Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Ξεχασμένα στοιχεία για το θάνατο του Βεσάλιου αναδύονται


 
Πλησιάζοντας το 2014, επέτειο των πεντακοσίων χρόνων από τη γέννηση του Ανδρέα Βεσάλιου, ανακαλύπτονται όλο και περισσότερα στοιχεία που ρίχνουν φως στις μυστηριώδεις συνθήκες του θανάτου του. Στο τελευταίο χειμερινό τεύχος του ακαδημαϊκού περιοδικού VesaliusActa Internationalia Historiae Medicinae, το οποίο εκδίδεται από την International Society for the History of Medicine (Διεθνής Εταιρεία για την Ιστορία της Ιατρικής), δημοσιεύτηκε ένα άρθρο με τίτλο The Last Months of Andreas Vesalius: a Coda (Οι Τελευταίοι Μήνες του Ανδρέα Βεσάλιου: ένα Επιστέγασμα) (1). Το άρθρο υπογράφουν οι Βέλγοι γιατροί Maurits Biesbrouck, Theodoor Goddeeris και Omer Steeno, άνθρωποι που ασχολούνται εδώ και πολλά χρόνια με τη ζωή και το έργο του Βεσάλιου και δικαιωματικά θεωρούνται αυθεντίες σε αυτό το θέμα.

As we approach 2014, the anniversary of 500 years from the birth of Andreas Vesalius, more and more evidence is discovered that sheds light on the mysterious circumstances of his death. In the last winter edition of the academic journal Vesalius – Acta Internationalia Historiae Medicinae, issued by the International Society for the History of Medicine, an article was published with the title The Last Months of Andreas Vesalius: a Coda (1). The article is signed by the Belgian doctors Maurits Biesbrouck, Theodoor Goddeeris and Omer Steeno, men who have for many years been engaged in the study of the life and work of Vesalius and are rightly considered authorities on the subject.

Ο λόγος για τον οποίο γράφτηκε το άρθρο ήταν ο εντοπισμός από τους ερευνητές δύο αγνοημένων κειμένων για το θάνατο του θεμελιωτή της σύγχρονης Ιατρικής. Το ένα είναι η Γερμανική εκδοχή των ταξιδιωτικών εντυπώσεων του Fürer von Haimendorf (2). Σε αυτή, ο Γερμανός περιηγητής, στον οποίο χρωστάμε την ταφική επιγραφή με την ημερομηνία θανάτου του Βεσάλιου (3), δίνει μια περιγραφή του θυρεού που αντίκρισε πάνω στον τάφο. Τον αποτελούσαν, λέει, τρία κίτρινα λαγωνικά σε κόκκινο φόντο και πάνω στην περικεφαλαία ένας εστεμμένος κίτρινος δικέφαλος. Στην πραγματικότητα τα λαγωνικά ήταν ικτίδες και θα έπρεπε να ήταν αργυρές σε φόντο μαύρο. Οι συγγραφείς συμπεραίνουν ότι αυτές οι ανακρίβειες – όπως και η λανθασμένη ηλικία του Βεσάλιου στην επιγραφή, 58 ετών αντί 50 – ήταν λάθη που δεν οφείλονται στην περιγραφή. Σαν εξήγηση προτείνουν είτε άγνοια είτε κακή συνεννόηση μεταξύ του πελάτη και του παραγγελιοδόχου, παραπέμποντας σε αυτό εδώ το ιστολόγιο (4).

The reason for which the article was written is the researchers’ discovery of two ignored texts about the death of the founder of modern medicine. One of them is the German version of the travels of Fürer von Haimendorf (2). In it, the German traveller, to whom we owe the burial inscription with Vesalius’ date of death (3), gives a description of the coat of arms that he saw on the grave. It consisted, he says, of three yellow greyhounds on red background and on the helmet a yellow, crowned, two-headed eagle. In fact the greyhounds were weasels and should have been argent on sable. The writers conclude that these inaccuracies – just like Vesalius’ wrong age on the inscription, 58 instead of 50 – were not mistakes of the description. As an explanation they propose ignorance or a breakdown in the communication between the makers and their customers, making a reference to this blog (4).

Σχολιάζοντας αυτό το σημαντικό ιστορικό εύρημα θα τολμήσω ένα ακόμη βήμα. Ο Christoph Fürer von Haimendorf ήταν από τη Νυρεμβέργη. Συμπτωματικά, ο Georgius Boucherus, ο άνθρωπος ο οποίος κατά τον Johannes Metellus φρόντισε για την ταφή του Βεσάλιου, ήταν επίσης από τη Νυρεμβέργη (5). Ο Fürer von Haimendorf πρέπει να αναχώρησε για το προσκύνημα του μερικούς μόνο μήνες μετά την επιστροφή του Boucherus στην πατρίδα τους (6). Λογικά πρέπει να είχε ακούσει τουλάχιστον κάποιες φήμες σχετικές με τις λεπτομέρειες του μοιραίου ταξιδιού του Βεσάλιου και είναι πολύ πιθανό, στα πλαίσια της προετοιμασίας του δικού του ταξιδιού, να είχε μιλήσει με το Boucherus προσωπικά. Αρχικός προορισμός του Fürer von Haimendorf ήταν η Αίγυπτος, από την οποία ο Boucherus είχε μόλις επιστρέψει.  

Commenting on this important historical find I will dare go one step further. Christoph Fürer von Haimendorf was from Nuremberg. Incidentally, Georgius Boucherus, the man who according to Johannes Metellus made the arrangements for Vesalius’ burial, was also from Nuremberg (5). Fürer von Haimendorf must have departed for his pilgrimage only a few months after Boucherus’ return to their home city (6). Logically he must have heard at least some of the rumours about the details of Vesalius’ fatal journey and it is quite possible that, while preparing for his own journey, he had spoken with Boucherus in person. Fürer von Haimendorf’s initial destination was Egypt, from where Boucherus had just returned.

Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι φτάνοντας στη Ζάκυνθο το πρώτο μέρος που επισκέφθηκε ήταν η Παναγία των Χαρίτων, ένα σχετικά ταπεινό μοναστήρι Φραγκισκανών όπου όμως ήταν θαμμένος ο διάσημος Bέλγος ανατόμος.  Τη δεύτερη και τελευταία μέρα της παραμονής του ανέβηκε στο κάστρο και στη Σκοπιώτισσα (7), τοποθεσίες από όπου μπορούσε να ατενίσει ένα πολύ μεγάλο μέρος του νησιού και αποτελούσαν συνηθισμένα αξιοθέατα. Οι λεπτομέρειες που δίνει για το θυρεό στην Γερμανική έκδοση της περιήγησης του – και που παραλείπονται στη Λατινική – θα μπορούσε να είναι αφενός επιβεβαίωση προς την κοινωνία της Νυρεμβέργης ότι ο συμπατριώτης τους είχε επιτελέσει στο ακέραιο το καθήκον του απέναντι στο νεκρό Βεσάλιο και αφετέρου αναφορά προς τον ίδιο το Boucherus για τον τρόπο με τον οποίο είχε εκτελεστεί η παραγγελία του.

It is perhaps not accidental that the first place he visited upon his arrival at Zakynthos was Santa Maria delle Grazie, a relatively humble Franciscan monastery where, however, the famous Belgian anatomist was buried. On the second and final day of his stay he went up to the castle and the monastery of Skopiotissa (7), places from where one could gaze a very big part of the island and were common attractions. The details of the coat of arms that he gives in the German version of his travels – which have been omitted in the Latin version – could on the one hand be a confirmation to the society of Nuremberg that their countryman had fully done his duty to the dead Vesalius and on the other a report to Boucherus himself about the manner in which his order had been executed.

Το άλλο κείμενο προέρχεται από το Γερμανό γιατρό Reinerus Solenander και χρονολογείται από το Μάιο του 1566 (8), δηλαδή περίπου ενάμιση χρόνο μετά το θάνατο του Βεσάλιου. Επειδή οι λεπτομέρειες που αναφέρει είναι εξαιρετικά σημαντικές το μεταφέρω εδώ στα Ελληνικά από την Αγγλική μετάφραση του άρθρου.

The other text comes from the German doctor Reinerus Solenander and was written in May 1566 (8), which was about a year and a half after Vesalius’ death. Because the details mentioned are extremely important I copy here verbatim the English translation of the article (9).

Ο Βεσάλιος έφυγε από την Ισπανία και ταξίδεψε στη Μασσαλία με σκοπό να αναχωρήσει για την Παλαιστίνη. Αν το έκανε αυτό από ευλάβεια ή για υλικό κέρδος δεν μπορώ να διακρίνω αρκετά καθαρά. Πιστεύω ότι δεν ήταν για λόγους θρησκευτικούς επειδή ποτέ δεν έδωσε μεγάλη σημασία στη θρησκεία. Στην Ολλανδία και τις γύρω περιοχές υπάρχουν πολλοί που πηγαίνουν εκεί για κέρδος, συνηθιζόταν δε να γίνεται ως εξής: αυτοί που έκαναν το ταξίδι έπαιρναν τα πάντα μαζί τους και τα δάνειζαν με τόκο, με τη συμφωνία ότι θα λάμβαναν τα διπλάσια ή και περισσότερα μόλις επέστρεφαν, εάν όμως δεν κατάφερναν να γυρίσουν οι ίδιοι και οι οικογένειες τους έχαναν την περιουσία τους. Όταν έφτασε στη Μασσαλία, η γυναίκα του τον είχε ήδη αποχωριστεί: είχε προηγουμένως μαλώσει με το σύζυγο της και αρνηθεί να συνεχίσει το ταξίδι μαζί του. Μετά το χωρισμό τους αυτή έφυγε για το Βέλγιο και ο Βεσάλιος συνέχισε το ταξίδι του για τη Βενετία χωρίς, όπως καταλαβαίνω, να έχει συμφιλιωθεί με τη σύζυγο του.

Vesalius left Spain with his wife and travelled to Marseilles, in order to depart for Palestine. Whether he did this out of religious conviction or for the sake of profit I cannot adequately discern. I believe that it was not for religious reasons, for he never attached any importance to religion. In Holland and the surrounding regions there are many who travel there for profit, and it was the custom to do thus: those who made this journey had everything with them and would lend it out at interest, on the understanding that if one gave a person one-fold, one would receive back two-fold or more when he came back, but if he failed to come back he and his family would lose their property. When he came to Marseilles, his wife had already left him: she had previously quarrelled with her husband and refused to go any further with him. After their separation, she left for Belgium, and Vesalius continued on his way to Venice, as I understand, without having been reconciled with his wife.

Αφού επιβιβάστηκε σε πλοίο εκεί, έπλευσε προς την Ιερουσαλήμ και περιόδευσε σε εκείνα τα μέρη. Όταν όλοι οι σύντροφοι του είχαν επισκεφθεί τα πάντα εκεί επέστρεψαν δια θαλάσσης. Στην αρχή, λόγω του θυελλώδους καιρού, εξετράπησαν από την πορεία τους, και όταν είχαν οδηγηθεί στην ανοιχτή θάλασσα ο αέρας έπεσε τόσο πολύ (θα μπορούσε να πει κανείς ότι επικράτησε πλήρης νηνεμία) που το πλοίο περιφερόταν για αρκετές εβδομάδες στην ίδια περίπου θέση. Ήταν κατακαλόκαιρο και έκανε μεγάλη ζέστη. Τότε οι περισσότεροι από τους επιβάτες αρρώστησαν και πολλοί πέθαναν. Όταν είδε τους νεκρούς να ρίχνονται στη θάλασσα για πολλές μέρες διαδοχικά, ο Βεσάλιος αποκαρδιώθηκε και αρρώστησε ο ίδιος, χωρίς όμως να πει τίποτα. Ενώ περιφέρονταν έτσι γύρω από το ίδιο σημείο άρχισαν να τελειώνουν οι προμήθειες. Υπήρχε ανεπάρκεια σε όλα και σοβαρή έλλειψη πόσιμου νερού. Μια ημερήσια μερίδα δινόταν στον καθένα, αλλά – επειδή κρατούσαν αποθεματικό έκτακτης ανάγκης – ούτε σταγόνα παραπάνω από όσο εθεωρείτο απολύτως αναγκαίο. Έχοντας βρεθεί σε αυτή την απελπιστική θέση, ο Βεσάλιος, που ήταν λιγόλογος από τη φύση του, μελαγχολικός και δεν είχε προετοιμαστεί για τέτοιο ενδεχόμενο, δεν έτυχε καμιάς περίθαλψης, καθώς τα απαραίτητα είχαν πλέον εξαντληθεί, και άρχισε να γίνεται πιο σοβαρά άρρωστος. Όταν, ασθενής ο ίδιος, ήταν αναγκασμένος να βλέπει τους συνταξιδιώτες του να ρίχνονται στη θάλασσα καθημερινά, πήγε και παρακάλεσε τον κυβερνήτη και άλλους ναυτικούς να μην τον πετάξουν στη θάλασσα αν πάθαινε κάτι ή αν πέθαινε. Αφού περιπλανήθηκαν για πολύ καιρό, άρχισε τελικά να δυναμώνει ο αέρας και μπόρεσαν να σηκώσουν πανιά με ευνοϊκό άνεμο. Στο μεταξύ ο Βεσάλιος κειτόταν άρρωστος στο αμπάρι, χωρίς κανέναν να τον εμψυχώσει ή να τον φροντίσει. Όταν φάνηκε η ξηρά όλοι ξέσπασαν σε ξέφρενους πανηγυρισμούς αλλά αυτός χειροτέρεψε. Πήγαν να του το πουν μόνο όταν έφτασαν στη Ζάκυνθο και καθώς έμπαιναν στο λιμάνι και μάζευαν τα πανιά ο Βεσάλιος ξεψύχησε μέσα στο τρίξιμο των σχοινιών και το θόρυβο από τις καμήλες. Ικανοποιήθηκε όμως η μεγαλύτερη επιθυμία του, δηλαδή να βγάλουν το σώμα του στην παραλία και να ταφεί στην ξηρά, δίπλα σε ένα παρεκκλήσι ή ναό, που βρίσκεται κοντά στο λιμάνι της Ζακύνθου.

After embarking there, he sailed for Jerusalem and wandered around those parts. Once all his travel companions had visited everything there, they returned by ship. Initially, owing to stormy weather, they were driven off course, and when they had been driven into the open sea the air became so peaceful (one might rather say ‘the wind was stilled’),that the ship drifted around for several weeks in virtually the same place. It was high summer and baking hot. Then most of the passengers fell ill, and many died. When he saw them being thrown into the sea for several days in succession, Vesalius became dispirited and began to suffer from sickness himself, but did not say anything about it. While they were drifting around in the same spot in this way, the provisions began to run out. There was a general shortage and a severe lack of drinking water. A daily ration was given to each, but beyond that – as an emergency reserve – not a drop more than was deemed necessary. Having ended up in this desperate situation, Vesalius, who was taciturn by nature, melancholic and had not provided for such an eventuality, received no care. The provisions on board had by now run out and he started to become more seriously ill. When he, a sick person himself, had to watch fellow-passengers being thrown overboard day after day, he went to implore the captain and other crew members not to throw him too into the sea should anything happen to him or should he die. After they had been drifting around for a long time, the wind finally began to pick up and they were able to sail on with a favourable wind. In the meantime, Vesalius lay sick in the hold and had nobody to encourage him or tend to him. When land was sighted, everyone became frenzied, but he became even more seriously ill. Only then did the travellers arrive at Zakynthos, they called to him and when they entered the port and struck sail, Vesalius expired amid the creaking of the ropes and the noise of camels. But he obtained what he had most desired, namely that he should be carried ashore and buried on land, near a chapel or shrine near the port of Zakynthos.

Αυτά τα έχει πει ένας έμπορος από τη Νυρεμβέργη, ο οποίος συνταξίδεψε με το Βεσάλιο από τη Βενετία. Όταν έφτασαν στην Κύπρο ο έμπορος άφησε τους συνταξιδιώτες του εκεί και αναχώρησε για την Αλεξάνδρεια με άλλο πλοίο. Από εκεί ταξίδεψε στο Κάιρο, και μετά, αφού τελείωσε τις δουλειές του, επέστρεψε στην Κύπρο όπου, κατά μεγάλη σύμπτωση, συνάντησε το ίδιο πλοίο και τους ίδιους συντρόφους. Αφότου επανενώθηκε μαζί τους υποβλήθηκε στους ίδιους κινδύνους και βίωσε την ίδια μοίρα με τους συνταξιδιώτες του. Ωστόσο, επέστρεψε στη Βενετία αφήνοντας το Βεσάλιο στη Ζάκυνθο όπου τον έθαψε. Μόλις η γυναίκα του έμαθε το θάνατο του συζύγου της παντρεύτηκε σε σύντομο διάστημα έναν άλλο, κάποιον ευγενή. Ο Βεσάλιος άφησε στην κόρη του δώδεκα χιλιάδες τάληρα και ετήσιο εισόδημα μεγαλύτερο από εφτακόσια.

This story was told by a merchant from Nuremberg, who had embarked together with Vesalius in Venice. When they [on their outward journey] arrived in Cyprus, the merchant left his fellow-travellers there and departed for Alexandria aboard another ship. From there he travelled to Cairo, and then, after completing his business, returned and in Cyprus, by a great coincidence, rejoined the same ship and the same travel companions [on their return journey].Once he had rejoined them, he too underwent these dangers and experienced the same fate as his fellow-travellers. After he had left Vesalius on Zakynthos and buried him, he returned to Venice, however. After his wife had learnt of the death of her husband, she quickly married another, a certain nobleman.Vesalius left his daughter the sum of twelve thousand thalers and an annual income of more than seven hundred.

Η επιστολή του Solenander, όπως λέει ο ίδιος, βασίζεται στη μαρτυρία ενός εμπόρου από τη Νυρεμβέργη, όπως και οι γνωστές επιστολές του Metellus, σε μία από τις οποίες ο έμπορος κατονομάζεται σαν Georgius Boucherus. Είναι όμως φανερό πως το γραπτό του Solenander δεν προέρχεται από αυτές τις επιστολές αφού αναφέρει πρόσθετα στοιχεία, όπως το σημείο ταφής, και ταυτόχρονα έχει διαφορές, όπως το ότι ο Βεσάλιος ξεψύχησε πάνω στο πλοίο. Αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι ο Solenander δεν γνώριζε την εκδοχή του Metellus και δεν ενσωμάτωσε κάποια στοιχεία της σε αυτήν που παρουσίασε. Ιδιαίτερα η υπόθεση που κάνει για οικονομικό κίνητρο του προσκυνήματος και πιθανό στοίχημα ίσως έχουν τη ρίζα τους σε αυτά που διέδιδε ο Metellus.

Solenander’s letter, as he says himself, is based on the testimony of a merchant from Nuremberg, just like the known letters of Metellus, in one of which the merchant is named as Georgius Boucherus. It is, however, obvious that Solenander’s text is not based on those letters since he mentions additional information, like the location of the grave, and at the same time has differences, for example that Vesalius breathed his last on board the ship. This does not necessarily mean that Solenander did not know Metellus’ version and did not incorporate some of its elements in the one he presented. Especially his hypothesis of the financial motive of the pilgrimage and the possible bet may have their roots in what Metellus had been promulgating.

Είναι βέβαιο πως η πληροφορία για το σημείο ταφής δεν προέρχεται από τον Fürer von Haimendorf, ο οποίος δεν είχε επιστρέψει από τα ταξίδια του όταν έγραφε ο Solenander (10). Πρόκειται δηλαδή για μια τέταρτη μαρτυρία, ανεξάρτητη από αυτές των Fürer von Haimendorf, Zuallardo (11) και Pigafetta (12), η οποία επίσης υποδεικνύει την Παναγία των Χαρίτων σαν τον τόπο ταφής του Βεσάλιου, μιας και η εκκλησία αυτή ήταν εκείνη την εποχή η μοναδική Καθολική κοντά στο λιμάνι (13).

It is certain that the information about the burial site does not come from Fürer von Haimendorf, who had not yet returned from his travels when Solenander was writing (10). This makes it a fourth testimony, independent from those of Fürer von Haimendorf, Zuallardo (11) and Pigafetta (12), which also points at Santa Maria delle Grazie as the location of Vesalius’ grave, since that church was at the time the only Catholic one near the port (13).

Η σημασία όμως αυτού του στοιχείου είναι τεράστια και δεν σταματάει εδώ. Η αρχική πηγή του ήταν ο Boucherus, ουσιαστικά αυτό μας λέει ο Solenander. Τοποθετείται έτσι ο Boucherus στη Ζάκυνθο, την ώρα της κηδείας του Βεσάλιου, ή το πολύ-πολύ λίγο καιρό αργότερα. Όπως είναι γνωστό ο Βεσάλιος πέθανε στα μέσα Οκτωβρίου και οι ταξιδιώτες του Λεβάντε φρόντιζαν να επιστρέψουν πριν την έλευση του χειμώνα. Εξάλλου την επόμενη άνοιξη ο Boucherus είχε ήδη διηγηθεί την ιστορία του στο Metellus και το γιατρό Echtius στη Γερμανία. Μέρος αυτής της ιστορίας ήταν το ότι ο Βεσάλιος προσδοκούσε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό μετά την επιστροφή του. Αποτελεί μάλιστα μέρος της ιστορίας που διηγείται και ο Solenander. Το ότι στον Βεσάλιο χρωστούσαν χρήματα είναι γεγονός που το διασταυρώνουμε και από άλλη πηγή (14). Ο μόνος όμως τρόπος που θα μπορούσε ένας Γερμανός έμπορος να γνωρίζει, ενώ ταξίδευε στην Ανατολή, τι διακανονισμούς είχε κάνει ο Βεσάλιος στην Ισπανία πριν την αναχώρηση του ήταν να του το είχε πει ο ίδιος ο Βεσάλιος. Το να συναντηθεί κάποιος που είχε πάει στην Αίγυπτο με κάποιον που είχε πάει στην Παλαιστίνη, και να γνωριστούν αρκετά ώστε να συζητήσουν την οικονομική τους κατάσταση, μπορεί να σημαίνει μόνο ένα πράγμα: ότι συνταξίδεψαν.  Έχουμε λοιπόν μπροστά μας την απόδειξη ότι ο Boucherus έλεγε την αλήθεια.

The importance of this evidence though is huge and does not stop here. Its initial source was Boucherus, effectively this is what Solenander tells us. So Boucherus is placed in Zakynthos, at the time of Vesalius’ funeral, or a little later at the most. It is known that Vesalius died in mid-October and Levant travellers tried to return before the onset of winter. Besides, by next spring Boucherus had already narrated his story to Metellus and doctor Echtius in Germany. Part of this story is that Vesalius expected a large sum of money upon his return. This forms part of the story that Solenander recounts too. Vesalius being owed money is a fact that we also derive from elsewhere (14). The only way, however, that a German merchant travelling in the Levant could know what arrangements Vesalius had made in Spain before his departure was to have been told by Vesalius himself. If a man travelling to Egypt met someone who had gone to Palestine, and they got familiar enough to discuss their finances, then this could mean only one thing: that they travelled together. So, we have in front of us the proof that Boucherus was telling the truth.

Όσον αφορά τις διαφορές της εκδοχής του Solenander με αυτήν του Metellus, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η του τελευταίου είναι πιο έγκυρη αφού προέρχεται από απευθείας συνομιλία με τον Boucherus. Είναι άγνωστο πόσα άτομα παρεμβλήθηκαν μεταξύ Boucherus και Solenander. Γι αυτό το λόγο ο θάνατος του Βεσάλιου πάνω στο πλοίο θα πρέπει να θεωρηθεί ανακριβής, ενώ και τα περί συνάντησης με το Boucherus στη Βενετία και η σύμπτωση στην Κύπρο να αντιμετωπιστούν με δικαιολογημένη δυσπιστία. Άλλωστε, οι πιθανότητες να περίμενε το ίδιο πλοίο για τρεις μήνες τους προσκυνητές ή να πήγε να τους ξαναπάρει είναι μηδαμινές. Ούτε είναι εύκολα εξηγήσιμη η παραμονή στους Αγίους Τόπους για τρεις ολόκληρους μήνες όταν οι περισσότεροι προσκυνητές δεν έμεναν πάνω από δύο ή τρεις εβδομάδες, και ενώ, σύμφωνα με το Metellus, ο Βεσάλιος βιαζόταν να επιστρέψει. Πρόκειται μάλλον για προσπάθεια του Solenander, ή κάποιου από τους πληροφοριοδότες του, να συμβιβάσει το πως ο Βεσάλιος, για τον οποίο γνώριζε μόνο ότι επισκέφτηκε την Παλαιστίνη, συναντήθηκε με τον προερχόμενο από την Αίγυπτο Boucherus. Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Metellus, γνωστός χαρτογράφος με άριστη γνώση γεωγραφίας, στον οποίο ο Boucherus θα είχε γνωστοποιήσει το δρομολόγιο του Βεσάλιου, δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να προσφέρει κάποια εξήγηση.

With regards to the differences of Solenander’s version with that of Metellus, the latter’s must be considered more reliable since it comes from a face to face conversation with Boucherus. It is not known how many people came between Boucherus and Solenander. For this reason Vesalius’ death on board the ship must be considered inaccurate, while for his meeting with Boucherus in Venice and their coincidence in Cyprus we can be justifiably sceptical. Besides, the chances that the same ship waited for the pilgrims for three months or that she went back to pick them up are minimal. Also their stay in the Holy Land for three whole months is not easily explainable when most pilgrims did not stay for more than two or three weeks, especially as, according to Metellus, Vesalius was in a hurry to return. It is probably an effort by Solenander, or one of his informants, to reconcile how Vesalius, for whom he knew only that he visited Palestine, met with Boucherus, who was travelling from Egypt. It is worth noting that Metellus, a known cartographer with excellent knowledge of geography and whom Boucherus would have acquainted with Vesalius’ itinerary, did not feel the need to offer an explanation.

Σε αντίθεση με το Metellus, που ενδιαφερόταν περισσότερο να βρει κάποιο υποτιθέμενο ηθικό παράπτωμα στο οποίο μπορούσε να χρεωθεί η κακή τύχη του διάσημου γιατρού, η διήγηση του Solenander είναι κυρίως περιγραφική και λιγότερο επικριτική, με μια εμφανή προσπάθεια να εξηγηθούν τα συμβάντα. Έτσι, εκτός από την εξήγηση της συμπόρευσης των δύο ανδρών, η οποία δεν φαίνεται να συμβαδίζει με την αφήγηση του Metellus, προσφέρει μια αρκετά ‘τραβηγμένη’ ερμηνεία της προσδοκίας του Βεσάλιου για την πληρωμή ενός μεγάλου χρηματικού ποσού μετά την επιστροφή του. Δίνει ακόμη μια πολύ εκτενέστερη, αν και αρκετά απλουστευμένη, περιγραφή τόσο των καιρικών συνθηκών που οδήγησαν στην παράταση του ταξιδιού όσο και των συνθηκών πάνω στο καράβι.

Unlike Metellus, who was more interested in finding a supposed moral failing which could be blamed for the misfortune of the famous doctor, Solenander’s narration is mainly descriptive and less judgemental, with obvious endeavours to explain how events unfolded. Consequently, apart from the explanation of the concurrence of the two men, which does not seem to agree with Metellus’ account, he offers a quite “stretched” interpretation of Vesalius’ expectation for the payment of a large sum of money. He also gives us a much longer, though quite simplified, description of the weather conditions that caused the lengthening of the journey and of the conditions on board the ship.

Δύο ακόμη από τις πληροφορίες του Solenander παρουσιάζουν κατά τη γνώμη μου ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η μία είναι ότι ο Βεσάλιος θάφτηκε κοντά στην εκκλησία και όχι μέσα. Αυτό έχει σημασία γιατί αν είχε θαφτεί στο εσωτερικό της οι πιθανότητες ανεύρεσης των οστών του θα ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτες. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς (15), στο σημείο που κάποτε στεκόταν η Παναγία των Χαρίτων έχουν ανεγερθεί διαδοχικά μετά το σεισμό του 1953 δύο οικοδομές με βαθιά θεμέλια. Από τη στιγμή που ο τάφος δεν βρισκόταν σε εκείνο ακριβώς το σημείο υπάρχει η ελπίδα ότι κάποτε θα βρεθεί.

Two more pieces of information from Solenander are in my opinion of particular interest. One is that Vesalius was buried near the church and not inside. This is important because if he had been buried in the interior the possibility of finding his bones would have been effectively non-existent. According to calculations (15), two dwellings with deep foundations were built consecutively after the earthquake of 1953 in the spot where Santa Maria delle Grazie once stood. Since the grave was not at that precise spot there is the hope that one day it will be found.  

Η άλλη πληροφορία, που δίνεται πολύ πιο ξεκάθαρα από ότι στα κείμενα του Metellus, είναι ότι θύματα της μυστηριώδους ασθένειας που οδήγησε στο θάνατο του Βεσάλιου ήταν οι σύντροφοι του και όχι το πλήρωμα του πλοίου. Αυτό αποκλείει το ενδεχόμενο η ασθένεια να ήταν μεταδοτική ή ο Βεσάλιος να πέθανε από την πείνα, τη δίψα και τις κακουχίες του ταξιδιού – σε αυτά θα ήταν περισσότερο επιρρεπείς από τους επιβάτες οι σκληρά εργαζόμενοι ναυτικοί. Δείχνει ότι τα αίτια της ασθένειας θα πρέπει να αναζητηθούν στις συνθήκες που αντιμετώπισε ο Βεσάλιος και οι σύντροφοι του πριν, ή και πολύ πριν, επιβιβαστούν στο πλοίο. Ενισχύει δηλαδή τη θεωρία ότι ο Βεσάλιος πέθανε από σκορβούτο, που εκδηλώθηκε μετά από ένα πολύμηνο ταξίδι, τόσο στη θάλασσα όσο και σε ερημικές και ημιερημικές περιοχές, στους θερμότερους μήνες του χρόνου (16).  

The other piece of information, given much more clearly than in Metellus’ texts, is that the victims of the mysterious disease that killed Vesalius were his travelling companions and not the crew of the ship. This excludes the possibility that the disease was contagious or that Vesalius may have died from hunger, thirst and the hardships of the journey – the hard working sailors would have been far more susceptible to those than the passengers. It shows that the causes of the disease must be sought in the conditions that Vesalius and his companions faced before, or even long before, they boarded the ship. In that respect it strengthens the theory that Vesalius died from scurvy, which occurred after many months of travel, both in the sea and in desert and semi-desert areas, during the hottest months of the year (16).

---------------------------------------------------------------------------------- 

1)  Τόμος 18ος, Δεκέμβριος 2012, σσ. 70 – 75.

Volume XVIII, December 2012, pp. 70 – 75.

2)  Christoph Fürer von Haimendorff, Reis-Beschreibung in Εgypten, Arabien, Palästinam, Syrien, etc.: M. beygef. Landtafel u. ders. Erkl.Sambt KurtzemAnh.Jacob Fürers von Haimendorff, s. Brüders, Constantinopolitanischer Reise, Νυρεμβέργη 1646, σσ. 7 – 8.

Christoph Fürer von Haimendorff, Reis-Beschreibung in Εgypten, Arabien, Palästinam, Syrien, etc.: M. beygef. Landtafel u. ders. Erkl.Sambt KurtzemAnh.Jacob Fürers von Haimendorff, s. Brüders, Constantinopolitanischer Reise, Nuremberg 1646, pp. 7 – 8.

3)  Christoph Fürer von Haimendorff,  Itinerarium Aegypti, Arabiae, Palaestinae, Syriae, aliarumque regionum orientalium, Νυρεμβέργη 1621, σ. 2.

Christoph Fürer von Haimendorff,  Itinerarium Aegypti, Arabiae, Palaestinae, Syriae, aliarumque regionum orientalium, Nuremberg 1621, p. 2.


The causes of the enigmatic death of Vesalius in Zante in 1564, http://pampalaia.blogspot.co.uk/2012/03/causes-of-enigmatic-death-of-vesalius.html

5)  Petrus Bertius, Illustrium & clarorum Virorum EPISTOLAE SELECTIORES, Superiore saeculo scriptae vel a Belgis, vel ad Belgas, Leyden 1617, σσ. 372 – 373.

6)  Ο Fürer von Haimendorff αναχώρησε από τη Βενετία στις 21 Ιουλίου 1565.

Fürer von Haimendorff departed from Venice on 21 July 1565.

7)  Αναφέρει ένα μοναστήρι πάνω σε ένα βουνό, με ωραία θέα προς το λιμάνι και τη θάλασσα.

He mentions a monastery on a mountain, with a nice view towards the port and the sea.

8)  Η επιστολή του Solenander διασώθηκε σε μια ελάχιστα γνωστή έκδοση του Thomas Theodor Crusius, την Vergnügung müssiger Stunden, oder allerhand nutzliche zur heutigen galanten Gelehrsamkeit dienende Anmerckungen του 1722.

Solenander’s letter has been preserved in a little known edition of Thomas Theodor Crusius’ Vergnügung müssiger Stunden, oder allerhand nutzliche zur heutigen galanten Gelehrsamkeit dienende Anmerckungen of 1722.

9)  Για τα σχόλια του Crusius, όπως και τη μετάφραση από τα Γερμανικά του κειμένου του Fürer von Haimendorff, ο αναγνώστης παραπέμπεται στο ίδιο το άρθρο, το οποίο όμως δεν φαίνεται να είναι ακόμη προσβάσιμο μέσω διαδικτύου.

For Cusius’ comments, as well as the translation of Fürer von Haimendorff’s text from German, the reader is referred to the original article, which, however, does not seem to be yet accessible by internet.

10)  Ο Solenander έγραψε την επιστολή του το Μάιο του 1566, την εποχή που ο Fürer von Haimendorff βρισκόταν κάπου μεταξύ Κύπρου και Καραμανίας.  Δεν επέστρεψε στη Νυρεμβέργη πριν το 1567.

Solenander wrote his letter in May 1566, at the time when Fürer von Haimendorff was somewhere between Cyprus and Caramania. He did not return to Nuremberg before 1567.

11)  Il devotissimo Viaggio Di Gierusalemme, Ρώμη 1595, σσ. 85 – 86.

Il devotissimo Viaggio Di Gierusalemme, Rome 1595, pp 85 – 86.

12)  Theatro del Mondo di A. Ortelio: da lui poco inanzi la sua morte riveduto, e di tavole nuove et commenti adorno, et arricchito, con la vita dell' autore. Traslato in lingua Toscana dal Sigr F. Pigafetta, 1608/1612, σχόλια στο Χάρτη 217, βλέπε http://pampalaia.blogspot.co.uk/2013/04/the-tomb-of-vesalius-and-filippo.html.

Theatro del Mondo di A. Ortelio: da lui poco inanzi la sua morte riveduto, e di tavole nuove et commenti adorno, et arricchito, con la vita dell' autore. Traslato in lingua Toscana dal Sigr F. Pigafetta, 1608/1612, background information in Map 217, see http://pampalaia.blogspot.co.uk/2013/04/the-tomb-of-vesalius-and-filippo.html.

13)  Ο Άγιος Μάρκος, η άλλη εκκλησία των Καθολικών κοντά στο λιμάνι, δεν οικοδομήθηκε παρά το 17ο αιώνα.

St Mark, the other church of the Catholics near the port, was not built until the 17th century.

14)  Η μαρτυρία είναι του Φλαμανδού γιατρού και βοτανολόγου Carolus Clusius, ο οποίος έφτασε στη Μαδρίτη αμέσως μετά την αναχώρηση του Βεσάλιου και πληροφορήθηκε τα γεγονότα από συμπατριώτες τους που ήταν σε θέση να γνωρίζουν.

This is according to the testimony of the Flemish doctor and botanist Carolus Clusius, who arrived in Madrid immediately after Vesalius’ departure and was told the facts by countrymen of theirs who were in a position to know.

15)  Σημάδια στο κατώφλι του παρελθόντος, http://pampalaia.blogspot.co.uk/2012/10/blog-post.html.

Marks in the doorstep of the past, http://pampalaia.blogspot.co.uk/2012/10/blog-post.html.

16)  Θάνατος Βεσάλιου: επιπλέον στοιχεία δείχνουν σκορβούτο http://pampalaia.blogspot.co.uk/2013/06/blog-post.html.

Death of Vesalius: more evidence points to scurvy, http://pampalaia.blogspot.co.uk/2013/05/death-of-vesalius-more-evidence-points_22.html

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013

Συρακούσα εναντίον Ρομπόλας


 
Οι Άγγλοι ναυτικοί του 17ου αιώνα γνώριζαν τη Ζάκυνθο καλά. Κυρίως έρχονταν για τρία πράγματα: σταφίδα, νερό από το Κρυονέρι και Ρομπόλα. Η καλλιέργεια της ποικιλίας σταφυλιών Ρομπόλα, άσπρης και μαύρης, έχει τώρα πια περιοριστεί σημαντικά στη Ζάκυνθο και χρησιμοποιείται ουσιαστικά σαν ένα μόνο από τα συστατικά των Ζακυνθινών κρασιών, όπως της Βερντέας. Κατέληξε έτσι να θεωρείται σχεδόν αποκλειστικά Κεφαλονίτικη ποικιλία, μιας και στο νότο της Κεφαλονιάς η καλλιέργεια της κρατάει καλά.

Ένα άλλο νησί που οι ναυτικοί από τον Ατλαντικό επισκέπτονταν συχνά, λόγω της θέσης του, ήταν η Μάλτα. Εκείνο τον καιρό, πριν ξεριζώσουν τα κλήματα για να βάλουν μπαμπάκι, η Μάλτα έβγαζε και καλά κρασιά. Σήμερα μόνο μια ποικιλία από τις παλιές φαίνεται να έχει επιβιώσει, το Girgenti. Girgenti έλεγαν οι Σαρακηνοί τον Ακράγαντα της Σικελίας και είναι εύκολο να καταλάβει κανείς από που είχε φτάσει στη Μάλτα το άσπρο αυτό σταφύλι. Το κόκκινο κρασί οι Μαλτέζοι πάλι από κλήματα Σικελικής καταγωγής το βγάζανε αφού το λέγανε Siracusa. Τέτοιο φαίνεται πως πουλούσαν στα Αγγλικά καράβια, που είχαν πια εξαντλήσει τα αποθέματα της μπύρας, για να τη βγάλουν μέχρι τη Ζάκυνθο, όπου θα φόρτωναν άσπρη και κόκκινη Ρομπόλα.

Αναπόφευκτα οι Άγγλοι, ποτισμένοι με κρασί, συμπεριφέρονταν όπως περίπου και οι σημερινοί τους απόγονοι στο Λαγανά. Μια περιγραφή (1) του τι γινόταν μας δίνει ο κληρικός Henry Teonge, ο οποίος έκανε δύο ταξίδια στη Μεσόγειο σαν εφημέριος του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού σε μια μοίρα που κυνηγούσε Βορειοαφρικανούς πειρατές. Στη Ζάκυνθο έφτασαν στις 25 Σεπτεμβρίου 1675, στις 10 το βράδυ, και σηκώσανε βιαστικά άγκυρα στις 27, στις 9 το πρωί, φορτώνοντας νερό και κρασί όλη νύχτα. Παρά τη συντομία της παραμονής του στο λιμάνι ο Teonge δίνει κάποιες πληροφορίες για τη Ζάκυνθο, πράγματα που πρέπει να είχε ακούσει από άλλους. Ξεχωρίζω τα γαμήλια έθιμα, για τα οποία είχε ήδη γράψει εκτενέστερα ο George Sandys το 1610, και το ότι οι Ζακυνθινοί φύλαγαν το λάδι μέσα σε πηγάδια βάθους πολλών μέτρων, σκαμμένα στο βράχο. Δεν παρέλειψε να μετρήσει τους ανεμόμυλους, τουλάχιστον 10 στα νότια της πόλης και 7 στου Μπόχαλη, μερικοί με 8 πανιά.

Συνεχίζει και τελειώνει με ένα δικό του σατιρικό ποίημα, στο οποίο οι Άγγλοι προσπαθούν να αποφασίσουν ποιο κρασί είναι καλύτερο, η Μαλτέζικη “Syracoosa” ή η Ζακυνθινή “Rubella”. Χαμένοι τελικά βγαίνουν οι ίδιοι αφού αποδεκατίζονται στην άνιση αναμέτρηση. Πολλοί εξόκειλαν, άλλοι προσπάθησαν να διαφύγουν αλλά δεν μπορούσαν να σταθούν στα πόδια τους, άλλοι πάλι δεν μπορούσαν να βγουν στη στεριά αφού είχαν μπερδέψει τα πόδια με το κεφάλι τους.

Όσοι προσπαθούσαν να αγωνιστούν έπεφταν ανάσκελα στην άμμο μόλις σήκωναν τα χέρια τους και σε αυτούς που κατάφερναν να σταθούν όρθιοι η τύφλα δεν επέτρεπε να ξεχωρίσουν φίλους και αντιπάλους. Μερικούς τους κουβάλησαν οι σύντροφοι τους στις κουκέτες τους σε άθλια κατάσταση, με πόνους και εμετούς. Αγριοφωνάρες, βρισιές, παραληρήματα, ή πλήρης αναισθησία και κατουρημένα βρακιά. Οι συνέπειες δεν σταματούσαν εκεί. Κάποιοι εγκαταλείπονταν στην ξηρά, άλλοι αλυσοδένονταν, και μερικοί κατάληγαν δεμένοι στο κατάρτι, με την πλάτη γυμνωμένη, βορά της “γάτας με τις εννιά ουρές”. Άνιση η μάχη, πραγματικά!
 
 
"A relation of some Passages happening when we were at Zante; where we tried which wine was the best; viz. of that which we had at Malta or that which we found then at Zante. Composed September 28 [1675]:

I. Two great commanders at this place fell out,
A Malta gallant and a Grecian stout;
True Trojans both, equal for birth and valour,
Small difference in habit or in colour;
Ambitious only which should have the honour
To fight the Turks under the English banner.

II. Brave Syracusa, Malta's warlike knight,
Displays his bloody flag much like a wight
Of peerless courage (drawing forth his forces,
Whose Colours were red, both foot and horses).
Thus Hector once, that noble son of Priam
Dared out the Grecian lads, only to try 'um.

III. Rubola, hold as ere was Alexander,
At this place was the merry Greeks' commander;
Like a stout champion and a man of might
Set up his standard, which was red and white.
Thus Ajax with Ulysses had a fray
Which would Achilles' armour bear away

IV. Whilst these two combatants with large pretences
Do praise, and boast, and brag their excellences,
Our English squadron, being much in wrath,
Vowed by St George to be revenged on both.
Thus Jove enraged, with thunder-bolts controlled
The daring giants, 'cause they were so bold.

V. Th'
Assistance, Dragon, Dartmouth, all consent
As firm as by an Act of Parliament;
And quickly too, because they were no starters,
Surprised Syracusa in his quarters;
Whilst suddenly our gentry on the shore
Spared not to turn Rubola o'er and o'er.

VI. But two to one is odds, and so we found,
For many of our men were run aground:
Some would have stole away, but could not stand;
Some were aboard, and could not get to land;
Some lost their feeling, and ('twas strange to see't)
they went as well upon their heads as feet.

VII. Some would have fought, but, lifting up their hands
Scarce to their heads, fell backwards on the sands;
One lost his hearing; another could not see
Which was his friend or which his enemy
And, having lost their senses which they had,
they whooped and holloa'd as they had been mad.

VIII. Some by their friends were carried to their hammocks,
And bed-rid lay, with pains in sides and stomachs;
With fiery faces, and with aching brain,
Their hands all dirt, their pulses beat amain;
Which when the doctor did but touch would spue
Good Syracusa and Rubola too.

IX. Some talk, and swear like men in frantic fits,
Whose vain discourse did much outrun their wits;
Some were stroke dumb, not able to afford
Their minds or meanings by a sign or word;
Some, loth to speak, made signs, whose silent speeches
Shewed the disease was sunk into their breeches.

X. Some so outrageous that the corporal
Was forced to cloister them in bilboes-hall;
Some, seized to the mainmast, do their backs expose
To th' nine-tailed cat or cherriliccum's blows;
Some ready to be ducked, some left ashore,
And many mischiefs I could tell you more.

XI. The strangeness of their weapons, and their number,
Caused us to lose a day, the field the plunder:
The English used to fight with swords and guns,
But here they met with barrels, butts and tuns.
Boast now no more: you see what odds will do;
Hector himself would never fight with two."
 

 
Η φτωχική εκκλησία του Henry Teonge. Η σχετική ένδεια τον ανάγκασε να μπαρκάρει δύο φορές.
 

---------------------------------------------------------------------- 
1)  The Journal of Henry Teonge, Chaplain on Board H.M.'s Ships Assistance, Bristol, and Royal Oak, 1675 - 1679, επιμέλεια G. E. Manwaring, Λονδίνο 1825.
 
 
 

 

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Ζακυθινή πάρλα


 Με πρόχειρο γλωσσάριο


Ναός αποπάνου από λιόφτα στη Ζάκυθο στα χίλια οχτακόσια τόσο ... Ετούτος ο Φραντσέζος πιττόρος ετήραε πολύ μακρία, και ομπρός και οπίσω.

 
Το μαντάτο από τη Ζάκυθο εμαθεύτηκε σε ούλο το Ρωμαίικο από εφημερίδες και κανάλια: στον Αλυκανά ευρέθηκε κάτου από τη θάλασσα χτίριο αντίκο, τριάντα στρέμματα και παραπάνου, και ευτούνα είναι μοναχά όσα φαίνουνται. Τι χτίριο λέμε, τόσα αξινάρια τόπος είναι χώρα με τα ούλα τση!

Την εύρηκε τον περασμένο Άγουστο ένας Παύλος Βούτος – μπράβο Παύλο συνονόματε – εκεί που έκανε βουτίες, μες στα μπάμπαλα. Ε, Βούτο τονε λένε, βουτίες έκανε ... άμα έκανε σάρτους θα τονε λέγανε Σαρτόρο. Το κάζο όμως δεν εγίνηκε από τσι βουτίες του Βούτου, είχανε βουτήσει και άλλοι εκεί, εγώ λέω πως εγίνηκε επειδής ο Παυλάκης είναι άρχοντας βέρος και ήξερε ποίο είναι το νιτερέσο το δικό του και του τόπου του. Αντίς να τα κουτουπώσει, να βγάλει το σκασμό και να γένει μπουχός, επήγε και έδωκε ένα σιντί με φωτογραφίες στην αρχαιολογική υπερεσία – 20η Εφορεία Αρχαιοτήτων την ελέγανε μία βολά, τώρα δε ηξέρω, τση ’χουνε αλλάξει τον αδόξαστο.

Άκουσα πως ήτουνα πολλά χρόνια ξενιτεμένος ο καψερός ο Βούτος, και θα ’λεγε πως εσιάξανε την Ελλάδα μία μπουκουλούλα και δεν είναι ακόμα μποτέγα του Πόρτου. Δελέγκου το σιντί το στείλανε στη μαύρη τρούπα που τηνε λένε Αθήνα, να το ιδούνε οι αρχαιολόγοι που έχουνε σπεργέντσα στα αρχαία του πάτου τση θάλασσας. Ευτούνοι βρέσκουνε ένα μαντείο με μαρμαρένιες στάτουες τη βδομάδα και γι αυτούνο έχουνε, λέει, ‘φόρτο εργασίας’, πάει να πει είναι φορτωμένοι σαν τα βασταγούρια από το πρωί ίσιαμε το βράδυ, και δεν σώνουνε να κάτσουνε χάμου μισό λεφτό να πατήσουνε δύο κομπία στον υπολογιστή, έτσι από περιέργεια. Έκατσε απιθωμένο το σιντί σ’ ένα σουρτάρι, αν δεν το πετάξανε κιόλας, κι επερίμενε τη Δευτέρα Παρουσία. Δεν τα παραλέω. Α δεν κάνω λάθο το πηγάδι του Παράσχη, κοντά στον Αλυκανά, ασπετάρει τσου αρχαιολόγους εδώ και εκατόν είκοσι χρόνους!!!

Έκαμε ο Άγιος κι εσουσούριζε εκεί χάμου η Μαρία Σιδηροκαστρίτη, που είχε ακουσμένο κάτιντις για αρχαία, έμαθε και για τσι φωτογραφίες, και το μολόησε η βλοημένη στον Άκη το Λαδικό, οπού είναι μπαλλοταρισμένος σύντικος τση κουλτούρας. Κουνάδι ο Άκης, εκουτούπωσε κάτι αρχαιολόγους που είχανε έρθει στο Κερί για να μην εύρουνε τίποτσι – ναίσκε καλά είπα, δουλειά τσου ήτουνα να μην εύρουνε αρχαία για να γένει το λιμανάκι στη Λίμνο – και τσου ’φερε άρον-άρον στον Αλυκανά. Θέρτε τσου καλόπιασε, θέρτε τσου φοβέρισε, μία βολά εβουτήσανε κι εκοντέψανε να πνιγούνε – εμείνανε με το στόμα ανοιχτό και τσου φύγανε οι αναπνευστήρες! Θα ματάρθουνε τον Τρυγητή μα στον πάτο τση κασέλας του Μανίφικου Κονσέγιου τση Κομμουνιτάς του Τζάντε δεν έχει μείνει μήτε γαζέτα, και σιγά μη δώσει πεντάρα τρούπια το γκουβέρνο. Ούλο το καλοκαίρι ο Λαδικός θα διακονεύει από το χάραμα στα σκαλούνια του Αγίου.

Λίγο προτού βγάλουνε προκλάμο οι αρχαιολόγοι, επρόκαμε ένας Ζακυθινός, παλαιός συμμαθητής μου, και το εντελάλησε από το ηλεχτρονικό του τζορνάλε. Δε σας λέω ποίος είναι, να μη μου πούνε πως τονε ρεκλαμάρω, αλλά είναι παπάς και ποέτας από το Μπανάτο , είχε πάει τσι προάλλες στην Κίνα κουστουμαρισμένος, και όποιος εκατάλαβε εκατάλαβε. Ήτουνα ντεσπεράδοι να σκάσουνε κάτι ντόπιοι δημοσιογράφοι που τσου πήρε τα πρωτεία, το ηξέραμε κι εμείς, είπανε, αλλά δεν εγράψαμε τίτοτες για να μην κλεφτούνε τα ηυρέματα, και πως τάχατες έκαμε άσκημα ο παπάς που το μολόησε.

Για να πούμε και του στραβού το δίκιο ακόμα και η κυρά Αγγέλικα, οπού κάθεται στη Χώρα, ήξερε πως στον Αλυκανά, εκεί κοντά που είχε γκαρσονιέρες η συχωρεμένη η κουμπάρα τση, εβγάνανε βεντέμα αρχαία από το πέλαο, κακό χρόν’ να ’χουνε, εδώ και καμία εικοσιπενταρία χρόνια, και μην τα είδατε. Εθαραπαήκαμε, βεραμέντε, που δεν εμίληε κανένας τόσον καιρό. Ακόμα και τα ηυρέματα από το ναυάγιο στη ρότα του Τζάντε, πάει να πει παραόξω από το Πόρτο, με τη βούλα του γκουβέρνου μοναχά στην Πύλο τα βλέπεις. Από ντελάληδες έχουμε χρεία μου φαίνεται και ο ντόρος είναι συφερτικός!  

Καλά που αρχίνησε η σπέκουλα και παίζουμε την κολοκυθία. Το Δουλίχιο είναι, λέει ο ένας, όχι η Αρκαδία, λέει ο άλλος. Ε, να πετάξω και γω την παρόλα μου, κουβέντα να γένεται. Αν είναι το Δουλίχιο θα ’φτανε ίσιαμε τσου Κουρτσουλάρους. Θα  εκαβαλίκευες στο Μέσο Γερακαρίο, ντρίττα θα ’ξενες τη Σκάλα τση Κεφαλονιάς και θα εξεκαβαλίκευες ομπρός στον Αστακό! Ο Όμηρος ήτουνα στραβός, γιαμά δεν πιστεύω να ήτουνα και σμπαρλάδος. Εδεκεί, κοντά στσου Κουρτσουλάρους, ήλεγε πως ήτουνα το Δουλίχιο.

Και γιατί να μην είναι η Αρκαδία, λένε οι άλλοι, οπού ήτουνα χώρα τση Ζάκυθος, είναι σίγουρο, και ήτουνα και απάνου στο γιαλό. Ναι απάνου, αμολάω και γω τη σεμπιάδα μου, αλλά ετούτη εδώ είναι αποκάτου. Και ποία θες εσύ να είναι; Να είναι η ... Ατλαντίδα! Η Ατλαντίδα ωρέ βουρλισμένε, θα μου πούνε, ήτουνα στον Ατλαντικό, κοντά στσι Κολώνες του Ηρακλή. Μπα, μην είναι και η Σαντορίνη στον Ατλαντικό και δεν το ’ξερα; Τόσοι αθρώποι δε λένε πως η Σαντορίνη είναι η Ατλαντίδα; Ποία είναι κοντύτερα στσι Κολόνες του Ηρακλή; Η Ζάκυθος ή η Σαντορίνη; Ποία είναι κατά τον πουνέντε τση Αθήνας και ποία κατά το σιρόκο; Μη δεν είχαμε πιασμένο και πόστο κοντά στσι Κολόνες, μες στη Σπάνια, τη Ζάκανθα; Δεν εστεκότουνα γύρευε πόσον καιρό εδεκεί, και με ούλη τη φαμόζα ντιφέζα που έκαμε την εξεστύλιωσε και την ερήμαξε εκειό το θρασίμι, ο Μώρος ο Καταχθόνιος από το Τούνεζι, ο Αννίβας;

Τώρα που εκάμαμε σεμπρία και με τον Πλάτωνα, πάμε παρακάτου γιατί έχουμε κι άλλα να πούμε. Οι δημοσιογράφοι, μέσα στη φούρκα και τη φούργια τσου μη σώσει και τσου προκάμει πάλε ο παπάς, αλησμονήσανε τσου κλέφτες. Εμπουμπλικάρανε πως οι Ολλαντέζοι αρχαιολόγοι, οπού έχουνε σβαρνίσει ούλες τσι μερίες τση όστριας, εβρήκανε στη Λιθακιά ένα χωρίο ή χώρα από τον καιρό του πολέμου τση Τροίας.

Τόμου είναι μπουμπλικαρισμένο το μαντάτο είμαστε λίμπεροι να το κουβεντιάσουμε, και ακούτε τι μου επέρασε από το νου. Tο Λιθακιά είναι σέκολο, από τα πίλιο παλαιά ονόματα στη Ζάκυθο, από προτού έρθει σ’ ετούτη την ίζολα η Βενετσιάνικη Σινιορία. Στα 1488 μαρτυριέται χωρίο ‘Ληθακιά’ και εκείθενες παρανόμι Φουρνογεράκης. Πόσο παλαιό είναι όμως; Από τον καιρό του Φράγκωνε ή του Οδυσσέα; Γιαμά πως γένεται άμα βγάλεις το πρώτο και το τελευταίο γράμμα σου μένει Ιθάκη; Οι Φραντσέζοι όταν μιλούνε για την Ιθάκη δε λένε LIthaque και οι Ταλιάνοι LItaca; Οι Ταλιάνοι δεν εκουμαντάρανε το Τζάντε μας από τα 1185; Την ίδια τη Ζάκυθο δεν την ελέγανε καμπόσοι Le Zante, Lesante, ακόμα και Alzante; Εσείς, στο φινάλε, ξέρτε άλλονε τόπο στον κόσμο οπού το όνομα του να είναι φτυστό τση Ιθάκης εξόν από τη Λιθακιά; Μην εγκαινιαστήκαμε κι εμείς Ιθάκη σα τσου βέρους Θιακούς;

Θα μου πείτε οι βέροι Θιακοί είχανε αντενάτους τσου Ιθακήσιους του Οδυσσέα; Όσκε, το Θιάκι ήτουνα παντέρμο στα 1500 αλλά ευτούνο είναι αλλουνού παπά βαγγέλιο. Εγώ ρωτάω πόσες Ιθάκες είχανε τα νησία μας στσου πολύ παλαιούς καιρούς. Και μη μου πείτε πως δε γένεται να είχε δύο χώρες με το ίδιο όνομα στο ρένιο του ο Δυσσέας. Ευτούνα είναι παραμύθια, οι ποεζίες του Όμηρου δεν λένε πούπετα πως ο Δυσσέας ήτουνα ρήγας στη Ζάκυθο και στην Κεφαλονιά. Καπετάνιο τον εβάλανε μοναχά, ευτούνοι οπού εκάμανε μπούρδο να κουρσέψουνε την Τροία. Ένα νησάκι εκουμαντάριζε, γιομάτο μαρόκους και ασφαλαχτούς, μοναχά για γίδες και γουρούνια έκανε. Οπού επήγε το παιδί του, ο Τηλέμαχος, στο Μενέλαο τση Σπάρτης, έτριβε τα μάτια του άμα επέρασε τη μπασία. Τέτοιο παλάτσο δεν είχε ιδεί μήτε στον ύπνο του. Και που του έκαμε ο Μενέλαος ρεγάλο κάτι άλογα του τα γύρισε οπίσω, δεν είχε μήτε ένα ίσιωμα στην Ιθάκη να τα βάλει. Τα βόιδα του ο Δυσσέας τα ’χε δομένα σε κάτι σέμπρους του αλλού.

Ευτό που δε νογάω είναι γιατί εκατέβηκε ο τόνος στη λήγουσα άμα τη Λιθακιά την ελέγανε, που λέει ο λόγος, Ιθακία ή Ιθάκεια, τόμου εμείς τσου τόνους δεν τσου κατεβάζουμε. Έχουμε καζάλε Κουκουναρία, όσκε Κουκουναριά. Λέμε γρήα, όχι γριά και Παναγία, όχι Παναγιά. Βέβαια μπορεί οι παλαιοί να τσου κατεβάζανε, και για τούτο να ’χουμε Μαριές και Ορθονιές. Ή μπορεί πάλε να λεγότουνα Ιθακιάς. Πούθε όμως να εβαφτίστηκε έτσι; Μην εσταθήκανε Ιθακήσιοι στο Λαγανά κι απαρθενέψανε τον τόπο;

Ο μάντης ο Τειρεσίας είχε ’πωμένο του Οδυσσέα, άμα ξεπαστρέψει τσου αρραβωνιαστικούς, να μισέψει πάλε σε χώρα που δεν ξέρει θάλασσα, να κάμει εκεί ξόρκια στον Ποσειδώνα και να ματαπάει σπίτι του. Υστερότερα δε μας είπε ο Όμηρος τι απογίνηκε ο Δυσσέας αλλά άμα έκαμε ευτό που του ’πε ο Τειρεσίας θα ’χε καλά γεράματα και θάνατο καλό, όξω από τη θάλασσα. Λένε πολλοί, αντάμα κι ο Θεόπομπος, πως ο Δυσσέας ετέλεψε ανάμεσα στσου Ετρούσκους. Άλλοι πάλε πως σ’ ευτουνώνε τη χώρα εκηδεύτηκε. Ευτούνοι οι Ετρούσκοι δεν ήτουνα Ταλιάνοι φυσικοί, τουρκομερίτες ήτουνα, από τη Μικρασία, το λέει κι ο Ηρόδοτος. Τα ίδια κρένουνε και οι ντοτόροι, από κόκκαλα που εβγάλανε από παλαιά μνήματα. Επήρανε και αίμα από τα βόιδα τση Τοσκάνας και είδανε πως είναι ράτσα του Λεβάντε κι όχι σαν τα άλλα ένα γύρο. Τέτοιοι Ετρούσκοι εκαθόντουνα και στη Λήμνο, απέναντι από την Τροία, Ρωμαίικα δεν ήξερε κανείς τσους, ο Μιλτιάδης με τσου Αθηναίους τσου τα μάθανε.

Και στη Ζάκυθο λέτε πως ήτουνα αλλιώς; Εκειός ο Ζάκυθος, ή μην τον ελέγανε Διατσέντο, που τηνε πρωτόχτισε και τση ‘δωσε τ’ όνομα του, δεν ήτουνα παιδί του Ντάρντανου, του ρήγα τση Τροίας; Κι ο Ηλιόδωρος, σε κειό το ρομάντσο οπού έγραψε, τα Αιθιοπικά, δεν έβγαλε το Ζακυθινό ψαρά – εκειόνε οπού θα ’πλεε στην Ιθάκη να κάμει ξόρκια του Οδυσσέα για να ξεβασκαθούνε οι ιναμοράδοι – Τυρρηνό; Τυρρηνός δεν πάει να πει Ετρούσκος; Δεν εδιάλεε τα ονόματα κουτουρού ο Ηλιόδωρος: το όνομα του αλλουνού Ζακυθινού, οπού ήτουνα παλιόπραμα και ληστοπειρατής, ήτουνα Τραχύνους – Αγριάθρωπος το λέω εγώ. Δεν είχε χρεία ο Δυσσέας να πάει ίσιαμε την Τοσκάνα για να ’βρει Ετρούσκους. Φαίνεται πως είχε τέτοιους εδωπαέ, δίπλα του. Δε λέω πως ήτουνα ούλοι οι Ζακυθινοί Ετρούσκοι ετότενες, οι Ζακυθινοί αρραβωνιαστικοί είχανε ονόματα ρωμαίικα, αλλά ποίος ξέρει πόσα ρηγάτα είχε το νησί και τι λίνγκουες εμίληανε. Κι άμα εσιχάθηκε ο Δυσσέας τη φαωμάρα και τσι έχθρητες στη συφοριασμένη την Ιθάκη, που καλύτερα από τη Λιθακιά;

Είναι ακόμα αμπονόρα να βγάλουμε κρίση για το τι εγίνηκε και τι είναι το κάθε πράμα. Είναι όμως καλοκαίρι και το πέλαο είναι σκούρο και χωρίς θολούρα, σαν το καλό κοκκινέλι – ίδιο μ’ ετότενες, που τα παλληκάρια ερρίχνανε στο γιαλό τα καράβια με τσι κόκκινες πλώρες και εκινάανε να κοντράρουνε θεούς και διαόλους. Είναι καλή ώρα να συλλοΐζεσαι τέτοια πράματα.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ

Αμπονόρα: νωρίς

Αντενάτος: πρόγονος

Αντίκος: αρχαίος

Αξινάρι: μονάδα μέτρησης εδάφους, όσο μπορούσε να σκάψει ένας εργάτης σε μία μέρα.

Απαρθενεύω: αποκτώ, κάνω δικό μου.

Ασπετάρω: περιμένω

Βασταγούρι: γάιδαρος

Βεντέμα: σοδειά, μεγάλη ποσότητα

Βεραμέντε: στ’ αλήθεια

Βέρος: πραγματικός

Βολά: φορά

Γαζέτα: Βενετικό νόμισμα μικρής αξίας.

Γιαμά: έπειτα, λοιπόν

Γκαινιάζουμαι: αποκτώ

Δελέγκου: αμέσως

Θαραπεύουμαι: μου κάνει καλό, το ευχαριστιέμαι.

Θέρτε: θέλετε

Ίζολα: νησί

Ιναμοράδος: ερωτευμένος

Καζάλε: συνοικισμός

Κάζο: εξαιρετικό ή απροσδόκητο γεγονός

Κουνάδι: κουνάβι

Κουρτσουλάροι: οι Εχινάδες νήσοι

Κουτουπώνω: αρπάζω με τη βία, κάνω χρήση βίας.

Λίμπερος: ελεύθερος

Λίνγκουα: γλώσσα

Μανίφικο Κονσέγιο τση Κομμουνιτάς: Μεγαλοπρεπές Συμβούλιο της Κοινότητας

Μαρόκος: βράχος, μεγάλη πέτρα.

Μπαλλοταρισμένος: εκλεγμένος δια ψήφου.

Μπάμπαλα: φύκια

Μπασία: είσοδος

Μποτέγα: καφενείο

Μπουκουλούλα: μικρή μπουκιά, λιγάκι.

Μπουμπλικάρω: δημοσιεύω

Μπούρδο: έφοδος

Μπουχός: σκόνη

Νιτερέσο: συμφέρον

Νογάω: κατανοώ

Ντεσπεράδος: απεγνωσμένος

Ντιφέζα: άμυνα

Ντοτόρος: γιατρός

Ντρίττα: ευθεία

Πάρλα: φλυαρία

Παρόλα: ευφυολόγημα

Πιττόρος: ζωγράφος

Πούπετα: τίποτα

Προκλάμο: ανακοίνωση

Ρεγάλο: δώρο

Ρένιο: βασίλειο

Σάρτος: πήδημα

Σέκολο: πολύ παλιό, αιώνων.

Σεμπιάδα: ανοησία

Σεμπρία: συνεταιρισμός, συναλλαγή

Σέμπρος: δουλοπάροικος, αγρολήπτης

Σμπαρλάδος: τρελλός

Σπεργέντσα: πείρα

Στάτουα: άγαλμα

Τζορνάλε: περιοδικό, εφημερίδα

Τόμου: αφού

Φαμόζα: φημισμένη
Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .