Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

Μια σύγκρουση με Μπαρμπερίνους πειρατές στο Ιόνιο

Χριστιανικές γαλέες επιτίθενται σε Τουρκικό καραμοσάλι, μικρογραφία 16ου αιώνα.
Ο Σκώτος William Lithgow είναι γνωστός περιηγητής των αρχών του 17ου αιώνα. Στα ταξίδια του πέρασε από πολλές χώρες, ανάμεσα τους και την Ελλάδα, και κατέγραψε τις εντυπώσεις και τις περιπέτειες του στο βιβλίο The rare adventures of William Lithgow (1). Προερχόταν από μια εύπορη αστική οικογένεια και είχε πάρει μια πολύ καλή μόρφωση για την εποχή του. Δεν είναι γνωστό το κίνητρο των περιπλανήσεων του, σύμφωνα όμως με μια οικογενειακή παράδοση οι τέσσερεις αδελφοί μιας νεαρής του κόψανε τα αυτιά όταν μάθανε ότι είχε σχέσεις μαζί της. Ο φόβος για χειρότερα δεν είναι από μόνος του αρκετός για να εξηγήσει τις περιπλανήσεις του, ίσως όμως ήταν η δικαιολογία που αναζητούσε το ανήσυχο πνεύμα του.
Το πρώτο μεγάλο ταξίδι του τον έφερε στη Βενετία την άνοιξη του 1609 –  ήταν τότε γύρω στα 27 – και από εκεί στην Κέρκυρα. Ταξίδευε επιβάτης σε εμπορικά καραμοσάλια, τα οικονομικά του δεν του επέτρεπαν πολυτέλειες. Στις ακτές της Δαλματίας τους είχε ήδη κυνηγήσει ένα μεγάλο πολεμικό από το Τούνεζι, με διπλές σειρές από κανόνια και 200 πειρατές. Γνώριζε τους κινδύνους αλλά ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει το ταξίδι του για τους Αγίους Τόπους. Ο δρόμος περνούσε από τη Ζάκυνθο, και για κει μπαρκάρισε σε ένα άλλο καραμοσάλι. Δεν μας λέει από που ήταν, Κορφιάτικο ή Ζακυνθινό, μόνο πως ήταν Ελληνικό. Εκτός από εμπορεύσιμο φορτίο το καραμοσάλι κουβαλούσε και ένα μικρό πλήθος ετερόκλητων επιβατών που είχαν όλοι προορισμό τη Ζάκυνθο. Σαράντα οκτώ τον αριθμό – Έλληνες, Δαλματοί, Ιταλοί, Αρμένιοι και Εβραίοι.
Ο αέρας ήταν ευνοϊκός και δυνατός, και σε ένα μόνο εικοσιτετράωρο βρέθηκαν να αρμενίζουν ανάμεσα στη Μικρή Κεφαλονιά ή Val di Compare (Ιθάκη) και την Αγία Μαύρα (Λευκάδα). Εκεί ο καπετάνιος πρόσεξε ένα πανί στα ανοιχτά και έστειλε ένα ναύτη στο κατάρτι να δει καλύτερα. Ο ναύτης τους πληροφόρησε ότι ήταν μια Τούρκικη γαλέα από τη Μπιζέρτα, ένα λιμάνι κοντά στο Τούνεζι της Μπαρμπαριάς, με πορεία καταπάνω τους. Φοβήθηκαν όλοι και τους έπιασε μαύρη απελπισία. Αυτό ήταν φυσικό, αφού το δικό τους πλοίο θα είχε πλήρωμα το πολύ είκοσι άτομα και η γαλέα μέχρι και τριακόσια. Ακόμη και αν όλοι οι κωπηλάτες ήταν σκλάβοι, και δεν έπαιρναν μέρος στην επίθεση, οι πάνοπλοι πειρατές θα φτάνανε μέχρι και εκατόν πενήντα. Οι γαλέες είχαν συνήθως 3 με 5 κανόνια στο υπερυψωμένο κατάστρωμα της πλώρης – όλα παράλληλα με την καρίνα του πλοίου – από τα οποία τουλάχιστον το ένα, το κεντρικό, ήταν μεγάλου διαμετρήματος. Πλευρικά, και στο υπερυψωμένο κατάστρωμα της πρύμνης, μπορούσαν να έχουν σημαντικό αριθμό από ελαφρά, περιστρεφόμενα φαλκονέτα. Τα φαλκονέτα ήταν πυροβόλα μικρού διαμετρήματος που έριχναν μια μπάλα σε μέγεθος μανταρινιού. Άλλες φορές πάλι τα γεμίζανε με χοντρά σκάγια.
Μπαρμπαρέζικη γαλέα με μονό κατάρτι, 17ος αιώνας.
Φαίνεται πως περίπτωση να διαφύγουν με ταχύτητα ή ελιγμούς δεν υπήρχε. Ο καπετάνιος ζήτησε τη γνώμη όλων για το αν έπρεπε να πολεμήσουν ή να παραδοθούν. Ήταν απόφαση ζωής και θανάτου και η θέληση του καθενός βάραινε πολύ. Αν ένα σημαντικό μέρος των επιβατών και του πληρώματος αρνούνταν να πολεμήσουν οι περιορισμένες ελπίδες των υπολοίπων εξανεμίζονταν. Η πλειοψηφία των επιβατών έκλινε υπέρ της παράδοσης. Αντίθετα με τους Ευρωπαίους πειρατές, που συνήθως περιορίζονταν στη ληστεία άλλων Χριστιανών, οι Μουσουλμάνοι παίρνανε σκλάβους. Καλύτερα όμως σκλάβοι στη Μπαρμπαριά παρά πεθαμένοι. Υπήρχαν ταμεία για την εξαγορά σκλάβων ακόμα και για αυτούς που οι συγγενείς τους δεν μπορούσαν να πληρώσουν τα λύτρα.

Τις λιγότερες ελπίδες να ελευθερωθεί κάποτε τις είχε ο νεαρός Σκώτος, του οποίου η πατρίδα και οι φίλοι βρισκόντουσαν πολύ μακριά. Μπροστά στη ζοφερή προοπτική μιας ανέλπιδης σκλαβιάς ο Lithgow ξεσηκώθηκε και πήγε στον καπετάνιο. ‘Το μισό καραμοσάλι είναι δικό σου, και πάνω από το μισό φορτίο, γι αυτό σε συμβουλεύω να ετοιμαστείς για μάχη,’ του είπε. ‘Πήγαινε να ενθαρρύνεις τους επιβάτες σου, υποσχέσου στο πλήρωμα διπλό μισθό, ετοίμασε τα δύο σας κανόνια (2), τα μουσκέτα (3), το μπαρούτι, το μολύβι και τα κοντάρια (4) σας – γιατί ποιός ξέρει, ο Θεός μπορεί να μας γλυτώσει από τη σκλαβιά αυτών των άπιστων.’
Ο Lithgow πίστευε πως η παρέμβαση του ήταν καθοριστική  και έκανε την πλάστιγγα να γείρει προς το μέρος της αντίστασης. Ο καπετάνιος ζωήρεψε πολύ μόλις τον άκουσε, μας λέει, και τον ευχαρίστησε. Μετά μάζεψε επιβάτες και πλήρωμα, τους εμψύχωσε και τους έδωσε μεγάλες υποσχέσεις. Έτσι οι φοβισμένες τους ελπίδες μετατράπηκαν σε γενναία απόφαση. Όλοι συμμετείχαν στην προετοιμασία για μάχη. Μερικοί βρίσκονταν στο χώρο των πυροβολητών, μερικοί ακόμη καθάριζαν τα μουσκέτα, άλλοι ετοίμαζαν μπαρούτι και βόλια, άλλοι πάλι τα σπαθιά και τα άλλα αγχέμαχα όπλα, και κάποιοι αμπάρωναν τις καταπακτές – ο καπετάνιος είχε αποφασίσει να μη δώσουν μάχη πάνω στο κατάστρωμα, για να είναι προστατευμένοι από τα ελαφρά πυρά και επειδή δεν ήταν αρκετοί για να αποκρούσουν ένα ξαφνικό ρεσάλτο. Το θάρρος όμως των αμυνόμενων ήταν τέτοιο που στον Lithgow φαινόταν ότι ήταν τριπλάσιοι από όσοι ήταν στην πραγματικότητα. Καθένας τους στεκόταν έτοιμος να υπερασπίσει τον εαυτό του με το αρκεβούζιο (5) και το κοντάρι του, και έτσι εμπιστεύτηκαν τις τύχες τους στο Μεγαλοδύναμο.
Οι πειρατές ξεκίνησαν την επίθεση άγρια, με μια εκκωφαντική ομοβροντία των κανονιών τους. Το καραμοσάλι έστειλε μια αξιολύπητη απάντηση – φαίνεται πως η διαφορά δυναμικού σε πυροβολικό ήταν μεγάλη – που όμως αντήχησε στα σύννεφα αναπτερώνοντας κάπως το ηθικό των αμυνομένων. Η μάχη κράτησε ώρες, παραμένοντας αμφίρροπη, με εκατέρωθεν κανονιοβολισμούς και ντουφεκίδι. Η νύχτα επέβαλλε προσωρινή ανακωχή αλλά οι επιβαίνοντες στο καραμοσάλι πίστευαν πως οι πειρατές θα τους χτυπούσαν πάλι το πρωί. Ξέσπασε όμως μια καταιγίδα και τα χαράματα κατάφεραν να ξεφύγουν. Βρήκαν καταφύγιο στον κόλπο του Largostolo (Αργοστολιού), με τον καιρό να είναι χάλια και το σακατεμένο πλοίο τους να μπάζει νερά.
Οι απώλειες ήταν σημαντικές – τρεις Ιταλοί, δύο Έλληνες και δύο Εβραίοι είχαν σκοτωθεί στη μάχη. Άλλοι έντεκα είχαν τραυματιστεί ‘θανάσιμα’. Με αυτό τον όρο ο Lithgow μάλλον εννοεί πως είχαν πληγωθεί πολύ σοβαρά, σε σημείο που κινδύνευε η ζωή τους, και όχι ότι κατέληξαν από τα τραύματα τους (6). Ο ίδιος ο Lithgow είχε τραυματιστεί ελαφρά στο δεξί μπράτσο από σφαίρα. Δεν γνώριζαν τι ζημιά είχαν κάνει στους Τυνήσιους γιατί, όπως εξηγεί, οι Έλληνες δεν ήταν έμπειροι κανονιέρηδες και οι ‘αρκεμπουζίες’ δεν είχαν ενοχλήσει πολύ τους άπιστους, επειδή δεν είχαν πλησιάσει και αποπειραθεί να κάνουν ρεσάλτο (7). Είναι ενδεικτικό της σφοδρότητας της σύγκρουσης ότι παρά την απειρία τους οι πυροβολητές είχαν καταφέρει να σπάσουν το μεσιανό κατάρτι και να διαλύσουν το εσωτερικό μέρος του πρυμναίου καταστρώματος της γαλέας (8).
Μόλις βγήκαν στη στεριά ευχαρίστησαν το Θεό για τη σωτηρία τους και έθαψαν τους Χριστιανούς στον περίβολο μιας Ελληνικής εκκλησίας (9). Τους Εβραίους τους έθαψαν στην παραλία. Ο Lithgow συνέχισε δια ξηράς για κάνα δυο μέρες και μετά πλήρωσε δύο ψαράδες να τον πάνε στη Ζάκυνθο με τη βάρκα τους. Εκεί περιποιήθηκε το τραύμα του ένας Έλληνας ‘χειρούργος’ (10). Από τη Ζάκυνθο, μετά από κάποιο απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, έφυγε για την Πάτρα συνεχίζοντας τις περιπλανήσεις του.
Ο William Lithgow με Τουρκική ενδυμασία στην Ασία.
--------------------------------------------------------------------------- 
(1)  Ο αρχικός τίτλος ήταν The totall discourse of the rare adventures & painefull peregrinations of long nineteen yeares travayles from Scotland to the most famous kingdomes in Europe, Asia and Affrica.
(2)  Δύο κανόνια φαίνεται πως ήταν ένας αρκετά αντιπροσωπευτικός οπλισμός για ένα Επτανησιακό εμπορικό καραμοσάλι εκείνη την εποχή. Από το καραμοσάλι των Σιγούρων, που κουρσεύτηκε στον Πεταλά το 1603, οι Άγγλοι πειρατές είχαν πάρει δύο κανόνια.
(3)  Το μουσκέτο ήταν φορητό, εμπροσθογεμές όπλο με σχετικά μεγάλο διαμέτρημα και μπορούσε να διατρήσει πανοπλίες.
(4)  Ο Lithgow αναφέρεται σε half-pikes, δηλαδή σε δόρατα με μήκος περίπου δύο μέτρα. Στην ξηρά χρησιμοποιούνταν και πολύ μακρύτερα δόρατα, όχι όμως στις περιορισμένες διαστάσεις ενός πλοίου.
(5)  Φορητό πυροβόλο όπλο μικρού διαμετρήματος.
(6)  Είναι σχεδόν βέβαιο, με βάση τα δεδομένα της εποχής, ότι κάποιοι από αυτούς δεν θα τα έβγαλαν πέρα, κυρίως λόγω μολύνσεων, ενώ άλλοι θα ακρωτηριάστηκαν.
(7)  Ένας αρκεβουζιοφόρος ρίχνοντας πέρα από τα 40 – 50 μέτρα έκανε βολή στο γάμο του Καραγκιόζη και το βλήμα πήγαινε όπου ήθελε.
(8)  Το ταμπερνάκουλο, για όσους έχουν διαβάσει το Σοπρακόμιτο του Διονυσίου Ρώμα, που αρχίζει με το Νταβιτσέντζα να γράφει καθισμένος εκεί. Στο σημείο εκείνο βρισκόταν συνήθως ο κυβερνήτης της γαλέας και πιο πίσω, κάτω από το φανάρι, βρισκόταν ο πηδαλιούχος. Το κατάστρωμα αυτό, συνήθως καλυμμένο με μια τέντα, στέγαζε τις καμπίνες των αξιωματικών αποκάτω.
(9)  Στα Εφτάνησα, όπου δεν υπήρχαν τότε οργανωμένα κοιμητήρια, οι Καθολικοί μπορούσαν να θαφτούν σε Ορθόδοξες εκκλησίες και οι Ορθόδοξοι σε Καθολικές. Αυτό δεν ίσχυε για τους Εβραίους και τους Διαμαρτυρόμενους. Ο George Sandys, στο βιβλίο του A relation of a journey begun An: Dom: 1610, λέει ότι οι Άγγλοι έμποροι που πέθαιναν στη Ζάκυνθο θάβονταν σε κάποια αγορασμένα κομμάτια περιβολιών.
(10)  Οι χειρούργοι εκείνο τον καιρό δεν ήταν γιατροί, ούτε είχαν κάνει σπουδές σε πανεπιστήμιο. Ήταν πρακτικοί, συνήθως μπαρμπέρηδες, με εμπειρία σε απλές επεμβάσεις και τη γενικότερη περιποίηση τραυμάτων.

2 σχόλια:

  1. Μπάβο παληκάρι ο Lithgow.!!!!
    Έχω μια περιέργεια όμως!!!
    Περιεγραψέ μας λίγο την χωρητικότητα αυτών των πλοίων που χωρούσαν 300 άτομα!!! γιατί φαντάζομαι θα ηταν τόσο άσχημες οι συνθήκες διαβίωσης που θα προτιμούσαν να πέσουν μισοπέλαγα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Την έκφραση 'κάθε κατεργάρης στον πάγκο του' την ξέρεις υποθέτω. Λοιπόν, πάνω σε ένα πάγκο ζούσανε οι κωπηλάτες. Κατάδικοι και ελεύθεροι το ίδιο. Όχι μόνοι τους στον πάγκο, τον μοιράζονταν τρεις. Έτσι ήταν το Βενετικό σύστημα κωπηλασίας, τρία κουπιά ανά πάγκο, καθένας το κουπί του. Μιλάμε για παραπάνω από το μισό πλήρωμα. Ηλιοθεραπεία το καλοκαίρι, δροσιά και καθαρό νερό το χειμώνα. Μόνο όταν πιάνανε λιμάνι ρίχνανε μια τέντα από πάνω. Το φαΐ εξαιρετικό. Φασόλια κάθε μέρα, αν είχαν μείνει καυσόξυλα, και παξιμάδι βουτημένο σε κρασί. Από τους υπόλοιπους, όσοι δεν είχαν καμπίνα ή κάποιο χώρο είχαν επιλογή - κατάστρωμα ή αμπάρι. Στο αμπάρι σκοτάδι πίσσα και η βρώμα αφόρητη. Όλα τα παλιόνερα του καραβιού στο κέντρο του αμπαριού σουρώνανε. Αν ήσουνα και τυχερός και σου πέθαινε κανένας νόμπιλος στο ταξίδι τον θάβανε στη σαβούρα, κάτω από το προσκέφαλο σου. Τον πηγαίνανε στη Βενετία, ή όπου αλλού, για κανονική ταφή. Έτσι χωράγανε 300 άτομα σε ένα καράβι λίγο μακρύτερο από 40 μέτρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .