Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Το χρώμα της δικής μας γκιόστρας


Το φθινόπωρο του 2010 είχα ξεκινήσει αυτό το ιστολόγιο με κάποια κείμενα σχετικά με τη Ζακυνθινή Γκιόστρα. Είχα προσπαθήσει έτσι να βάλω και εγώ τότε, από μακριά, ένα λιθαράκι σε αυτό που οικοδομείται  την τελευταία δεκαετία στη Ζάκυνθο. Το λιθαράκι αυτό δεν το τοποθέτησα στον τοίχο που ήδη ορθωνόταν, και που συνέχεια ψήλωνε από τον ενθουσιασμό, την εθελοντική δουλειά και τα έξοδα πολλών συμπατριωτών. Το έβαλα πιο πίσω, εκεί που έπρεπε να θεμελιωθεί ένας άλλος τοίχος κατά τη γνώμη μου, για να δοθεί στο οικοδόμημα μια ακόμα διάσταση και να στεριώσει καλύτερα. Η ιστορική πραγματικότητα, πηγή και θεμέλιο των παραδόσεων μας, επιβάλλει να πούμε πως η Γκιόστρα στα Εφτάνησα είχε περισσότερες από μία ή δύο διαστάσεις.

Δεν είχαμε μόνο τη giostra publica,  των ευγενών ή του Καρναβαλιού όπως λέγεται στη Ζάκυνθο. Υπήρχαν, προϋπήρχαν πιο σωστά, οι γνήσια λαϊκές γκιόστρες των πανηγυριών (1), και η επίσημη Γκιόστρα της Πρωτομαγιάς ή της Στρατείας, που λεγόταν επίσης giostra dei stradioti (2). Μια παραλλαγή αυτής της τελευταίας ονομασίας χρησιμοποιήθηκε από το πόπολο της Κέρκυρας για να περιγράψει στα στερνά της Βενετοκρατίας μια παρωδία γκιόστρας, ένα πανηγύρι γέλιου και ανικανότητας, τη giostra deglarlioti (3). Σε αυτές τις γκιόστρες δεν καταδεχόταν να πάρει μέρος το αρχοντολόι – αυτό έλειπε, να ηττηθούν οι προκομμένοι τους από κανένα χωριάτη. Έτσι στις αρχές του 17ου αιώνα (4) θεσμοθετήθηκαν ξεχωριστές γκιόστρες για τους ευγενείς, στη Ζάκυνθο αρχικά πάνω στον Αρίγκο, και αργότερα στην Κέρκυρα μέσα στην πόλη. Μιας και οι ευγενείς είχαν και το πεπόνι και το ... τεφτέρι, μόνο για τη δική τους τη γκιόστρα μάθαμε από τους ντόπιους ιστορικούς του 19ου και του 20ου αιώνα.  

Έχουν όμως και οι παρακατιανοί τον τρόπο τους να γράφουν ιστορία. Ειδικά στη Ζάκυνθο, όπου η αγάπη για τα άλογα και τη λεβεντιά ήταν, και είναι, ισχυρότατη, η Γκιόστρα της Πρωτομαγιάς επιβίωσε για πάνω από δύο αιώνες μετά την κατάργηση της Γκιόστρας του Καρναβαλιού. Δεν χρησιμοποιούσαν πια κοντάρια – τα πυροβόλα όπλα είχαν εκτοπίσει τη λόγχη από τα πεδία των μαχών – ούτε ήταν αγκιστρωμένοι στα πρότυπα κάποιας πραγματικής ή υποτιθέμενης προγονικής ιπποσύνης όπως οι ευγενείς. Άλλαξε και το όνομα της γκιόστρας. Ούτε η Βενετσιάνικη γιορτή της Πρωτομαγιάς είχε πια νόημα ούτε είχαν την υποχρέωση να υπηρετούν σαν stradioti με αντάλλαγμα φορολογικές ελαφρύνσεις. Ήταν πλέον η Γκιόστρα του Άι Γιωργιού, του Άι Γιωργιού του Πετρούτσου, κέντρου και αφετηρίας των αγώνων. Λόγω του διαφορετικού ημερολογίου που χρησιμοποιούσαν η Ορθόδοξη Εκκλησία και η Δημοκρατία της Βενετίας, η Γκιόστρα της Πρωτομαγιάς που παρακολούθησε και περιέγραψε ο Dallam το 1599 (5) είχε γίνει την προπαραμονή της γιορτής του Αγίου Γεωργίου. Είναι μάλιστα το πιο πιθανό πως εκείνα τα χρόνια το πανηγύρι του Άι Γιωργιού του Πετρούτσου δεν γινόταν ανήμερα αλλά δύο μέρες νωρίτερα, την αργία της Πρωτομαγιάς. Με αυτό τον τρόπο νομίζω πως συνδέθηκε η γκιόστρα με τον καβαλάρη άγιο, προστάτη των stradioti και των έφιππων πολεμιστών γενικότερα, στη συνείδηση των Ζακυνθινών.  

Φέτος διανύουμε το δέκατο χρόνο από την αναβίωση της Γκιόστρας το 2005 και μπορούμε να πούμε με ικανοποίηση πως το δεντράκι ρίζωσε για τα καλά. Θα ήταν άλλωστε κρίμα να μην είχε ευοδωθεί η προσπάθεια σε έδαφος τόσο εύφορο, και το λέω αυτό χωρίς καμία διάθεση να υποτιμήσω τα μεγάλα προβλήματα που χρειάστηκε να λύσουν οι διοργανωτές ή αυτά που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν.  Σε αυτή τη δεκαετία η Γκιόστρα έχει πραγματικά διασχίσει μεγάλη απόσταση αλλά δεν επανέρχομαι στο θέμα για να τους δώσω συγχαρητήρια. Ναι μεν τους αξίζουν αλλά τα δικά μου δεν τους είναι απαραίτητα. Από γνήσιο ενδιαφέρον, και όχι για να δείξω σε κανέναν τα αμπελοχώραφα του, υποστηρίζω πως το μήκος του δρόμου που έχει διανυθεί επιβάλλει αναπροσανατολισμό. Προς τα που τροχάζει η Γκιόστρα;

Διάφορες παιδικές ασθένειες – για παράδειγμα ιπποκόμοι με αθλητικά παπούτσια ή κυράδες με παραμυθένια φορέματα αλλά και κομψότατα γυναικεία τσαντάκια – δεν εμπνέουν ανησυχία και σχεδόν αναπόφευκτα θα κατακτηθεί με τον καιρό μεγαλύτερη αυθεντικότητα. Ήδη από κάμποσα χρόνια τώρα η Γκιόστρα λειτουργεί σαν εργαστήριο παραγωγής και διάχυσης ιστορικής γνώσης, τόσο με ντόπιες αναπαραστάσεις – όπως η περσινή ενθρόνιση του Πρωτόπαπα – όσο και μέσω της επικοινωνίας με αντίστοιχα σωματεία και ομάδες της Ευρώπης. Έχουμε πάρα πολλά να μάθουμε από την ανάπτυξη τέτοιων σχέσεων αφού υπάρχουν οργανώσεις που έχουν συσσωρεύσει τεράστια πείρα και γνώσεις. Αυτά τα πράγματα τα έχουμε ανάγκη αφού οι δικές μας γκιόστρες είχαν δανειστεί πολλά στοιχεία από τις Ευρωπαϊκές, και κυρίως τις Ιταλικές, ενώ αυτή του Καρναβαλιού ήταν σε μεγάλο βαθμό αντίγραφο τους.

Θα μπορέσει ποτέ η Ζακυνθινή Γκιόστρα να πλησιάσει και να σταθεί επάξια δίπλα σε αντίστοιχες διοργανώσεις του εξωτερικού; Θα καταφέρει να γίνει πόλος έλξης για θιασώτες του είδους αλλά και απλούς φιλίστορες ή συνηθισμένους τουρίστες κάποιου επιπέδου; Ή θα παραμείνει ένα ποιοτικό πολιτιστικό γεγονός μεν, κυρίως όμως τοπικής και περιφερειακής εμβέλειας δε; Δεν μπορούμε βέβαια να ζηλέψουμε τις επιδόσεις του Sealed Knot, ενός συνδέσμου με αρκετές χιλιάδες περιφερόμενα μέλη που αναπαριστά με θαυμαστή αυθεντικότητα ολόκληρες μάχες του Αγγλικού εμφυλίου. Πως μπορεί όμως η Giostra di Zante να ξεχωρίσει ανάμεσα σε αρκετές εκατοντάδες παρόμοιες οργανώσεις που συχνά προσφέρουν παραλλαγές του ιδίου θέματος και θεάματος; Ο μόνος τρόπος νομίζω για να υπερκεράσει η Ζάκυνθος τη νησιωτική της φύση, το μικρό της μέγεθος και τη δυσκολία επικοινωνίας με τα άλλα Ιόνια νησιά είναι να προσφέρει κάτι αρκούντως διαφορετικό – και δεν εννοώ βέβαια τοπικούς λαϊκούς χορούς, που καλοί είναι αλλά δεν φτάνουν.

Υπάρχουν ευτυχώς πολλά στοιχεία διαφορετικότητας στη Ζακυνθινή ιστορία, αλλά και στους ίδιους τους ιππικούς αγώνες που διοργανώνονταν, από όπου αντλώντας, μπορεί η Γκιόστρα της Ζακύνθου να πάρει το δικό της ξεχωριστό χαρακτήρα, το δικό της έντονο χρώμα, και να γίνει πόλος έλξης συμμετοχών και θεατών από όλη την Ευρώπη.

Το σημαντικότερο ίσως από αυτά είναι η αδιαμφισβήτητη λαϊκότητα εκείνων των διοργανώσεων, το ότι οι διαγωνιζόμενοι δεν ήταν, στις περισσότερες περιπτώσεις, μέλη αρχοντικών οικογενειών αλλά παλληκάρια της Ζακυνθινής υπαίθρου. Είναι ίσως φαινόμενο μοναδικό να συμμετέχουν σε εκδηλώσεις γκιόστρας άνθρωποι που στις φλέβες τους ρέει το ίδιο αίμα με αυτούς που στόχευαν τους κρίκους στις ρούγες της Χώρας και στα πλατώματα των εκκλησιών πριν από τετρακόσια ή και πεντακόσια χρόνια. Τη στηρίζουν Στρατιωτοχώρια όπως το Σκουληκάδο, όπου το κροτάλισμα των πετάλων ευφραίνει ακόμα τα αυτιά και την καρδιά, διαιωνίζοντας μια παράδοση που πάει πολύ πιο μακριά από τα Εφτάνησα. Υπάρχουν στοιχεία για συμμετοχή Στρατιωτών (stradioti) σε γκιόστρες στη βόρεια Ιταλία το 15ο αιώνα, οι οποίες παρακολουθήθηκαν με έντονο ενδιαφέρον από ηγεμόνες τις εποχής (6). Είναι νομίζω κρίμα να μην αξιοποιείται αυτή η κληρονομιά. Φιγούρες καβαλαραίων γνώριμες και αγαπητές στους Ζακυνθινούς του 16ου αιώνα κάθε άλλο παρά άγνωστες ήταν στους ιππότες εκείνου του καιρού. Αναπαραστάσεις Στρατιωτών υπάρχουν μέχρι και στον τάφο ενός σημαντικότατου πάτρωνα της ιπποσύνης όπως ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος ΙΒ΄.


Στρατιώτες κατά την κατάληψη της Brescia, από επένδυση που προοριζόταν για διακόσμηση του τάφου του Gaston de Foix, δούκα του Nemours, του επονομαζόμενου Κεραυνού της Ιταλίας. Είναι έργο του Agostino Busti, γνωστού και σαν Il Bambaia.

Ένα άλλο ιστορικό στοιχείο που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί είναι η τοξοβολία. Είναι γνωστό πως στην Ναυμαχία της Ναυπάκτου έγινε ευρεία χρήση τόξων, όχι μόνο από τους Οθωμανούς αλλά και από τα Βενετικά πληρώματα, τα οποία αποτελούνταν σε πολύ μεγάλο ποσοστό από Κρητικούς και Επτανήσιους. Κατά δε την άμυνα της Τέρρας, λίγο καιρό πριν τη μεγάλη ναυμαχία, οι Ζακυνθινοί εξαπέλυαν εναντίον των Οθωμανών φλογισμένα βέλη (7). Τα τόξα μάλιστα που χρησιμοποιούσαν ήταν σύνθετα, παρόμοια με τα Τουρκικά, δηλαδή κατάλληλα και για έφιππη τοξοβολία. Για να φτάσουμε βέβαια σε επίδειξη έφιππης τοξοβολίας, αν υποθέσουμε ότι προκρινόταν μια τέτοια κατεύθυνση, θα πρέπει να διανυθεί αρκετός δρόμος – για διαγωνισμό ακόμη περισσότερος. Το να ξεκινήσει όμως κανείς με απλή τοξοβολία είναι σχετικά εύκολο, μπορούν γίνουν διαγωνισμοί ακόμα και για παιδιά, και ο εξοπλισμός προσιτός – αν βέβαια δεν ζητάμε απόλυτη αυθεντικότητα, αφού τέτοια τόξα μπορεί να κοστίζουν και πάνω από δύο χιλιάδες.

Θα μπορούσαν ίσως να ειπωθούν και άλλα όμως ειπώθηκαν αρκετά για την ώρα. Ένα μόνο μένει να πούμε έστω και λίγο βιαστικά: Και του χρόνου!


Απεικόνιση δοξαριού στη Ζάκυνθο του 16ου αιώνα. Ο Άγιος Μερκούριος εξετάζει με έμπειρο μάτι ένα βέλος. Τοιχογραφία από τον Άγιο Ανδρέα στις Βολίμες – τώρα στο Βυζαντινό Μουσείο Ζακύνθου.

---------------------------------------------------------------------------------- 
1)  The Travels of Pedro Teixeira: with his Kings of Harmuz and extracts from his Kings of Persia, μετάφραση του William F. Sinclair, εισαγωγή και σημειώσεις του Donald Ferguson, 1902, σ. 144. Βλέπε επίσης http://pampalaia.blogspot.co.uk/2010/11/blog-post_10.html
2)  Walter Puchner, Studien zur Volkskunde Südosteuropas und des mediterranen Raums, 2009, σ. 242.
3)  Βλέπε (2), σ. 244.
4)  Δημήτρης Αρβανιτάκης, Οι Αναφορές των Βενετών Προβλεπτών της Ζακύνθου (16ος – 18ος αι.), Βενετία 2000, σελ. 197, από την αναφορά Bembo του 1615.
5)  The Diary of Master Thomas Dallam, Early voyages and travels in the Levant, 1893, σσ. 25 – 26. Βλέπε επίσης http://pampalaia.blogspot.co.uk/2010/10/blog-post.html
6)  Πιο συγκεκριμένα από το 1491 τουλάχιστον, αλλά περισσότερες λεπτομέρειες θα αναφερθούν προσεχώς.

Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

Εσωτερικός κόσμος



Η φωτογραφία αυτή, τραβηγμένη λίγο μετά την Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα σύμφωνα με μια πηγή, δείχνει μια ομάδα τροφίμων σε υπαίθριο χώρο των φυλακών της Ζακύνθου. Στη Ζάκυνθο, για μεγάλα χρονικά διαστήματα από το 1884 μέχρι τους σεισμούς του 1953, υπήρχαν δύο φυλακές. Η μεγαλύτερη είχε χτιστεί στην παραλία το 1830, λίγο πιο πέρα από την Αγία Τριάδα. Μέχρι τους σεισμούς του 1893 φιλοξενούσε πάνω από 300 καταδίκους. Η άλλη λειτούργησε μέσα στο Κάστρο και στην αρχή υπήρχαν εκεί 65 έγκλειστοι. Μετά το 1893 ο αριθμός τους μειώθηκε όπως και αυτός στην παραθαλάσσια φυλακή. Η φωτογραφία προέρχεται από τη φυλακή της πόλης, την παραθαλάσσια. Σύμφωνα με τον Thomas W Gallant (1) όλοι οι εικονιζόμενοι είχαν καταδικαστεί για φόνο ή απόπειρα φόνου ενώ οι καθιστοί της πρώτης σειράς είναι θανατοποινίτες.  Αντίθετα η αρχική πηγή της φωτογραφίας (2) αναφέρει στη λεζάντα πως ανάμεσα στους εικονιζόμενους υπάρχουν κάποιοι που έχουν καταδικαστεί για φόνο αλλά έχουν αποφύγει τη θανατική ποινή.

Θανατικές εκτελέσεις γίνονταν και στη Ζάκυνθο. Οι κρεμάλες που συνήθως χρησιμοποιούσαν οι Άγγλοι αντικαταστάθηκαν μετά την Ένωση από τις λαιμητόμους (καρμανιόλες ή γκελοτίνες). Τέτοιες στήνονταν συνήθως στις παρυφές της Χώρας, ανάμεσα στο Σταυρωμένο και το Κρυονέρι από τη μια πλευρά, και στα Γύφτικα, στο ποτάμι, από την άλλη (3). Όπως φαίνεται, εκτός από κατάδικους των φυλακών της Ζακύνθου έφερναν μερικές φορές για αποκεφαλισμό και θανατοποινίτες από άλλες φυλακές.

Ξεφυλλίζοντας το ημερολόγιο/χρονικό του Διονυσίου Κλάδη (4) βλέπει κανείς πως στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα από τις φυλακές της Ζακύνθου δεν έλειψαν τα δραματικά γεγονότα όπως οι δραπετεύσεις και οι φονικές συμπλοκές. Πιο συγκεκριμένα, στις 9 Ιανουαρίου του 1876 διέφυγε ένας Σκουληκαδιώτης θανατοποινίτης μαζί με έναν ισοβίτη και κάποιον που είχε καταδικαστεί σε μόλις ενάμιση χρόνο. Στις 22 Νοεμβρίου 1880, ξημερώματα, δραπέτευσε ο Τούσης Φεραδούρος από το Μαχαιράδο. Ο πατέρας του Τούση Παναγιώτης είχε καρατομηθεί στις 18 Φεβρουαρίου 1875 για το φόνο του Γεωργίου Μελισσηνού το 1873. Στις 19 Δεκεμβρίου 1889 ένας Μοραΐτης που δραπέτευσε από το Κάστρο σκοτώθηκε λίγο πιο κάτω από στρατιώτες. Στις 30 Ιανουαρίου 1891 δραπέτευσαν τρείς βαρυποινίτες, ένας Κεφαλλονίτης, ένας Πατρινός και ένας Αγρινιώτης. Στις 16 Αυγούστου 1894 διέφυγε ένας ισοβίτης από τη Μάνη μαζί με κάποιον Παναγιώτη Ξένο, καταδικασμένο σε εικοσαετή φυλάκιση, και έναν Παναγιώτη Κεφαλληνό, ακόμα υπόδικο. Ο Μανιάτης πιάστηκε πολύ γρήγορα αλλά όχι και οι Ζακυνθινοί. Στις 2 Μαΐου 1884 ο Παναγιώτης Αυγουστίνος σκότωσε με μαχαίρι μέσα στη φυλακή δύο άλλους κατάδικους, μη Ζακυνθινούς. Επίσης, σε μια άλλη συμπλοκή στις 13 Απριλίου 1888 ένας φρουρός πυροβόλησε και σκότωσε κάποιον Καμάρα, ο οποίος αναφέρεται σαν αρχιληστής.

Ας μη νομισθεί πως όλοι όσοι βιαιοπραγούσαν στη Ζάκυνθο, και ήταν πάρα πολλοί, πέρναγαν κάποτε την πόρτα της φυλακής. Οι φυγόδικοι ήταν αρκετοί και οι συγγενείς τους περνούσαν άσχημες μέρες. Τα καταδιωκτικά αποσπάσματα συχνά τους φυλάκιζαν χωρίς στοιχεία, τους έδερναν και κατέστρεφαν την περιουσία τους σαν μέσο πίεσης, είτε για να αποσπάσουν πληροφορίες είτε για να αναγκάσουν τους φυγόδικους να παραδοθούν. Υπήρχαν όμως και αυτοί που κάθε άλλο παρά κρύβονταν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Γιάννης Στάβερης – Λέτζερης, πρωτοπαλίκαρο του Κωνσταντίνου Λομβάρδου, ο οποίος λέγεται πως είχε σκοτώσει οχτώ ανθρώπους συνολικά. Είχε αναγκαστεί να φύγει από τη Ζάκυνθο και να εγκατασταθεί στην Ηλεία, όπου είχε δημιουργήσει μεγάλη περιουσία σε χτήματα και μαούνες. Το εκπληκτικό είναι πως μαζί με τους αδελφούς του Παύλο και Δήμο έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης στη Ζάκυνθο και είχαν τεράστια επιρροή. Την κηδεία του Γιάννη το 1889 – πέθανε από φυσικά αίτια σε ηλικία μόλις 40 χρονών – την παρακολούθησε τεράστιο πλήθος και απαγγέλθηκαν ποιήματα στο ‘λιοντάρι της Ζακύνθου’ (5).


 Οι φυλακές πριν το 1953 σε σχέδιο του Ροβέρτου Σάρτζιντ




--------------------------------------------------------------------
1)  The American Historical Review, τόμος 105, No. 2 (Απρίλιος 2000). Το άρθρο με τη συγκεκριμένη φωτογραφία μου το έστειλε η Diana Gillilant Wright. Το αντίγραφο που διέθετα μέχρι τότε δεν την περιείχε.
2)   Percy F. Martin, Greece of the Twentieth Century, Λονδίνο και Λειψία 1913, σ. 339. Ο τίτλος της φωτογραφίας είναι THE IONIAN ISLANDS: ZANTE, THE TOWN PRISON.
3)  Λεωνίδας Ζώης, Λεξικόν, τ. Β΄, Αθήνα 1963, σ. 241.
4)  Γιάννης Δεμέτης, Κυριώτερα Συμβάντα της Νήσου Ζακύνθου, υπό Διονυσίου Κλάδη του ιερέως Παναγιώτη, Εκδόσεις Τρίμορφο, Ζάκυνθος 2004.

5)  Βλέπε 4, σσ. 146 -147. 

Κυριακή 20 Απριλίου 2014

Χριστός Ανέστη


Ο Γολγοθάς του Albrecht Dürer.

Και για όσους φίλους ενδιαφέρονται, κάτω από τον ένα ληστή, ανάμεσα σε Τούρκους και σε Γερμανούς ιππότες, ένας έφιππος Στρατιώτης. 


Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Αμάχες και οχτρίες στη Ζάκυνθο




Όσες ευλογίες έχει απολαύσει η Ζάκυνθος στην ιστορική της διαδρομή άλλες τόσες κατάρες της έχουν επιφυλαχτεί: σεισμοί, πόλεμοι, πειρατεία, επιδημίες, διαφθορά και κοινωνικές αδικίες. Η κατάρα όμως που έχει, ίσως, κοστίσει περισσότερες ζωές από όλες τις άλλες μαζί, και έχει στο διάβα του χρόνου προκαλέσει φριχτά βάσανα και ανείπωτο πόνο, παραμένει πρόχειρη υποσημείωση και συχνά αγνοείται τελείως. Είναι μάλλον αναμενόμενο να ντρέπεται κανείς να ασχοληθεί με κάτι που, εκ πρώτης όψεως, δεν φαίνεται να μας επιβλήθηκε από τη φύση, τους ξένους ή την κακή μας τύχη και μόνο. Ίσως πάλι πολλοί, και μιλάω πάντα για Ζακυνθινούς περασμένων εποχών, συνηθισμένοι από γεννησιμιού τους σε αυτή την κατάσταση, τη θεωρούσαν κάτι σαν φυσικό και ανεξάλειπτο κακό. Κάτι που μπορούσε να υπερνικηθεί μόνο αν ξεπερνιόντουσαν ολότελα τα ανθρώπινα μέτρα, όπως έκανε ο προστάτης του νησιού, που άγιασε συγχωρώντας το φονιά του αδελφού του. Μιλάω βέβαια για τις πολυάριθμες βεντέτες, για αιώνες πληγή αγιάτρευτη.

Είμαι σίγουρος πως πολλοί σημερινοί Ζακυνθινοί θα σμίξουν τα φρύδια αν διαβάσουν αυτό το κείμενο. Τη βεντέτα, το γδικιωμό, μπορεί να μην τον βλέπουν σαν πράγμα πρωτάκουστο στο νησί αλλά σίγουρα, θα σκεφτούν, η Ζάκυνθος δεν είναι, δεν ήταν ποτέ, ούτε Κρήτη ούτε Μάνη. Θεωρούν εαυτούς απογόνους εύθυμων μαντσιαδόρων και καλοκάγαθων τραγουδιστάδων, και συχνά δήθεν εκλεπτυσμένων αρχόντων. Ευτυχώς μπορέσαμε και ξεχάσαμε! Η πληγή επιτέλους έκλεισε! Και τώρα μπορούμε, χωρίς φόβο και πάθος, να ξαναθυμηθούμε. Για χάρη της αλήθειας. Και κάποτε θα μπορέσουμε να καταλάβουμε και να συμφιλιωθούμε με ολόκληρο το ιστορικό μας παρελθόν.

Οι Άγγλοι του 19ου αιώνα δεν έχαναν ευκαιρία να αναφέρουν τα φονικά της Ζακύνθου. Το έκαναν κακόβουλα τις περισσότερες φορές, όχι μόνο σαν έκφραση της δικής τους υπεροψίας αλλά και για να δικαιολογήσουν το κουμάντο τους σε μια ξένη γη. Έγραψε κάποιος πως η πρώτη κουβέντα του Ζακυνθινού μετά την πρωινή καλημέρα είναι η ερώτηση ‘Ποίον εσκοτώσανε ’ψές’. Αν δεν τους χαλιναγωγήσουμε, αν δεν επιβάλλουμε την τάξη, ήταν το μόνιμο ρεφραίν, αυτοί θα αλληλοεξοντωθούνε.  Και εμείς, πάντα ικανότατοι στο να διακρίνουμε το κρυμμένο συμφέρον πίσω από το ενδιαφέρον, παραμερίσαμε τα λόγια τους, ακόμα και στο δικό μας το νου, σαν διαβολή, ή τουλάχιστον υπερβολή, και δικαιολογηθήκαμε πως υπήρξε απλά μια έξαρση, λόγω της σηπόμενης Βενετοκρατίας και της χαοτικής περιόδου που ακολούθησε μέχρι να βάλουν γερά το πόδι τους στο νησί οι Βρετανοί.

Δεν ήταν δύσκολο να πείσουμε τους εαυτούς μας πως είχαμε δίκιο. Η κατάσταση είχε βελτιωθεί πολύ και εξακολουθούσε να βελτιώνεται. Το πως και το γιατί δεν μπήκαμε στον κόπο να το εξετάσουμε. Δεν έχω την πρόθεση, ούτε και τη δυνατότητα, να κάνω την απαιτούμενη ανάλυση. Στόχος μου είναι να δείξω πως στην πραγματικότητα το πρόβλημα ήταν και πολύ παλιότερο και πολύ πιο έντονο από ότι θέλουμε να πιστεύουμε. Δεν θα αποφύγω όμως τον πειρασμό να κάνω μερικές πολύ απλές παρατηρήσεις που μπορεί να κάνει οποιοσδήποτε γνωρίζει λίγα πράγματα για την Ιστορία της Ζακύνθου.

Οι Άγγλοι φρόντισαν, στο μέτρο του δυνατού, να αφοπλίσουν ένα πληθυσμό που ήταν παραδοσιακά οπλισμένος. Το ότι το έκαναν λόγω φόβου δεν επιδέχεται μάλλον αμφισβήτηση, αμφισβήτηση όμως δεν επιδέχεται και το ότι το φαινόμενο της βεντέτας παίρνει διαστάσεις σε κοινωνίες όπου η οπλοφορία είναι γενικευμένη. Επέβαλλαν από την αρχή δρακόντειες ποινές για όσους εγκληματούσαν, σε ένα τόπο όπου η ατιμωρησία ήταν κανόνας για αιώνες (1). Φρόντισαν ακόμη να υπάρχουν δικαστήρια όπου άρχισαν σιγά-σιγά να απευθύνονται με μηνύσεις ακόμη και τα μεσαία και κατώτερα κοινωνικά στρώματα χωρίς την ανάγκη της προσφυγής στα όπλα. Ο εναγκαλισμός του σπορ των μηνύσεων από τους ντόπιους απέκτησε με τον καιρό τόση θέρμη και διάρκεια όσο του κρίκετ από τους Κερκυραίους.

Τα μέτρα αυτά, ακόμη και μετά από μισό αιώνα Αγγλοκρατίας, δεν είχαν την ποθούμενη αποτελεσματικότητα. Αφενός μεν μισός αιώνας δεν είναι πάντα διάστημα ικανό να μεταβάλει ριζικά νοοτροπίες που είχαν επικρατήσει για πολύ περισσότερο καιρό, αφετέρου δε οι Βρετανοί δεν φρόντισαν να κόψουν ή μάλλον, για να είμαστε ακριβείς, φρόντισαν αντίθετα να αποκαταστήσουν την πιο χοντρή ρίζα του κακού: το αρχοντολόι. Το θεωρούσαν, και ήταν, στήριγμα τους αν και, η αλήθεια είναι, όχι στο βαθμό που υπήρξε στήριγμα των Βενετών. Επί Βενετοκρατίας ήταν σε μεγάλο βαθμό συνδιαχειριστές της Βενετικής εξουσίας στο νησί (2) και σαν τέτοιοι φρόντισαν να επικρατεί ατιμωρησία μαζί με το δίκαιο του ισχυροτέρου. Ταγοί μιας κοινωνίας πατριαρχικής, πολεμιστές οι ίδιοι, διοικούσαν, και αδικούσαν κατά το δοκούν, άλλους πολεμιστές. Αλάθητη συνταγή για αιματοκύλισμα αυτών που η τιμή, το ονόρε τους, ήταν καθρέφτης της τιμής του αφέντη. Μόνο μετά την Ένωση των Επτανήσων ακρωτηριάστηκε αυτή η ρίζα, και με την προοδευτική άνοδο του μορφωτικού επιπέδου και την ισχυροποίηση των κρατικών δομών, μπορέσαμε να απαλλαγούμε τελικά από την κατάρα.

Φτάνοντας στον πυρήνα των γραφομένων μου επιστρατεύω μια μαρτυρία της εποχής του Ρεμπελιού, που σίγουρα θα ξενίσει αρκετούς γιατί ρίχνει ένα διαφορετικό προβολέα στους Ζακυνθινούς της Βενετοκρατίας. Προέρχεται από τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις ενός Γάλλου άρχοντα, γνωστού σε μας μόνο σαν sieur Du Loir, απρόθυμου τουρίστα στη Ζάκυνθο για ένα δεκαπενθήμερο το 1639 (3).

‘Αναγκαστήκαμε να περιμένουμε για πάνω από 15 μέρες σε αυτή την πόλη τις γαλέες του Signor Massimo Contarini και του Signor Briani, οι οποίες είχαν διαταγές να μεταφέρουν τον κύριο Πρεσβευτή στη Βενετία, επειδή είχαν ταλαιπωρηθεί από μια μεγάλη καταιγίδα στα Κύθηρα. Αυτή η παραμονή μου φάνηκε μακριά και βαρετή, επειδή δεν υπάρχει τίποτα αξιοπερίεργο στη Ζάκυνθο, αντίθετα υπάρχουν πράγματα που προκαλούν αποτροπιασμό και αγανάκτηση, όπως οι σκοτωμοί και οι συχνές δολοφονίες, που δημιουργούν θανάσιμες έχθρες μεταξύ των οικογενειών και των συγκεκριμένων Ελλήνων σε όλα τα νησιά που ανήκουν στη Δημοκρατία της Βενετίας. Αυτό το πράγμα είναι πρωτάκουστο, δεν νομίζω να υπάρχει ούτε ένας από αυτούς που να μην έχει κάποιο θανάσιμο εχθρό, και αυτό τρέφει συνέχεια στο μυαλό του την επιθυμία να τον σκοτώσει με την πρώτη ευκαιρία. Έτσι παίρνουν πάντα προφυλάξεις και οπλίζονται ανάλογα, κουβαλώντας στους ώμους τους πάνω από δύο μουσκέτα, πάνοπλοι σαν να πηγαίνουν για πόλεμο. Δεν τους βλέπεις ποτέ χωρίς αλυσιδωτό θώρακα, δεν πάνε πουθενά τη νύχτα χωρίς σιδερένιο κράνος στο κεφάλι τους, και οποιαδήποτε στιγμή είναι ζωσμένοι πιστόλια και μαχαίρια, και επιπλέον μια ασπίδα από το κεφάλι μέχρι τα πόδια για να τους προφυλάσσει από τα χτυπήματα. Παρόλα αυτά τα όπλα, που είναι αυτά της πόλης (γιατί στην ύπαιθρο χρησιμοποιούν περισσότερα), ποτέ δεν επιτίθενται σε κάποιον χωρίς να βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση, και περνάνε τη ζωή τους αναζητώντας την ευκαιρία, οπουδήποτε, χωρίς να σέβονται ακόμα και τους ιερούς χώρους. Ακούς για σκοτεινές πράξεις, που δεν μπορεί να τις συλλάβει η φαντασία, οι οποίες για να συγχωρεθούν απλώς πηγαίνουν στην Κωνσταντινούπολη και ζητάνε χάρη από το Βάιλο, ο οποίος αντιπροσωπεύει τη Βενετία, επειδή μπορεί να τους απαλλάξει ολοκληρωτικά από οποιοδήποτε έγκλημα. Με αυτή την επιείκεια η Βενετία κρατάει τους υπηκόους της, γιατί στ’ αλήθεια δεν νομίζω πως αν τιμωρούσε όλους τους ενόχους θα της έμενε κανένας.’

Η συνταρακτική αυτή περιγραφή μπορεί να μην αποδίδει τα του Καίσαρος τω Καίσαρι – ποιός άλλωστε θα είχε τέτοια απαίτηση από έναν περαστικό – δεν παραλείπει όμως να συνδέσει το φαινόμενο με τη Βενετική εξουσία, αφού παρατηρείται σε όλες τις νησιωτικές κτήσεις της Γαληνοτάτης χωρίς να γίνεται αναφορά στις Οθωμανικές περιοχές της Ελλάδας, αρκετές από τις οποίες διέσχισε ο sieur Du Loir. Αναφέρει μάλιστα την πλήρη ατιμωρησία, την οποία βέβαια, όπως μπορεί να αντιληφθεί ο καθένας, απολάμβαναν κυρίως αυτοί που είχαν πρόσβαση στους Βενετσιάνικους μηχανισμούς εξουσίας και οι μπράβοι που ενεργούσαν για λογαριασμό τους.

Αξίζει ακόμα να επισημάνουμε πως ο Du Loir αναφέρεται σε ένα μόνο από τα φαινόμενα βίας που μάστιζαν τις Βενετικές κτήσεις της εποχής. Το άλλο, δηλαδή τις άτυπες μονομαχίες, δεν το αναφέρει, όχι επειδή δεν το πληροφορήθηκε ή δεν έπεσε κατά κάποιο τρόπο στην αντίληψη του αλλά επειδή πιθανότατα δεν του έκανε εντύπωση. Οι συχνότατες μονομαχίες των Επτανήσιων έμοιαζαν με ένοπλες συμπλοκές, επειδή γίνονταν εν βρασμώ, δηλαδή αμέσως μετά την εκδήλωση της αιτίας – συνήθως κάποιας προσβολής – και χωρίς καμιά επισημότητα. Ήταν όμως αναμετρήσεις επί ίσοις όροις και μπροστά σε θεατές. Αντίθετα με πολλές από τις επίσημες αναμετρήσεις των Δυτικοευρωπαίων σπάνια η κατάληξη ήταν η απώλεια ανθρώπινης ζωής. Οι Επτανησιακές μονομαχίες σταματούσαν μόλις χυνόταν το πρώτο αίμα, έτσι φαίνεται τουλάχιστον από όσα στοιχεία έχουν δημοσιευτεί μέχρι τώρα (4).

Αν και οι μονομαχίες αυτές γίνονταν για λόγους τιμής η ήττα αποτελούσε μόνο προσωπική ταπείνωση και όχι οικογενειακή ατίμωση. Δεν δικαιολογούσαν από μόνες τους την έναρξη βεντέτας. Ήταν η επίθεση που γινόταν κάτω από άνισους όρους, ή έδινε την εντύπωση ότι είχε γίνει κάτω από άνισους όρους, για παράδειγμα λόγω έλλειψης μαρτύρων, που δημιουργούσε τις συνθήκες έναρξης γενικευμένου αλληλοσκοτωμού των συγγενών. Μια τέτοια επίθεση κατανάγκαζε τους συγγενείς σε υποχρέωση αυτοδικίας, ή κατ’ ελάχιστο στο φόνο κάποιου συγγενή του φταίχτη επειδή η υπόθεση είχε πλέον ξεφύγει από τα όρια του προσωπικού και ήταν υπόθεση οικογενειακή. Ταυτόχρονα κάθε σκέψη ‘τίμιας’ αναμέτρησης χανόταν αφού η αρχική συμπλοκή δεν πιστευόταν ότι ήταν τέτοια. Σκοπός πλέον ήταν ο φόνος με οποιοδήποτε μέσο αφού η μη επιδίωξη του σήμαινε οικογενειακή ατίμωση και ο καταναγκασμός ήταν τόσο ισχυρός που ακόμη και η θρησκεία δεν αποτελούσε εμπόδιο. Άλλωστε, στο μυαλό αυτών των ανθρώπων, που κατά κανόνα ήταν τελείως απαίδευτοι, εφόσον κατάφερναν να σκοτώσουν χωρίς να σκοτωθούν η άφεση αμαρτιών ήταν εγγυημένη από κάποιο συγγενή τους παπά.

Αυτά βέβαια δεν τα γνώριζε ο Du Loir και, μέσα στην κατάπληξη που του προκάλεσε το φαινόμενο, υπαινίσσεται δειλία. Η βεντέτα όμως δεν ήταν συνυφασμένη με την έλλειψη θάρρους και κανείς στη Ζάκυνθο εκείνου του καιρού δεν θα διανοούνταν κάτι τέτοιο. Η ελάχιστη έστω σύνδεση της βεντέτας με δειλία θα είχε εξαφανίσει το φαινόμενο από τα γεννοφάσκια του αφού η τιμή της οικογένειας ήταν άρρηκτα δεμένη με τον απόλυτο ανδρισμό των αρσενικών της μελών. Μια από τις σχετικά πρόσφατες περιπτώσεις, για την οποία έχουμε την τύχη να έχουν διασωθεί κάποιες λεπτομέρειες, το επιβεβαιώνει.

Ο Βερνάρδος Λεφτάκης ήταν υπεύθυνος του σκάφους της Σανιτάς (Υγιειονομείου) και γνωστός σαν άνθρωπος του Κωνσταντίνου Λομβάρδου (5). Μια μέρα, λίγο μετά την Ένωση, συνόδευε το Λομβάρδο σε κάποια περιοδεία στην ύπαιθρο όταν τον πρόλαβε η είδηση ότι ο μικρότερος αδελφός του είχε σκοτωθεί από κάποιον. Αφού βεβαιώθηκε ότι δεν επρόκειτο για έντιμη αναμέτρηση αλλά για δολοφονία, κατέβηκε στη Χώρα και πήγε στην Αστυνομία, όπου υπηρετούσε ο αδελφός του φονιά. Μπροστά στον ενωμοτάρχη και δύο άλλους αστυνομικούς τον πυροβόλησε στο κεφάλι, τον μαχαίρωσε στην καρδιά και μετά διέφυγε αφήνοντας τους παριστάμενους αποσβολωμένους. Δεν βρέθηκε παρά το ανθρωποκυνηγητό που ακολούθησε και πιστευόταν ότι τον φυγάδευσε ο ισχυρός προστάτης του.

Αυτά αναφέρονται μόνο για να ανασκευαστεί η λανθασμένη εντύπωση του Du Loir και χωρίς την παραμικρή διάθεση ηρωοποίησης κανενός. Ο γράφων δεν θα μπορούσε παρά να αισθάνεται βαθειά την παράνοια που οδηγούσε σε τέτοιες πράξεις αφού έλκει μεγάλο μέρος της καταγωγής του από δύο σόγια που αλληλοσκοτώνονταν κατά το μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα με κάποια ξεχασμένη πια αφορμή. Η καταγωγή αυτή του γράφοντος είναι σχετικά πρόσφατη και ανάγεται στις αρχές του 20ου αιώνα αλλά οι δύο οικογένειες είχαν ήδη συνυπάρξει σαν γείτονες για 300 χρόνια πριν την έναρξη της αλληλοσφαγής. Πρέπει λοιπόν να είχαν προηγουμένως συμπεθεριάσει ουκ ολίγες φορές αφού και η κοινωνική τους θέση ήταν περίπου ίδια. Σκοτώνονταν δηλαδή άνθρωποι που όχι μόνο δεν είχαν τίποτα να χωρίσουν και δεν είχαν ποτέ βλάψει ή προσβάλλει ο ένας τον άλλο αλλά και που συχνά συνδέονταν με δεσμούς συγγένειας.

Όσο όμως δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ήρωες άλλο τόσο δεν μπορούν να χαρακτηριστούν κοινοί δολοφόνοι. Ήταν, το δίχως άλλο, άνθρωποι βίαιοι, σε μια κοινωνία όμως όπου η βία δεν ήταν απλώς ανεκτή ήταν απαραίτητη, και κατά συνέπεια επαινετή, τόσο λόγω εξωτερικών απειλών όσο και διαφορών ή συγκρούσεων εσωτερικά, για τις οποίες δεν υπήρχε ουσιαστικά προσβάσιμο πλαίσιο δίκαιης λύσης, ή έστω συμβιβασμού, χωρίς αξιόπιστη δυνατότητα βίαιης αντίδρασης της αδικημένης πλευράς. Με δεδομένες μάλιστα τις μεγάλες κοινωνικές ανισότητες ο μέσος Ζακυνθινός δεν μπορούσε να σταθεί μόνος του και ήταν απαραίτητη η ενεργή – συχνά ένοπλη – υποστήριξη είτε κάποιου πάτρωνα είτε της ευρύτερης οικογένειας. Η διατήρηση της οικογενειακής τιμής, χωρίς να παραγνωρίζεται ο ρόλος της επιθυμίας εκδίκησης, δεν ήταν παρά η μασκαρεμένη ανάγκη διατήρησης των κεκτημένων της οικογένειας συνολικά, κάτι που για τα φτωχότερα στρώματα ήταν πολλές φορές όρος επιβίωσης.

Ο μόνος δίκαιος τρόπος θεώρησης αυτών των ανθρώπων είναι σαν θύματα, στη μεγάλη τους πλειοψηφία τουλάχιστον. Πίστευαν ακράδαντα πως το μίσος ήταν γι αυτούς ιερή υποχρέωση, το αίμα, ξένο ή δικό τους, προσφορά στα αγαπημένα τους πρόσωπα, το έγκλημα μοναδικός τρόπος να αντικρίσουν την κοινωνία με το κεφάλι ψηλά. Όπως θύματα ήταν και όλοι όσοι με το ένα ή τον άλλο τρόπο αγγίχτηκαν από το μίασμα. Δύσκολο για μας να αποδεχτούμε θύματα χωρίς θύτες σε  τραγωδίες άγραφτες που παίχτηκαν δυο χιλιετίες μετά το θάνατο των μεγάλων τραγωδών. Θα πρότεινα όμως στον ενδιαφερόμενο αναγνώστη να διαβάσει τη με περισσή ευαισθησία και βαθειά ενσυναίσθηση θύμηση της Διονυσίας Μούσουρα - Τσουκαλά ‘Δύο τα θύματα’ (6). Επίσης την έρευνα ‘Οι ερειπωμένες μνήμες δεν ησυχάζουν∙ ως πότε θα περιφέρουν τη σιωπή τους; Νικόλαος, ιερεύς ο Κεφαλληνός’ του Τάκη Κεφαλληνού, ενός ανθρώπου που η ζωή του σημαδεύτηκε από αυτή την κατάρα (7). Τέλος, αναλογιστείτε αν θέλετε, σαν προσευχή, τον πόνο τόσων μανάδων που ανατρέφανε γιούς προορισμένους να σκοτώσουν ή να σκοτωθούνε∙ την αγωνία τους όταν τους περιμένανε να γυρίσουν τα βράδια μέσα από τους ίσκιους που άπλωνε το φεγγάρι ή το που έφτανε η ψυχή τους όταν ακούγανε μακρινό πυροβολισμό.  Ίσως να είναι κομμάτι και από τη δική σας οικογενειακή ιστορία.


-----------------------------------------------------------------------------------

1)  Η έλλειψη δικαιοσύνης και η ατιμωρησία είναι πολύ παλιά και πηγαίνει πίσω στις αρχές της Βενετοκρατίας, χωρίς να ισχυρίζομαι ότι τα πράγματα ήταν καλύτερα στην προ-Βενετική εποχή ή στο Δεσποτάτο του Μοριά, από όπου είχαν προέρθει πολλές από τις οικογένειες του νησιού. Ένα τμήμα της αναφοράς του πρεβεδούρου Gabriel Elmo το 1580 [βλέπε Οι Αναφορές των Βενετών Προβλεπτών της Ζακύνθου (16ος – 18ος αι.), Βενετία 2000, σελ. 95, του Δημήτρη Αρβανιτάκη] είναι αρκετά διαφωτιστικό για την κατάσταση το 16ο αιώνα.

2)  Δ. Αρβανιτάκης, Οι Αναφορές, Εισαγωγή. 

3)  Les voyages du sieur Du Loir, Παρίσι 1654, σσ. 353 – 355.

‘Le soir ie croyois que nous deussions aller coucher à Castel Tornese, mais Monsieur l'Ambassadeur ayant eu aduis que les Fregates de la Republique qui deuoient le prendre pour Ie mener au Zante estoient au riuage de la Mer, nous allasmes y camper & le lendemain nous passasmes au Zante en trois ou quatre heures de temps. Il sallut attendre dans cette Isle plus de 15. iours les Galeres du Signor Maximo Contarini, & du Signor Briani qui auoient ordre de porter Mr L’ Ambassadeur à Venise, par ce qu'elles auoient esté battues d'vne rude tempeste vers les Cerigues. Ce seiour nous sembla long & estoir ennuyeux,n'y ayant rien dans le Zante digne de curiosité : mais plutost beaucoup de choses qui donnent de l'horreur & de l'indignation, qui sont les meurtres & les assassinats que cause la mortelle, haine des familles & des particuliers Grecs en toutes les Isles suiettes à la domination de Venise; lamais vous n'auez entendu parler de pareille chose, ie ne crois pas qu'il y en ait vn parmy eux qui n'ait quelque ennemy mortel, & qui ne nourrisse continuellement dans l'ame le dessein de le tuer à la premiere occasion. Aussi sont – ils tousiours sur leurs gardes, & ils vont tellement armez qu’il ne leur marque plus que deux petite coulevrines sur les espaules, pour auoir un attirail de guerre complet. Ils ne sont iamais sans chemisette de mailles, ils ne vont point la nuit sans auoir un pot de fer en teste, & a toute heure vous trouuerez autour de la ceinture de leur haut de chausses pour le moins autant de Pistolets & de poignards qu’on y porte d’eguillettes en France , & de plus pour parer les coups, ils ont encore une targue qui les couure depuis les pieds iusques à la teste. Auec toutes ces armes qui ne sont que de Ville, (car il en faut bien d’autres pour la campagne) iamais ils n’attaquent vn homme qu’a leur aduantage, & ils passent toute leur vie a chercher l’occasion de le trouuer , en quelque lieu que ce puisse estre sans auoir mes me respect pour les sacres. Vous n’entendez parler que d'actions plus noires que l’imagination n'en scauroit conceuoir, & pour en estre absous, ils n’ont qu’à s’en aller à ConstantinopIe, & en demander l’abolition au Baïle, qui y reside pour Venise, parce qu'il à pouuoir de leur donner vne indulgence pleniere pour toute sorte de crime. C'est auec cette clemence que la Republique de Venise conserue ses suiets; car en verité ie ne croy pas que si elle faisoit lustice à tous les coupables, il luy enrestat vn innocent.’

4)  Thomas W Gallant, Honor, Masculinity, and Ritual Knife Fighting in Nineteenth-Century Greece, American Historical Review, Απρίλιος 2000, σσ. 359 – 382. Τα στοιχεία αντλούνται κυρίως από την Κέρκυρα και την Κεφαλονιά επειδή τα αρχεία της Ζακύνθου έχουν καταστραφεί. Συγκρίνοντας στατιστικά στοιχεία από το τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα που έχει δημοσιεύσει ο ίδιος αλλού, καθώς και από αφηγήσεις ξένων, η κατάσταση στη Ζάκυνθο ήταν πολύ χειρότερη από τα άλλα νησιά.

5)  Βλέπε προηγούμενο.

6)  Δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο Νυχθημερόν στις 4 Μαΐου 2012 http://www.nyxthimeron.com/2012/05/blog-post_04.html

7)  Δημοσιεύτηκε στις Επιλογές της εφημερίδας Ερμής Ζακύνθου σε δύο τμήματα στις 17 και 24 Φεβρουαρίου 2012. Επίσης στο  http://www.parathemata.com/2012/02/blog-post_18.html στις 18 Φεβρουαρίου 2012.

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

Χαμογελαστή Ζάκυνθος



Ανάμεσα στις παλιές περιγραφές της Χώρας, της πόλης της Ζακύνθου, ξεχωρίζω μία. Δεν είναι εκτενής, δίνει ελάχιστες πληροφορίες, ούτε είναι ίσως η περισσότερο εγκωμιαστική, καταφέρνει όμως, νομίζω, να δώσει τη γενικότερη εντύπωση, τον αέρα που ανέδινε η πόλη στον επισκέπτη. Είναι μια εντύπωση συχνά απατηλή, γιατί τις περισσότερες ώρες της μέρας, και κάπου-κάπου της νύχτας, ο χαρακτηρισμός ‘μουρλόχωρα’ του Τσακασιάνου είναι πιστότερος. Όμως ακόμα και στις μέρες μας, κάποια Κυριακάτικα πρωινά, έξω από τους καλοκαιρινούς μήνες, φάτσα στον αγουροξυπνημένο ήλιο, η Χώρα καταφέρνει να σε προσκαλέσει κλείνοντας σου το μάτι.

Η χαρισματική Αμερικανίδα συγγραφέας Constance Fenimore Woolson, μικρανιψιά του James Fenimore Cooper, δημιουργού του ‘Τελευταίου των Μοϊκανών’, πέρασε από τη Ζάκυνθο στις αρχές του 1890 (1):

‘Στη Ζάκυνθο, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, όλοι οι κλασσικοί συνειρμοί έγιναν έξαφνα καπνός: ο Όμηρος ξεθώριασε, ο Θεόκριτος τον ακολούθησε· ο Πλίνιος και ο Στράβων εξαφανίστηκαν. Οι τελευταίες μας αναμνήσεις το ίδιο: ο Λόρδος Guildford και το πανεπιστήμιο του, ο Βύρωνας και οι Σουλιώτες, ο Napier και τα μουλάρια του – όλα αυτά μας εγκατέλειψαν. Είμαστε πίσω στο παρόν· πρέπει να πάρουμε μερικά Ζακυνθινά λουλούδια και Ζακυνθινά μπιχλιμπίδια· δεν σκεφτόμαστε άλλο από το να αποβιβαστούμε. Σπρώχνοντας ένα πάγκο, με ημι-ασυναίσθητη βία, πάνω στον Έλληνα (2), καταφέραμε να τον κάνουμε να μετακινηθεί λίγο, ώστε να μπορέσουμε να σηκωθούμε. Μετά αποβιβαστήκαμε (αλλά όχι με καΐκι) και αρχίσαμε να τριγυρίζουμε στην κίτρινη πόλη. Η Ζάκυνθος είναι το μέρος με την πιο πρόσχαρη εμφάνιση που έχω δει ποτέ. Ο όρμος ρυτιδιάζει και αχνογελάει αυτάρεσκα· είναι τόσο χαριτωμένος που το ξέρει, και γι αυτό αχνογελάει. Η πόλη, με τα χαρμόσυνα βαμμένα σπίτια της, απλωμένη σε ένα επίπεδο ημικύκλιο στην άκρη του νερού, χαμογελάει, θα ’λεγε κανείς, από το ένα αυτί μέχρι το άλλο. Και αυτή η εύθυμη έκφραση μεταφέρεται πάνω προς το λόφο, με γοητευτικούς κήπους, πορτοκαλεώνες, και αμπέλια, στο Βενετικό κάστρο στην κορυφή, το οποίο, έτσι όπως το είδαμε στην άπλετη λιακάδα, με τα πουλιά να πετάνε γύρω του, φαινόταν να πετάει το καπέλο του στον αέρα μ’ ένα ζήτω.

"Ω, υακίνθινο νησί! Πορφυρό Τζάντε!
Χρυσό νησί! Φιόρο του Λεβάντε!"


ύμνησε ο Πόε, παίρνοντας όμως αυτή τη φορά τις κυμβαλοκρουσίες του από ένα Ιταλικό τραγούδι – "Zante, Zante, fior di Levante!"’

Μοναδική παρατήρηση πως δεν άντεξε η συγγραφέας στον πειρασμό και δανείστηκε δύο στίχους από το μεγάλο συμπατριώτη της (3). Η αντίρρηση μου δεν αφορά τόσο το γεγονός ότι ο Πόε δεν επισκέφτηκε ποτέ τη Ζάκυνθο, όπως και κανένα άλλο μέρος της Ελλάδας, όσο το ότι ο στόμφος των στίχων του δεν ταιριάζει τόσο με τη χαρούμενη προσήνεια του τοπίου που η ίδια περιέγραψε. Θα ταίριαζαν ίσως καλύτερα, αν ήθελε σώνει και καλά να κοτσάρει κάτι από ένα μεγάλο λογοτέχνη, τα λόγια του σύγχρονου της Paul Bourget, που ούτε αυτός είχε ακόμα, αν δεν κάνω λάθος, αντικρύσει τη Ζάκυνθο όταν τα έγραψε (4):

‘Ω Τζάντε, μακρινό γλυκό λουλούδι του Λεβάντε!’

Μόνο που αυτά ήταν, φευ, σε άλλη γλώσσα.


-----------------------------------------------------------------------  

1)  Constance Fenimore Woolson, Mentone,Cairo,and Corfu, Νέα Υόρκη 1896, σ. 348.

At Zante, for some unexplained cause, the classic associations suddenly vanished: Homer faded, Theocritus followed him; Pliny and Strabo disappeared. The later memories, too: Lord Guildford and his university, Byron and his Suliotes, Napier and his mules--all these left us. We were back in the present; we must have some Zante flowers and Zante trinkets; we thought of nothing but going ashore. By pushing a bench, with semi-unconscious violence, against the Greek, we succeeded in making him move a little, so that we could rise. Then we landed (but not in a caique), and went roaming through the yellow town. Zante is the most cheerful-looking place I have ever seen. The bay ripples and smirks; it is so pretty that it knows it is pretty, and it smirks accordingly. The town, stretching, with its gayly tinted houses, round a level semicircle at the edge of the water, smiles, as one may say, from ear to ear. And this joyful expression is carried up the hill, by charming gardens, orange groves, and vineyards, to the Venetian fort at the top, which, as we saw it in the brilliant sunshine, with the birds flying about it, seemed to be throwing its cap into the sky with a huzza.

     "O hyacinthine isle! O purple Zante!
    Isola d'oro! Fior di Levante!"

sang Poe, borrowing his chimes this time, however, from an Italian song--"Zante, Zante, fior di Levante!"

2)  Πρόκειται για έναν Έλληνα συνταξιδιώτη, ο οποίος καθόταν υπερβολικά κοντά τους σε όλη σχεδόν τη διάρκεια του ταξιδιού.

3)  Από το γνωστό σονέτο του Edgar Allan Poe, To Zante. Βλέπε και http://pampalaia.blogspot.co.uk/2011/05/blog-post.html

4)  Το ποίημα του Paul Bourget, Zante, πρωτοδημοσιεύτηκε το 1876 στο Le Parnasse contemporain, όταν ο λογοτέχνης ήταν μόλις 24 χρονών.

ZANTE


« Zante fior di levante. »

(Dicton italien.)


Quand le vaisseau, bercé par la mer caressante,
S’arrête aux bords heureux de la terre de Zante
Que les Italiens nomment « fleur du Levant »‚
Le voyageur vers lui voit voler cent nacelles,
Toutes pleines de fleurs humides et nouvelles
Dont l’âme errante flotte et parfume le vent.

On dirait des jardins balancés sur les lames,
Et ce sont des œillets plus rouges que les flammes,
D’autres blancs, délicats comme un beau teint d’enfant,
Et des roses de pourpre et des roses pâlies,
Et de grands lis royaux, dont les mélancolies
Gardent je ne sais quoi d’âpre et de triomphant.

Et lorsque le vaisseau, parti pour d’autres mondes,
Escalade les plis démesurés des ondes
Qui l’emportent au ciel brumeux de l’Occident,
Longtemps encor, malgré la vapeur, les cordages
Et les groupes bronzés des matelots sauvages,
Les fleurs de Zante en font un oasis flottant.

Moi-même, aux jours obscurs où mes tristes pensées
Évoquent la beauté des heures éclipsées,
Que de fois j’ai revu, — mirage décevant, —
Ton ciel clair, tes flots bleus semés de pierreries,
Et les riches bouquets tes barques fleuries,
O Zante, fleur lointaine et douce du Levant !

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Το Μαραθονήσι της Ζακύνθου – Μέρος Γ΄


Το Μαραθονήσι και η Λίμνη του Κεριού το 1741

Στα 1728, ένας καταζητούμενος Ζακυνθινός, που είχε καταφύγει στο Μοριά όπως συνηθιζόταν τότε, αρρώστησε ενόσω επισκεπτόταν κρυφά τους δικούς του στη Χώρα. Αυτοί ζήτησαν τη βοήθεια ενός γνωστού ζωγράφου και αγιογράφου, στον οποίο αποδίδονται κάποιες από τις παραστάσεις της Φανερωμένης, το Γερόλυμο Στράτη Πλακωτό (1), επειδή επιδιδόταν και στην πρακτική ιατρική. Σύντομα αρρώστησαν βαριά τόσο ο Γερόλυμος όσο και οι γιοί του. Σήμανε συναγερμός, αφού ο Μοριάς εκείνη την εποχή είχε πληγεί από την πανούκλα, αλλά παρά τις προειδοποιήσεις του βετεράνου Εβραίου γιατρού Ααρών Αλμπρόν τα ενδεδειγμένα μέτρα άργησαν να εφαρμοστούν λόγω της διαφωνίας των αστίατρων. Τελικά τα θύματα μεταφέρθηκαν στο Λοιμοκαθαρτήριο, όπου είναι γνωστό πως ο Γερόλυμος πέθανε, ενώ το σπίτι τους μαζί με το ζωγραφικό εργαστήριο πυρπολήθηκαν. Στο μεταξύ όμως η πανούκλα χτύπησε πολλές συνοικίες και αργότερα ξεπέρασε τα σύνορα της Χώρας, φτάνοντας στο Μπανάτο από τη μια πλευρά και στο Αργάσι από τη άλλη. Εντονότερο ήταν το πρόβλημα στο Γκέτο, όπου από το 1712 είχαν στριμωχτεί όλες οι Εβραϊκές οικογένειες (2).

Ήταν ανάγκη να μεταφερθεί ένας μεγάλος αριθμός οικογενειών στο Λοιμοκαθαρτήριο, γνωστό τότε σαν Λαζαρέτο, στην παραλία μεταξύ Κήπων και Αργασιού, την τοποθεσία δηλαδή που και σήμερα λέγεται Λαζαρέτα. Το Λοιμοκαθαρτήριο όμως βρισκόταν από χρόνια σε άθλια κατάσταση, αποτέλεσμα της απληστίας και της επί δεκαετίες κακοδιαχείρισης του γηραιού ισόβιου διοικητή του (priore) Antonio Cattarin. Επιπλέον πλησίαζε το καλοκαίρι και η εποχή του θερισμού. Η Ζακυνθινή ύπαιθρος, γεμάτη αμπέλια, ελαιώνες και περιβόλια, δεν μπορούσε να προμηθεύσει πάνω από το ένα τρίτο του απαιτούμενου σιταριού για τη διατροφή του πληθυσμού. Για το υπόλοιπο η Ζάκυνθος βασιζόταν σε εισαγωγές, κυρίως από το Μοριά. Τουλάχιστον χίλιες Ζακυνθινές οικογένειες αδυνατούσαν να αγοράσουν τις αναγκαίες ποσότητες και κάπου δυόμιση χιλιάδες χωρικοί πήγαιναν να θερίσουν στο Μοριά κάθε καλοκαίρι και να αμειφθούν σε είδος. Στο γυρισμό έπρεπε να μείνουν για μια βδομάδα στο Λαζαρέτο αν στο Μοριά υπήρχε επιδημία – και οι επιδημίες στις Οθωμανικές περιοχές ήταν συνεχείς.  

Για να αντιμετωπιστεί η έλλειψη χώρου, και ίσως για να πλήξει τα οικονομικά συμφέροντα του Antonio Cattarin, ο πρεβεδούρος γκενεράλες της θάλασσας Francesco Correr αποφάσισε τη μεταφορά των Εβραίων στο Μαραθονήσι. Είχε από πριν την εκδήλωση της επιδημίας προτείνει τη μεταφορά εκεί μελλοντικά και των θεριστών, αφού στη νησίδα υπήρχε χώρος, καθαρός αέρας και πόσιμο νερό, όπως είχε πει. Ξεκίνησε έτσι μια νέα φάση στην ιστορία του Μαραθονησιού, η χρήση του σαν λοιμοκαθαρτήριο. Δεν έχει δημοσιευτεί ως τώρα καμιά πληροφορία για το αν το μοναστήρι της Παναγίας Μαραθονησιώτισσας ήταν επανδρωμένο κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, ούτε για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της νησίδας.

Ο Francesco Correr πάντως είχε φροντίσει ήδη από τον προηγούμενο χρόνο να βολέψει ισοβίως στη θέση του επικεφαλής (deputato) του νέου λοιμοκαθαρτηρίου τον Αντώνιο Καψοκέφαλο. Ο Αντώνιος Καψοκέφαλος δεν θα ήταν έμμισθος αλλά θα πληρωνόταν 25 άσπρα (3) από κάθε θεριστή. Ήταν γιός του κόντε Αναστασίου Καψοκέφαλου, ο οποίος είχε διακριθεί στον τελευταίο, ατυχή Βενετοτουρκικό πόλεμο μια δεκαετία νωρίτερα (4).

Ουσιαστικά ο διορισμός αυτός παρέκαμπτε πρόσφατη οδηγία της Βενετικής εξουσίας, η οποία αφορούσε τα συνηθισμένα, μη-εποχιακά λοιμοκαθαρτήρια, να εκλέγονται οι επικεφαλείς για συγκεκριμένη θητεία.  Απαγόρευε μάλιστα να είναι οι θητείες τους συνεχόμενες σε περίπτωση επανεκλογής. Σε εμάς, τέκνα της Ελλάδας του 20ου και 21ου αιώνα, όπου δεν έχει υπάρξει ποτέ διαπλοκή και δεν διανοείται κανείς να δημιουργήσει θέση για ημέτερο, όλα αυτά φαντάζουν αρκετά παρακμιακά. Ήταν όμως πολύ συνηθισμένες καταστάσεις τον τελευταίο αιώνα της Βενετοκρατίας.

Αφού καταπολεμήθηκε επιτυχώς η επιδημία μέχρι τα τέλη του 1728 οι Εβραίοι εγκατέλειψαν το Μαραθονήσι και επέστρεψαν στο Γκέτο. Επιστράφηκε στις δημόσιες αποθήκες και στους ιδιώτες η ξυλεία που είχε χρησιμοποιηθεί, και αφέθηκε για λίγο το νησάκι στις χελώνες και τα θαλασσοπούλια. Παρά τις αντιδράσεις από τους θεριστές και άλλες πλευρές το Μαραθονήσι χρησιμοποιήθηκε σαν εποχιακό Λαζαρέτο την πρώτη πενταετία της δεκαετίας του 1730. Οι δραπετεύσεις, κάποιες φορές ομαδικές, οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης και τα πλημμελή υγειονομικά μέτρα ανάγκασαν τις αρχές να εξετάσουν άλλες λύσεις, όπως την παράλληλη χρησιμοποίηση των βραχονησίδων Βόιδι και Άγιος Νικόλας ή την επέκταση του κυρίως Λοιμοκαθαρτηρίου (5). Από το 1735, και μέχρι το 1749, συνεχίστηκαν οι διαμάχες και οι παλινωδίες ώσπου το καλοκαίρι εκείνο λειτούργησε μόνιμα πια το Μαραθονήσι σαν Λαζαρέτο των θεριστών. Ωστόσο κάποιες χρονιές η καραντίνα γινόταν αλλού επειδή δεν υπήρχε διαθέσιμη βομβάρδα (6), η οποία θα συνόδευε τα πλοιάρια των θεριστών στη νησίδα.


Σχέδιο του Μαραθονησιού το 1747 όπου απεικονίζονται οι ‘εγκαταστάσεις’ του Λοιμοκαθαρτηρίου, δηλαδή 4 παραλληλόγραμμοι περιφραγμένοι χώροι, η Παναγία, ο αμυντικός πύργος, οικήματα και τρία πηγάδια.


Απεικόνιση βομβάρδας από το Μουσείο Correr της Βενετίας.

Η τραγωδία δεν άργησε. Το 1751 ένα πλοιάριο που μετέφερε αγρότες στο Μαραθονήσι ναυάγησε και πνίγηκαν 23 από αυτούς. Στις ταραχές που επακολούθησαν κινδύνεψε και ο ίδιος ο Αντώνιος Καψοκέφαλος. Την επόμενη χρονιά δραπέτευσαν 34 από τους θεριστές. Ίσως αυτό συνετέλεσε στην απόφαση τις τοπικής εξουσίας τον ίδιο χρόνο να δαπανήσει 1000 δουκάτα για υπόστεγα, ώστε να μη βρίσκονται όλη μέρα κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού οι υπό περιορισμό θεριστές. Ένα μέρος του ποσού διατέθηκε για την ανακαίνιση της κατοικίας του επικεφαλής, όπου θα έμεναν και οι μαρκουλίνοι της φρουράς για να τους έχει κοντά του. Ο Αντώνιος Καψοκέφαλος διατήρησε τη θέση του ως το θάνατο του το 1770.

Με το θάνατο του Αντωνίου η θέση θα έπρεπε να γίνει εκλόγιμη σύμφωνα με απόφαση του 1745 αλλά παρουσιάστηκε σαν διεκδικητής ο γιός του κατά 25 χρόνια μικρότερου αδελφού του Τζώρτζη, ο οποίος λεγόταν Γάμπαρας (7). Ο μικρός Γάμπαρας δεν είχε όπως φαίνεται κλείσει ακόμα τα 14 αλλά προσφέρθηκε να τον αντικαταστήσει μέχρι την ενηλικίωση του ο μπαμπάς του ο Τζώρτζης. Αυτός ήταν διοικητής της πολιτοφυλακής και χρησιμοποίησε το ανεκδιήγητο επιχείρημα πως δεν πείραζε που τα καλοκαίρια θα ήταν στο Μαραθονήσι επειδή την πολιτοφυλακή την αποτελούσαν χωρικοί και οι χωρικοί τα καλοκαίρια περνούσαν από το Μαραθονήσι. Επιπλέον ήταν άνθρωπος διορατικός και είχε φροντίσει να συνεισφέρει οικονομικά στο Λοιμοκαθαρτήριο σε ανύποπτο χρόνο. Τώρα είχε φτάσει η ώρα να εξαργυρώσει την ευεργεσία του. Με τέτοιες πλάτες πως να μην κερδίσει τη θέση το παιδί, μόνο που δεν του τη δώσανε ισόβια.

Όταν ο Γάμπαρας ήταν γύρω στα 28, δηλαδή στα 1784, παρουσιάστηκε άλλος διεκδικητής, ο Αλέξανδρος Νερούλης. Η οικογένεια Νερούλη ήταν παλιοί τσιταντίνοι, όπως και οι Καψοκέφαλοι, και είχαν γραφτεί στο Libro dOro πριν το 1580 (8). Ο Αλέξανδρος Νερούλης είχε διακριθεί σαν πρώην επικεφαλής της Σανιτάς, δηλαδή του Υγειονομείου, και κέρδισε τη θέση στο Μαραθονήσι αλλά ετεροχρονισμένα. Αποφασίστηκε ότι θα αναλάμβανε καθήκοντα αφού ο Γάμπαρας συμπλήρωνε μία ακόμα θητεία 8 ετών! Δεν διευκρινίζεται αν τελικά ανέλαβε ποτέ καθήκοντα ο Νερούλης ενώ, ακόμη και αν δεν εξέπνευσε ο ίδιος στην οκταετία, εξέπνευσε η Γαληνοτάτη Δημοκρατία λίγα χρόνια αργότερα. Το πιθανότερο είναι πως δεν ανέλαβε ποτέ. Με άγνωστο τρόπο, μετά το τέλος της Βενετοκρατίας βρέθηκε απόλυτος κύριος του Μαραθονησιού ο κόντε Πέτρος Μακρής, την οικογένεια του οποίου χώριζε πολύχρονη διαμάχη με τους Νερούληδες.

Οι Μακρήδες ήταν και αυτοί παλιά αρχοντική οικογένεια και το όνομα τους είχε δοξαστεί ένα αιώνα νωρίτερα, δηλαδή την εποχή του Μοροζίνι. Ο Ιωάννης Μακρής είχε πάρει τον τίτλο του κόμη το 1767 και μαζί του 800 στρέμματα από τον λεγόμενο Κάμπο του Νερούλη σαν φέουδο. Ο Κάμπος του Νερούλη ήταν μια βαλτώδης έκταση 2000 στρεμμάτων, που αργότερα έγινε γνωστή σαν Λίμνη Μακρή και για να τη βρεις σήμερα πρέπει να αναζητήσεις τον Κρατικό Αερολιμένα Διονύσιος Σολωμός. Οι Νερούληδες, οι οποίοι φαίνεται είχαν τίτλους για μέρος μόνο της περιοχής αλλά την εκμεταλλεύονταν ολόκληρη, δεν χώνεψαν ποτέ την απώλεια προς όφελος του Μακρή και η διαμάχη των δύο οικογενειών παρατάθηκε τουλάχιστον μέχρι το 1823 (9).

Το πότε ακριβώς και με ποιό τρόπο η οικογένεια Μακρή πήρε στην κατοχή της το Μαραθονήσι είναι ένα ζήτημα για το οποίο δεν έχουν παρουσιαστεί πληροφορίες, πολύ περισσότερο ντοκουμέντα. Ο Αλέξανδρος Νερούλης είναι πολύ απίθανο να διεκδίκησε τη διοίκηση του εποχιακού Λαζαρέτου επί μιας νησίδας η οποία ανήκε στην αντίπαλη και πολύ ισχυρή οικογένεια Μακρή, πολύ δε περισσότερο να το είχε κάνει με κάποιο βαθμό επιτυχίας. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε, όχι αβάσιμα, ότι το Μαραθονήσι άλλαξε χέρια μετά το 1784. Ποιός όμως το πούλησε ή με οποιοδήποτε τρόπο το μεταβίβασε στην οικογένεια Μακρή;

Αν αληθεύει, έστω και κατά ένα μέρος, η κατά την άγραφη παράδοση της οικογένειας Σιδηροκαστρίτη ιστορία που μου διηγήθηκε πριν λίγα χρόνια η Μαρία Σιδηροκαστρίτη – Κοντονή, τότε σίγουρα δεν το πήρε από αυτούς. Οι Σιδηροκαστρίτες, παλιοί κτήτορες της Μαραθονησιώτισσας, ήταν ελεύθεροι χωρικοί, άνθρωποι διαφορετικής κουλτούρας αλλά και δυνατοτήτων από την αρχοντική οικογένεια Νερούλη. Έλυναν λοιπόν τις διαφορές τους, όπως και  πολλοί άλλοι Ζακυνθινοί, όχι στα δικαστήρια αλλά με τα όπλα. Σύμφωνα με την οικογενειακή τους παράδοση, κάποιος Σιδηροκαστρίτης, εκφράζοντας τη δυσαρέσκεια του για την κατάληξη της νησίδας, έριξε ανεπιτυχώς μια κουμπουριά στον κόντε Μακρή. Γι αυτή την απόπειρα κρεμάστηκε, και το σώμα του, πισσωμένο, έμεινε εκτεθειμένο για τριήμερο στην πλατεία μέσα σε κλουβί. Το πότε έγινε αυτό δεν διασώθηκε αλλά ο τρόπος της εκτέλεσης, και ειδικά η πίσσα και το κλουβί, παραπέμπει όχι στη Βενετοκρατία αλλά στην Αγγλοκρατία, όταν εκτελέσεις αυτού του είδους ήταν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Δείχνει δε ότι ακόμα και το 19ο αιώνα, όταν πλέον η Βενετία δεν υπήρχε σαν κρατική οντότητα, η οικογένεια Σιδηροκαστρίτη θεωρούσε ότι είχε δικαιώματα στο Μαραθονήσι και ότι αυτά είχαν καταπατηθεί από το Μακρή.

Η γενικευμένη παραδοχή ότι το Μαραθονήσι παραχωρήθηκε κάποτε από τους Βενετούς στην οικογένεια Μακρή δεν αποτελεί παρά αυθαίρετη εικασία και δεν στηρίζεται σε κανένα ντοκουμέντο ή μαρτυρία. Στην πραγματικότητα φαίνεται αρκετά απίθανη. Οι ανιψιοί του Ιωάννη Μακρή έφεραν τον τίτλο του σαν κληρονόμοι του φέουδου και όχι επειδή τιμήθηκαν από τη Βενετία ή τους παραχωρήθηκε κάποιο φέουδο. Αντίθετα, από το 1770 και μετά, οι Βενετικές αρχές είχαν λόγους να τους αντιμετωπίζουν με καχυποψία λόγω του ότι ήταν από τους πρωτεργάτες της Ζακυνθινής εκστρατείας στη Γαστούνη στα Ορλωφικά. Έκαναν μάλιστα και φυλακή γι αυτό το λόγο.

Από αυτούς ο Βασίλειος αποδείχτηκε όχι μόνο πολύ δραστήριος και φιλόδοξος πολιτικά αλλά και ιδιαίτερα ευέλικτος. Τόσο που το οικόσημο του θα έπρεπε να το στολίζει ανεμούριο. Αμέσως μετά την αποτυχία των συνομωσιών του αδελφού του Δραγανίγου για τη μαζική δολοφονία των Γαλλόφιλων Δημοκρατικών στη λιτανεία των Αγίων Πάντων, και αργότερα της Φανερωμένης, το 1796, εκδηλώθηκε ο ίδιος σαν Γαλλόφιλος (10). Αυτό δεν τον εμπόδισε δύο χρόνια αργότερα να βρεθεί έμπιστος του Ρώσου Πλωτάρχη Tisenghausen και από τους αρχηγούς της ‘Υψηλής Αστυνομίας’ μαζί με τον Αντώνιο Μαρτινέγκο. Στα ταραγμένα χρόνια που ακολούθησαν ο ισχυρός κομματάρχης, μεγαλοκτηματίας, νομικός και έμπορος ‘κόντε Μπαζίγιος’ συνέχισε την ίδια τακτική, και από συνεργάτης βρέθηκε αντίπαλος του Μαρτινέγκου, πότε εξυμνώντας το Βοναπάρτη και πότε υποκλινόμενος στο Βρετανικό Στέμμα, ανάλογα με τη φορά του ανέμου.

Αυτό που προβάλλει σαν η πιθανότερη εκδοχή για το Μαραθονήσι είναι ότι η προσπάθεια του Αλέξανδρου Νερούλη να εκλεγεί επικεφαλής του Λοιμοκαθαρτηρίου κέντρισε το ενδιαφέρον της αντίπαλης οικογένειας Μακρή για τη νησίδα. Το να περάσει το Μαραθονήσι στα χέρια των Μακρήδων στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα, όταν βρίσκονταν στο απόγειο της δύναμης τους, και οι αδελφοί Καψοκέφαλοι ήταν διοικητές της Πολιτοφυλακής, μάλλον δεν ήταν δύσκολο. Το ότι ο Γάμπαρας Καψοκέφαλος δεν είχε κατά πάσα πιθανότητα δικαίωμα να το πουλήσει ήταν απλή λεπτομέρεια εκείνη τη χαοτική και ανώμαλη εποχή. Το σίγουρο πάντως είναι πως στα τέλη της δεκαετίας του 1810, όταν πια οι Βρετανοί είχαν εδραιωθεί στα Ιόνια Νησιά, ο Πέτρος Μακρής, γιός του Βασιλείου, αναφέρεται πια σαν ιδιοκτήτης του Μαραθονησιού.  

Χάρτης του 1821 όπου το Μαραθονήσι αναφέρεται σαν ιδιοκτησία του κόντε Πέτρου Μακρή.

Γνωρίζουμε πως το μοναστήρι λειτουργούσε εκείνη την εποχή, αν και ίσως όχι ολόκληρο το χρόνο. Σύμφωνα με μια πληροφορία οι μοναχοί ήταν δύο (11):

Το 1810 ζούσαν σε αυτό το μέρος δύο ερημίτες, και μένανε σε ένα τετράγωνο πύργο, χτισμένο μέσα σε ένα κήπο φυτεμένο με ελαιόδεντρα, ο οποίος προσφέρει εξαιρετική θέα της περιοχής. Η ψηλή και απότομη πρόσοψη του νησιού αποτελείται από πεζούλες φυτεμένες με σιτάρι, και εδώ κι εκεί ελιές. Ανάμεσα στα βράχια υπάρχουν πολλά περίεργα φυτά και λουλούδια.

Τον Ιανουάριο του 1817 ο William Turner έκανε καραντίνα στη Λίμνη του Κεριού, όπου λειτουργούσε τώρα πια λοιμοκαθαρτήριο, το οποίο μάλιστα διέθετε και μόνιμο ικρίωμα για να μη μένει αμφιβολία ως προς τις συνέπειες μη συμμόρφωσης. Μια μέρα επισκέφτηκε το ‘βράχο’, όπως αποκαλούσε το Μαραθονήσι, και έγραψε (12):

Το βραδάκι πήγα στο βράχο που προφυλάσσει την είσοδο του λιμανιού, και που στέκεται ακριβώς στο κέντρο της. Εδώ βρίσκεται μια μικρή Ελληνική εκκλησία και μοναστήρι, γύρω από τα οποία υπάρχουν λίγα ελαιόδεντρα και τρία ή τέσσερα καλλιεργημένα χωράφια. Βρήκαμε εδώ ένα σκύλο και δύο γάτες στα πρόθυρα της λιμοκτονίας, αφού δεν υπήρχε ψυχή στα νησί, γιατί φαίνεται πως οι παπάδες μένουν εδώ μόνο το καλοκαίρι. Ταΐσαμε τις γάτες και πήραμε μαζί μας το σκύλο, ο οποίος ήταν από την ίδια κοπρίτικη ράτσα με κοντά αυτιά όπως εκείνοι της Κωνσταντινούπολης.

Μια κατοπινή αναφορά, σχετικά απροσδιόριστη χρονικά αλλά πάντως την περίοδο της Βρετανικής ‘προστασίας’, δείχνει πως ο Πέτρος Μακρής, ο οποίος ήταν πιθανότατα αυτός που γλύτωσε από το σμπάρο του Σιδηροκαστρίτη, ίσως είχε κάποια συμμετοχή (13) και σε άλλο Μαραθονησιώτικο δράμα με πυροβολισμούς. Είναι το τελευταίο που θα αναφερθεί εδώ, και επαφίεται στον αναγνώστη να το χαρακτηρίσει, ανάλογα με την ευαισθησία του στα δικαιώματα των τράγων και γενικότερα των γιδιών, σαν τραγωδία, ιλαροτραγωδία ή απλή Ζακυνθινή ‘μάντσια’ (14).

Το ένα (από τα νησιά), που λέγεται Maratonisi, είναι ψηλό και εμφανές, και είναι σχεδόν απέναντι από τα πηγάδια (της πίσσας). Άλλα, πιο χαμηλά, βρίσκονται προς το μέσο και την ανατολική πλευρά του κόλπου. Το ψηλό νησί λέγεται τώρα Goat island λόγω ενός αστείου σε βάρος ενός αξιωματικού της φρουράς πριν από όχι πολύ καιρό. Σε αυτό τον κύριο άρεσε πολύ το κυνήγι, και μερικές φορές το εξασκούσε προκαλώντας ενόχληση στους κτηματίες. Μια μέρα κάποιος Ζακυνθινός βρήκε ευκαιρία στη Λέσχη να επαινέσει τη σκοπευτική του δεινότητα και να τον ρωτήσει αν είχε ποτέ σκοτώσει κάποιο από τα αγριοκάτσικα αυτού του μικρού νησιού. ‘Α! Όχι, δεν είχα ιδέα ότι υπήρχαν τέτοια.’ ‘Λοιπόν,’ είπε ο πονηρός Ζακυνθινός, ‘μην το κουβεντιάσεις με κανένα, διαφορετικά θα χάσεις την ευκαιρία, αλλά απλώς πήγαινε με μια βάρκα στο νησί μια μέρα και προσπάθησε.’ Ο αθλητής μας έπεσε στην παγίδα και πολύ σύντομα ετοιμάστηκε για ημερήσιο κυνήγι αγριοκάτσικου. Αποβιβάστηκε στο νησί και, σκαρφαλώνοντας τον μάλλον απότομο, βραχώδη γκρεμό, πολύ γρήγορα είδε μερικές γίδες να βόσκουν στην αραιή βλάστηση. Όπως είναι αρκετά φυσικό ήταν μάλλον συνεσταλμένες και προσπάθησαν να αποφύγουν την παρατήρηση του παρείσακτου. Εις μάτην. Σε λίγο μια από αυτές έπεσε θύμα. Οι άλλες όμως, ευτυχώς, γλύτωσαν προσωρινά. Επέστρεψε με το θήραμα του αλλά δεν είπε τίποτα για την τύχη του. Μια ή δύο μέρες αργότερα ένας κύριος (όχι ο πληροφοριοδότης του) τον σταμάτησε στο δρόμο και του είπε με μεγάλη ευγένεια, ‘Ευχαρίστως να πηγαίνετε στο νησί μου να περάσετε την ώρα σας όποτε επιθυμείτε, σας παρακαλώ όμως να μην πυροβολείτε τις γίδες.’ Ο ιδιοκτήτης είχε βάλει εκεί τις γίδες για καλοκαιρινή βοσκή, και ιδέα δεν είχε ότι θα αντιμετωπίζονταν σαν ferae naturae (15).’

Κάπως έτσι, όπως τα ιστορήσαμε, ο Ναός της Φύσης, ο μικρός προμαχώνας του Χριστιανισμού και της Ευρώπης, το ιερό ερημητήριο του Μαραθονησιού, έγινε καλοκαιρινό λοιμοκαθαρτήριο, και μετά βοσκοτόπι, για να καταλήξει σχετικά πρόσφατα φιλετάκι προς αξιοποίηση, με συρματοπλέγματα και απαγορευτικές πινακίδες. Υπήρξε κάποια αντίσταση, η λέπρα της αγοράς και της ζήτησης δεν έχει αφήσει τους πάντες κατάκοιτους, και έτσι η σημερινή ιδιοκτήτρια εταιρεία συμβιβάζεται με ‘ήπια’ αξιοποίηση, ‘αποκατάσταση’ των κτιρίων τη λένε, και άλλα εύηχα. Μόνο που σε κάποιους από μας τα εύηχα μας φέρνουν βήχα. Οι φωτογραφίες ντόπιων προσκυνητών και παπάδων, απογόνων των ‘χωρικών εγκατοίκων’ που κάποτε υπεράσπισαν το νησί, αλλά και αυτών που κάθε χρόνο πλήρωναν για μια βδομάδα αναγκαστική ηλιοθεραπεία εκεί, να είναι χωρισμένοι από το εκκλησάκι με συρματόπλεγμα, κάθε άλλο παρά καθησυχαστικές είναι. Μακάρι όμως ο βήχας να μας κοπεί.

------------------------------------------------------------------------------ 

1)  Βλέπε Λ. Ζώης, Λεξικόν, έκδοση 1963, λήμμα Στράτης, σσ. 617 -618.

2)  Οι περί πανώλης πληροφορίες, όπως και τα σχετικά με τη χρήση του Μαραθονησιού σαν εποχιακό λοιμοκαθαρτήριο, προέρχονται από το βιβλίο της Κατερίνας Κωνσταντινίδου ‘Το κακό οδεύει έρποντας ... Οι λοιμοί της πανώλης στα Ιόνια Νησιά (17ος – 18ος αι)’, Βενετία 2007. Θα ήθελα να ευχαριστήσω την Πηνελόπη Αβούρη που μου έδωσε την ευκαιρία να συμβουλευτώ το βιβλίο πριν το αγοράσω.

3)  Νόμισμα μικρής αξίας. Το πλήθος όμως των φιλοξενουμένων φαίνεται πως ήταν εγγύηση ενός πολύ καλού εισοδήματος.

4)  Σύμφωνα με το Λεωνίδα Ζώη η οικογένεια Καψοκέφαλου είχε εγκατασταθεί στη Ζάκυνθο στις αρχές του 16ου αιώνα και γράφτηκε στη Χρυσόβιβλο το 1598. Ο Αναστάσιος είχε αντικαταστήσει επανειλημμένα τον σοπρακόμιτο Καίσαρα Καπνίση, πιθανότατα γύρω στα 1698, και είχε επίσης διοικήσει τουλάχιστον δύο δικά του πλοιάρια με 34 άνδρες στον πόλεμο του 1715 - 1718. Μαζί του είχε και τον νεαρό τότε Αντώνιο. Ο Αναστάσιος τιμήθηκε για τις υπηρεσίες του με τον τίτλο του κόμη το 1718.

5)  Βλέπε και την εργασία του Διον. Ζήβα ‘Τα Λαζαρέτα της Ζακύνθου’ στον τόμο ‘Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό’, Ζάκυνθος 2009, όπου στη σελίδα 346 δημοσιεύτηκε σχέδιο του 1735 με την προτεινόμενη επέκταση.

6)  Η βομβάρδα ήταν μικρό πολεμικό, κανονιοφόρος όπως θα λέγαμε σήμερα. Η ονομασία της προέρχεται από το ότι πολλές φορές, εκτός από τα συνηθισμένα ναυτικά πυροβόλα έφερε και βομβάρδες, δηλαδή πυροβόλα που έκαναν επισκηπτική βολή όπως οι όλμοι.

7)  Η Ιταλική οικογένεια Γάμπαρα είχε εγγραφεί στη Χρυσόβιβλο της Ζακύνθου το 1686 και είχε συγγενέψει με τους Καψοκέφαλους και τους Μακρήδες. Το τελευταίο αρσενικό μέλος της οικογένειας αποβίωσε το 1735 και έτσι το όνομα εξέλιπε. Για να διατηρηθεί η ανάμνηση του ονόματος ο Τζώρτζης Καψοκέφαλος, σύζυγος της Νικολέττας Γάμπαρα, βάφτισε το γιό του Γάμπαρα και ο Γάμπαρας έβγαλε το δικό του γιό Γαμπαράκη. Ο ‘εκλαμπρότατος και ευγενέστατος εξουσιαστής των αρμάτων Κυρ. κόμις Γάμπαρας Καψοκέφαλος’ δηλητηριάστηκε το 1811 λόγω των σχέσεων του με την Αυστρία κατά το Λεωνίδα Ζώη.

8)  Παναγιώτης Χιώτης, Ιστορικά Απομνημονεύματα, τ. 3ος, σ. 959.

9)  Το 1773 ο Βενετός πρεβεδούρος είχε μειώσει την παραχωρούμενη στον Ιωάννη Μακρή έκταση από 800 σε 550 στρέμματα επειδή τα υπόλοιπα ανήκαν σε άλλα πρόσωπα. Το 1823 οι αδελφοί Νερούλη είχαν προσπαθήσει να εγείρουν και πάλι αξιώσεις αλλά μετά από αλλεπάλληλες δίκες απέτυχαν. Όπως (1), λήμμα Λίμνη, σ. 356.

10)  Ντίνος Κονόμος, Ζάκυνθος Πεντακόσια Χρόνια (1478 – 1978), Τόμος Τρίτος, Πολιτική Ιστορία, (Τεύχος Α΄ 1478 – 1800), σ. 175.

11)  John Purdy, The New Sailing Directory for the Mediterranean Sea, Λονδίνο 1826, σ. 208.

12)  Journal of a tour in the Levant, τ. 3ος, Λονδίνο 1820, σ. 312.   

13)  Μπορεί όμως να πρόκειται και για το γιό του Κωνσταντίνο.

14)  David Thomas Ansted, The Ionian Islands in the year 1863, Λονδίνο 1863, σσ. 410 – 411.

15)  Νομικός όρος που περιγράφει άγρια ζώα.
Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .