Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Συρακούσα εναντίον Ρομπόλας


 
Οι Άγγλοι ναυτικοί του 17ου αιώνα γνώριζαν τη Ζάκυνθο καλά. Κυρίως έρχονταν για τρία πράγματα: σταφίδα, νερό από το Κρυονέρι και Ρομπόλα. Η καλλιέργεια της ποικιλίας σταφυλιών Ρομπόλα, άσπρης και μαύρης, έχει τώρα πια περιοριστεί σημαντικά στη Ζάκυνθο και χρησιμοποιείται ουσιαστικά σαν ένα μόνο από τα συστατικά των Ζακυνθινών κρασιών, όπως της Βερντέας. Κατέληξε έτσι να θεωρείται σχεδόν αποκλειστικά Κεφαλονίτικη ποικιλία, μιας και στο νότο της Κεφαλονιάς η καλλιέργεια της κρατάει καλά.

Ένα άλλο νησί που οι ναυτικοί από τον Ατλαντικό επισκέπτονταν συχνά, λόγω της θέσης του, ήταν η Μάλτα. Εκείνο τον καιρό, πριν ξεριζώσουν τα κλήματα για να βάλουν μπαμπάκι, η Μάλτα έβγαζε και καλά κρασιά. Σήμερα μόνο μια ποικιλία από τις παλιές φαίνεται να έχει επιβιώσει, το Girgenti. Girgenti έλεγαν οι Σαρακηνοί τον Ακράγαντα της Σικελίας και είναι εύκολο να καταλάβει κανείς από που είχε φτάσει στη Μάλτα το άσπρο αυτό σταφύλι. Το κόκκινο κρασί οι Μαλτέζοι πάλι από κλήματα Σικελικής καταγωγής το βγάζανε αφού το λέγανε Siracusa. Τέτοιο φαίνεται πως πουλούσαν στα Αγγλικά καράβια, που είχαν πια εξαντλήσει τα αποθέματα της μπύρας, για να τη βγάλουν μέχρι τη Ζάκυνθο, όπου θα φόρτωναν άσπρη και κόκκινη Ρομπόλα.

Αναπόφευκτα οι Άγγλοι, ποτισμένοι με κρασί, συμπεριφέρονταν όπως περίπου και οι σημερινοί τους απόγονοι στο Λαγανά. Μια περιγραφή (1) του τι γινόταν μας δίνει ο κληρικός Henry Teonge, ο οποίος έκανε δύο ταξίδια στη Μεσόγειο σαν εφημέριος του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού σε μια μοίρα που κυνηγούσε Βορειοαφρικανούς πειρατές. Στη Ζάκυνθο έφτασαν στις 25 Σεπτεμβρίου 1675, στις 10 το βράδυ, και σηκώσανε βιαστικά άγκυρα στις 27, στις 9 το πρωί, φορτώνοντας νερό και κρασί όλη νύχτα. Παρά τη συντομία της παραμονής του στο λιμάνι ο Teonge δίνει κάποιες πληροφορίες για τη Ζάκυνθο, πράγματα που πρέπει να είχε ακούσει από άλλους. Ξεχωρίζω τα γαμήλια έθιμα, για τα οποία είχε ήδη γράψει εκτενέστερα ο George Sandys το 1610, και το ότι οι Ζακυνθινοί φύλαγαν το λάδι μέσα σε πηγάδια βάθους πολλών μέτρων, σκαμμένα στο βράχο. Δεν παρέλειψε να μετρήσει τους ανεμόμυλους, τουλάχιστον 10 στα νότια της πόλης και 7 στου Μπόχαλη, μερικοί με 8 πανιά.

Συνεχίζει και τελειώνει με ένα δικό του σατιρικό ποίημα, στο οποίο οι Άγγλοι προσπαθούν να αποφασίσουν ποιο κρασί είναι καλύτερο, η Μαλτέζικη “Syracoosa” ή η Ζακυνθινή “Rubella”. Χαμένοι τελικά βγαίνουν οι ίδιοι αφού αποδεκατίζονται στην άνιση αναμέτρηση. Πολλοί εξόκειλαν, άλλοι προσπάθησαν να διαφύγουν αλλά δεν μπορούσαν να σταθούν στα πόδια τους, άλλοι πάλι δεν μπορούσαν να βγουν στη στεριά αφού είχαν μπερδέψει τα πόδια με το κεφάλι τους.

Όσοι προσπαθούσαν να αγωνιστούν έπεφταν ανάσκελα στην άμμο μόλις σήκωναν τα χέρια τους και σε αυτούς που κατάφερναν να σταθούν όρθιοι η τύφλα δεν επέτρεπε να ξεχωρίσουν φίλους και αντιπάλους. Μερικούς τους κουβάλησαν οι σύντροφοι τους στις κουκέτες τους σε άθλια κατάσταση, με πόνους και εμετούς. Αγριοφωνάρες, βρισιές, παραληρήματα, ή πλήρης αναισθησία και κατουρημένα βρακιά. Οι συνέπειες δεν σταματούσαν εκεί. Κάποιοι εγκαταλείπονταν στην ξηρά, άλλοι αλυσοδένονταν, και μερικοί κατάληγαν δεμένοι στο κατάρτι, με την πλάτη γυμνωμένη, βορά της “γάτας με τις εννιά ουρές”. Άνιση η μάχη, πραγματικά!
 
 
"A relation of some Passages happening when we were at Zante; where we tried which wine was the best; viz. of that which we had at Malta or that which we found then at Zante. Composed September 28 [1675]:

I. Two great commanders at this place fell out,
A Malta gallant and a Grecian stout;
True Trojans both, equal for birth and valour,
Small difference in habit or in colour;
Ambitious only which should have the honour
To fight the Turks under the English banner.

II. Brave Syracusa, Malta's warlike knight,
Displays his bloody flag much like a wight
Of peerless courage (drawing forth his forces,
Whose Colours were red, both foot and horses).
Thus Hector once, that noble son of Priam
Dared out the Grecian lads, only to try 'um.

III. Rubola, hold as ere was Alexander,
At this place was the merry Greeks' commander;
Like a stout champion and a man of might
Set up his standard, which was red and white.
Thus Ajax with Ulysses had a fray
Which would Achilles' armour bear away

IV. Whilst these two combatants with large pretences
Do praise, and boast, and brag their excellences,
Our English squadron, being much in wrath,
Vowed by St George to be revenged on both.
Thus Jove enraged, with thunder-bolts controlled
The daring giants, 'cause they were so bold.

V. Th'
Assistance, Dragon, Dartmouth, all consent
As firm as by an Act of Parliament;
And quickly too, because they were no starters,
Surprised Syracusa in his quarters;
Whilst suddenly our gentry on the shore
Spared not to turn Rubola o'er and o'er.

VI. But two to one is odds, and so we found,
For many of our men were run aground:
Some would have stole away, but could not stand;
Some were aboard, and could not get to land;
Some lost their feeling, and ('twas strange to see't)
they went as well upon their heads as feet.

VII. Some would have fought, but, lifting up their hands
Scarce to their heads, fell backwards on the sands;
One lost his hearing; another could not see
Which was his friend or which his enemy
And, having lost their senses which they had,
they whooped and holloa'd as they had been mad.

VIII. Some by their friends were carried to their hammocks,
And bed-rid lay, with pains in sides and stomachs;
With fiery faces, and with aching brain,
Their hands all dirt, their pulses beat amain;
Which when the doctor did but touch would spue
Good Syracusa and Rubola too.

IX. Some talk, and swear like men in frantic fits,
Whose vain discourse did much outrun their wits;
Some were stroke dumb, not able to afford
Their minds or meanings by a sign or word;
Some, loth to speak, made signs, whose silent speeches
Shewed the disease was sunk into their breeches.

X. Some so outrageous that the corporal
Was forced to cloister them in bilboes-hall;
Some, seized to the mainmast, do their backs expose
To th' nine-tailed cat or cherriliccum's blows;
Some ready to be ducked, some left ashore,
And many mischiefs I could tell you more.

XI. The strangeness of their weapons, and their number,
Caused us to lose a day, the field the plunder:
The English used to fight with swords and guns,
But here they met with barrels, butts and tuns.
Boast now no more: you see what odds will do;
Hector himself would never fight with two."
 

 
Η φτωχική εκκλησία του Henry Teonge. Η σχετική ένδεια τον ανάγκασε να μπαρκάρει δύο φορές.
 

---------------------------------------------------------------------- 
1)  The Journal of Henry Teonge, Chaplain on Board H.M.'s Ships Assistance, Bristol, and Royal Oak, 1675 - 1679, επιμέλεια G. E. Manwaring, Λονδίνο 1825.
 
 
 

 

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

Ζακυθινή πάρλα


 Με πρόχειρο γλωσσάριο


Ναός αποπάνου από λιόφτα στη Ζάκυθο στα χίλια οχτακόσια τόσο ... Ετούτος ο Φραντσέζος πιττόρος ετήραε πολύ μακρία, και ομπρός και οπίσω.

 
Το μαντάτο από τη Ζάκυθο εμαθεύτηκε σε ούλο το Ρωμαίικο από εφημερίδες και κανάλια: στον Αλυκανά ευρέθηκε κάτου από τη θάλασσα χτίριο αντίκο, τριάντα στρέμματα και παραπάνου, και ευτούνα είναι μοναχά όσα φαίνουνται. Τι χτίριο λέμε, τόσα αξινάρια τόπος είναι χώρα με τα ούλα τση!

Την εύρηκε τον περασμένο Άγουστο ένας Παύλος Βούτος – μπράβο Παύλο συνονόματε – εκεί που έκανε βουτίες, μες στα μπάμπαλα. Ε, Βούτο τονε λένε, βουτίες έκανε ... άμα έκανε σάρτους θα τονε λέγανε Σαρτόρο. Το κάζο όμως δεν εγίνηκε από τσι βουτίες του Βούτου, είχανε βουτήσει και άλλοι εκεί, εγώ λέω πως εγίνηκε επειδής ο Παυλάκης είναι άρχοντας βέρος και ήξερε ποίο είναι το νιτερέσο το δικό του και του τόπου του. Αντίς να τα κουτουπώσει, να βγάλει το σκασμό και να γένει μπουχός, επήγε και έδωκε ένα σιντί με φωτογραφίες στην αρχαιολογική υπερεσία – 20η Εφορεία Αρχαιοτήτων την ελέγανε μία βολά, τώρα δε ηξέρω, τση ’χουνε αλλάξει τον αδόξαστο.

Άκουσα πως ήτουνα πολλά χρόνια ξενιτεμένος ο καψερός ο Βούτος, και θα ’λεγε πως εσιάξανε την Ελλάδα μία μπουκουλούλα και δεν είναι ακόμα μποτέγα του Πόρτου. Δελέγκου το σιντί το στείλανε στη μαύρη τρούπα που τηνε λένε Αθήνα, να το ιδούνε οι αρχαιολόγοι που έχουνε σπεργέντσα στα αρχαία του πάτου τση θάλασσας. Ευτούνοι βρέσκουνε ένα μαντείο με μαρμαρένιες στάτουες τη βδομάδα και γι αυτούνο έχουνε, λέει, ‘φόρτο εργασίας’, πάει να πει είναι φορτωμένοι σαν τα βασταγούρια από το πρωί ίσιαμε το βράδυ, και δεν σώνουνε να κάτσουνε χάμου μισό λεφτό να πατήσουνε δύο κομπία στον υπολογιστή, έτσι από περιέργεια. Έκατσε απιθωμένο το σιντί σ’ ένα σουρτάρι, αν δεν το πετάξανε κιόλας, κι επερίμενε τη Δευτέρα Παρουσία. Δεν τα παραλέω. Α δεν κάνω λάθο το πηγάδι του Παράσχη, κοντά στον Αλυκανά, ασπετάρει τσου αρχαιολόγους εδώ και εκατόν είκοσι χρόνους!!!

Έκαμε ο Άγιος κι εσουσούριζε εκεί χάμου η Μαρία Σιδηροκαστρίτη, που είχε ακουσμένο κάτιντις για αρχαία, έμαθε και για τσι φωτογραφίες, και το μολόησε η βλοημένη στον Άκη το Λαδικό, οπού είναι μπαλλοταρισμένος σύντικος τση κουλτούρας. Κουνάδι ο Άκης, εκουτούπωσε κάτι αρχαιολόγους που είχανε έρθει στο Κερί για να μην εύρουνε τίποτσι – ναίσκε καλά είπα, δουλειά τσου ήτουνα να μην εύρουνε αρχαία για να γένει το λιμανάκι στη Λίμνο – και τσου ’φερε άρον-άρον στον Αλυκανά. Θέρτε τσου καλόπιασε, θέρτε τσου φοβέρισε, μία βολά εβουτήσανε κι εκοντέψανε να πνιγούνε – εμείνανε με το στόμα ανοιχτό και τσου φύγανε οι αναπνευστήρες! Θα ματάρθουνε τον Τρυγητή μα στον πάτο τση κασέλας του Μανίφικου Κονσέγιου τση Κομμουνιτάς του Τζάντε δεν έχει μείνει μήτε γαζέτα, και σιγά μη δώσει πεντάρα τρούπια το γκουβέρνο. Ούλο το καλοκαίρι ο Λαδικός θα διακονεύει από το χάραμα στα σκαλούνια του Αγίου.

Λίγο προτού βγάλουνε προκλάμο οι αρχαιολόγοι, επρόκαμε ένας Ζακυθινός, παλαιός συμμαθητής μου, και το εντελάλησε από το ηλεχτρονικό του τζορνάλε. Δε σας λέω ποίος είναι, να μη μου πούνε πως τονε ρεκλαμάρω, αλλά είναι παπάς και ποέτας από το Μπανάτο , είχε πάει τσι προάλλες στην Κίνα κουστουμαρισμένος, και όποιος εκατάλαβε εκατάλαβε. Ήτουνα ντεσπεράδοι να σκάσουνε κάτι ντόπιοι δημοσιογράφοι που τσου πήρε τα πρωτεία, το ηξέραμε κι εμείς, είπανε, αλλά δεν εγράψαμε τίτοτες για να μην κλεφτούνε τα ηυρέματα, και πως τάχατες έκαμε άσκημα ο παπάς που το μολόησε.

Για να πούμε και του στραβού το δίκιο ακόμα και η κυρά Αγγέλικα, οπού κάθεται στη Χώρα, ήξερε πως στον Αλυκανά, εκεί κοντά που είχε γκαρσονιέρες η συχωρεμένη η κουμπάρα τση, εβγάνανε βεντέμα αρχαία από το πέλαο, κακό χρόν’ να ’χουνε, εδώ και καμία εικοσιπενταρία χρόνια, και μην τα είδατε. Εθαραπαήκαμε, βεραμέντε, που δεν εμίληε κανένας τόσον καιρό. Ακόμα και τα ηυρέματα από το ναυάγιο στη ρότα του Τζάντε, πάει να πει παραόξω από το Πόρτο, με τη βούλα του γκουβέρνου μοναχά στην Πύλο τα βλέπεις. Από ντελάληδες έχουμε χρεία μου φαίνεται και ο ντόρος είναι συφερτικός!  

Καλά που αρχίνησε η σπέκουλα και παίζουμε την κολοκυθία. Το Δουλίχιο είναι, λέει ο ένας, όχι η Αρκαδία, λέει ο άλλος. Ε, να πετάξω και γω την παρόλα μου, κουβέντα να γένεται. Αν είναι το Δουλίχιο θα ’φτανε ίσιαμε τσου Κουρτσουλάρους. Θα  εκαβαλίκευες στο Μέσο Γερακαρίο, ντρίττα θα ’ξενες τη Σκάλα τση Κεφαλονιάς και θα εξεκαβαλίκευες ομπρός στον Αστακό! Ο Όμηρος ήτουνα στραβός, γιαμά δεν πιστεύω να ήτουνα και σμπαρλάδος. Εδεκεί, κοντά στσου Κουρτσουλάρους, ήλεγε πως ήτουνα το Δουλίχιο.

Και γιατί να μην είναι η Αρκαδία, λένε οι άλλοι, οπού ήτουνα χώρα τση Ζάκυθος, είναι σίγουρο, και ήτουνα και απάνου στο γιαλό. Ναι απάνου, αμολάω και γω τη σεμπιάδα μου, αλλά ετούτη εδώ είναι αποκάτου. Και ποία θες εσύ να είναι; Να είναι η ... Ατλαντίδα! Η Ατλαντίδα ωρέ βουρλισμένε, θα μου πούνε, ήτουνα στον Ατλαντικό, κοντά στσι Κολώνες του Ηρακλή. Μπα, μην είναι και η Σαντορίνη στον Ατλαντικό και δεν το ’ξερα; Τόσοι αθρώποι δε λένε πως η Σαντορίνη είναι η Ατλαντίδα; Ποία είναι κοντύτερα στσι Κολόνες του Ηρακλή; Η Ζάκυθος ή η Σαντορίνη; Ποία είναι κατά τον πουνέντε τση Αθήνας και ποία κατά το σιρόκο; Μη δεν είχαμε πιασμένο και πόστο κοντά στσι Κολόνες, μες στη Σπάνια, τη Ζάκανθα; Δεν εστεκότουνα γύρευε πόσον καιρό εδεκεί, και με ούλη τη φαμόζα ντιφέζα που έκαμε την εξεστύλιωσε και την ερήμαξε εκειό το θρασίμι, ο Μώρος ο Καταχθόνιος από το Τούνεζι, ο Αννίβας;

Τώρα που εκάμαμε σεμπρία και με τον Πλάτωνα, πάμε παρακάτου γιατί έχουμε κι άλλα να πούμε. Οι δημοσιογράφοι, μέσα στη φούρκα και τη φούργια τσου μη σώσει και τσου προκάμει πάλε ο παπάς, αλησμονήσανε τσου κλέφτες. Εμπουμπλικάρανε πως οι Ολλαντέζοι αρχαιολόγοι, οπού έχουνε σβαρνίσει ούλες τσι μερίες τση όστριας, εβρήκανε στη Λιθακιά ένα χωρίο ή χώρα από τον καιρό του πολέμου τση Τροίας.

Τόμου είναι μπουμπλικαρισμένο το μαντάτο είμαστε λίμπεροι να το κουβεντιάσουμε, και ακούτε τι μου επέρασε από το νου. Tο Λιθακιά είναι σέκολο, από τα πίλιο παλαιά ονόματα στη Ζάκυθο, από προτού έρθει σ’ ετούτη την ίζολα η Βενετσιάνικη Σινιορία. Στα 1488 μαρτυριέται χωρίο ‘Ληθακιά’ και εκείθενες παρανόμι Φουρνογεράκης. Πόσο παλαιό είναι όμως; Από τον καιρό του Φράγκωνε ή του Οδυσσέα; Γιαμά πως γένεται άμα βγάλεις το πρώτο και το τελευταίο γράμμα σου μένει Ιθάκη; Οι Φραντσέζοι όταν μιλούνε για την Ιθάκη δε λένε LIthaque και οι Ταλιάνοι LItaca; Οι Ταλιάνοι δεν εκουμαντάρανε το Τζάντε μας από τα 1185; Την ίδια τη Ζάκυθο δεν την ελέγανε καμπόσοι Le Zante, Lesante, ακόμα και Alzante; Εσείς, στο φινάλε, ξέρτε άλλονε τόπο στον κόσμο οπού το όνομα του να είναι φτυστό τση Ιθάκης εξόν από τη Λιθακιά; Μην εγκαινιαστήκαμε κι εμείς Ιθάκη σα τσου βέρους Θιακούς;

Θα μου πείτε οι βέροι Θιακοί είχανε αντενάτους τσου Ιθακήσιους του Οδυσσέα; Όσκε, το Θιάκι ήτουνα παντέρμο στα 1500 αλλά ευτούνο είναι αλλουνού παπά βαγγέλιο. Εγώ ρωτάω πόσες Ιθάκες είχανε τα νησία μας στσου πολύ παλαιούς καιρούς. Και μη μου πείτε πως δε γένεται να είχε δύο χώρες με το ίδιο όνομα στο ρένιο του ο Δυσσέας. Ευτούνα είναι παραμύθια, οι ποεζίες του Όμηρου δεν λένε πούπετα πως ο Δυσσέας ήτουνα ρήγας στη Ζάκυθο και στην Κεφαλονιά. Καπετάνιο τον εβάλανε μοναχά, ευτούνοι οπού εκάμανε μπούρδο να κουρσέψουνε την Τροία. Ένα νησάκι εκουμαντάριζε, γιομάτο μαρόκους και ασφαλαχτούς, μοναχά για γίδες και γουρούνια έκανε. Οπού επήγε το παιδί του, ο Τηλέμαχος, στο Μενέλαο τση Σπάρτης, έτριβε τα μάτια του άμα επέρασε τη μπασία. Τέτοιο παλάτσο δεν είχε ιδεί μήτε στον ύπνο του. Και που του έκαμε ο Μενέλαος ρεγάλο κάτι άλογα του τα γύρισε οπίσω, δεν είχε μήτε ένα ίσιωμα στην Ιθάκη να τα βάλει. Τα βόιδα του ο Δυσσέας τα ’χε δομένα σε κάτι σέμπρους του αλλού.

Ευτό που δε νογάω είναι γιατί εκατέβηκε ο τόνος στη λήγουσα άμα τη Λιθακιά την ελέγανε, που λέει ο λόγος, Ιθακία ή Ιθάκεια, τόμου εμείς τσου τόνους δεν τσου κατεβάζουμε. Έχουμε καζάλε Κουκουναρία, όσκε Κουκουναριά. Λέμε γρήα, όχι γριά και Παναγία, όχι Παναγιά. Βέβαια μπορεί οι παλαιοί να τσου κατεβάζανε, και για τούτο να ’χουμε Μαριές και Ορθονιές. Ή μπορεί πάλε να λεγότουνα Ιθακιάς. Πούθε όμως να εβαφτίστηκε έτσι; Μην εσταθήκανε Ιθακήσιοι στο Λαγανά κι απαρθενέψανε τον τόπο;

Ο μάντης ο Τειρεσίας είχε ’πωμένο του Οδυσσέα, άμα ξεπαστρέψει τσου αρραβωνιαστικούς, να μισέψει πάλε σε χώρα που δεν ξέρει θάλασσα, να κάμει εκεί ξόρκια στον Ποσειδώνα και να ματαπάει σπίτι του. Υστερότερα δε μας είπε ο Όμηρος τι απογίνηκε ο Δυσσέας αλλά άμα έκαμε ευτό που του ’πε ο Τειρεσίας θα ’χε καλά γεράματα και θάνατο καλό, όξω από τη θάλασσα. Λένε πολλοί, αντάμα κι ο Θεόπομπος, πως ο Δυσσέας ετέλεψε ανάμεσα στσου Ετρούσκους. Άλλοι πάλε πως σ’ ευτουνώνε τη χώρα εκηδεύτηκε. Ευτούνοι οι Ετρούσκοι δεν ήτουνα Ταλιάνοι φυσικοί, τουρκομερίτες ήτουνα, από τη Μικρασία, το λέει κι ο Ηρόδοτος. Τα ίδια κρένουνε και οι ντοτόροι, από κόκκαλα που εβγάλανε από παλαιά μνήματα. Επήρανε και αίμα από τα βόιδα τση Τοσκάνας και είδανε πως είναι ράτσα του Λεβάντε κι όχι σαν τα άλλα ένα γύρο. Τέτοιοι Ετρούσκοι εκαθόντουνα και στη Λήμνο, απέναντι από την Τροία, Ρωμαίικα δεν ήξερε κανείς τσους, ο Μιλτιάδης με τσου Αθηναίους τσου τα μάθανε.

Και στη Ζάκυθο λέτε πως ήτουνα αλλιώς; Εκειός ο Ζάκυθος, ή μην τον ελέγανε Διατσέντο, που τηνε πρωτόχτισε και τση ‘δωσε τ’ όνομα του, δεν ήτουνα παιδί του Ντάρντανου, του ρήγα τση Τροίας; Κι ο Ηλιόδωρος, σε κειό το ρομάντσο οπού έγραψε, τα Αιθιοπικά, δεν έβγαλε το Ζακυθινό ψαρά – εκειόνε οπού θα ’πλεε στην Ιθάκη να κάμει ξόρκια του Οδυσσέα για να ξεβασκαθούνε οι ιναμοράδοι – Τυρρηνό; Τυρρηνός δεν πάει να πει Ετρούσκος; Δεν εδιάλεε τα ονόματα κουτουρού ο Ηλιόδωρος: το όνομα του αλλουνού Ζακυθινού, οπού ήτουνα παλιόπραμα και ληστοπειρατής, ήτουνα Τραχύνους – Αγριάθρωπος το λέω εγώ. Δεν είχε χρεία ο Δυσσέας να πάει ίσιαμε την Τοσκάνα για να ’βρει Ετρούσκους. Φαίνεται πως είχε τέτοιους εδωπαέ, δίπλα του. Δε λέω πως ήτουνα ούλοι οι Ζακυθινοί Ετρούσκοι ετότενες, οι Ζακυθινοί αρραβωνιαστικοί είχανε ονόματα ρωμαίικα, αλλά ποίος ξέρει πόσα ρηγάτα είχε το νησί και τι λίνγκουες εμίληανε. Κι άμα εσιχάθηκε ο Δυσσέας τη φαωμάρα και τσι έχθρητες στη συφοριασμένη την Ιθάκη, που καλύτερα από τη Λιθακιά;

Είναι ακόμα αμπονόρα να βγάλουμε κρίση για το τι εγίνηκε και τι είναι το κάθε πράμα. Είναι όμως καλοκαίρι και το πέλαο είναι σκούρο και χωρίς θολούρα, σαν το καλό κοκκινέλι – ίδιο μ’ ετότενες, που τα παλληκάρια ερρίχνανε στο γιαλό τα καράβια με τσι κόκκινες πλώρες και εκινάανε να κοντράρουνε θεούς και διαόλους. Είναι καλή ώρα να συλλοΐζεσαι τέτοια πράματα.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ

Αμπονόρα: νωρίς

Αντενάτος: πρόγονος

Αντίκος: αρχαίος

Αξινάρι: μονάδα μέτρησης εδάφους, όσο μπορούσε να σκάψει ένας εργάτης σε μία μέρα.

Απαρθενεύω: αποκτώ, κάνω δικό μου.

Ασπετάρω: περιμένω

Βασταγούρι: γάιδαρος

Βεντέμα: σοδειά, μεγάλη ποσότητα

Βεραμέντε: στ’ αλήθεια

Βέρος: πραγματικός

Βολά: φορά

Γαζέτα: Βενετικό νόμισμα μικρής αξίας.

Γιαμά: έπειτα, λοιπόν

Γκαινιάζουμαι: αποκτώ

Δελέγκου: αμέσως

Θαραπεύουμαι: μου κάνει καλό, το ευχαριστιέμαι.

Θέρτε: θέλετε

Ίζολα: νησί

Ιναμοράδος: ερωτευμένος

Καζάλε: συνοικισμός

Κάζο: εξαιρετικό ή απροσδόκητο γεγονός

Κουνάδι: κουνάβι

Κουρτσουλάροι: οι Εχινάδες νήσοι

Κουτουπώνω: αρπάζω με τη βία, κάνω χρήση βίας.

Λίμπερος: ελεύθερος

Λίνγκουα: γλώσσα

Μανίφικο Κονσέγιο τση Κομμουνιτάς: Μεγαλοπρεπές Συμβούλιο της Κοινότητας

Μαρόκος: βράχος, μεγάλη πέτρα.

Μπαλλοταρισμένος: εκλεγμένος δια ψήφου.

Μπάμπαλα: φύκια

Μπασία: είσοδος

Μποτέγα: καφενείο

Μπουκουλούλα: μικρή μπουκιά, λιγάκι.

Μπουμπλικάρω: δημοσιεύω

Μπούρδο: έφοδος

Μπουχός: σκόνη

Νιτερέσο: συμφέρον

Νογάω: κατανοώ

Ντεσπεράδος: απεγνωσμένος

Ντιφέζα: άμυνα

Ντοτόρος: γιατρός

Ντρίττα: ευθεία

Πάρλα: φλυαρία

Παρόλα: ευφυολόγημα

Πιττόρος: ζωγράφος

Πούπετα: τίποτα

Προκλάμο: ανακοίνωση

Ρεγάλο: δώρο

Ρένιο: βασίλειο

Σάρτος: πήδημα

Σέκολο: πολύ παλιό, αιώνων.

Σεμπιάδα: ανοησία

Σεμπρία: συνεταιρισμός, συναλλαγή

Σέμπρος: δουλοπάροικος, αγρολήπτης

Σμπαρλάδος: τρελλός

Σπεργέντσα: πείρα

Στάτουα: άγαλμα

Τζορνάλε: περιοδικό, εφημερίδα

Τόμου: αφού

Φαμόζα: φημισμένη
Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .