Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Σημάδια στο κατώφλι του παρελθόντος


Η Παναγία των Χαρίτων, με εμφανείς ζημιές από το σεισμό, σε φωτογραφία από το Μουσείο Ζακύνθου.

Santa Maria delle Grazie, with obvious earthquake damage, in a photograph from the Museum of Zakynthos.

Είναι γνωστό στους τακτικούς αναγνώστες του ιστολογίου πως πριν αρκετούς μήνες είχαμε ξεκινήσει μια αναζήτηση της θέσης της Παναγίας των Χαρίτων, γνωστής και σαν Santa Maria delle Grazie. Η αφορμή ήταν η ταφή σε αυτή την εκκλησία του Ανδρέα Βεσάλιου το 1564. Υπήρχε όμως και μια αιτία βαθύτερη: η επιθυμία να ψηλαφίσουμε ένα κομμάτι του παρελθόντος που στερηθήκαμε, που το στερήθηκαν ακόμη και εκείνοι που το έζησαν, κι ας ήταν κομμάτι της νιότης τους.

It is known to the regular readers of this blog that several months ago we started a quest to find the position of Santa Maria delle Grazie. This was occasioned by the burial in this church of Andreas Vesalius in 1564. There was, however, a deeper cause: the wish to put our fingertips on a piece of the past we have been deprived of, that even those who lived it have been deprived of, in spite of it being a piece of their youth.

Οι σεισμοί και η πυρκαγιά του 1953 δεν άλλαξαν απλώς την όψη της Ζακύνθου – την εξαφάνισαν. Είναι πια σαν τη μορφή προσώπου προσφιλούς που έχει φύγει, και που η ανάμνηση της ξεθωριάζει με τον καιρό δίχως το αντίδοτο μιας φωτογραφίας. Άνθρωποι που ξέρανε την πόλη μας καλά, έτσι όπως ήτανε πριν τη ρημάξει το τρέμουλο της γης, δεν μπορούνε να σου πούνε που ακριβώς ήταν η εκκλησία, το αρχοντικό, η μποτέγα, το περιβόλι. Τους λείπουν τα σημάδια. Σαν να ήτανε η πόλη κάστρο στην άμμο και το πήρε το κύμα.

The earthquakes and the fire of 1953 did not just change the face of Zakynthos – they wiped it out. It is now like the face of a loved one who has gone, and its memory fades with time without the antidote of a photograph. Men, who knew our town well, before it was ruined by the trembling of the earth, can no longer tell you the exact location of a particular church, a manor, a tavern, or a fruit garden. They no longer have the landmarks. It is as if the town was a sandcastle and has been washed away by a wave.

Γίνανε συζητήσεις πολλές στα σχόλια του ιστολογίου, πρόσωπο με πρόσωπο αλλά και με ηλεκτρονική αλληλογραφία. Κάποτε ξεχειλίσανε και στις στήλες της εφημερίδας Ερμής. Θέλω να ευχαριστήσω και πάλι όλους όσους συνεισέφεραν με πληροφορίες, επιχειρήματα, εικόνες και σχόλια. Χωρίς αυτούς η προσπάθεια δεν θα οδηγούσε πουθενά. Στο ξεκίνημα οι περισσότεροι δεν γνωρίζαμε τίποτα παραπάνω από το ότι η εκκλησία, καθολικό παλιού μοναστηριού των Φραγκισκανών, βρισκόταν ‘κάπου στην οδό Χιώτη, όχι πολύ μακριά από τη Στρατολογία’. Φτάσαμε στο σημείο να μπορεί να υποστηριχτεί βάσιμα πως όχι, η Παναγία των Χαρίτων δεν βρισκόταν στη σημερινή οδό Χιώτη, τουλάχιστον όχι η πρόσοψη της, βρισκόταν ανατολικότερα. Είμαστε αρκετά κοντά, αλλά πόσο ακριβώς;

There have been many discussions in the blog comments, face to face and by e-mail. At some point they overflowed into the columns of the local newspaper, Ermis. I would like to thank again all those who contributed with information, arguments, pictures and comments. Without them this effort would have led nowhere. In the beginning most of us knew nothing except that the church, once the catholicon of an old Franciscan monastery, used to be ‘somewhere along Hioti Street, not very far from the Army Recruitment Office’. Eventually we reached the point where it could arguably be stated that no, Santa Maria delle Grazie was not in today’s Hioti Street, at least not its front, it was further east. We were quite close, but how close exactly?

Προχωρήσαμε περισσότερο με τη βοήθεια της Παναγίας. Στην κυριολεξία! Όχι των Χαρίτων αλλά της Κυρίας των Αγγέλων, μιας πανέμορφης μικρής εκκλησίας του 17ου αιώνα, που η θέση της παρέμεινε η ίδια μετά το σεισμό. Υπολόγισα την απόσταση μεταξύ των δύο εκκλησιών από το χάρτη στο βιβλίο του Διονύση Ζήβα* αλλά μόνο κατά προσέγγιση. Χρειαζόταν σχέδιο σε πιο ικανοποιητική κλίμακα και δεύτερο σταθερό σημείο, κατά προτίμηση κοντινό.

We moved forward from there with St Mary’s help. Literally! Not Santa Maria’s help but that of the Mistress of the Angels, a beautiful little church dating from the 17th century, the position of which has not changed after the earthquake. I calculated the distance between the two churches from the map in Dionysis Zivas’ book* but only approximately. A plan in a more satisfactory scale was needed as well as a second fixed point, preferably nearby.

Εκείνη τη στιγμή επενέβη η καλή νεράιδα των κρυφών πηγών και των ξεχασμένων πηγαδιών της Ζακύνθου, η Μαρία Σιδηροκαστρίτη – Κοντονή. Θυμήθηκε πως ο Γιάννης Παπαδάτος, ο γνωστός δικηγόρος και πρόεδρος του ΔΣ του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, είχε στο προσωπικό του αρχείο χάρτη της προσεισμικής Ζακύνθου σε κλίμακα 1:1000. Ο κ. Παπαδάτος της παραχώρησε, με μεγάλη προθυμία, αντίγραφο της πινακίδας, που περιελάμβανε τόσο την Παναγία των Χαρίτων όσο και την Κυρία των Αγγέλων.

At that moment came the intervention of the good fairy of the secret springs and forgotten wells of Zakynthos, Maria Sidirokastriti – Kontoni. She remembered that Yannis Papadatos, the well known lawyer and president of the Museum of D. Solomos and Eminent Zakynthians, had in his personal archive a pre-earthquake plan of Zakynthos in a scale 1:1000. Mr Papadatos supplied her, very eagerly, with a copy of the plate, which included the Mistress of the Angels (Kyria ton Angelon) as well as Santa Maria delle Grazie.

Η Μαρία χρησιμοποίησε το γειτονικό Άγιο Ιωάννη του Τράφου σαν δεύτερο σταθερό σημείο και χάρη στη βοήθεια του τοπογράφου Χρήστου Γεωργαρά, ο οποίος παραχώρησε μετασεισμικό χάρτη και έκανε τους υπολογισμούς, βρέθηκε με ακρίβεια η θέση της Παναγίας των Χαρίτων. Πολλές ευχαριστίες θα ήθελα να απευθύνω και στον πολιτικό μηχανικό Γιώργο Ζαρκάδη, που μας εξυπηρέτησε όταν χρειάστηκε.

Maria used the neighbouring church of St John of Trafos as a second fixed point and thanks to the assistance of the topographer Christos Georgaras, who provided a contemporary map and did the calculations, the precise location of Santa Maria was established. I would also like to thank the civil engineer Giorgos Zarkadis, who obliged when the need arose.

  

Η απλή μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε μπορεί να τοποθετήσει με ακρίβεια στο σημερινό χάρτη χαμένα ιστορικά κτίρια της πόλης μας με τη βοήθεια των λίγων που διατηρήθηκαν. Εύχομαι να πάρει κάποιος την πρωτοβουλία για την έκδοση ενός χάρτη, ή ενός φυλλαδίου με πρόσθετα ιστορικά στοιχεία και φωτογραφίες, που θα βοηθά ντόπιους και επισκέπτες να περιδιαβαίνουν την πόλη διασκελίζοντας το κατώφλι του χρόνου. Όσο για τη συγκεκριμένη εκκλησία κάποια ζητήματα παραμένουν ακόμη ανοιχτά. Ήταν η θέση της Παναγίας των Χαρίτων σταθερή τα τελευταία 500 χρόνια; Είχε άραγε χτιστεί αρχικά πάνω σε νησίδα το 1488 όπως έγραψε ο Νικόλαος Κατραμής; Ήταν στις Αρχές του 16ου αιώνα ακριβώς δίπλα στη θάλασσα όπως πίστευε ο Λεωνίδας Ζώης; Αυτά τα ερωτήματα θα μας απασχολήσουν σε άλλη ανάρτηση σε μερικές εβδομάδες.

The simple method used can accurately place on today’s map lost historic buildings of our town with the help of the few that have survived. I wish someone would take the initiative and publish a map, or a booklet with additional historical information and photographs, which would help locals and visitors alike to cross the threshold of time while wandering around the town. As for the particular church some issues still remain open. Was the position of Santa Maria fixed over the past 500 years? Had it initially been built on an islet in 1488 as Nikolaos Katramis wrote? Was it in the beginning of the 16th century right next to the sea as Leonidas Zoes believed? We will deal with these questions in another blog entry some weeks from now.

 

------------------------------------------------------------------------- 

*  Η αρχιτεκτονική της Ζακύνθου από τον ΙΣΤ' μέχρι τον ΙΘ' αιώνα, Αθήνα 1970, εικ. 41.

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Οι οργανοπαίχτες του ταμπουρλονιάκαρου


Ταμπουρλονιάκαρο σε φωτογραφία από το ΕΣΠΕΡΙΟΝ ΑΣΤΡΟΝ – Λαϊκή Παραδοσιακή Τέχνη της Ζακύνθου, έκδοση του Δήμου Αρκαδίων, 2009.

Οι λέξεις ‘Ζακυνθινή μουσική’ φέρνουν στο μυαλό καντάδες, κιθάρες και μαντολίνα. Πέρα όμως από τα στενά όρια της Χώρας – της στριμωγμένης ανάμεσα στο λόφο του Κάστρου και τη θάλασσα πόλης – απλωνόταν για αιώνες το βασίλειο του ταμπουρλονιάκαρου. Όρος καθαρά Ζακυνθινός, περιγράφει αυτό που σε άλλα μέρη της Ελλάδας λέγεται νταούλι και ζουρνάς. Τότε που η ξεφάντωση δεν είχε εισιτήριο, μέσα από λιοστάσια, πλατείες χωριών, και πλατώματα εκκλησιών ακόμα και της ίδιας της πόλης, το ταμπουρλονιάκαρο έστελνε χιλιόμετρα ολόγυρα του πρόσκληση χαρούμενη, επίμονη και χωρίς καμία διάκριση.

Με ιδιαίτερη χαρά παραθέτουμε σήμερα αποσπάσματα από την ανέκδοτη ακόμη εργασία του φίλου του ιστολογίου, ερευνητή της Ζακυνθινής – και όχι μόνο – μουσικής παράδοσης Διονύση Κάρδαρη Το Ζακυνθινό Ταμπουρλονιάκαρο, που θα εκδοθεί σύντομα από το Ελληνικό Κέντρο Λαογραφικών Μελετών και θα συνοδεύεται από ψηφιακό οπτικο-ακουστικό υλικό (DVD). Είμαι σίγουρος πως ευχαριστώντας το συγγραφέα εκφράζω όλους τους φίλους του ιστολογίου και όσους περαστικούς επισκέπτες σταθούν για λίγο σε τούτη την ανάρτηση.

Νιάκαρα, όπως λέγεται στη Ζάκυνθο ο ζουρνάς ή πίπιζα, στα γυρίσματα του 19ου προς τον 20ο αιώνα. Φωτογραφία του Αρχιδούκα Salvator. Η λέξη νιάκαρα προέρχεται από το Βυζαντινό ανακαρά, που όμως σήμαινε το τύμπανο ενώ στη Ζάκυνθο περιγράφει τον αυλό.

 

Οι Ζακυνθινοί παραδοσιακοί οργανοπαίχτες του Ταμπουρλονιάκαρου

 

       Η ιστορία και η εξέλιξη της παραδοσιακής μουσικής στη Ζάκυνθο φαίνεται να είναι σε ένα μεγάλο βαθμό η ιστορία της ζωής και της τέχνης των μουσικών (οργανοπαιχτών) που την υλοποιούσαν διαχρονικά και αποτελεί ένα από τα πιο απρόσιτα κεφάλαια της πολιτιστικής ιστορίας του νησιού, κυρίως επειδή λείπουν οι γραπτές μαρτυρίες, αφού η δημιουργία και η διάδοση της μουσικής αυτής γινόταν προφορικά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χάνονται στο διάβα του χρόνου αρκετά τραγούδια, καθώς και μελωδίες λόγω βιολογικής απουσίας των ανθρώπων (οργανοπαιχτών- τραγουδιστών), οι οποίοι τις εξέφραζαν.
    Αν η ζακυνθινή μουσικοχορευτική παράδοση μας κληροδοτεί κάτι αξιόλογο, που να ενδιαφέρει το χορό και τη μουσική ως τέχνες και μάλιστα τέχνες διαχρονικές και ταυτόχρονα σύγχρονες, αυτό πρέπει να αναζητηθεί στην τέχνη των ελάχιστων πλέον μερακλήδων οργανοπαιχτών  (αν υπάρχουν ακόμα)  που εμπνέονται και συνεχίζουν μια παλιά παράδοση. Αυτοί οι οργανοπαίχτες χάνονται σιγά –σιγά στο διάβα του χρόνου, όπως χάνονται μαζί τους και οι παραδοσιακές δημόσιες εκδηλώσεις (πανηγύρια), που προσαρμόζονται πλέον και αυτές στο πνεύμα της σύγχρονης τουριστικής εποχής.

 

ΟΙ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΙ ΟΡΓΑΝΟΠΑΙΧΤΕΣ ΤΟΥ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟΝΙΑΚΑΡΟΥ

  Ο Άγγελος Βισβάρδης  σε δημοσιευμά του στην περιοδική έκδοση της ενορίας Υπεραγίας Θεοτόκου Βουγιάτου με τίτλο «Εκ της Ριζής» αναφέρει, ότι εξαιρετικοί οργανοπαίχτες του Ταμπουρλονιάκαρου, καθώς και σπουδαίοι χορευτές του Γιαργυττού ήταν παλιά οι: Μπάμπης Σκαμνάκης και Γεράσιμος Μαρίνος από το χωριό Μπουγιάτο. Οι δύο αυτοί λαϊκοί οργανοπαίχτες μετανάστευσαν στην Αυστραλία μετά τον καταστρεπτικό για τη Ζάκυνθο σεισμό του 1953.[1] Σπουδαίοι επίσης οργανοπαίχτες αναφέρονται και οι: Παύλος Καραμαλίκης από το χωριό Παντοκράτορας,  Παναγιώτης και Γιώργης Κόκλας από το Καλλιπάδο, καθώς και Μπάμπης Ζούγρας και Στάθης Βισβάρδης από το χωριό Μουζάκι.[2]

Άλλοι οργανοπαίχτες τη δεκαετία 1960-70 υπήρξαν οι:

Παναγιώτης  Κόκλας  στο νιάκαρο

Γιώργος Κόκλας  στο ταμπούρλο

  Οι δύο αυτοί οργανοπαίχτες που δεν βρίσκονται σήμερα στη ζωή μας άφησαν ένα εξαιρετικό δείγμα της ζακυνθινής μουσικοχορευτικής παράδοσης, το χορό Γιαργυττό. Η μουσική του γιαργυττού παιγμένη από τους παραδοσιακούς οργανοπαίχτες Παναγιώτη Κόκλα στην ανιάκαρα και Γιώργο Κόκλα στο ταμπούρλο, είναι καταγεγραμμένη στο δίσκο βινιλίου «Λαϊκά τραγούδια τση Ζάκυνθος», που επιμελήθηκε ο Δ. Λάγιος το 1985 και έχει τη δική της ιστορία: Το 1976 στην Αρχαία Ολυμπία στην τελετή για την αφή της φλόγας των ολυμπιακών αγώνων  «Μόντρεαλ 1976», στα πλαίσια των τότε πολιτιστικών εκδηλώσεων, συμμετείχε και το χορευτικό συγκρότημα από τη Ζάκυνθο γνωστό ως «Φιόρο του Λεβάντε». Το τηλεοπτικό κανάλι που εκπροσωπούσε την Καναδική τηλεόραση, βιντεοσκόπησε και ηχογράφησε τη συγκεκριμένη εκδήλωση κατά τη διάρκεια της οποίας παίχτηκε και χορεύτηκε ο γιαργυττός χορός από τους Παναγιώτη και Γιώργο Κόκλα. Δύο χρόνια αργότερα-στα πλαίσια περιοδείας στη Γαλλία του εν λόγω χορευτικού-, στην επιστροφή για την Ελλάδα και στον εθνικό δρόμο της πρώην Γιουγκοσλαβίας έχασε τη ζωή του σε τροχαίο δυστύχημα ο άτυχος οργανοπαίχτης της ανιάκαρας Παναγιώτης Κόκλας, ο μόνος που ήξερε και έπαιζε τόσο καλά το γιαργυττό. Μερικά χρόνια αργότερα (1980) ο Δήμος Ζακυνθίων με επιστολή του στο συγκεκριμένο τηλεοπτικό κανάλι του Καναδά ζήτησε να παραχωρηθεί η σχετική μπομπίνα με τη μουσική του γιαργυττού ως ντόπιο μουσικό αρχειακό υλικό, πράγμα που τελικά έγινε. Πρόκειται για την μοναδική ηχογράφηση- καταγραφή των δύο αυτών οργανοπαιχτών.

Στο χωριό Μαριές ζούσε μέχρι πριν λίγα χρόνια ο δεξιοτέχνης της ανιάκαρας Δ. Γιατράς ή Πούρος, ενώ στο ταμπούρλο τον συνόδευε ο επίσης Μαριότης Xαράλαμπος Γιατράς. 

Δ. Γιατράς ή Πούρος στο νιάκαρο και Χ. Γιατράς στο ταμπούρλο. Η φωτογραφία τραβήχτηκε το 1977 από τη Μ. Βούρα

 

Η οικογένεια Παλλαδινού από το χωριό Έξω Χώρα

Ο Αναστάσης Παλλαδινός στο Νιάκαρο

 

και ο Γιάννης Παλλαδινός στο ταμπούρλο



Ο Αναστάσης Παλλαδινός θεωρείται σήμερα ο πιο παλιός οργανοπαίχτης της ανιάκαρας. Έχω την τύχη να τον γνωρίζω. Μου έδωσε την άδεια να τον ηχογραφήσω στην πλατεία του χωριού του (Έξω Χώρα), όταν έπαιζε με αυτοσχέδια φλογέρα το Γιαργυττό. Εκείνη την εποχή (1999) είχε πένθος και δεν έπαιζε στα πανηγύρια και στους γάμους που τον καλούσαν. Δύο χρόνια αργότερα μου έδωσε την άδεια να τον βιντεοσκοπήσω και να τον ηχογραφήσω στο πανηγύρι της Χρυσοπηγής το 2001.  

Ενημέρωση 18/10/2012


Ο Διονύσης Κάρδαρης έστειλε και αυτά:

Η πρώτη προσπάθεια καταγραφής της Ζακυνθινής παραδοσιακής μουσικής έγινε το 1977 από τον μεγάλο δάσκαλο Σίμωνα Καρρά. Τα αποτελέσματα αυτής της επιτόπιας έρευνας αποτυπώθηκαν στο δίσκο βινιλίου με κωδικό SDNM 115 A 4.
Μια φωτογραφία σχετικά με την έρευνα του Σίμωνα Καρρά στη Ζάκυνθο το φθινόπωρο του 1977, έπεσε στα χέρια μου από ένα Αμερικανο-Ελληνικό περιοδικό του συλλόγου THE INTERNATIONAL GREEK FOLKLORE SOCIETY -ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ L.A. USA.όταν είχαμε επισκεφθεί το ΛΟΣ ΑΝΖΕΛΕΣ τo 1992 για να παρουσιάσουμε Ζακυνθινά αποκριάτικα δρώμενα στην εκεί Ελληνική κοινότητα.





[1] Βλ  Βισβάρδη  Α.  Γιαργυττός ο χορός του Θησέα στο «Εκ της Ριζής»,  περιοδική έκδοση της ενορίας Υπεραγίας Θεοτόκου Βουγιάτου, Ζάκυνθος 1997, σελ 29


[2] ό.π. σελ 30

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Άγιος Νικόλας στο Σκινάρι


 
Κοντά στο βορειότερο άκρο της Ζακύνθου, με το οποίο το – καθ’ όλα φιλικότατο – νησί μας απειλεί να ‘κεντρώσει’ την Κεφαλονιά, βρίσκεται το φυσικό λιμανάκι του Άγιου Νικόλα. Στο στόμιο του όρμου στρογγυλοκάθεται μια βραχονησίδα, γνωστή σαν Νησί, ακριβώς όπως τη βλέπετε στην τραβηγμένη από το μυχό του φωτογραφία. Η ερειπωμένη εκκλησία, που επίσης βλέπετε πάνω της, είναι υπεύθυνη για τη βάπτιση του λιμανιού. Το όνομα σημειώνεται στο χάρτη του Buondelmonti το 1420 αλλά φαίνεται πως τα βαφτίσια γίνανε πολύ παλιότερα.

Η Ιωάννα Στουφή – Πουλημένου έχει χρονολογήσει την κατασκευή της εκκλησίας στα τέλη του 7ου ή αρχές του 8ου αιώνα, με βάση τα αρχιτεκτονικά στοιχεία που έχουν επιβιώσει (1). Πρόκειται δηλαδή για τα απομεινάρια της παλιότερης γνωστής εκκλησίας στη Ζάκυνθο. Χωρίζει την κατασκευή του  μνημείου σε δύο εμφανείς οικοδομικές περιόδους. Την αρχική/Παλαιοχριστιανική/Βυζαντινή και την της Βενετοκρατίας. Αφήνεται όμως να εννοηθεί πως η ‘Βενετική’ οικοδομική περίοδος είναι μια απλή εικασία, αφού η εργασία δεν παραθέτει κανένα στοιχείο που να το υποστηρίζει, τουλάχιστον στα μάτια ενός μη ειδικού όπως ο γράφων. Δεν αναφέρεται τίποτα που να αποκλείει η περίοδος αυτή να ήταν στην πραγματικότητα στα χρόνια της δυναστείας των Τόκκο ή των Ορσίνι.

Κάτοψη του ναού της πρώτης περιόδου. Βλέπε (1).


Πολύ σωστά, κατά τη γνώμη μου, η κα Στουφή – Πουλημένου υποθέτει ότι ο ναός ιδρύθηκε σε αυτό το απομονονωμένο και εκτεθειμένο σε πειρατικές επιθέσεις σημείο αφού είχε καταλυθεί το επιδρομικό κράτος των Βανδάλων και πριν αρχίσουν οι επιδρομές των Σαρακηνών. Η ηρεμία όμως εκείνης της εποχής ήταν σχετική. Το μεγαλύτερο μέρος του Μοριά (κυρίως το γειτονικό με τη Ζάκυνθο δυτικό) βρισκόταν έξω από τον έλεγχο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά τη Σλαβική κάθοδο. Σλάβοι, ή Ελληνο-Αβαρο-Σλάβοι,  πειρατές από το Μοριά είχαν μάλιστα κάνει μεγάλη επιδρομή στην Κρήτη το 623. Παρόλο που τα γεγονότα της εποχής είναι ελάχιστα γνωστά, και πάρα πολύ συγκεχυμένα, η κατάσταση δεν φαίνεται να άλλαξε ουσιαστικά πριν τον 9ο αιώνα. Είναι γνωστή η αποτυχημένη επίθεση των Σλάβων εναντίον της Πάτρας το 805.  

Στην ακτή απέναντι από το Νησί δεν έχουν παρατηρηθεί ίχνη οικισμού ή οχυρώσεων, και ούτε φαίνεται να υπήρχαν εκτεταμένες οχυρώσεις γύρω από την εκκλησία – αν και μια ανασκαφή, η οποία δεν έχει γίνει ποτέ, θα ανακάλυπτε ίσως κάποια περιορισμένη οχύρωση. Για ποιό λόγο λοιπόν διακινδυνεύτηκε η κατασκευή μονής – γιατί η ύπαρξη τόσο μεγάλης εκκλησίας σε απομονωμένη περιοχή παραπέμπει σε μοναστήρι – σε εκείνο το σημείο; Και γιατί δεν την προστάτευαν τείχη;

Αν είχε παραχωρηθεί στη μονή περιουσία ικανή να υποστηρίξει την παραμονή σε αυτή λίγων δεκάδων μοναχών, η ισχυρή και πολυέξοδη οχύρωση δεν ήταν, νομίζω, απόλυτα απαραίτητη. Ο μόνος τρόπος επίθεσης εναντίον της προϋπέθετε την προσέγγιση πλοίων ή πλοιαρίων από τα οποία θα αποβιβαζόταν ο εχθρός. Η βραχονησίδα είναι αρκετά μικρή, και ταυτόχρονα αρκετά μεγάλη, ώστε ένας μικρός αριθμός καταπελτών να αποτελούσε θανάσιμο κίνδυνο για οποιονδήποτε παραπλέοντα στολίσκο. Τέτοιου είδους όπλα ήταν, για παράδειγμα, οι όναγροι. Εκτόξευαν πέτρες και εμπρηστικές βόμβες με βεληνεκές μερικών εκατοντάδων μέτρων. Ένα μόνο πλήγμα από σφαιρικό πήλινο αγγείο – κάτι σαν κοκτέιλ Μολότοφ της εποχής – μπορούσε να βυθίσει ολόκληρο πλοίο αφού οι εύφλεκτες ύλες που διασκόρπιζε με την πρόσκρουση δεν έσβηναν εύκολα ούτε με νερό.

 Ρωμαϊκός όναγρος του 4ου αιώνα.

Το βεληνεκές τέτοιων όπλων θα επέτρεπε στο χρήστη να ελέγχει όχι μόνο την πρόσβαση στη βραχονησίδα αλλά ολόκληρο τον όρμο. Ενδεικτικά, η νότια είσοδος του λιμανιού, που είχε και το μεγαλύτερο πλάτος (πριν προστεθούν οι σύγχρονες κατασκευές), ήταν μόνο 230 μέτρα περίπου.


Αυτός πρέπει να ήταν και ο λόγος ύπαρξης του μοναστηριού: η προστασία του όρμου, δηλαδή ενός σημαντικού καταφυγίου της ντόπιας ναυτιλίας, εμπορικής και πολεμικής. Ο Άγιος Νικόλας ήταν το ασφαλέστερο λιμάνι της Ζακύνθου, με εξαίρεση αυτού της Βρώμης. Επιπλέον, στο μυχό του υπήρχε, μέχρι πριν ελάχιστες δεκαετίες, γλύφα που το νερό της χυνόταν στη θάλασσα. Μπορεί να μην ήταν εύγευστο αλλά ήταν πόσιμο σε περίπτωση ανάγκης. Αυτό, για τα δεδομένα του Μεσαίωνα, όταν η ναυτιλία γινόταν κυρίως το καλοκαίρι και με πλοία που διέθεταν μεγάλο αριθμό κωπηλατών, ήταν πολύ σημαντικό. Τυχόν εγκατάσταση πειρατών στον Άγιο Νικόλα, είτε ευκαιριακή είτε μόνιμη, θα είχε σοβαρές συνέπειες για όλη την περιοχή.

Φυσικά το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει επιθέσεις μεγάλης κλίμακας, όπως αυτές που έκαναν πολλές φορές οι Σαρακηνοί και που σε μια από αυτές, το 904, λεηλατήθηκε ακόμα και η Θεσσαλονίκη. Ο Buondelmonti αναφέρει ότι είχαν κάποτε απαχθεί οι μοναχοί των Στροφάδων (νησίδων που βρίσκονται κάπου 30 μίλια νότια της Ζακύνθου) και είναι γνωστό πως καλόγεροι από το εκεί μοναστήρι της Παναγίας είχαν βρεθεί σκλάβοι στην Τύνιδα το 1411. Δεν γνωρίζουμε αν ο Άγιος Νικόλαος συλήθηκε ποτέ από τους Άραβες. Όταν πάντως πέρασε ο Buondelmonti από την περιοχή, προς τα τέλη της δεκαετίας του 1410, και τα δύο νησιωτικά μοναστήρια βρίσκονταν σε λειτουργία.

Το σίγουρο είναι ότι το μοναστήρι δεν γλύτωσε την καταστροφή το 1479, όταν οι Τούρκοι κατέλυσαν το κράτος του Λεονάρδου Τόκκο ερημώνοντας ολόκληρη τη Ζάκυνθο. Ανασυστάθηκε κάμποσες φορές στη διάρκεια της Βενετοκρατίας αλλά φαίνεται πως δεν επανέκτησε ποτέ την παλιά του αίγλη και περιουσία. Οι Βενετοί, διαθέτοντας πολεμικά πλοία στην περιοχή αρκετά συχνά, και όντας σε θέση να συγκεντρώσουν στη Ζάκυνθο πάνω από χίλιους αρκεβουζιοφόρους πολιτοφύλακες και μερικές εκατοντάδες ιππείς οποτεδήποτε υπήρχε χρεία, δεν πολυανησυχούσαν μήπως ο Άγιος Νικόλας γίνει λημέρι πειρατών. Στις αρχές του 18ου αιώνα η μονή είχε περιέλθει στη δικαιοδοσία του Καθολικού μοναστηριού του Αγίου Φραγκίσκου στο Κάστρο και η εδαφονομή της παραχωρηθεί στον Άγιο Γεώργιο στα Γκρεμνά (2).

Με δεδομένο ότι ο Άγιος Γεώργιος είχε κατά το 17ο και 18ο αιώνα 12 με 18 μοναχούς (3) οι κάτοικοι του Νησιού δεν πρέπει να ξεπερνούσαν σε αριθμό τα δάχτυλα του ενός χεριού. Ο αριθμός τους μάλλον δεν ήταν μεγαλύτερος τον προηγούμενο αιώνα, ακόμη και στις καλύτερες των ημερών του. Ένας τέτοιος πληθυσμός όμως δεν επαρκούσε για να υπερασπιστεί ολόκληρη τη βραχονησίδα σε περίπτωση Τουρκικής επιδρομής. Κοντά στην κορυφή του βράχου υπάρχουν ακόμα και σήμερα τα ερείπια ενός κυλινδρικού κτίσματος που θεωρείται από όσους το έχουν δει σαν βαρδιόλα, δηλαδή παρατηρητήριο από την εποχή της Βενετοκρατίας.


Η θέση είναι πραγματικά ιδανική για παρατηρητήριο, με θέα προς τη θάλασσα και την ακτογραμμή της Ζακύνθου για πολλά χιλιόμετρα. Ακόμα, είναι ορατό από εκεί το Κάστρο. Αυτό σημαίνει πως μια φρυκτωρία εκεί κοντά μπορούσε να δίνει σήματα φωτιάς και καπνού που συχνά ήταν ορατά από τον ίδιο τον πρεβεδούρο (κυβερνήτη) της Ζακύνθου χωρίς να χρειάζεται η αναμετάδοση τους.


Το παρατηρητήριο αυτό όμως δεν μοιάζει με τις συνηθισμένες βαρδιόλες, όπως αυτή στο γειτονικό Μεγαλώνι. Δεν έχει διατομή τετράγωνη και πυραμιδοειδή στέγη. Μοιάζει περισσότερο με τους ερειπωμένους ανεμόμυλους στα γύρω υψώματα. Βέβαια δεν ήταν βαρδιόλα φτιαγμένη με Βενετσιάνικες προδιαγραφές, ήταν του μοναστηριού. Έχει όμως κάτι πολύ πιο παράξενο ακόμα. Στην ανατολική πλευρά διαθέτει μια κόγχη, ακριβώς όπως οι εκκλησίες. ‘... μας θυμίζει περισσότερο έναν ναΐσκο παρά τις γνωστές μας βενετσιάνικες βαρδιόλες’, έγραψε σχετικά στο εξαιρετικό ιστολόγιο του ο π. Διονύσιος Λυκογιάννης (4). Η κόγχη αυτή, με τετράγωνο παράθυρο, δεν εξυπηρετεί κανένα αμυντικό, ή άλλο, πρακτικό σκοπό. Ο λόγος ύπαρξης της δεν μπορεί παρά να είναι λατρευτικός. Πως μπορεί όμως να εξηγηθεί η ύπαρξη μιας βαρδιόλας που είναι ταυτόχρονα εκκλησάκι;

Η εξήγηση είναι, πιστεύω, ο μικρός αριθμός μοναχών παράλληλα με τις αμυντικές τους ανάγκες. Μια φούχτα ανθρώπων μπορούσε να υπερασπίσει μόνο ένα σημείο του βράχου, κατά προτίμηση το ψηλότερο, το πιο δύσβατο και με την καλύτερη ορατότητα – δηλαδή την κορυφή του. Η παλιά εκκλησία του Αγίου Νικολάου δεν ήταν υπερασπίσιμη και αφέθηκε στην τύχη της. Ο καλύτερος τρόπος οχύρωσης της κορυφής του βράχου ήταν η κατασκευή ενός αμυντικού πύργου. Σε άλλα, μεγαλύτερα μοναστήρια, ο πύργος ήταν η τελευταία γραμμή άμυνας. Στο Νησί ήταν η πρώτη και τελευταία. Γι αυτό και ήταν ταυτόχρονα προμαχώνας, παρατηρητήριο, μπαρουταποθήκη και ναός.

Αυτή η ασυνήθιστη διαρρύθμιση δεν είναι μοναδική. Χρησιμοποιήθηκε για αιώνες στη μονή των Στροφάδων – αν και σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα αφού οι μοναχοί εκεί ήταν τουλάχιστον δεκαπλάσιοι. Αν κάποιος σκάψει γύρω από τη λεγόμενη βαρδιόλα θα βρει, πιστεύω, τις πέτρες που σχημάτιζαν τον πάνω όροφο του πύργου, οι οποίες τώρα, μαζί με χώματα και βλάστηση, κρύβουν την υπερυψωμένη βάση του. Ίσως βρει και κάποια σκαλοπάτια, σε ορθή γωνία με την είσοδο του. Ας ελπίσουμε πως κάποιοι, κάποτε, θα ενδιαφερθούν.

Η λειτουργία του μοναστηριού σαν μετόχι του Αγίου Γεωργίου των Γκρεμνών σηματοδότησε μια περίοδο σταθερότητας στο Νησί, που κράτησε μέχρι την οριστική του εγκατάλειψη στα μέσα του 19ου αιώνα. Στις αρχές Φεβρουαρίου του 1805 πέρασε από το Σκινάρι ο Edward Dodwell μαζί με τον Simone Pomardi, πάνω σε ένα παλιό εμπορικό που λεγόταν Άγιος Σπυρίδων, προερχόμενοι από τη Μεσσήνη της Σικελίας και συνέχισαν νότια προς την πόλη. Ο Dodwell έγραψε (5):

Το πρώτο σημείο του νησιού (της Ζακύνθου) που περάσαμε λέγεται Ακρωτήριο Σκινάρο, χαμηλό και πράσινο – κοντά του βρίσκεται ο θαλασσινός βράχος του Αγίου Γεωργίου, με μια μικρή εκκλησία στην οποία μένουν λίγοι Έλληνες μοναχοί. Κοντύτερα στην ακτή βρίσκεται το Μικρονήσι (το μικρό νησί), και πιο κάτω ο βράχος που λέγεται Τρέντα Νόβε, πάνω στον οποίο υπάρχουν τα ερείπια εκκλησίας και ερημητηρίου.

Παραδόξως, μετά από τόσους αιώνες χρήσης του από Ορθόδοξους μοναχούς, το Νησί του Αγίου Νικολάου θεωρείται σήμερα ότι ανήκει στην Καθολική Αρχιεπισκοπή Κερκύρας – Ζακύνθου – Κεφαλληνίας. Δεν γνωρίζω το πως, υποπτεύομαι όμως ότι η υπόθεση αυτή πηγαίνει τρεις αιώνες πίσω, όταν οι Βενετοί παραχώρησαν το βράχο στον Άγιο Φραγκίσκο του Κάστρου. Τα ντοκουμέντα που στηρίζουν αυτό το ιδιοκτησιακό καθεστώς θα ήταν ίσως πολύ ενδιαφέροντα σε νομικούς, και όχι μόνο, δεδομένου ότι η περιουσία του Αγίου Φραγκίσκου δημεύτηκε προς όφελος της δημόσιας εκπαίδευσης από την Επτάνησο Πολιτεία στις 20 Ιανουαρίου του 1805, δηλαδή περίπου δύο βδομάδες πριν τη διέλευση του Dodwell από το Σκινάρι.  

 
----------------------------------------------------------------  

(1)  Ο Άγιος Νικόλαος στο νησί στη Ζάκυνθο: Μια άγνωστη Παλαιοχριστιανική Βασιλική, Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας 14 (1987 – 1988), Περίοδος Δ΄, σσ. 267 -276, Αθήνα 1989.

(2)  Λ. Ζώης, Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου, τ. Α΄, σ. 476.

(3)  Δ. Μούσουρας, Αι Μοναί Στροφάδων και Αγίου Γεωργίου των Κρημνών Ζακύνθου, Αθήνα 2003, σ. 106.

(4)  http://plykogiannis.blogspot.co.uk/2009/05/o.html Εδώ μπορείτε να δείτε και φωτογραφίες από το εσωτερικό του κτίσματος.

(5)  A Classical and Topographical Tour through Greece, τ. 1ος, Λονδίνο 1819, σ. 78.

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Οι χάρτες της νήσου των Ιεροσολύμων


Η Αγία Βερενίκη του Γκρέκο

Όταν οι ναυτικοί του Μεσαίωνα παράπλεαν τις ακτές του Μοριά κουβαλώντας εμπορεύματα, σταυροφόρους και προσκυνητές προς την ανατολική Μεσόγειο, βλέπανε στα δεξιά τους ένα νησί, που στα παράλια του είχε ένα μικρό βουνό με ένα μοναστήρι στην κορυφή. Ήταν αφιερωμένο στην Αγία Ιερουσαλήμ, έτσι λέγανε αυτοί που ξέρανε, και το καθολικό του είχε ένα τρούλο δυτικότροπο, ασυνήθιστο σε εκείνα τα μέρη. Το νησί είχε όνομα – ή πες καλύτερα ονόματα, ανάλογα με το ποιόν ρώταγες. Ήταν όμως πιο εύκολο για τα καραβίσια τσούρμα να το θυμούνται σαν το νησί της Ιερουσαλήμ. Έτσι το ονοματίζανε συχνά-πυκνά.

Στο δρόμο για τους Άγιους Τόπους οι γραμματιζούμενοι και οι φλάρηδες ιστορούσανε – σε όσους ήταν ικανοί να καταλάβουν τα αλλόκοτα Λατινικά τους – το πως το νησί ετούτο είχε ασπαστεί το Χριστιανισμό. Μια καλή γυναίκα της Ιερουσαλήμ, έλεγαν, συμπονώντας το Χριστό στην ανηφόρα του Γολγοθά, του έδωσε το πέπλο της για να σκουπίσει το μέτωπο του. Η γυναίκα είχε το όνομα πριγκίπισσας της Μακεδονίας – ήταν της μόδας τότε – τη λέγανε Βερενίκη. Εκείνος, αφού σκούπισε τον ιδρώτα και το αίμα, της το επέστρεψε. Πάνω του είχε αποτυπωθεί θαυματουργικά το θεϊκό πρόσωπο τρεις φορές, γιατί το πέπλο, γνωστό από τότε σαν σουδάριον, ήταν διπλωμένο στα τρία.

Αυτοκράτορας εκείνα τα χρόνια ήταν στη Ρώμη ο Τιβέριος. Έπασχε από λέπρα και είχε πληροφορηθεί τα θαύματα του Ιησού στην Παλαιστίνη. Μην έχοντας άλλη ελπίδα, έστειλε έναν έμπιστο του, το Βολουσιανό, να τον φέρει στη Ρώμη. Όταν έφτασε ο Βολουσιανός στην Ιερουσαλήμ ο Ιησούς είχε ήδη σταυρωθεί. Συνάντησε όμως τη Βερενίκη και εκείνη τον ακολούθησε στη Ρώμη, όπου ο αυτοκράτορας γιατρεύτηκε μόλις άγγιξε το μανδήλιον.

Το ένα τρίτο του σουδαρίου όμως δεν έφτασε ποτέ στην Ιταλία. Στο δρόμο η Αγία Βερενίκη είχε σταματήσει στη Ζάκυνθο – έτσι λέγανε στα Ελληνικά το νησί της Ιερουσαλήμ – όπου είχε κηρύξει το Χριστιανισμό και αφήσει το πρώτο κομμάτι. Το άλλο το έδωσε στον Κλήμεντα Α΄, τέταρτο κατά σειρά επίσκοπο Ρώμης, και το τρίτο στον Άγιο Ευφράσιο, έναν από τους εφτά κληρικούς που στάλθηκαν για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο στην Ισπανία (1).

Χωρίστηκε η Εκκλησία, χωρίστηκαν και οι παραδόσεις. Ετούτη η παράδοση, που φαίνεται πως άρχισε να διαδίδεται τον 7ο αιώνα, έπεσε στη μεριά της Δύσης. Παραμερίστηκε στο νησί, σχετικά εύκολα, από μια άλλη, ντόπια. Αυτή που θέλει τη Μαρία τη Μαγδαληνή να εκχριστιανίζει τη Ζάκυνθο. Καθ’ οδόν και αυτή προς στη Ρώμη βγήκε στις Μαριές ενώ η Βερενίκη είχε αποβιβαστεί σε άλλο ορεινό χωριό, στις Βολίμες (2)(3). Αιώνια πανέμορφη η Ζάκυνθος θα μπορούσε να είναι το μήλο της Έριδος ανάμεσα σε αρχαίες θεές. Προκειμένου όμως περί αθλητριών του Χριστού το ζήτημα δεν μπαίνει ανταγωνιστικά. Καμία αγία δεν ξεγράφεται. Έτσι το ιστολόγιο αυτό, πιστό στη δική του παράδοση του ανασκαλέματος ξεχασμένων γεγονότων και θρύλων, θυμίζει πως η μνήμη της Αγίας Βερενίκης γιορτάζεται στις 12 Ιουλίου, ένα δεκαήμερο πριν της Μαρίας της Μαγδαληνής.

Η ονομασία Ιερουσαλήμ παραμερίστηκε κι αυτή. Εσφαλμένη τη χαρακτήρισε ο Λεωνίδας Ζώης (4). Όμως δεν μπορεί να λογαριάζεται εσφαλμένη μια ονομασία όταν έχει τύχει χρήσης. Ιδιαίτερα αν πίσω της κρύβεται κάποια αιτία – και η αιτία είναι φανερή στα παράγωγα του χάρτη του Cristoforo Buondelmonti, από το έργο του Liber insularum Archipelagi, γραμμένο το 1420 *.

Εδώ βλέπουμε μια εκδοχή του 1466, μία από τις παλιότερες που υπάρχουν. Ο χάρτης είναι εκπληκτικά ακριβής για την εποχή του και πάνω στην κορυφή του Σκοπού βλέπουμε μια θολοσκέπαστη εκκλησία, ακριβώς στο σημείο που θα σημειωνόταν η Παναγία η Σκοπιώτισσα πάνω σε ένα σύγχρονο χάρτη. Το όνομα της είναι Sancta Hierusalem, Αγία Ιερουσαλήμ.

Στην παρακάτω εκδοχή, επίσης του 15ου αιώνα, από χειρόγραφο του Πανεπιστημίου του Düsseldorf, υπάρχει μόνο μια (φανταστική) απεικόνιση του κάστρου. Η θέση όμως της Αγίας Ιερουσαλήμ σημειώνεται πάνω σε ένα βουνό (Mons).


Αυτή η παραλλαγή, του τέλους του 15ου αιώνα, επιμένει σε θολοσκέπαστη Αγία Ιερουσαλήμ.


Το ίδιο και αυτή του 2ου μισού του ίδιου αιώνα.


Και αυτή του 15ου ή 16ου .


Είναι ενδεικτικό πως όλες οι άλλες εκκλησίες – ο Άγιος Νικόλαος στο λιμάνι, που ίσως είναι ο Άγιος Νικόλαος των Ξένων ή ο των Γερόντων, ο Άγιος Νικόλαος στο Σκινάρι και ο Άγιος Βλάσσιος, πιθανότατα αυτός που υπήρχε κάποτε στο Μπανάτο – παρουσιάζονται σαν μονόκλιτες βασιλικές χωρίς τρούλο, που είναι και ο πιο συνηθισμένος τύπος ναού στο νησί αιώνες τώρα. Τρούλο όμως, και μάλιστα οκτάγωνο, που θυμίζει την αρχιτεκτονική του Brunelleschi, διαθέτει σήμερα η Παναγία η Σκοπιώτισσα, ακριβώς εκεί που στεκόταν η Αγία Ιερουσαλήμ, και όπου παλιότερα πιστεύεται ότι στεκόταν ιερό της Άρτεμης.

Είναι σύμπτωση; Τι ιδιοτροπία και αυτή των κτητόρων της μονής να βάλουν σε ορθόδοξη εκκλησία τρούλο που θύμιζε ιταλική! Και μάλιστα σε ένα νησί όπου οι σεισμοί είναι συχνότεροι από τις μπόρες. Τους άρεσαν τα ρίσκα; Ή μήπως, όταν ανοικοδομήθηκε η εκκλησία το 1534 και το 1624, διατηρήθηκαν κάποια σχεδιαστικά χαρακτηριστικά του προηγούμενου κτιρίου, της Αγίας Ιερουσαλήμ; Και πόσο εύκολο ήταν άραγε να προχωρήσουν σε αυτή την πράξη νοσταλγίας; Να βρουν δηλαδή πρωτομάστορα να εγγυηθεί την ευστάθεια του ασυνήθιστου τρούλου; Δεν θα έφερναν βέβαια κάποιον από την Ιταλία μόνο για ένα τρούλο, αλλά ούτε θα εμπιστεύονταν τον πρώτο περαστικό χωρίς έχουν δει δείγμα της δουλειάς του. Όποιος τον έφτιαξε όμως ήξερε την τέχνη του. Στέκεται ακόμα, μετά από τόσους αιώνες, σε ένα νησί που οι σεισμοί δεν άφησαν εντελώς αλώβητο κανένα κτίσμα εκείνης της εποχής!

 Ίσως πάλι να πρέπει να γεννηθεί σε μια γωνία του μυαλού μας ένα ερώτημα πιο τολμηρό. Μήπως δεν στέκεται ο τρούλος εκεί τέσσερεις αιώνες αλλά έξι; Μήπως δεν κατασκευάστηκε το 1624 αλλά στέκεται ακλόνητος, με μερικά μερεμέτια μόνο, από πολύ παλιότερα; Μήπως οι γνωστές ανοικοδομήσεις της μονής δεν περιλάμβαναν τον πυρήνα του καθολικού και περιορίστηκαν σε επισκευές και περιφερειακές αλλαγές; Αυτός ο τύπος τρούλου ήταν πολύ γνωστός στις αρχές του 15ου αιώνα. Συμπτωματικά, ο μεγαλοπρεπέστατος αλλά παρόμοιος τρούλος του μητροπολιτικού ναού της Φλωρεντίας άρχισε να κατασκευάζεται ακριβώς την εποχή που ο Φλωρεντινός μοναχός Buondelmonti φιλοτεχνούσε το χάρτη της Ζακύνθου.


Η Σκοπιώτισσα, κτίσμα αταίριαστο με τη ντόπια αρχιτεκτονική, σε φωτογραφία του 1968 από το βιβλίο του Δ. Ζήβα Η Αρχιτεκτονική της Ζακύνθου από το ΙΣΤ’ μέχρι το ΙΘ΄ αιώνα. Η εκκλησία έχει σχήμα ελεύθερου σταυρού και σε κάθε γωνία του υπήρχε παλιότερα από ένα παρεκκλήσι.

Πόσο μπορεί να βασιστεί κανείς σε ένα χάρτη που απεικονίζει ψάρια εκεί που σήμερα βρίσκεται ο διάδρομος αποπροσγειώσεων του αεροδρομίου; Αρκετά, όταν διαθέτει και κείμενο του χαρτογράφου που τον βοηθάει να διακρίνει κάποιες παραναγνώσεις, παρανοήσεις και παραλείψεις των αντιγραφέων. Έγραψε λοιπόν ο Buondelmonti:

 
Είπαμε αρκετά για την Κεφαλονιά. Να πούμε τώρα και για τη Ζάκυνθο. Η οποία Ζάκυνθος πήρε το όνομα της από έναν παλιό άρχοντα ή ένα λουλούδι, μιας και είναι ανθηρή και ευχάριστη. Βρίσκεται απέναντι από τον Κορινθιακό Κόλπο – από αυτήν λέγεται ότι κάποιοι πήγαν στην Ισπανία όπου ίδρυσαν το Saguntum, πόλη ευγενική, στενή σύμμαχο των Ρωμαίων, την οποία κατέλαβε εξ εφόδου ο Αννίβας και την κατέστρεψε. Αυτή (η Ζάκυνθος) λεγόταν παλιά και Ιερουσαλήμ. Ο Robert Guiscard, Δούκας της Απουλίας, θέλοντας να μεταβεί στον Πανάγιο Τάφο, είδε σε όνειρο πως θα πεθάνει στην Ιερουσαλήμ. Ήρθε όμως στην Κεφαλονιά, όπως ειπώθηκε πιο πάνω (5), κοντά σε αυτό το νησί και, αρρωσταίνοντας σε αυτό το μέρος, αφού άκουσε πως λεγόταν επίσης Ιερουσαλήμ ξεψύχησε μετά από λίγες μέρες. Προς το βορρά (6) φαίνονται πλούσια βοσκοτόπια. Στα ανατολικά όμως υπάρχει ένα λιμάνι που λέγεται Nacte (7), όπου σε ένα κοντινό κάμπο υπάρχει μία λίμνη υγρής πίσσας (8), στην οποία έπεσε ένα βόδι όταν το τσίμπησε μία μύγα και αμέσως πνίγηκε. Εκεί κοντά μια σκοτεινή νύχτα ένα πλοίο φορτωμένο Μαλβασία (9), με ευνοϊκό άνεμο, με φουσκωμένα τα πανιά, επειδή το πλήρωμα δεν γνώριζε ναυσιπλοΐα, εξόκειλε και ακινητοποιήθηκε στην ίδια αμμουδιά χωρίς να πάθει ζημιά. Η Βερενίκη επίσης, ακούγοντας πως το όνομα του νησιού ήταν Ιερουσαλήμ, από ευλάβεια το επισκέφτηκε, όπως λέγεται, επέδειξε το σουδάριον του Χριστού και κήρυξε το θυσία του Σωτήρος, προσηλυτίζοντας τους στην ευσεβή πίστη. Στα ανατολικά, σε μια παραλία, όπως λέγεται, έχει ανακαλυφθεί φλέβα μεταλλεύματος, και σε ολόκληρη τη νότια πλευρά, ανάμεσα στα σκιερά δέντρα, υψώνονται βουνά (10). Προς τα δυτικά είναι τα άριστα περίκλειστα λιμάνια Pilosus (μαλλιαρός ή χνουδωτός) και Άγιος Νικόλαος (11), και κοντά τους εκτείνονται αλυκές. Προς βορράν τέλος, περίπου στη μέση, υψώνεται η καστρόπολη, η οποία έχει καταστραφεί συχνά από σεισμούς. Εκεί βρίσκεται θαμμένη μια δούκισσα από την οικογένεια μου (12). Έχει περίμετρο πάνω από 60 μίλια και όλοι οι κάτοικοι απολαμβάνουν με ευχαρίστηση το υγιεινό της κλίμα.

Βιργίλιος:

Τώρα εν μέσω των κυμάτων εμφανίζεται η δασώδης Ζάκυνθος.

Το έργο του Buondelmonti αντιγράφτηκε πολλές φορές και σήμερα σώζονται σε διάφορες βιβλιοθήκες αρκετές δεκάδες χειρόγραφα. Ήταν επιπλέον το έναυσμα για τη δημιουργία άλλων isolarii, συλλογές δηλαδή με χάρτες και περιγραφές νησιών. Πέρασε πάνω από ένας αιώνας μέχρι να ‘χαρτογραφηθεί’ ξανά η Ζάκυνθος. Το Isolario του Benedetto Bordone του 1528 έφερε τα πάνω κάτω:


Το λιμάνι του Αγίου Νικολάου κοίταζε την Ιταλία αντί για τον Πατραϊκό και το Pilosus portus, ιταλοποιημένο σε Porto Peloso, μεταφέρθηκε στο Λαγανά. Ο χάρτης του Bordone πρέπει να είχε πολύ μεγαλύτερη απήχηση από αυτόν του Buondelmonti. Ήταν πια η εποχή της τυπογραφίας. Οι επόμενοι χάρτες όμως, παρόμοιοι ο ένας με τον άλλο, ήταν ακόμη χειρότεροι. Ούτε το σχήμα του νησιού αναγνωρίζεται, ούτε τα ονόματα των περισσότερων τοποθεσιών που σημειώνονται. Με μία μόνο φωτεινή εξαίρεση – τον Antonio da Millo. Έλληνας από τη Μήλο, ήταν ένα διάστημα Armiraglio al Zante (Αρχιπλοηγός του λιμανιού της Ζακύνθου) και τη γνώριζε καλά. Ο χάρτης του είναι πολύ πιο ακριβής και επαναφέρει το όνομα Porto Natta στον κόλπο του Λαγανά. Εκεί όμως είχε μετακομίσει πριν από καιρό και το Porto Peloso. Μόνο που αναγκαστικά περιορίστηκε στο ανατολικό του άκρο, και συγκεκριμένα σε ένα νησάκι, που ακόμα και σήμερα λέγεται Πελούζο.


 

------------------------------------------------------------------------------ 

*  Όλους τους βασισμένους στο Buondelmonti χάρτες, εκτός από το δεύτερο, τους ξετρύπωσε ο Παναγιώτης (από Γαλλικές πηγές).

(1)  Μία από τις πηγές για την παράδοση αυτή είναι ο 3ος τόμος του έργου A History of Auricular Confession and Indulgences in the Catholic Church του Henry Charles Lea, Φιλαδέλφεια 1896, σσ. 501 – 502.

(2)  Π. Χιώτης, Ιστορικά Απομνημονεύματα, τ. Β΄, σσ. 36 – 40. Ο Χιώτης αναφέρει τους Σέρρα και Κούρτσολα, οι οποίοι είχαν γράψει για την Αγία Βερενίκη στη Ζάκυνθο.

(3)  Η ανακήρυξη του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου σαν παλιού προστάτη της Ζακύνθου ίσως να μην είναι άσχετη με την Αγία Βερενίκη. Όπως αναφέρει ο Λ. Ζώης υπήρχε μονή στο Σκινάρι αφιερωμένη στην Αγία Βερενίκη, η οποία πιθανόν ενσωματώθηκε με αυτή του Αγίου Ιωάννη στη Λαγκάδα. Λεξικόν, τ. Α΄, σ. 88.

(4)  Λ. Ζώης, Λεξικόν, τ. Α΄, σ. 238.

(5)  Είχε αναφέρει το Guiscard μιλώντας για την Κεφαλονιά, καθώς και το ότι το Φισκάρδο πήρε το όνομα του από αυτόν.

(6)  Από τα λεγόμενα του είναι φανερό ότι βόρεια θεωρούσε τη βορειοανατολική πλευρά του νησιού.

(7)  Απόπειρα μεταφοράς στα Λατινικά του ονόματος Natta, παλιάς ονομασίας της Λίμνης του Κεριού και ολόκληρου του κόλπου του Λαγανά, προερχόμενη από το nafta, δηλαδή τη νάφθα (συστατικό του πετρελαίου).

(8)  Η Λίμνη του Κεριού με την πηγή του Ηροδότου. Ο Buondelmonti έγραψε lacus picis, δηλαδή λίμνη με πίσσα, αλλά κάποιοι το διάβασαν σαν lacus piscis, δηλαδή λίμνη με ψάρια. Έτσι έχουμε στην περιοχή του αεροδρομίου απεικονίσεις είτε ψαριών είτε πίσσας, επειδή κάποιοι άλλοι θεώρησαν πως η απεικονιζόμενη εκεί λίμνη ήταν η λίμνη της πίσσας. Στην πραγματικότητα εκεί υπήρχε άλλος βάλτος, πολύ μεγαλύτερος από αυτόν του Κεριού, η λεγόμενη Λίμνη του Νερούλη και αργότερα του Μακρή, αλλά χωρίς πίσσα και ψάρια. Προφανώς ο Buondelmonti την συμπεριέλαβε στο χάρτη του αλλά δεν την αναφέρει στο κείμενο.

(9)  Περίφημο κρασί της εποχής, κυρίως του Μοριά και της Κρήτης, που πήρε το όνομα του από το Ιταλικό όνομα της Μονεμβασίας.

(10)  Αυτό που θεωρεί νότια πλευρά, κατά μήκος της οροσειράς του Βραχιώνα, είναι σημειωμένο στο χάρτη με τη λέξη meridies (μεσημβρία, νότος).

(11)  Για τον Άγιο Νικόλα στο Σκινάρι δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία. Το λιμάνι που ονομάζει Pilosus απεικονίζεται στους χάρτες κοντά στον Άγιο Ανδρέα αλλά κατά τη γνώμη μου πρόκειται για τη Βρώμη. Και στα δύο σημεία υπάρχουν βραχονησίδες, όπως σημειώνεται στο χάρτη. Οι Αλυκές απέχουν περίπου το ίδιο από τα τρία σημεία σε ευθεία γραμμή. Μόνο ο Άγιος Νικόλας και το Πόρτο Βρώμη όμως θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν σαν άριστα λιμάνια.

(12)  Η Μαγδαληνή (Maddalena) Μπουοντελμόντι, αδελφή του Ησαύ  Μπουοντελμόντι, Δεσπότη της Ηπείρου, παντρεύτηκε τον Λεονάρδο Α΄ Τόκκο, Κόμη Κεφαλληνίας, Ζακύνθου και αργότερα Δούκα της Αγίας Μαύρας (Λευκάδας). Έγινε μητέρα του Καρόλου Α΄ Τόκκο, Δεσπότη της Ηπείρου και Δούκα της Αγίας Μαύρας, και του Λεονάρδου Β΄, Κόμη της Ζακύνθου. Κόρη του Λεονάρδου Β΄ και εγγονή της Μαγδαληνής ήταν η Θεοδώρα, πρώτη σύζυγος του τελευταίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Ίσως επειδή δεν είχε τις καλύτερες δυνατές σχέσεις με την ισχυρή προσωπικότητα της νύφης της Φραγκίσκης, συζύγου του Καρόλου Α΄, η Μαγδαληνή αποσύρθηκε στη Ζάκυνθο μέχρι το τέλος της ζωής της το 1401 ή λίγο αργότερα.
Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .