Δευτέρα 18 Απριλίου 2011

Αφιέρωμα στο Ludwig Salvator - μέρος Β΄


Πως είμαστε για τα πανηγύρια δεν είναι μόνο άποψη του Παναγιώτη. Ο Salvator το απαθανάτισε πολύ νωρίτερα.


Φυσικά δεν άφησε έξω τους Μαχαιραδιώτες, πάνω από έναν αιώνα πριν αφήσουν να καεί η Αγία Μαύρα.



Τη μούρλια την προσάπταμε πάντα στους Κερκυραίους, επειδή αυτοί είχαν τρελλοκομείο ενώ εμείς δεν είχαμε τάχα μου ανάγκη, και ας ήτανε σμπαρλάδο ούλο μας το νησί. Είχαμε όμως στυλ,



γούστο,



και κομψότητα να φάνε και οι κότες.


Δικαιολογημένη η παραδοσιακή μας υπεροψία απέναντι στους ... απέναντι. Ακόμα και οι νερουλάδες μας είχανε αέρα (τώρα να δείτε τι γίνεται).



Μέχρι και οι τσοπάνηδες μας από το Καμπί ήτανε κοσμοπολίτες και ταξιδεμένοι.


Οι χωριατοπούλες μας όμως ήταν σεμνές -- σχετικά.


Τα μοναστήρια μας είχανε καλογέρους


και καλογεροπαίδια,


και στα χωριά ασχολούνταν ακόμα με τη γεωργία.


Πλαστική σακούλα πεταμένη δεν έβλεπες πουθενά γιατί είχαμε μαλαθούνια.


Αυτοκίνητα δεν υπήρχαν αλλά τα σκουπίδια τα μαζεύαμε και με τα κάρα, δεν εκτρέφαμε αρουραίους.


Τότε είχαμε καμίνια, τώρα έχουμε μόνο νταμάρια ορατά από τη Γλαρέντζα.



Κάποτε φτιάχναμε κουρελούδες, τώρα κουρελούδες γίναμε εμείς.



Τώρα τα αμπέλια τα κάνουμε γκαρσονιέρες αλλά δεν είμαστε Σαντορίνη να φορτώνουμε τουρίστες στα βασταγούρια.

Ίσως νομίζει κανείς πως είμαι υπερβολικός και ότι υπάρχουν όρια στην παλαβομάρα μας. Ας μου βρει τότε ένα μέρος του κόσμου όπου έχουν παράδοση να κάνουν μάντσιες (φάρσες) πριν τον Επιτάφιο. Τέλος πάντων,



Καλό Πάσχα!



Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

Αφιέρωμα στο Ludwig Salvator - μέρος Α΄


Μου μπήκε ο Μάης από τις αρχές του Απρίλη και δεν έχω χρόνο για γράψιμο. Καιρός για μια σειρά εικονογραφικών αναρτήσεων με εικόνες από τους δύο τόμους του 'Zante', του Αρχιδούκα Ludwig Salvator, έκδοση του 1904. Σήμερα εκκλησίες και μοναστήρια της Ζακύνθου. Αναγκαστικά οι εικόνες είναι επιλεγμένες, δεν μπορώ να τις βάλω όλες. Χωρίς λόγια. Δεν πολυχρειάζονται, ούτε Γερμανικά ξέρω για να επεξηγώ.




































Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Η προίκα της Ραχμανίτ

Ζάκυνθος 1912
Να το πας στον Οβραίο να σ’ το φτιάσει’. Δεν θυμάμαι ποιός το είπε. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς, ούτε γιατί. Είναι μια φράση που κουβαλάω από τα παιδικά μου χρόνια, έτσι άσκοπα. Κόκκος μιας άμμου χρυσής που κόλλησε πάνω μου όταν μυριάδες άλλοι γλιστρήσανε και χάθηκαν μέσα από τα δάχτυλα μου. Ενθύμημα ενός κόσμου που γκρεμίσανε οι πόλεμοι και οι σεισμοί πριν προλάβω να τον γνωρίσω.
Πρέπει να είχε κάτι να κάνει με μέταλλο, ή ίσως τζάμι. Τέτοιες δουλειές κάνανε πολλοί Εβραίοι στη Ζάκυνθο. Τόσο, που Οβραίος σήμαινε το γανωτή ή το φανοποιό. Φανοποιός τότε πήγαινε να πει πως δούλευες με τσίγκους και σύρματα, όχι πως ίσιωνες τις τρακαρισμένες λαμαρίνες αυτοκινήτων. Τέτοιος ήταν και ο Ιωσήφ Γανής, ο τελευταίος των Γανήδων* του Τζάντε. Αιώνες ολόκληρους ζήσανε οι Γανήδες στο νησί, το Εβραϊκό νεκροταφείο είναι γεμάτο από τους τάφους τους. Πέρα από τους τάφους με τα μισοσβησμένα ονόματα – τίτλοι χαμένων κεφαλαίων μιας ιστορίας που ξεχάστηκε – απόμεινε μόνο μιάμιση γραμμή στο ‘Λεξικό’ του Ζώη.
Τύχη ανέλπιστη, το τελευταίο κεφάλαιο της ιστορίας τους δεν πρόλαβε να σβηστεί ολότελα. Πριν από λίγα χρόνια, ένας αέρας αγαθός το έφερε μπροστά στα μάτια μου. Το παραδίνω με τη σειρά μου, σε δική μου μετάφραση από την ανταπόκριση του Joseph Rosenberg στο φύλλο της 1ης Ιουνίου 1962 της εφημερίδας The Canadian Jewish Review. Όποιος όμως προτιμάει το πρωτότυπο ας κάνει κλικ στην εικόνα.

Μια κανάτα με προικιά: Με τη βοήθεια της JDC η ζωή συνεχίζεται
Κάθε Παρασκευή απόγευμα, όταν γύριζε σπίτι από το φανοποιείο του, ο Ιωσήφ Γανής, ένας 63-χρονος Εβραίος από το Ελληνικό νησί της Ζακύνθου, έβαζε μερικά νομίσματα σε μια σιδερένια κανάτα επιμελώς κρυμμένη στο σπιτικό του. Μέσα στην κανάτα υπήρχε το αντίτιμο περίπου $100, η προίκα για τη Ραχμανίτ, την 24-χρονη κόρη του. Σύντομα, πίστευαν ο κύριος και η κυρία Γανή, θα είχαν ένα ποσό αρκετά μεγάλο για να το παρουσιάσουν σε έναν άντρα άξιο να παντρευτεί τη Ραχμανίτ. Η μεγαλύτερη κόρη τους ήταν ήδη παντρεμένη κάποια χρόνια και μητέρα πέντε παιδιών. Και, σαν τους προγόνους των Γανήδων που είχαν ζήσει στη Ζάκυνθο για 500 χρόνια, είχε παντρευτεί έναν άντρα από την κοινότητα και σκόπευε να μείνει εκεί για το υπόλοιπο της ζωής της κοντά στην οικογένεια της.
Όμως, παρά τις ευχές και τις επιθυμίες των Γανήδων, εδώ και εννιά χρόνια δεν ζουν στο νησί τους. Με 24 άλλους Εβραίους από την κοινότητα τους , αναγκάστηκαν να πάνε στην Αθήνα, για να βρίσκονται υπό την αιγίδα της Joint Distribution Committee, ένα μεγάλο πρακτορείο των ΗΠΑ που βοηθάει άπορους Εβραίους στο εξωτερικό με χρήματα από τη United Jewish Appeal. Περιμένουν την ώρα που το πλήρως κατεστραμμένο σπιτικό τους, και το μέλλον τους, στο νησί της Ζακύνθου θα ξαναχτιστεί.
Η δυστυχία τους ξεκίνησε νωρίς ένα πρωί του Αυγούστου όταν ολόκληρη η οικογένεια ξύπνησε ξαφνιασμένη. Στην αρχή ήταν ένας βίαιος βρυχηθμός. Όταν καλοξύπνησαν κατάλαβαν ότι η γη έτρεμε βίαια από κάτω τους, με μια σειρά από απειλητικά μπουμπουνητά και τρέμουλα. Καθώς η ένταση των δονήσεων αυξανόταν προστέθηκε ένας νέος ήχος, αυτός των τοίχων και κτιρίων που γκρεμίζονταν. Στη βοή προστέθηκαν οι κραυγές των πανικόβλητων και των πληγωμένων.
Ο Ιωσήφ Γανής, που είχε κουφαθεί υπηρετώντας στον Ελληνικό Στρατό το 1912, δεν μπορούσε να ακούσει το θόρυβο αλλά μπορούσε να αισθανθεί το κούνημα της γης καθώς κύματα δονήσεων τον ταρακουνούσαν τρελά. Γερά φτιαγμένο από πέτρες το σπίτι των Γανήδων γρήγορα έμεινε το μοναδικό όρθιο κτίριο στην περιοχή. Προς το βράδυ, καθώς η ένταση των δονήσεων μειώθηκε, το σπίτι συνωστίστηκε από άστεγα θύματα του σεισμού που βολεύτηκαν με τους Γανήδες για τη μακριά αγρύπνια μέχρι να φωτίσει.
Οι δονήσεις άρχισαν ξανά την επόμενη αυγή. Η γη ταλαντευόταν και σειόταν γύρω τους. Καθώς η τρομαγμένη ομάδα μέσα στο σπίτι περίμενε, ξαφνικά άκουσαν να γκρεμίζεται ο τοίχος του διπλανού σπιτιού. Αντιλαμβανόμενοι τον κίνδυνο σηκώθηκαν βιαστικά όρθιοι για να εγκαταλείψουν το καταφύγιο τους καθώς μια βροχή από πέτρες, συντρίμμια, και ξυλεία έπεφταν πάνω τους. Η κυρία Γανή και η Ραχμανίτ γλύτωσαν χωρίς τραύματα. Ο Ιωσήφ Γανής με μια ελαφρή αμυχή στο κεφάλι. Όλοι οι κάτοικοι της Ζακύνθου, περιλαμβανομένων των 41 Εβραίων που ζούσαν εκεί, κατέφυγαν στα χωράφια και στα βουνά όπου θα ήταν ασφαλείς από καταρρέοντα συντρίμμια. Πίσω τους η πόλη καιγόταν, κατατρώγοντας ότι δεν είχε καταστρέψει ο σεισμός. Όταν έπεσε η νύχτα οι Γανήδες έπεσαν εξαντλημένοι για ύπνο έξω στα χωράφια. Ο ηλικιωμένος κύριος Γανής, κουρασμένος από τις δραστηριότητες της ημέρας, δεν πρόσεξε τη φωτιά που τον πλησίαζε έρποντας, άναψε τα μπατζάκια του και του έκαψε τα πόδια πριν καταβρέξει τις φλόγες.
Την άλλη μέρα ένα Ελληνικό πολεμικό πλοίο πήρε τους επιζώντες από το νησιωτικό τους καταφύγιο και τους μετέφερε σε μια γειτονική κοινότητα, όπου τους δόθηκε το πρώτο γεύμα των δύο τελευταίων ημερών. Εν τω μεταξύ, η JDC είχε ειδοποιηθεί και τροφή, ρούχα, και φάρμακα είχαν σταλεί στο σημείο για να βοηθηθούν οι Εβραίοι παθόντες. Επιπλέον σχέδια είχαν γίνει από τους υπαλλήλους της JDC για τη μακροπρόθεσμη αρωγή των 41 Εβραίων που έχασαν τα πάντα στην καταστροφή. Η οικογένεια Γανή, στο μεταξύ, είχε τοποθετηθεί σε ένα Αθηναϊκό ξενοδοχείο όπου η τοπική Εβραϊκή κοινότητα, με χρήματα από τη JDC, βοήθησε να εγκατασταθούν προσωρινά. Αφήνοντας πίσω την κυρία Γανή, πατέρας και κόρη επέστρεψαν στη Ζάκυνθο και το κατεστραμμένο τους σπίτι για να ψάξουν για τα υπάρχοντα τους και να βρουν, αν ήταν δυνατόν, την κανάτα με τα νομίσματα που ήταν θαμμένη κάπου κάτω από τα συντρίμμια.
Με τη βοήθεια Ελλήνων στρατιωτών, που στέκονταν φρουροί, ο γέρος και το κορίτσι έψαξαν μέσα στο γκρίζο σωρό. Πρώτα βρήκαν ένα μαυρισμένο και στραπατσαρισμένο ασημένιο δίσκο – το δεύτερο αντικείμενο που βρήκαν ήταν η σιδερένια κανάτα. Η υψηλή θερμοκρασία της φωτιάς είχε λιώσει την κανάτα σε μια άμορφη μάζα που ακόμα περιείχε γκρίζες στάχτες. Από το μαυρισμένο εσωτερικό της ο κύριος Γανής έβγαλε δύο νομίσματα που ήταν αναγνωρίσιμα, τα υπόλοιπα ήταν άχρηστα σαν συνάλλαγμα.
Επανενωμένη άλλη μια φορά στην Αθήνα η οικογένεια Γανή περιθάλφθηκε από τη JDC. Δεκαεφτά από τους Εβραίους γείτονες τους μετανάστευσαν στο Ισραήλ μέσω της υπηρεσίας μετανάστευσης της JDC. Άλλοι ελπίζανε να μεταναστεύσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες ενώ οι υπόλοιποι, οικογένειες σαν τους Γανήδες, ελπίζανε να επιστρέψουν στη Ζάκυνθο και να ξαναρχίσουν τις ζωές τους. Η Ραχμανίτ γράφτηκε σε ένα σχολείο ORT , για να μάθει μια τέχνη που με τον καιρό θα βοηθούσε την οικογένεια να ανακτήσει όσα είχε χάσει. Εκτός από τον απαραίτητο ρουχισμό, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, και προσωρινή στέγαση που παρείχε η JDC στους 24 Εβραίους επιζώντες του σεισμού που παρέμεναν στην Ελλάδα η JDC παρέσχε άτοκα δάνεια με τα οποία θα μπορούσαν να ξεκινήσουν μια καινούργια επιχείρηση ή να επανακτήσουν την παλιά.
Ο κύριος Γανής ανυπομονούσε να ξαναστήσει ένα καινούργιο φανοποιείο στη νησιώτικη πατρίδα του. Αλλά η προίκα που μάζευε για το γάμο της κόρης του είχε αναβληθεί για το απώτερο μέλλον. Μόνο να ελπίζει μπορούσε ότι θα μάζευε αρκετά λεφτά για να παντρέψει την κόρη του με αντάξιο άντρα.

Το παραπάνω κείμενο του Joseph Rosenberg δεν είναι μόνο μια ανθρώπινη ιστορία. Είναι και ένα ιστορικό ντοκουμέντο που εξηγεί την εξαφάνιση μιας κοινότητας που μέτραγε τουλάχιστον πέντε αιώνες παρουσίας στη Ζάκυνθο. Πάνω από 270 ψυχές την αποτελούσαν πριν τον πόλεμο. Κανένας δεν πήγε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, κανένας δεν εκτελέστηκε. Η ντροπές των χρονιάτικων πετροβολημάτων της Μεγάλης Παρασκευής και κάποια μπούρδα** μισαλλόδοξων και κακοποιών ήταν μακρινό παρελθόν. Οι Χριστιανοί συντοπίτες τους, με πρωτεργάτες το Μητροπολίτη Χρυσόστομο Α΄ και το δήμαρχο Λουκά Καρρέρ που αρνήθηκαν να δώσουν κατάλογο των Εβραίων στους Γερμανούς, είχαν απλώσει χέρι αλληλεγγύης. Τους διέσπειραν και τους έκρυψαν στα χωριά το 1944. Και όμως το 1953, τη χρονιά του μεγάλου σεισμού, μόνο λίγο παραπάνω από 40 ψυχές αποτελούσαν την κοινότητα. Οι υπόλοιποι είχαν μεταναστεύσει στο Ισραήλ.
Τη συνέβη; Γιατί φύγανε; Έφταιγε άραγε ο αντισημιτισμός των Ζακυνθινών; Είναι μύθος η γενναιότητα, η αξιοπρέπεια, και η ανθρωπιά του Μητροπολίτη και του Δήμαρχου; Μη σμίγετε τα φρύδια, έτσι έγραψε κάποιος Dr Michael Matsas. Ο άνθρωπος αυτός, που δεν έχει δει τη Ζάκυνθο ούτε από αεροπλάνο και δεν μίλησε ποτέ με κανένα Εβραίο Ζακυνθινής καταγωγής, δεν έπρεπε να αγνοεί έτσι επιδεικτικά την απάντηση στο δικό του ερώτημα. Δεν είναι τόσο προσβολή στη νοημοσύνη τη δική μας όσο στη δική του. Γιατί αυτός σαν Εβραίος έπρεπε να ξέρει. Ο πόλεμος δεν αφανίζει μόνο με το αίμα. Αφανίζει και με το φόβο, και με τη φτώχεια. Οι Εβραίοι της Ζακύνθου φύγανε γιατί ήταν άνθρωποι φτωχοί ή κατεστραμμένοι, και κάποιοι τους χρηματοδότησαν και τους υποσχέθηκαν μια καλύτερη ζωή στο Ισραήλ. Το ποιοί ήταν αυτοί το αναφέρει ο Rosenberg.
Η JDC δεν ήταν απλά μια Αμερικανο-Εβραϊκή φιλανθρωπική οργάνωση. Είχε στόχο τη μεταφορά όσο το δυνατόν περισσότερων Εβραίων στην Παλαιστίνη. Ήταν η οργάνωση που χρηματοδότησε την περίφημη επιχείρηση ‘Ιπτάμενο Χαλί’, μια αερογέφυρα με την οποία 50.000 Εβραίοι της Υεμένης μεταφέρθηκαν μυστικά στο Ισραήλ το 1950. Συνολικά χρηματοδότησε τη μετεγκατάσταση εκεί πολλών εκατοντάδων χιλιάδων Εβραίων. Τα χρήματα που διαχειριζόταν ήταν, όπως λέει η ανταπόκριση, της United Jewish Appeal. Αυτή δεν ήταν παρά ο Αμερικανικός κλάδος της Jewish Agency. Αυτή πάλι δεν ήταν παρά ένα άλλο πρόσωπο της World Zionist Organization, με την οποία χωρίστηκε τύποις πολύ αργότερα, το 1971, διατηρώντας όμως την ίδια ηγεσία. Η οργάνωση αυτή είχε σαν ιδρυτικό της στόχο, ήδη από το 1897, τη δημιουργία, και αργότερα την υπεράσπιση, του κράτους του Ισραήλ.
Όπως και σχεδόν όλοι οι άλλοι, ο Ιωσήφ Γανής φαίνεται πως δεν επέστρεψε στη Ζάκυνθο τελικά. Έφταιγε η προχωρημένη ηλικία του; Δεν ήταν, ίσως, τόσο εύκολο να πάρει κανείς τα διατυμπανιζόμενα άτοκα δάνεια όταν στόχος του ήταν ο γυρισμός; Δική μου υποψία αυτή, και ειλικρινά ελπίζω να είμαι άδικος. Ή μήπως η μη επιστροφή ήταν το τίμημα για να εξασφαλιστεί η προίκα της Ραχμανίτ; Ποιός ξέρει ...

Ζάκυνθος 1953

Ενημέρωση 28/06/2011
Μερικές φορές πιάνεις να διηγηθείς μια ιστορία, αληθινή ή φανταστική, ή κάπου ανάμεσα, και παίρνει δική της ζωή, ανοίγει δικό της δρόμο. ‘Έτσι θα με γράψεις!’ σου λέει, ‘Δεν με ενδιαφέρει τι σκοπό είχες, τι σκεφτόσουνα! Μην παίρνουν τα μυαλά σου αέρα, δεν σου ανήκω, διαχειριστής είσαι. Δικά σου είναι μοναχά τα μυστικά σου.’ Συγκατανεύεις και συ, θέλοντας και μη, αφήνεις το χέρι σου να οδηγηθεί. Ετούτη η ιστορία όμως ζωντάνεψε ξαφνικά, αφού είχε αποτυπωθεί στο ‘χαρτί’ δύο φορές. ‘Πρόσεχε!’ μου είπε, ‘Δεν είμαι μόνο μια ιστορία, είμαι Ιστορία, και γράφεις για ανθρώπους αληθινούς.’
‘Οταν εκδόθηκε το βιβλίο του Σαμουήλ Ερμ. Μόρδου, Οι Εβραίοι της Ζακύνθου: Χρονικό Πέντε Αιώνων,  τον περασμένο Οκτώβριο, το έμαθα. Το διάβασα στον  Ίσκιο του Ήσκιου του π. Π. Καποδίστρια, διάβασα και αυτά που έγραψε ο Δ. Φλεμοτόμος. Πολύ επαινετικά όλα, θυμόντουσαν και τον πατέρα του, τον Ερμάνδο  – η δική μου η μνήμη αδύναμη, δεν είμαι βέβαιος πως τον θυμάμαι. Σίγουρα δεν τον γνώριζα προσωπικά. Το βιβλίο θα το έπαιρνα έτσι κι αλλιώς, το θέμα του με ενδιέφερε, αλλά το ανέβαλα για όταν θα πήγαινα στην Ελλάδα. Το πήρα στις αρχές Μαΐου, ένα μήνα αφότου έγινε αυτή η ανάρτηση.

Με όλους τους επαίνους που είχα διαβάσει ανοίγοντας το ξαφνιάστηκα ευχάριστα. Μεγάλος πλούτος πληροφοριών, συγκεντρωμένος από πολλαπλές πηγές, άρτια παρουσιασμένος, δοσμένος με αγάπη και φροντίδα, σωστό μνημείο. Αυτό που περισσότερο απ’ όλα ξεχωρίζει, κατά τη γνώμη μου, είναι η αμεσότητα του. Προσωπικές μαρτυρίες, ποιήματα, ανέκδοτες φωτογραφίες, οικογενειακές και της γειτονιάς, ανασταίνουν εποχές περασμένες. Μιλάει η κοινότητα για τον εαυτό της. Αποδείχνει πως, κι αν έπαψε να υπάρχει, ζει, και θα ζει πάντα στις σελίδες του.
Εκεί που πραγματικά έμεινα άφωνος ήταν όταν, ξεφυλλίζοντας το, βρήκα στη σελίδα 383 την παρακάτω φωτογραφία.

Ο Ιωσήφ Γανής του άρθρου, με ένα τεράστιο μουστάκι που μου θύμισε έντονα φωτογραφίες του προπάππου μου, κρατώντας κάτι που φαίνεται να είναι ο ασημένιος δίσκος που βρήκε στα ερείπια! Και η Ρούλα; Ήταν η Ραχμανίτ;  Ή μήπως η μεγαλύτερη αδελφή της; Διάβασα την αφήγηση της κυρίας Ρούλας Κωστή, το Γένος Γανή, για τις τρομερές μέρες του σεισμού και σιγουρεύτηκα. Ήταν όντως η Ραχμανίτ. Η Ραχαμανούλα, όπως τη φωνάζανε στη Ζάκυνθο προσεισμικά.
Έγραψα στον συγγραφέα ζητώντας άδεια να αναδημοσιεύσω εδώ τη φωτογραφία και όχι μόνο μου δόθηκε με μεγάλη καλοσύνη και ευγένεια, τόσο από αυτόν όσο και από την κυρία Κωστή – Γανή, αλλά μου έδωσαν επίσης την άδεια να αναδημοσιεύσω ολόκληρη την αφήγηση της όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο στις σελίδες 211 – 215. Αξίζει να αναφέρω άλλη μία έκπληξη, πως η κυρία Ρούλα Κωστή – Γανή είναι αδελφή της μητέρας του κυρίου Μόρδου. Θα ήθελα να τους ευχαριστήσω, τόσο για την άδεια όσο και για κάποιες διορθώσεις σε αυτά που γράφτηκαν.
Μας πληροφορούν λοιπόν ότι η κυρία Ρούλα δεν θυμάται την σιδερένια κανάτα του τίτλου. Υποθέτω ότι η κανάτα αυτή – όπου κατά τον Joseph Rosenberg ο Ιωσήφ Γανής αποταμίευε για την προίκα της – είναι γέννημα της μετάφρασης και ίσως και λίγης φαντασίας. Επίσης πληροφορούμαστε ότι δεν υπήρχε στη Ζάκυνθο επώνυμο Γκανής, όπως έγραψα, αλλά μόνο Γανής. Το Γκανής υπήρχε και υπάρχει σε άλλες περιοχές. Στο άρθρο υπάρχουν και κάποιες άλλες μικρές αποκλίσεις σε σχέση με τη διήγηση της πρωταγωνίστριας, όπως ο τραυματισμός της στο δάχτυλο του ποδιού, αλλά σας αφήνω εδώ να την απολαύσετε και να συγκρίνετε μόνοι σας.



----------------------------------------------------------------------------------------------   
*  Εκτός από το επώνυμο Γανής, στη Ζάκυνθο υπήρχε και το Γκανής. Δεν το αναφέρει ο Λεωνίδας Ζώης αλλά υπάρχει στο αρχείο του Ιωσήφ Σιακκή. Δεν ξέρω ποιόν από τους δύο τύπους του επωνύμου χρησιμοποιούσε ο Ιωσήφ της ιστορίας αλλά νομίζω ότι δεν έχει μεγάλη σημασία.
**  Μπούρδο ήταν επίθεση όχλου εναντίον των Εβραίων και των περιουσιών τους μετά από φημολογία περί ‘Εβραϊκών εγκλημάτων’.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

Τρίχες


Ο εικονιζόμενος είναι ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής, στο λιγότερο κολακευτικό αλλά πιστότερο πορτραίτο του, φτιαγμένο όπως πιστεύεται από τον Costanzo da Ferrara. Ο Gentile Bellini, που εφτιαξε την πιο γνωστή απεικόνιση του, δεν τόλμησε να τον δείξει στις πραγματικές του διαστάσεις και τον έκανε λεπτούλη.  Έχει ράμφος παπαγάλου για μύτη, λαιμό ελέφαντα, γένια κοντά και περιποιημένα. Στην Ιταλία αναφέρονταν σε αυτόν σαν il Gran Turco, ο Μεγάλος Τούρκος, αλλά δεν είχε σχέση με την παχυσαρκία του. Αναφέρονταν έτσι στους Τούρκους σουλτάνους γενικά. Οι Χριστιανοί τον φοβόντουσαν και τον μισούσαν, όμως στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν είχαν ιδέα για το παρουσιαστικό του. Η γνώσεις τους για το πως έμοιαζαν οι Τούρκοι ήταν τουλάχιστον συγκεχυμένες.
Στο παρακάτω σχέδιο ο Πορθητής παραδίνει την ψυχή του στο Διάβολο, σε ένα χαρακτικό από το βιβλίο του Guillaume Caoursin ‘Rhodiorum historia’, τυπωμένο το 1496. Είναι τριγυρισμένος από διάφορους αξιωματούχους. Η απεικόνιση τους, όπως και του θνήσκοντος σουλτάνου, δεν έχει ιδιαίτερα μεγάλη σχέση με την πραγματικότητα. Μοιάζουν περισσότερο με ύστερους Βυζαντινούς παρά με βεζίρηδες και πασάδες.

Η πιο χτυπητή ίσως ανακρίβεια είναι τα μακριά μαλλιά. Οι Τούρκοι ξύριζαν το κεφάλι τους, αφήνοντας μόνο μια τούφα στη κορυφή. Ήταν μια συνήθεια που μάλλον είχαν φέρει από τις στέπες της Ασίας και που διαδόθηκε σε άλλους λαούς της Ανατολής ντυμένη με Ισλαμικό μανδύα. Μια προσφερόμενη εξήγηση ήταν πως την ημέρα της Κρίσεως ένας άγγελος, ή ο Προφήτης, θα τους άρπαζε από αυτή την τούφα για να τους βάλει στον παράδεισο. Για χάρη των άτυχων καραφλών Μουσουλμάνων και τη σωτηρία της ψυχής τους προκρίνω μια άλλη εξήγηση. Ότι δηλαδή την τούφα την άφηναν για την περίπτωση που κάποιος Χριστιανός τους σκότωνε και τους έπαιρνε το κεφάλι. Θα μπορούσε έτσι να τη χρησιμοποιήσει σαν λαβή για το τρόπαιο του και να μη βεβηλώσει με τα μιαρά του δάχτυλα το στόμα τους, ή – Θεός φυλάξοι – τα γένια τους. Η γενειάδα ήταν μεγάλη υπόθεση. Αν ήθελες να κάνεις ένα Τούρκο ... Τούρκο αρκούσε η προσβολή της γενειάδας του, ή, ακόμα χειρότερα, αυτής  του Προφήτη.
Δεν είχαν όμως δικαίωμα να αφήσουν γενειάδα όλοι οι Τούρκοι. Στους γενίτσαρους δεν επιτρεπόταν γιατί ήταν προνόμιο των ελεύθερων. Αυτοί, παρά τα όποια προνόμια, ήταν σκλάβοι του σουλτάνου. Άφηναν λοιπόν μόνο μουστάκι. Εδώ γενίτσαροι στην πολιορκία της Ρόδου το 1522.

Ακόμα και οι γιοί του σουλτάνου δεν συνήθιζαν να αφήνουν γένια όσο ζούσε ο πατέρας τους.
Πριν συνεχίσω θα ήθελα να υπενθυμίσω τον τίτλο, τον οποίο θεωρώ αρκούντως προειδοποιητικό. Η σημερινή ανάρτηση ασχολείται με τρίχες – κυρίως. Τώρα νομίζω ότι μπορούμε να πούμε μερικά πράγματα παραπάνω για αυτό το σημαντικότατο ζήτημα που απασχόλησε γενεές γενεών σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.
Εξαιρουμένης της γενειάδας, της τούφας, και των φρυδιών, οι Τούρκοι επιμελώς απομάκρυναν όλες ανεξαιρέτως τις τρίχες από το σώμα τους. Δεν τολμούσε κανείς τους να μπει σε δημόσιο χαμάμ, ή μάλλον να βγει από κει, αν οι γάμπες του δεν είχαν τη στιλπνότητα αρχαίου αγάλματος. Οι άνδρες έπρεπε να απομακρύνουν όλες τις ανεπιθύμητες επιδερμικές αποφύσεις, κατσαρές και μη, από όλες τις επιφάνειες, κοιλότητες, και πτυχώσεις, τουλάχιστον κάθε σαράντα μέρες. Οι γυναίκες, που κρατούσαν ολόκληρη την κόμη, έπρεπε να ξεφορτωθούν όλες τις υπόλοιπες τρίχες του σώματος τους κάθε είκοσι.
Δεν είναι σίγουρο ότι όλοι οι φουκαράδες της υπαίθρου που είτε αναγκάστηκαν είτε επέλεξαν να αλλαξοπιστήσουν ακολουθούσαν αυτές τις πρακτικές με την ίδια θρησκευτική ευλάβεια. Αρκετοί δεν είχαν κάνει καν περιτομή. Ειδικά σε περιπτώσεις που ολόκληρες περιοχές αλλαξοπιστούσαν, με επικεφαλείς τους προύχοντες και τους παπάδες, υπήρχαν σημαντικές πρακτικές δυσκολίες, τόσο στην περίτμηση, όσο και στην κατήχηση και επιμόρφωση τους.
Όπως καταλαβαίνετε, θεωρώ ενδιαφέρουσα ιστορική λεπτομέρεια, και αρκετά κωμική, το ότι οι πολεμιστές που για αιώνες αποτέλεσαν το φόβητρο της Ευρώπης ξύριζαν τακτικά τα γεννητικά τους όργανα και έκαναν ... χαλάουα. Για να κάνουν χαλάουα χρησιμοποιούσαν ένα πολτό από χυμό λεμονιού και ζάχαρη που λεγόταν agda. Ακόμα πιο συνηθισμένος ήταν ένας άλλος πολτός, με βάση το αρσενικό, που λεγόταν rusma. Χρειαζόταν όμως προσοχή και άμεσο ξέπλυμα γιατί ήταν καυστικός. Για όποιον ενδιαφέρεται για περισσότερες λεπτομέρειες προτείνω το άρθρο Hairy politics: hair rituals in Ottoman and Turkish society της Susan Aykut.
Ο Πορθητής, όπως συμβαίνει συχνά σε ανθρώπους που διαθέτουν χαρέμι, είχε αρκετά παιδιά. Το ζήτημα της διαδοχής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν περίπλοκο αφού δεν θεωρούνταν αυτόματα διάδοχος ο πρωτότοκος γιός. Όποιος από τους γιούς του σουλτάνου κατάφερνε να φτάσει πρώτος στην Κωνσταντινούπολη μετά το θάνατο του πατέρα του είχε αποφασιστικό πλεονέκτημα. Γι αυτό πολλές φορές οι αυλικοί κρατούσαν μυστικό το θάνατο του αφέντη τους μέχρι να φτάσει στην Πόλη ο γιός της προτίμησης τους. Οι γενίτσαροι επίσης φιλοδοξούσαν πάντα να παίζουν το ρόλο πραιτοριανών.
Όταν πέθανε ο Μωάμεθ Β΄ το 1481, δύο ήταν οι επικρατέστεροι πρίγκιπες: Ο Βαγιαζήτ (Bayezid) και ο Τζεμ (Cem). Με το πτώμα του Μωάμεθ να κοντεύει να σκουληκιάσει, ο Τζεμ έφτασε πρώτος αλλά οι γενίτσαροι είχαν πάρει μυρωδιά – δε θα ήταν δα και δύσκολο – το θάνατο του αφέντη τους. Δεν άφησαν το Τζεμ να μπει στην Πόλη, σκότωσαν το Μεγάλο Βεζίρη, και σουλτάνος ανακηρύχτηκε ο Βαγιαζήτ. Ακολούθησε εμφύλιος πόλεμος και ο Τζεμ, ηττημένος, κατέφυγε στην Αίγυπτο, μετά στη Ρόδο των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη, στη Γαλλία, και τελικά στην Ιταλία. Εκεί, σε αντιδιαστολή με τον Βαγιαζήτ, ο οποίος ήταν πλέον ο Gran Turco, ο Τζεμ απόκτησε το παρατσούκλι il Turchetto, δηλαδή ο Τουρκάκος. Αν κοιτάξετε το άρθρο της Wikipedia για το Τζεμ θα δείτε αυτή την εικόνα.

Παρουσιάζεται δηλαδή ξυρισμένος. Ο διεκδικητής του Οθωμανικού θρόνου ξυρισμένος; Όσο ζούσε ο πατέρας του – πέθανε όταν ο Τζεμ ήταν 22 χρονών – θα ήταν δικαιολογημένο, αλλά εδώ ο πρίγκιπας παρουσιάζεται σε πιο ώριμη ηλικία. Αν ψάξει κανείς στο Google χρησιμοποιώντας τις διάφορες ορθογραφικές παραλλαγές του Τζέμ – εντυπωσιακός αριθμός για μονοσύλλαβο όνομα – θα βγάλει αυτό το ‘πορτραίτο’ ξανά και ξανά. Και θα βγάλει τον ίδιο άνθρωπο σε άλλα έργα του ίδιου ζωγράφου, του Pinturicchio.
Στην ‘Άφιξη του Πάπα Πίου Β΄ στην Ανκόνα’ (λεπτομέρεια).

Και στο ‘Κήρυγμα της Αγίας Αικατερίνης’.


Δεν μπορώ να ξέρω τι είχε στο μυαλό του ο Pinturicchio αλλά μπορώ να πω ένα πράγμα – ότι οι ειδικοί που παρουσιάζουν τον εικονιζόμενο σαν Τζεμ κάνουν λάθος. Είχα πει σε προηγούμενη ανάρτηση ότι συχνά-πυκνά οι καλλιτέχνες της εποχής βάσιζαν τα έργα τους σε δουλειά άλλων. Ο συγκεκριμένος είναι ένας Τούρκος που σχεδίασε ο Gentile Bellini κατά την επίσκεψη του στην Κωνσταντινούπολη το 1480, μάλλον αξιωματούχος με προέλευση από το Devşirme (παιδομάζωμα).

Όπως βλέπετε ακόμα και η στάση είναι ίδια. Ο Bellini βέβαια τον είχε σχεδιάσει και σε άλλη στάση, η οποία όμως φαίνεται πως είχε χαμηλότερη δημοτικότητα.

Οπωσδήποτε ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν ο νεαρός Τζεμ, ο οποίος ούτε στην Κωνσταντινούπολη ήταν όταν ήταν εκεί ο Bellini, ούτε ταίριαζε στην ηλικία. Υπάρχουν βέβαια και άλλοι που διαφωνούν – ο Τζεμ, λένε, είναι ο καβαλάρης στα δεξιά.

Παρ’ όλο που συμφωνώ ότι αυτός είναι αρκετά αυτοκρατορικός δεν μπορώ να δεχτώ ότι είναι ο Τζεμ. Αν δεν το μαντέψατε ήδη, πάλι στις τρίχες κολλήσαμε. Είναι δυνατόν Τούρκος να είχε τέτοιες μπούκλες; Αυτές οι μπούκλες και η μυτερή γενειάδα κάτι θυμίζουν.

Τον Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο βέβαια. Όχι πως δεν είδαν Παλαιολόγο σε αυτή τη σύνθεση – ο γενίτσαρος στα αριστερά, λένε, είναι ο Ανδρέας Παλαιολόγος, γιός του Θωμά και ανιψιός του Ιωάννη.

Πραγματικά δεν ξέρω πως τους ήρθε. Αληθινός γενίτσαρος βέβαια δεν είναι, αφού έχει μαλλιά, αλλά γιατί ο νόμιμος διάδοχος του Βυζαντινού θρόνου να είναι ξυρισμένος; Είδατε ποτέ εσείς αυτοκράτορα των τελευταίων αιώνων του Βυζαντίου να μην έχει γένια; Οι Βυζαντινές ιδέες περί γενειάδας δεν διέφεραν από των Τούρκων. Ο Ανδρέας βέβαια ζούσε στην Ιταλία, μπορεί να ακολουθούσε τα Ιταλικά πρότυπα, αλλά τότε δεν θα είχε μουστάκι.
Συμπέρασμα στο οποίο ελπίζω να καταλήγετε και σεις: Οι τρίχες στην τέχνη του ύστερου Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, στις απεικονίσεις Ελλήνων και Τούρκων τουλάχιστον, δεν είναι τρίχες.
Α! Και το μόνο Πρωταπριλιάτικο σε αυτό το κείμενο είναι η ημερομηνία. Καλό Μήνα.
Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .