Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2010

Η Γκιόστρα τση Στρατίας ή η Γκιόστρα τ΄ Άι Γιωργιού;

                                      Τρουμπέτες, C. Grahle, 1616

Δεν τελειώσαμε ακόμα με τον Thomas Dallam. Δεν σας έκανε εντύπωση πως αναφέρθηκε σε ‘όλους τους ικανούς άντρες των Ελλήνων’; Μα ποιών Ελλήνων; Αυτών που νωρίτερα είχε πει πως δουλεύανε στα χτήματα; Γκιοστράρανε οι βιλλάνοι; Η ντόπια αριστοκρατία θεωρούνταν Έλληνες και πόσο; Και οι Βενετοί, που φαίνεται πως ήταν αρκετοί και τους είχε ήδη αναφέρει, που ήτανε; 

Ύστερα είναι και αυτή η απλότητα της γκιόστρας και οι ελλείψεις της που προβληματίζουν. Η Ζάκυνθος δεν ήταν φτωχό νησί. Ο κάμπος ήταν όπως πάντα εύφορος και το εμπόριο ανθούσε. Ο ίδιος ο Dallam είχε θαυμάσει τα σατινένια και δαμασκηνά φορέματα και τα κοσμήματα των οκτώ κυράδων που συνάντησε στη Σκοπιώτισσα – μάλλον συγγενών των Λογοθεταίων*. Πως ανεχόταν το αρχοντολόι να γκιοστράρει χωρίς τρουμπέτες και φανφάρες; Και για να μη σας μείνει αμφιβολία για το πόσο σημαντικές ήταν οι φανφάρες και οι τρουμπέτες για τους ευγενείς της εποχής διαβάστε το παρακάτω από ένα γράμμα** του 1575, 24 μόνο χρόνια πριν την επίσκεψη του Dallam. 



Τελικά ρε παιδιά ποιός γκιοστράριζε την Πρωτομαγιά; Την απάντηση τη δίνει έμμεσα η Πηνελόπη Αβούρη στο φυλλάδιο της Giostra Di Zante για το 2009  στη σελίδα 17, όπου παραθέτει τμήμα της αναφοράς του προβλεπτή Geronimo (Gerolamo) Bembo του 1615. Σύμφωνα με αυτήν ήταν δύο οι γκιόστρες που αθλοθετούσαν οι Βενετοί: η Γκιόστρα του Καρναβαλιού, όπου γνωρίζουμε ότι συμμετείχαν οι ευγενείς, και η Γκιόστρα της Πρωτομαγιάς, που την αποκαλεί του Στρατού. Στη γκιόστρα αυτή έπαιρναν μέρος οι στρατιωτικοί – κάτι ανάλογο γινόταν επί Ενετοκρατίας και στην Κέρκυρα.

Ποιά ήταν όμως η ένοπλη δύναμη που διατηρούσαν οι Βενετοί στη Ζάκυνθο; Σύμφωνα με μαρτυρία του Γάλλου Philippe du Fresne Canaye το 1573 τη φρουρά του, ισχυρού τότε, κάστρου αποτελούσαν μόνο 100 άτομα. Αυτοί οι καστροφύλακες πρέπει να ήταν, τουλάχιστον στην πλειοψηφία τους, Ιταλοί, Σκλαβούνοι (Δαλματοί) και άλλοι ξένοι, αφού οι Βενετοί δεν εμπιστεύτηκαν ποτέ απόλυτα το ντόπιο πληθυσμό. Επιπλέον σαν καστροφύλακες πρέπει να ήταν πεζικάριοι.

Μία άλλη δύναμη ήταν οι τσέρνιδοι, χωριάτες αρκεμπουζιέροι, ένα είδος πεζής πολιτοφυλακής χωρίς ιδιαίτερα καλή εκπαίδευση. Ούτε αυτοί λοιπόν θα μπορούσαν να είναι οι έφιπποι διαγωνιζόμενοι της Πρωτομαγιάς.
Οι αξιωματικοί των δύο αυτών σωμάτων, ντόπιοι και ξένοι, κατά πάσα πιθανότητα διέθεταν άλογα. Ήταν όμως λίγοι αριθμητικά και όχι όλοι ευγενείς, κάτι που μάλλον παρουσίαζε ανυπέρβλητα εμπόδια στο να διαγωνιστούν μαζί. Ούτε φυσικά ο Dallam θα τους περιέγραφε σαν ‘όλους τους ικανούς άντρες των Ελλήνων’.

Υπήρχε όμως και ένα τρίτο σώμα που το αποτελούσαν ντόπιοι μισθοφόροι, καβαλάρηδες οπλισμένοι με κοντάρια, οι Στρατιώτες. Το γράφω με Σίγμα κεφαλαίο, έτσι όπως το έγραφε πάντα ο Κωνσταντίνος Σάθας, για να τους ξεχωρίζουμε στα Ελληνικά από τους στρατιώτες γενικά. Στα Ιταλικά δεν υπάρχει ζήτημα σύγχυσης, αφού αναφέρονταν σαν stratioti, stradioti ή strathioti ενώ οι απλοί στρατιώτες συνήθως αναφέρονταν σαν fanti. Σαν stradioti, estradiots, estradiotes ή stradiots, ανάλογα με τη χρησιμοποιούμενη γλώσσα, έγιναν γνωστοί στην Ευρώπη, αφού η δράση τέτοιων σωμάτων το 15ο  και 16ο  αιώνα απλώθηκε από τα υψίπεδα της Σκωτίας και τις πεδιάδες της Φλάνδρας μέχρι την Κύπρο και τα παράλια της Ανατολίας.

Απεικόνιση Στρατιώτη, `Έλληνες Στρατιώται εν τη Δύσει` του Κ. Σάθα

Για τους Στρατιώτες, που αποτελούν ένα τεράστιο και παραμελημένο κεφάλαιο της Ζακυνθινής Ιστορίας, θα πούμε πολύ περισσότερα στο μέλλον αλλά για την ώρα θα εστιάσουμε στη σχέση τους με τη γκιόστρα. Είναι αναμενόμενο πως άνθρωποι που, σε μεγάλο βαθμό, ζούσαν από την ικανότητα τους να μάχονται έφιπποι με κοντάρια θα εξασκούνταν συστηματικά στη διατήρηση της. Είναι εξ ίσου αναμενόμενο ότι θα συναγωνίζονταν και διαγωνίζονταν σε ιππικά παιγνίδια που προσομοίαζαν αυτό το είδος μάχης. Υπάρχουν όμως και συγκεκριμένες ιστορικές μαρτυρίες.

Στα 1494 έφιπποι Στρατιώτες έκαναν αγώνες εφορμώντας με δόρατα εναντίον αλλήλων πάνω στο παγωμένο Μεγάλο Κανάλι της Βενετίας***. Στα δε ‘Ανδραγαθήματα του Μερκουρίου Μπούα’, του περιφημότερου δηλαδή από τους Στρατιώτες,  ο Ζακυνθινός τροβαδούρος Τζάνες Κορωναίος έγραφε στα 1519:


Όσον αφορά την εμφάνιση ο Κορωναίος δεν έλεγε ψέματα, όσο και αν υπερέβαλλε, όπως φαίνεται από πίνακα του Lorenzo Lotto το 1535.


Πρέπει ακόμη να σημειωθεί πως όταν μεγάλωνε ο Μερκούριος, αν και από τρανή φάρα που στις αρχές του 15ου αιώνα διαφέντευε το Αγγελόκαστρο, δεν είχε ακόμη αποκτήσει δυτικούς τίτλους ευγενείας. Ήταν όμως από σόι που είχε ήδη δώσει δύο πολύ σημαντικούς κάπους (καπεταναίους Στρατιωτών): Τον Πέτρο, που είχε πετάξει στη θάλασσα τους Τούρκους στη Ζάκυνθο το 1479, και το Θεόδωρο, που είχε συμμετάσχει στο επαναστατικό κίνημα του Κροκόνδυλου Κλαδά στα 1480-81. Οι γιοί και ανιψιοί Στρατιωτών συνήθως ακολουθούσαν την οικογενειακή παράδοση – έτσι δείχνουν τα για πολλές γενιές επαναλαμβανόμενα επώνυμα – και φαίνεται μάθαιναν την τέχνη από μικροί.

Από όσα είπαμε νομίζω βγαίνει το συμπέρασμα πως η Γκιόστρα της Πρωτομαγιάς ήταν υπόθεση των Στρατιωτών. Και αντιπροσώπευαν αυτοί ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Τετρακόσιους, μαζί με τις φαμελιές τους, είχαν προσκαλέσει οι Βενετοί να εποικίσουν την ερημωμένη Ζάκυνθο αμέσως μετά την προσάρτηση. Πολλοί περισσότεροι ήρθαν το 1500 με την πτώση της Μεθώνης, της Κορώνης και της Ναυπάκτου. Το 1540 ήρθαν και άλλοι από το Ναύπλιο και τη Μονεμβασιά. Σε αυτή τη γκιόστρα αγωνιζόταν το πόπολο και η πρώτη, και για αιώνες η μεγαλύτερη, αγάπη του Ζακυνθινού της Ενετοκρατίας ήταν το άλογο – όχι το πλεούμενο.

Μία μικρή αλλά ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια είναι πως η πρωτομαγιάτικη γκιόστρα εκείνα τα χρόνια έπεφτε την προπαραμονή του Αγίου Γεωργίου. Μα πως, θα με ρωτήσετε. Επειδή το 1583 οι καθολικοί είχαν πηδήξει ένα δεκαήμερο για να υιοθετήσουν το Γρηγοριανό ημερολόγιο ενώ οι ορθόδοξοι Ζακυνθινοί κρατήσανε το Ιουλιανό. Μεγάλη η σημασία της γιορτής για τους Στρατιώτες, αφού ο Γεώργιος ήταν ο προστάτης τους και ακόμα και η πολεμική τους κραυγή ήταν το όνομα του αγίου.
Ο Άγιος Γεώργιος σκοτώνει το δράκοντα, λεπτομέρεια από τον παραπάνω πίνακα του Lotto 


Του Αγίου Γεωργίου γίνονταν ιπποδρομίες στο Γερακαρίο από αμνημονεύτων χρόνων, όπως μας λέει ο Σπυρίδων δε Βιάζης στίς ‘Ιστορικές Σημειώσεις Περί Σταφίδος’. Ή μήπως δεν ήταν πάντοτε απλές ιπποδρομίες; Μία άλλη λεπτομέρεια είναι πως η Γκιόστρα της Πρωτομαγιάς γινότανε στην πόλη και όχι πάνω στον Αρίγκο, στου Μπόχαλη, όπου αγωνιζότανε το αρχοντολόι τα Καρναβάλια. Στην πόλη γινότανε και η τελευταία, λαϊκή επιβίωση της γκιόστρας στο πανηγύρι του Άι Γιωργιού του Πετρούτσου. Το τελευταίο όμως συμπέρασμα το αφήνω στον καθένα σας.


*Η Σκοπιώτισσα ήταν τότε ιδιοκτησία των Λογοθεταίων. Ο Dallam έγραψε:
… we found standing eyghte verrie fayre wemen, and rychly apparled, som in reed satten, som whyte, and som in watchell Damaske, there heads verrie finly attiered, cheanes of pearle and juels in there eares, 7 of them verrie yonge wemen, the eighte was Anchante (ancient), and all in blacke.

**Γράμμα-παράπονο του Αναστάση Θεοδόση στους δικούς του κατά του Ευγενίου Λάσκαρη – Μεγαδούκα στα 1575 από ‘Το εν Ζακύνθω αρχοντολόγιον και οι ποπολάροι’, του Κ. Σάθα, σσ 10-11. Ο Σάθας δίνει τη χρονολογία 1515 αλλά ο Ντίνος Κονόμος δίνει τη σωστή χρονολογία, βλέπε ‘Ζάκυνθος: Πεντακόσια Χρόνια (1478 – 1978), τόμος τρίτος, Πολιτική Ιστορία (Τεύχος Α’ 1478 – 1800)’. Ο Ευγένιος ήταν ο μικρότερος από τους γιούς του Αλέξανδρου Λάσκαρη - Μεγαδούκα  και ο μόνος που επιβίωσε της πολιορκίας της Αμμοχώστου το 1571.

*** Et in quelli medesimi giorni alcuni Stratioti a cavallo per gioco con le lancie armati corsero l'uno contra l'altro nel canal grande della citta, per lo qual solo vanno le naui grosse essendosi gelata l'acqua per lo gran rigore del freddo, & nevicar oui sopra. Από την Historia Veneta του Pietro Bembo, βιβλίο 1ο.


Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010

Ο παρεξηγημένος τουρίστας, το Άσπρο Άλογο και η Γκιόστρα της Πρωτομαγιάς

Παιδιά παίζουν γκιόστρα, μικρογραφία από Ρομάντζο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μέσα 14ου αι.

Μπήκε η γκιόστρα στη ζωή των Ζακυνθινών, μπήκε και στη δική μου, από το διαδικτυακό φεγγίτη που μου επιτρέπει να τηλεσκοπώ τα γεγονότα του νησιού. Φανταστικές οι πρωτοβουλίες του συλλόγου Giostra Di Zante. Eπειδή όμως ότι έπαινο και να προφέρω θα φαντάζει αναιμικός μπροστά σε αυτόν που αξίζουν, και επειδή ‘χωριό που φαίνεται κολαούζο δεν θέλει’, θα αφήσω το λιβανιστήρι και θα προσπαθήσω να φανώ χρήσιμος διαλύοντας μία παρεξήγηση σαράντα χρόνων.

Είναι κλασσική περίπτωση παρανόησης και αφορά έναν Άγγλο που πέρασε από το Τζάντε το 1599. Ο Master (μάστορας στην κυριολεξία και μάλιστα από τους καλούς) Thomas Dallam ήταν ειλικρινής και γενναίος άνθρωπος. Ήταν και αυτό που λέμε ‘ποιοτικός τουρίστας υψηλής εισοδηματικής στάθμης’. Τουρισμό όμως έκανε μόνο επειδή βρέθηκε στη Ζάκυνθο πηγαίνοντας στην Κωνσταντινούπολη για μία πολύ σοβαρή δουλειά, δεν ήρθε με πακέτο 18-30. Πιο συγκεκριμένα, μετέφερε ένα εξεζητημένο αρμόνιο με ρολόι στο σουλτάνο, δώρο από την ‘παρθένο βασίλισσα’ Ελισάβετ. Αυτή ήταν η δουλειά του, ήταν κατασκευαστής αρμονίων.

Το εν λόγω αρμόνιο

 Έφτασε στη Ζάκυνθο στις 20 Απριλίου, έφαγε κατακέφαλα μία εξαήμερη καραντίνα επί του πλοίου και είπε και ευχαριστώ – στο γυρισμό, λίγο μετά τα Χριστούγεννα, κάθισε δέκα ολόκληρες μέρες στο Λαζαρέττο. Έγραψε ο άνθρωπος και ένα ημερολόγιο εξιστορώντας το ταξίδι του. Μας λέει λοιπόν πως ο πρεβεδούρος (provveditor, προβλεπτής) άκουγε τα παράπονα των κατοίκων, Ελλήνων, Βενετών και Ιταλών δύο φορές την εβδομάδα και πως η πλειοψηφία των κατοίκων ήταν Έλληνες που δουλεύανε σκληρά στα σταφιδάμπελα και στα λιοστάσια.

Στη διάρκεια της καραντίνας του έγινε έμμονη ιδέα να ανέβει στην Τούρλα του Σκοπού. Έβαλε στοίχημα με τον εαυτό του μόλις πατήσει στεριά να μη φάει και να μην πιεί πριν φτάσει επάνω. Ξεκίνησε λοιπόν με δύο συμπατριώτες του, άοπλοι γιατί απαγορευόταν να βγάλουν όπλα στην ξηρά και ανήσυχοι γιατί ποιός ξέρει τι είδους άνθρωποι μένανε σε αυτό το νησί. Ο ένας τους αρνήθηκε να συνεχίσει, γιατί είδαν ένα βοσκό και τα έκαμε πάνω του.

Όταν έφτασε ο Dallam στη Σκοπιώτισσα είχε πλέον κορακιάσει και, ενάντια στη συμβουλή του συντρόφου του, πήγε να ζητήσει νερό από κάποιους ντόπιους. Αντί να του δώσουν νερό οι αθεόφοβοι τον τράταραν Ρομπόλα – το καλύτερο κρασί που είχε πιεί ποτέ – ψωμί, τυρί και κόκκινα αυγά. Τον πήγαν και στην λειτουργία. Το Πάσχα εκείνη τη χρονιά είχε πέσει στις 18 Απριλίου με το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Ο Dallam πρέπει να ήταν στη Σκοπιώτισσα στις 27 Απριλίου. Προσπάθησε να πληρώσει για το φαγοπότι αλλά αρνήθηκαν να δεχτούν λεφτά. Τέτοιοι αρχόντοι ήταν οι Ζακυνθινοί εκείνα τα χρόνια, μαρτυρίες σαν αυτή υπάρχουν και άλλες. Τώρα τελευταία αναδυθήκανε οι σκατούλες και χρεώνουν το νερό στους τουρίστες διπλά όποτε τους παίρνει, και ας είναι στη διατίμηση.

Κατέβηκε λοιπόν ο Thomas Dallam από το Σκοπό και γραμμή στην τουριστική επιχείρηση με σήμα το Άσπρο Άλογο να βρει το group του. Σήμα είπαμε, μια εικόνα λέει όσα χίλιες λέξεις, ειδικά όταν οι πελάτες σου είναι στη συντριπτική πλειοψηφία τους αναλφάβητοι ή και αλλόγλωσσοι. Γιατί όμως Άσπρο Άλογο; Νησιώτες είμαστε, ναυτικοί και ταξιδιώτες η πελατεία. Χάθηκε ένα δελφίνι, μία βαρκούλα με πανί, μία άγκυρα, μία γοργόνα, άντε μία χελώνα caretta-caretta βρε αδερφέ; Λοιπόν, αν είστε περίεργοι η απάντηση μου θα δοθεί σε ανάρτηση του κοντινού μέλλοντος, εκτός βέβαια αν προτιμάτε να τη δώσετε μόνοι σας.

Την Πρωτομαγιά είχε γκιόστρα. Το αθλητικό γεγονός της χρονιάς, επέτειος γαρ της Ένωσης της Ζακύνθου με τη (θετή) μαμά Βενετία. Ήταν με τα γραφόμενα του Dallam για τη γκιόστρα που παρεξηγηθήκαμε – δήθεν έγραψε πως κάνανε γκιόστρα με βαρελόδουγιες και ήτανε τελείως της πλάκας – γι' αυτό  παραθέτω αυτούσια τα λόγια του. Να εξηγήσω όμως προηγουμένως ότι δεν είχε αναγκαστικά δυσλεξία, απλώς σε κείμενα της εποχής είναι συνηθισμένο φαινόμενο να βρεις την ίδια λέξη, γραμμένη τρεις φορές από τον ίδιο άνθρωπο στην ίδια σελίδα, με τρεις διαφορετικές ‘ορθογραφίες’.

 The firste day of maye we saw there greatest traverses or sportes that they have in all the yeare, for that day dothe meete at the toune of Zante all the able men of the Greeks with there best horsis and artillerie, which is nothing but staves to Rvne at the Ringe, or at quintan. They borroed our five trompateres to sounde whe[n] they Run at the Ringe the prizis; the maner of it was so simple, that it is not worthe keeping in memorye. In the fore noune they Run Quintan for a prize, the after noone at Ringe.

Η μετάφραση μου τώρα:

Την πρώτη Μαΐου είδαμε τους μεγαλύτερους τους (των Ζακυνθινών) αγώνες της χρονιάς , γιατί αυτή τη μέρα συναντιούνται στην πόλη του Τζάντε όλοι οι ικανοί άντρες των Ελλήνων με τα καλύτερα τους άλογα και εξοπλισμό που δεν είναι άλλος από κοντάρια για γκιόστρα ροδέλας ή Quintain. Δανειστήκανε τους πέντε σαλπιγκτές μας να ηχούν όταν δίνανε τα έπαθλα στη γκιόστρα της ροδέλας – ο τρόπος που έγινε ήταν τόσο απλός που δεν αξίζει να τον θυμάται κανείς. Πριν το μεσημέρι έκαναν γκιόστρα Quintain για έπαθλο, το απόγευμα ροδέλας.

Αυτό είναι το επίμαχο απόσπασμα. Η λέξη staves είναι πληθυντικός του stave που σημαίνει δούγια βαρελιού ή και δοξάρι τζάγρας (βαλλίστρας), είναι όμως και πληθυντικός του staff που σημαίνει μακρύ ραβδί ή κοντάρι. Δεν κατηγόρησε λοιπόν τους Ζακυνθινούς ότι έκαναν γκιόστρα με βαρελόδουγιες. Άσε που νομίζω πως για να γκιοστράρεις με βαρελόδουγια πρέπει να είσαι πολύ μάγκας στο Quintain αλλιώς θα τη φας στα μούτρα.

Γκιόστρα quintain, 15ος αιώνας


Από κει και πέρα δεν ξέρω τι περιμέναμε. Να εντυπωσιαστεί από τη Ζακυνθινή γκιόστρα ένας άνθρωπος που σίγουρα είχε παρακολουθήσει γκιόστρες στο Ελισαβετιανό Λονδίνο; Μα ακόμα και από τρουμπέτες είχαμε έλλειψη. Θα απαιτούσαμε από οπαδό της Τσέλση ή της Άρσεναλ να βάλει βίντεο με γκόλ του ΑΠΣ Ζάκυνθος στη σελίδα του στο facebook;
 Έτσι κι αλλιώς οι κανόνες σε αυτά τα δύο αγωνίσματα της γκιόστρας ήταν λίγο πολύ οι ίδιοι παντού. Τώρα αν είχε περιστρεφόμενο ανδρείκελο το Quintain και σάκο με άμμο αντιδιαμετρικά ή ήταν απλώς μία τάβλα στερεωμένη σε ένα παλούκι, τι να κάνουμε, δεν το θεώρησε άξιο αναφοράς.

Λόγω έλλειψης χρόνου, όπως λέει, δεν εξιστορεί και πολλά πράγματα που έγιναν κατά τη διάρκεια της κράτησης τους στο Λαζαρέττο στην επιστροφή. Ούτε τι συμφωνία είχαν κάνει με τους ναυτικούς που τους έφεραν από την Γλαρέντζα  μας λέει πέρα από το πόσο τους πληρώσανε. Γι' αυτό και δεν γνωρίζουμε γιατί οι ναυτικοί ήθελαν να βγουν στη Ζάκυνθο και να τους πληρώσουν οι Άγγλοι τα έξοδα της καραντίνας. Ας μην κρίνουμε λοιπόν και καταδικάζουμε τον εξαναγκασμό των ναυτικών να κολυμπήσουν χειμωνιάτικα πίσω στο καΐκι τους χωρίς να έχουμε όλες τις απαραίτητες πληροφορίες.

Ο Thomas Dallam είναι πεθαμένος εδώ και τετρακόσια χρόνια. Δεν έχει νόημα να του ζητήσουμε συγγνώμη για μία παρεξήγηση που ξεκίνησε το 1970 με την πρώτη έκδοση του βιβλίου του Κυριάκου Σιμόπουλου ‘Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα’. Έχουμε όμως χρέος να αποκαταστήσουμε την αλήθεια για έναν άνθρωπο που και σημαντικές πληροφορίες μας άφησε – χαλάλι του η Ρομπόλα – και κακό λόγο δεν είπε για τη Ζάκυνθο. Έτσι ο Thomas Dallam έγινε όχι η επιλογή αλλά ο μονόδρομος της πρώτης ανάρτησης.


Το κείμενο από το ημερολόγιο του Thomas Dallam είναι από το βιβλίο Early voyages and travels in the Levant, έκδοση του 1893.
Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .