρει τι είδους άνθρωποι μένανε σε αυτό το νησί. Ο ένας τους αρνήθηκε να συνεχίσει, γιατί είδαν ένα βοσκό και τα έκαμε πάνω του.

Όταν έφτασε ο Dallam στη Σκοπιώτισσα είχε πλέον κορακιάσει και, ενάντια στη συμβουλή του συντρόφου του, πήγε να ζητήσει νερό από κάποιους ντόπιους. Αντί να του δώσουν νερό οι αθεόφοβοι τον τράταραν Ρομπόλα – το καλύτερο κρασί που είχε πιεί ποτέ – ψωμί, τυρί και κόκκινα αυγά. Τον πήγαν και στην λειτουργία. Το Πάσχα εκείνη τη χρονιά είχε πέσει στις 18 Απριλίου με το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Ο Dallam πρέπει να ήταν στη Σκοπιώτισσα στις 27 Απριλίου. Προσπάθησε να πληρώσει για το φαγοπότι αλλά αρνήθηκαν να δεχτούν λεφτά. Τέτοιοι αρχόντοι ήταν οι Ζακυνθινοί εκείνα τα χρόνια, μαρτυρίες σαν αυτή υπάρχουν και άλλες. Τώρα τελευταία αναδυθήκανε οι σκατούλες και χρεώνουν το νερό στους τουρίστες διπλά όποτε τους παίρνει, και ας είναι στη διατίμηση.

Κατέβηκε λοιπόν ο Thomas Dallam από το Σκοπό και γραμμή στην τουριστική επιχείρηση με σήμα το Άσπρο Άλογο να βρει το group του. Σήμα είπαμε, μια εικόνα λέει όσα χίλιες λέξεις, ειδικά όταν οι πελάτες σου είναι στη συντριπτική πλειοψηφία τους αναλφάβητοι ή και αλλόγλωσσοι. Γιατί όμως Άσπρο Άλογο; Νησιώτες είμαστε, ναυτικοί και ταξιδιώτες η πελατεία. Χάθηκε ένα δελφίνι, μία βαρκούλα με πανί, μία άγκυρα, μία γοργόνα, άντε μία χελώνα caretta-caretta βρε αδερφέ; Λοιπόν, αν είστε περίεργοι η απάντηση μου θα δοθεί σε ανάρτηση του κοντινού μέλλοντος, εκτός βέβαια αν προτιμάτε να τη δώσετε μόνοι σας.

Την Πρωτομαγιά είχε γκιόστρα. Το αθλητικό γεγονός της χρονιάς, επέτειος γαρ της Ένωσης της Ζακύνθου με τη (θετή) μαμά Βενετία. Ήταν με τα γραφόμενα του Dallam για τη γκιόστρα που παρεξηγηθήκαμε – δήθεν έγραψε πως κάνανε γκιόστρα με βαρελόδουγιες και ήτανε τελείως της πλάκας – γι' αυτό  παραθέτω αυτούσια τα λόγια του. Να εξηγήσω όμως προηγουμένως ότι δεν είχε αναγκαστικά δυσλεξία, απλώς σε κείμενα της εποχής είναι συνηθισμένο φαινόμενο να βρεις την ίδια λέξη, γραμμένη τρεις φορές από τον ίδιο άνθρωπο στην ίδια σελίδα, με τρεις διαφορετικές ‘ορθογραφίες’.

 The firste day of maye we saw there greatest traverses or sportes that they have in all the yeare, for that day dothe meete at the toune of Zante all the able men of the Greeks with there best horsis and artillerie, which is nothing but staves to Rvne at the Ringe, or at quintan. They borroed our five trompateres to sounde whe[n] they Run at the Ringe the prizis; the maner of it was so simple, that it is not worthe keeping in memorye. In the fore noune they Run Quintan for a prize, the after noone at Ringe.

Η μετάφραση μου τώρα:

Την πρώτη Μαΐου είδαμε τους μεγαλύτερους τους (των Ζακυνθινών) αγώνες της χρονιάς , γιατί αυτή τη μέρα συναντιούνται στην πόλη του Τζάντε όλοι οι ικανοί άντρες των Ελλήνων με τα καλύτερα τους άλογα και εξοπλισμό που δεν είναι άλλος από κοντάρια για γκιόστρα ροδέλας ή Quintain. Δανειστήκανε τους πέντε σαλπιγκτές μας να ηχούν όταν δίνανε τα έπαθλα στη γκιόστρα της ροδέλας – ο τρόπος που έγινε ήταν τόσο απλός που δεν αξίζει να τον θυμάται κανείς. Πριν το μεσημέρι έκαναν γκιόστρα Quintain για έπαθλο, το απόγευμα ροδέλας.

Αυτό είναι το επίμαχο απόσπασμα. Η λέξη staves είναι πληθυντικός του stave που σημαίνει δούγια βαρελιού ή και δοξάρι τζάγρας (βαλλίστρας), είναι όμως και πληθυντικός του staff που σημαίνει μακρύ ραβδί ή κοντάρι. Δεν κατηγόρησε λοιπόν τους Ζακυνθινούς ότι έκαναν γκιόστρα με βαρελόδουγιες. Άσε που νομίζω πως για να γκιοστράρεις με βαρελόδουγια πρέπει να είσαι πολύ μάγκας στο Quintain αλλιώς θα τη φας στα μούτρα.

Γκιόστρα quintain, 15ος αιώνας


Από κει και πέρα δεν ξέρω τι περιμέναμε. Να εντυπωσιαστεί από τη Ζακυνθινή γκιόστρα ένας άνθρωπος που σίγουρα είχε παρακολουθήσει γκιόστρες στο Ελισαβετιανό Λονδίνο; Μα ακόμα και από τρουμπέτες είχαμε έλλειψη. Θα απαιτούσαμε από οπαδό της Τσέλση ή της Άρσεναλ να βάλει βίντεο με γκόλ του ΑΠΣ Ζάκυνθος στη σελίδα του στο facebook;
 Έτσι κι αλλιώς οι κανόνες σε αυτά τα δύο αγωνίσματα της γκιόστρας ήταν λίγο πολύ οι ίδιοι παντού. Τώρα αν είχε περιστρεφόμενο ανδρείκελο το Quintain και σάκο με άμμο αντιδιαμετρικά ή ήταν απλώς μία τάβλα στερεωμένη σε ένα παλούκι, τι να κάνουμε, δεν το θεώρησε άξιο αναφοράς.

Λόγω έλλειψης χρόνου, όπως λέει, δεν εξιστορεί και πολλά πράγματα που έγιναν κατά τη διάρκεια της κράτησης τους στο Λαζαρέττο στην επιστροφή. Ούτε τι συμφωνία είχαν κάνει με τους ναυτικούς που τους έφεραν από την Γλαρέντζα  μας λέει πέρα από το πόσο τους πληρώσανε. Γι' αυτό και δεν γνωρίζουμε γιατί οι ναυτικοί ήθελαν να βγουν στη Ζάκυνθο και να τους πληρώσουν οι Άγγλοι τα έξοδα της καραντίνας. Ας μην κρίνουμε λοιπόν και καταδικάζουμε τον εξαναγκασμό των ναυτικών να κολυμπήσουν χειμωνιάτικα πίσω στο καΐκι τους χωρίς να έχουμε όλες τις απαραίτητες πληροφορίες.

Ο Thomas Dallam είναι πεθαμένος εδώ και τετρακόσια χρόνια. Δεν έχει νόημα να του ζητήσουμε συγγνώμη για μία παρεξήγηση που ξεκίνησε το 1970 με την πρώτη έκδοση του βιβλίου του Κυριάκου Σιμόπουλου ‘Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα’. Έχουμε όμως χρέος να αποκαταστήσουμε την αλήθεια για έναν άνθρωπο που και σημαντικές πληροφορίες μας άφησε – χαλάλι του η Ρομπόλα – και κακό λόγο δεν είπε για τη Ζάκυνθο. Έτσι ο Thomas Dallam έγινε όχι η επιλογή αλλά ο μονόδρομος της πρώτης ανάρτησης.


Το κείμενο από το ημερολόγιο του Thomas Dallam είναι από το βιβλίο Early voyages and travels in the Levant, έκδοση του 1893.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .