Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Κρύο Νερό


Το Κρυονέρι, ή Κρύο Νερό, η βορεινή ‘πόντα’ του όρμου που ξανοίγεται αριστερά και δεξιά του Πόρτου, είναι τοποθεσία από τις γνωστότερες της Ζακύνθου και μαρτυρείται, σύμφωνα με το Λεωνίδα Ζώη, από το 1515. Εκεί, στο χαμήλωμα του γκρεμού, που πιστεύεται πως είναι ο Κόκκινος Βράχος του μυθιστορήματος ‘Φωτεινή Σάντρη’ του Ξενόπουλου, ανάβλυζε δίπλα στη θάλασσα, ποιός ξέρει από πότε, πλούσια πηγή πόσιμου νερού.

Αυτή η ευλογημένη πηγή ξεδίψαγε το λιμάνι της Ζακύνθου, και αμέτρητα περαστικά καράβια, για αιώνες ολόκληρους. Στις αρχές του 19ου αιώνα η πόλη της Ζακύνθου διέθετε πολύ περισσότερα από χίλια πηγάδια, μαζί με δεκάδες δεξαμενές και τρεις πηγές, αλλά το νερό τους περιείχε τόσα άλατα που δεν έκανε ούτε για μαγέρεμα. Μοναδική διέξοδος η πηγή το Κρύου Νερού – και δεν άφησε ποτέ τους Ζακυνθινούς διψασμένους. Γι αυτό σημειώνεται σε πολλούς παλιούς χάρτες και αναφέρεται συχνά από τους ξένους επισκέπτες του νησιού, συνήθως επώνυμα – Kryo Nero. Για να πούμε την αλήθεια δεν το θυμόντουσαν πάντα καλά το όνομα – κάποιος κόντεψε να το μετατρέψει σε Rio Negro, ας όψεται όμως η Ιταλική προφορά της λέξης. Πριν από μερικές δεκαετίες το στόμιο της πηγής καταπλακώθηκε και βούλωσε αλλά εμάς ποσώς μας ενδιαφέρει που βγαίνει το νερό, προτιμάμε το εμφιαλωμένο. Και στο κάτω-κάτω τι θέλετε; Να αφήσουμε να διψάσουνε τα ... ψάρια;

Στον παραπάνω πίνακα φαίνεται το Βενετσιάνικο κτίσμα που στέγαζε τις βρύσες του Κρύου Νερού, και που ευτυχώς τα τελευταία χρόνια αναδύθηκε από τα χώματα, τα μπάζα και το ... εστιατόριο που το είχαν σκεπάσει. Για τον πίνακα αυτόν (ελαιογραφία;) δεν γνωρίζουμε δυστυχώς τίποτα. Τον ανακάλυψε πριν μερικά χρόνια η Μαρία Σιδηροκαστρίτη - Κοντονή και τον φωτογράφισε με άδεια του ιδιοκτήτη. Είχε την έμπνευση και την καλoσύνη να προτείνει την ανάρτηση του εδώ*, έχοντας προσέξει πως στη ‘μποτέγα’ μας συχνάζουν αυτοεξυπηρετούμενοι θαμώνες με γνώσεις και ‘βουρλισία’ για την παλιά Ζάκυθο – για να αναφερθώ μόνο στα προφανή σας και γενικευμένα προτερήματα – που ίσως μπορούν να συνεισφέρουν, κατ’ ελάχιστο, στην προσεγγιστική χρονολόγηση του.

Μερικές λεπτομέρειες που ίσως περικλείουν χρήσιμες ενδείξεις.





Σαν έκφραση προκαταβολικών ευχαριστιών η Παναγία η Κρυονερίτισσα, που στις αρχές του 17ου αιώνα ανήκε στη συντεχνία των βαρελάδων, και ο φάρος που κατασκευάστηκε το 1832.




Ενημέρωση 23/05/12

Θα διακινδυνέψω μια γνώμη. Η κορυφή του καμπαναριού που φαίνεται λίγο πάνω από τη βρύση στην τελευταία λεπτομέρεια νομίζω ότι είναι της Αγίας Τριάδας. Μοιάζει πολύ με την αναπαράσταση του καμπαναριού σε αυτό το σχέδιο του Edward Lear.



Με βάση αυτό λέω πως  ο πίνακας φτιάχτηκε μετά το 1851, χρονιά που περατώθηκε το καμπαναριό της Αγίας Τριάδας. Κοιτάζοντας όμως τα ρούχα των εικονιζόμενων δεν πρέπει να φτιάχτηκε πολύ αργότερα. Θα έλεγα γύρω στο 1860.


Ενημέρωση 30/05/12


Μια φωτογραφία του Κρύου Νερού μετά το μεγάλο σεισμό του '53, με το υδραγωγείο σκεπασμένο από την κατολίσθηση μέρους του Κόκκινου Βράχου. Από το καταπληκτικό αρχείο του Ανδρέα Στ.




-------------------------------------------------------------------  
* Η φωτογραφία του πίνακα είχε πρωτοδημοσιευτεί στον Ίσκιο του Ήσκιου του π. Π. Καποδίστρια στις 26 Απριλίου 2009.

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Ψάρεμα στον ουρανό


Η Ζάκυνθος από το Κρυονέρι, υδατογραφία του 1852

Την οξύνοια των Ζακυνθινών δεν νομίζω να την έχει ποτέ αμφισβητήσει κανείς στα σοβαρά. Εκδηλώνεται ποικιλότροπα σε κάθε σχεδόν ξεδίπλωμα της νησιώτικης καθημερινότητας. Την κολλάμε καλοδιάθετα στα μούτρα του κάθε επισκέπτη, έτσι που να μην αφήνουμε περιθώρια για αμφιβολίες. Το κακό είναι πως αυτό το, όχι ευκαταφρόνητο, άθροισμα ευστροφίας σπάνια έχει ευεργετικά αποτελέσματα για το κοινωνικό σύνολο. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει, η φαιά ουσία των Ζακυνθινών τις περισσότερες φορές αναλώνεται ατομικιστικά ενάντια στο κοινό καλό. Ένας περαστικός όμως δεν προλαβαίνει να το αντιληφθεί – μένει στις πρώτες εντυπώσεις.

Κάποιοι περιηγητές εντυπωσιάστηκαν από την ευρηματικότητα των Ζακυνθινών και έγραψαν για τους Αγαλιώτες, που καταρριχόμενοι με σχοινιά στους απότομους γκρεμούς κυνηγούσαν φώκιες στις θαλασσινές σπηλιές, ή για τον τρόπο που οι Χωραΐτες προσέλκυαν τους κεφάλους πριν ρίξουν το πεζόβολο. Εντυπωσιακότερη όλων, η ενασχόληση των πιτσιρίκων της Χώρας – έπιαναν πουλιά στον αέρα! Όχι ότι να ’ναι – μοναχά σβέλτους σαλτιμπάγκους τ’ ουρανού. Σε ένα Βρετανικό ταξιδιωτικό οδηγό του 19ου αιώνα διαβάζουμε (1):

Μια παράξενη διασκέδαση μπορεί να παρατηρήσει κανείς στη Ζάκυνθο, συγκεκριμένα, ψάρεμα χελιδονιών. Στις στέγες των σπιτιών και σε καμπαναριά στήνονται καλάμια με μακριά νήματα (πετονιές) και μύγες να ανεμίζουν. Το χελιδόνι αρπάζει τη μύγα και πιάνεται με το αγκίστρι.

Σε μια Βρετανική εγκυκλοπαίδεια, 31 χρόνια νωρίτερα, η πληροφορία είναι κάπως διαφορετική (2). Δεν επρόκειτο για χελιδόνια αλλά για πετροχελίδονα, και το δόλωμα δεν ήταν μύγα αλλά ένα πουπουλάκι. Το πετροχελίδονο, αν και μεγαλύτερο, μοιάζει με το χελιδόνι. Στην  πραγματικότητα όμως δεν συγγενεύουν καθόλου. Το μεταναστευτικό αυτό πουλί, γνωστό στους ορνιθολόγους με το όνομα Apus (Άπους) λόγω των πολύ μικρών του ποδιών, δεν ακουμπάει ποτέ στο έδαφος και περνάει τις περισσότερες ώρες της ημέρας στoυς αιθέρες. Ακόμα και νερό πίνει πετώντας. Αυτό που εκμεταλλεύονταν οι Ζακυνθινοί ήταν ότι εστιάζει σε οποιοδήποτε πετούμενο μικρού μεγέθους, λογικά κάποιο έντομο, και με πτήση εντυπωσιακή το χάφτει χωρίς δισταγμό.

Πετροχελίδονο

Για πετροχελίδονα και πούπουλο στο αγκίστρι μιλάει και μια ζωολογική εγκυκλοπαίδεια της εποχής (3). Η αναφορά της πηγής της πληροφορίας μας δίνει να καταλάβουμε πως αυτή η ασχολία ήταν ακόμα παλιότερη, μας πηγαίνει στα μέσα του 18ου αιώνα το αργότερο. Ο πασίγνωστος την εποχή του Γάλλος φυσιοδίφης Georges Louis Leclerc, κόμης του Buffon (1707 -1788) είχε γράψει (4):

Στο νησί της Ζακύνθου τα παιδιά τα πιάνουν (τα πετροχελίδονα) με πετονιά – τις βάζουν στα παράθυρα ενός ψηλού πύργου και κάνουν τη δουλειά μόνες τους, με μοναδικό δόλωμα ένα πούπουλο, που τα πουλιά αυτά θέλουν να πάρουν για να στρώσουν τη φωλιά τους – με αυτό τον τρόπο ένα μόνο άτομο μπορεί να πιάσει πέντε με έξι ντουζίνες την ημέρα.

Δεν ξέρω αν από αυτό το, όχι πολύ ωφέλιμο για το περιβάλλον, εναέριο ψάρεμα βγήκε η παροιμία ‘το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται’. Ξέρω όμως ότι η φράση θα ταιριάζει πολύ σε κάποιους ανοιχτομάτηδες και αετονύχηδες Ζακυνθινούς όταν έρθει η σειρά τους. Γιατί μπορεί να θέλουν να κοιμούνται στα πούπουλα αλλά το παρακάνανε με τις ‘αρπαχτές’ ...

------------------------------------------------------------------------------  

(1)  A hand-book for travellers in the Ionian Islands, Greece, Turkey, Asia Minor, and Constantinople, Λονδίνο 1840, σ.13.

(2)  The British Encyclopedia or Dictionary of Arts and Sciences του William Nicholson, Λονδίνο 1809, τόμος 3ος, λήμμα Hirundo.

(3)  General Zoology του James Francis Stephens, Λονδίνο 1817, τόμος 10ος, μέρος 1ο, σ. 73.

(4)  Histoire Naturelle, τόμος 13ος, σ. 134.

Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Μια περιγραφή Ζακυνθινών Στρατιωτών στην εκπνοή του 16ου αιώνα


Ο Johannes Cotovicus ήταν νομικός, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Ουτρέχτης. Το πραγματικό του όνομα ήταν Johann van Kootwyck, ή κάπως έτσι, γιατί δύσκολα βρίσκει κανείς δύο πηγές που να τον αναφέρουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Πέρασε από τη Ζάκυνθο το 1598, ταξιδεύοντας για τους Αγίους Τόπους και μας άφησε μια ενδιαφέρουσα περιγραφή της σχεδόν μόνιμης κατάστασης συναγερμού στην οποία βρισκόταν το νησί. Στο βιβλίο του, που δεν εκδόθηκε παρά το 1619 – μια δεκαετία πριν το θάνατο του – αναφέρει τα ακόλουθα (1).

Εκτός από τους στρατιώτες της φρουράς, οι οποίοι φυλάνε συνέχεια την πόλη, υπάρχει και το σώμα των ένοπλων ιππέων ή ελαφρών πεζών, οι οποίοι αποκαλούνται χυδαϊστί Stradioti. Αυτοί έχουν σταλεί στις ακτές από τη Βενετική Γερουσία για προστασία από τις συχνές πειρατικές επιδρομές, και πληρώνονται από το δημόσιο. Είναι οι καλύτεροι πολεμιστές, και ρέεπουν προς την αρπακτικότητα, χρησιμοποιούν μια ασπίδα σε μορφή πέλτης, και το κυρτό ξίφος, που λέγεται scimitar (2), και ένα μακρύ κοντάρι – φοράνε θώρακα μεταξωτό. Τα άλογα τους είναι πολύ γρήγορα, και με αυτά πέφτουν πάνω στους εχθρούς εκτελώντας αθρόες επιδρομές και λεηλασίες. Έχουν ένα αρχηγό, ή διοικητή, που τον αποκαλούν Gubernator (3), στον οποίο υπακούν όλοι. Υπηρετούν μέρα-νύχτα κυρίως το καλοκαίρι, επιτηρώντας συνεχώς με βάρδιες τις παραλίες για επιδρομές εναντίον του νησιού, κρατώντας το ασφαλές. Όταν δουν πειρατικές τριήρεις (4) να πλησιάζουν την παραλία, με ένα σημάδι σε μια κορυφή, ή μία φωτιά, ή καπνό, ανάλογα με τις συνθήκες, καλούν στα όπλα γείτονες, συναδέλφους στρατιώτες, νησιώτες, ειδοποιώντας τους να είναι έτοιμοι να αποκρούσουν τον εχθρό. Έτσι, σε ελάχιστο χρόνο, ολόκληρο το νησί γνωρίζει που να προστρέξουν και τι να πράξουν. Το χειμώνα, με τις αλλεπάλληλες καταιγίδες, οι πειρατές δεν μπορούν να αρμενίζουν στη θάλασσα με την παραμικρή ασφάλεια, και έτσι, αφού ο κίνδυνος για τους νησιώτες μειώνεται, οι περισσότερες βάρδιες σταματούν. Μένουν (οι Στρατιώτες) στα προάστια, ενώ αντίθετα το καλοκαίρι στους δρόμους και στα χωριά που είναι σκορπισμένα κοντά στις παραλίες.
Σπάθη Στρατιώτη, δώρο στο βασιλιά της Ισπανίας το 1603.

Όπως αναφέρει ο Λεωνίδας Ζώης, ο Προβλεπτής Ζακύνθου Marco Barbarigo είχε προσπαθήσει με μια διαταγή του το 1555 να κάνει τους Στρατιώτες της Ζακύνθου να μοιάζουν με τακτικό στρατό, επιβάλλοντας κάποιου είδους ‘στολή’ (5). Είναι όμως φανερό πως πάνω από σαράντα χρόνια αργότερα οι Στρατιώτες διατηρούσαν τα ίδια βασικά χαρακτηριστικά όσον αφορά τον οπλισμό και την ενδυμασία. Είναι χαρακτηριστική η ομοιότητα της περιγραφής του Cotovicus με αυτήν Στρατιωτών του Μοριά από τον Coriolano Cippico σχεδόν 130 χρόνια νωρίτερα. Έγραψε τότε ο σοπρακόμιτος του Βενετικού στόλου (6):

Χρησιμοποιούν ασπίδα, ξίφος, και κοντάρι – λίγοι διαθέτουν ατσάλινο θώρακα – οι άλλοι φοράνε ένα μεταξωτό θώρακα για να αμύνονται στα χτυπήματα του εχθρού.

Ο μεταξωτός θώρακας, στον οποίο αναφέρονται οι δύο συγγραφείς, ήταν στην πραγματικότητα ένα είδος πανωφοριού από υλικό που θύμιζε πάπλωμα. Συνήθως κάλυπτε ολόκληρο σχεδόν το σώμα, από το λαιμό ως κάτω από τα γόνατα, και, εξωτερικά τουλάχιστον, ήταν από μετάξι. Πάνω από αυτό συχνά φορούσαν ένα άλλο επενδύτη, μάλλον για να το κρατάει στεγνό και να το προστατεύει από τη φθορά. Ο λόγος χρήσης μεταξιού δεν ήταν κάποια ροπή προς την πολυτέλεια – λίγες στρατιωτικές μονάδες στην Ιστορία θα μπορούσαν να καυχηθούν ότι ήταν τόσο σκληραγωγημένες όσο οι Στρατιώτες. Σαν υλικό δεν είναι εύκολα διαπερατό. Τα πρώτα αλεξίσφαιρα γιλέκα κατασκευάστηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα στην Αμερική από αλλεπάλληλες στρώσεις μεταξιού. Οι Στρατιώτες, των οποίων τα άλογα, τα όπλα και ο ρουχισμός ήταν, κατά κανόνα, ιδιόκτητα δεν είχαν συνήθως την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν πανοπλίες. Τις υποκαθιστούσαν λοιπόν με παλιές συνταγές και νεότερες ευρεσιτεχνίες. Όπως αποκαλύπτει ένας ανώνυμος Γάλλος, που μάλλον τους γνώριζε και σαν εχθρούς και σαν συμμάχους, στο εσωτερικό του καπέλου τους υπήρχαν κάμποσες στρώσεις από χαρτί. Βεβαιώνει μάλιστα ότι αυτή η ‘πατέντα’ είχε την αποτελεσματικότητα κράνους (7).

Οι βάρδιες που φύλαγαν οι Ζακυνθινοί στη διάρκεια της Βενετοκρατίας είναι γενικά γνωστές και μερικές από τις βίγλες, οι λεγόμενες βαρδιόλες, έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα, δείχνοντας κάποια από τα σημεία όπου περνούσαν οι ατέλειωτες ώρες της επαγρύπνησης. Γνωρίζουμε ακόμα τι γινόταν στις περιπτώσεις εκείνες που η επαγρύπνηση άγγιζε τα όρια του συναγερμού, όταν υπήρχαν πληροφορίες για μαζική επίθεση των Μωαμεθανών. Οι ‘καβαλαραίοι της στρατείας’, δηλαδή οι Στρατιώτες, λέει ο Άγγελος Σουμάκης, είχαν, εκτός από την ύπαιθρο, αναλάβει την άμυνα του νότιου τομέα της πόλης μαζί με ‘απεζούς λεγόμενους κουριέρηδες από τα χωρία’ (8). Είχαν πιάσει το Ποτάμι και είχαν στείλει αρκετούς στον Άγιο Σπυρίδωνα στο Αργάσι, με προωθημένους παρατηρητές στο ‘βουνό λεγόμενον Ραφτόπουλο’, τη σημερινή Πούντα Νταβία. Στο σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης με φωτιές έχουμε αναφερθεί και παλιότερα, αφού κάποια νύξη είχε κάνει ο John Locke μιλώντας για την Κεφαλονιά του 1553 και ο ηγούμενος των Στροφάδων Δανιήλ το 1532. Η αναφορά του Cotovicus όμως είναι λίγο πιο εκτενής και συγκεκριμένη.

Αυτά γίνονταν τότε που οι Ζακυνθινοί φύλαγαν βάρδιες – και ήταν πολύς ο καιρός, γενεές γενεών. Έτσι στάθηκε το νησί, έτσι δεν πουλήθηκαν οι πρόγονοι μας σκλάβοι στις παρυφές της Σαχάρας, γι αυτό υπάρχουμε. Βάρδιες θα έπρεπε να κάνουμε και τώρα – και πάντα. Γιατί όποιους δεν φροντίζουν να υπάρχει συνεχής έλεγχος και απόλυτη διαφάνεια τους τρώνε οι ... μαϊμούδες.


9/05/12

'Εγιναν μερικές αλλαγές στη μετάφραση και μία προσθήκη στις σημειώσεις μετά από τις εύστοχες παρατηρήσεις του Earion, τον οποίο υπερευχαριστώ.

---------------------------------------------------------------------------- 

(1)  Itinerarium Hierosolymitanum et Syriacum, 1619, σ. 55.

Praeter milites presidiarios, qui in vrbe assiduo excubant, adest quoq; equitum seu velitum cohors , quos vulgus Stradiotas appelat. Hi ad littus tutandu(m) contra frequentes pirataru(m) depredationes  a Senatu Veneto missi, publica stipendia merent. Sunt autem bellatores optima, & ad rapacitate proni, scuto in peltae formam vtuntur, & incuruato ense, quem scimitarram vocant, ac hasta longiore, bombysinisque vestiuntur thoracibus.Horum equi velocissimi, quibus prosperas incursiones, depraedationesq;, vbi in hostem prodeunt saepe agunt. Ducem seu praefectum habent, quem Gubernatorem vocant, cui omnes obtemperat. His id muneris praecipue incumbit, vt aestiuo te(m)pore interdiu noctuq; per vices littus obequite(n)t, assiduisq; fei e excubijs at que excursionibus  Insula vbiq; tutam reddat. Quod si pirataru(m) biremes triremeive approximare littori co(n)spexerint, signo ex edito loco dato, vel igne, vel fumo, prout te(m)poris ratio postulat, vicinosq; quosq; com(m)ilitones , Insulanosq; ad arma euoca(n)t , vtq; ad hostes pellendos praesto sint, admonent. Atque ita breuissimo momento tota pernoscit Insula, quo concurrendum, quidve agendu(m) sit. Hiberno vero tempore , cum ob continuas maris procellas piratis vix tutu(m) sit nauigare aequor, adeoq; Minus periculi Insulanis impendeat , ab excubijs vt plurimu(m) cessant; & in suburbio degunt , cu aestate contra per vicos pagosq; maritimos distribuatur.

(2)  Έτσι λέγονταν στη Δύση όλα τα κυρτά ξίφη από την Ανατολή.

(3)  Η λέξη αναφέρεται στα Λατινικά αλλά μάλλον πρόκειται για αυτόν που ο Άγγελος Σουμάκης στην Διήγησιν του Ρεμπελιού των Ποπολάρων ονομάζει ‘κουβερναδούρο’ και ‘γουβερναδόρο’.  Ήταν Βενετός, κάτι σαν στρατιωτικός διοικητής της Ζακύνθου, και δεν διοικούσε μόνο τη ‘στρατεία’, δηλαδή τους Ζακυνθινούς Στρατιώτες, αλλά και τη φρουρά της Χώρας και την πολιτοφυλακή της υπαίθρου, το ‘τσέρνιδο’. Προϊστάμενος του ήταν ο προβλεπτής/κυβερνήτης ή πρεβεδούρος όπως τον έλεγαν οι Ζακυνθινοί.

(4)  Τριήρεις στα Λατινικά του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης ονομάζονταν όλα τα πολεμικά σκάφη που χρησιμοποιούσαν κωπηλάτες, δηλαδή φούστες, γαλιότες και γαλέες (γαλέρες).

(5)  Ελληνικός λόχος εν Ζακύνθω κατά τους χρόνους της δουλείας, Ο Ελληνισμός, 14, 1911.

(6)  Incursion des Strathiotes en Asie Mineure sous Pierre Mocenigo (1472 -1474), Κωνσταντίνου Σάθα, Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος 7ος, σ. 267.

Usano targa, spade, e lancia; pochi corsaletto; gli altri si vestono di una corazza di bombagio che li difende dale percosse dell’inimico.
Στο αρχικό κείμενο στα Λατινικά οι θώρακες αναφέρονται σαν 'bombicina thorace', De Bello Asiatico, Βενετία 1594, Βιβλίο 1ο, σ. 10.

(7)  Histoire du gentil seigneur de Bayard, composée par le Loyal Serviteur, στο Choix de chroniques et mémoires sur l'histoire de France avec notices biographiques par J. A. C. Buchon, Παρίσι 1836, σ. 62.

(8) Κ. Σάθα, Το εν Ζακύνθω Αρχοντολόγιον και οι Ποπολάροι, Αθήνα 1867, σ. 19.

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .