Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

Το στρατόπεδο του Μπόχαλη – μέρος Α΄


Το χωριό του Μπόχαλη το ξέρουν όλοι οι Ζακυνθινοί και πάρα πολλοί επισκέπτες. Ο λόγος είναι η καταπληκτική πανοραμική θέα που προσφέρει. Βρίσκεται ακριβώς δίπλα στο Κάστρο, πάνω από τη Χώρα. Σήμερα έχει γίνει γένους θηλυκού, η Μπόχαλη, και κάποιοι προσπάθησαν στο παρελθόν να την ‘εξευγενίσουν’, να γίνει η Πόχαλις, της Ποχάλεως, και τα ρέστα. Το επώνυμο ενός Βυζαντινού άρχοντα που περιείχε σαν συστατικό τη λέξη μπόχα τους φάνηκε χυδαίο. Υποθέτω πως αν η Πικριδιώτισσα, όπου ρέμβαζε κάποτε ο Γέρος του Μοριά, είχε πάρει την ονομασία ‘του Κολοκοτρώνη’, θα είχαν προσπαθήσει να την ανασκευάσουν σε ‘Κοτρωνίς’, ή τουλάχιστον σε ‘Κοτρώνι’.  Για να πω την αλήθεια, πιστεύω ότι οι αρχαιολάτρες αυτοί δεν είχαν ιδέα για το ποιοί ήταν οι Μποχαλαίοι. Ο Λεωνίδας Ζώης όμως, αστείρευτη πηγή πληροφοριών, αναφέρει στο σχετικό λήμμα του Λεξικού του μερικά μέλη της οικογένειας. Δυστυχώς συγχέει το Μανουήλ Μπόχαλη, κεφαλή στο κάστρο του Γαρδικιού κοντά στο Λεοντάρι το 1460, με κάποιο Θεόδωρο Λεοντάριο.  
Μετά την παράδοση του Μυστρά, ο Μωάμεθ Β΄ κατέλαβε την εγκαταλειμμένη Βαρδούνια και πολιόρκησε, με σημαντικές απώλειες, την Καστρίτσα. Όταν, τελικά, οι 300 υπερασπιστές της παραδόθηκαν, τους εκτέλεσε. Ο διοικητής του κάστρου Προινοκοκκάς πριονίστηκε στα δύο (1). Σειρά είχε το Λεοντάρι αλλά οι κάτοικοι του εγκατέλειψαν την πόλη τους και ζήτησαν καταφύγιο στο ισχυρότερο Γαρδίκι. Οι Γαρδικιώτες αρχικά αρνήθηκαν να παραδοθούν υπό όρους αλλά, μετά από μία μόλις μέρα, αντιλαμβανόμενοι την απελπιστική τους θέση, άλλαξαν γνώμη. Αν και υπάρχει διάσταση απόψεων για το κατά πόσο τους προσφέρθηκαν νέοι όροι ή όχι (2), το γεγονός είναι πως 6.000 άνθρωποι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία άμαχοι Λεονταρίτες και Γαρδικιώτες, σφαγιάστηκαν εν ψυχρώ. Οι μόνοι που παραδόξως δεν εκτελέστηκαν ήταν ο Μανουήλ Μπόχαλης και οι συγγενείς του.
Ο λόγος ήταν πως ο στρατηγός και Μέγας Βεζίρης του Μωάμεθ, ο εκ Σερβίας Μαχμούτ Πασάς Αγγέλοβιτς (μάλλον με καταγωγή από τους Αγγέλους Φιλανθρωπηνούς της Θεσσαλίας), ήταν συγγενής τους (3). Ο Μαχμούτ ήταν στον Μοριά μαζί με το Μωάμεθ και φρόντισε να τους δώσει στρατιωτική συνοδεία για να πάνε όπου θέλανε. Φτάσανε στο Ποντικόκαστρο (Κατάκολο) όπου βρήκανε πλοίο για Κέρκυρα. Προφανώς κάθε άλλο παρά ευγνωμοσύνη έτρεφαν για τους Οθωμανούς, γι αυτό σκότωσαν τους συνοδούς τους πριν μπαρκάρουν.
Για τα μέλη της στρατιωτικής Βυζαντινής αριστοκρατίας, που είχαν χάσει τα πάντα, δεν έμενε παρά μόνο ένας δρόμος – το να προσφέρουν τις πολεμικές τους υπηρεσίες στους Βενετούς. Εκτός από την εξασφάλιση εισοδήματος οι Μποχαλαίοι μπορούσαν έτσι να ελπίζουν πως, ακόμη και αν δεν κατάφερναν να πάρουν πίσω το κάστρο τους στο Γαρδίκι, θα συνέχιζαν να εκδικούνται το αίμα των Γαρδικιωτών. Μόνο που και οι Οθωμανοί ίσως δεν είχαν ξεχάσει τα γεγονότα του Ποντικόκαστρου. Ο Μανουήλ αιχμαλωτίστηκε στη μάχη της Καλαμάτας το 1468 και ανασκολοπίστηκε (4). Είναι φανερό πως δεν μπορούσε να είναι αυτός που άφησε το όνομα του δίπλα στο Κάστρο, αφού στο διάστημα 1461 – 1468 υπηρετούσε τους Βενετούς, κυρίως στο Μοριά, και δεν φαίνεται να είχε καμία δουλειά στην προ-Βενετική Ζάκυνθο.
Ένας άλλος Μπόχαλης που αναφέρει ο Ζώης, ο Κωνσταντίνος, πολεμούσε στην Ιταλία σαν Στρατιώτης το 1517 και ούτε γι αυτόν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ότι είχε κάποια σχέση με τη Ζάκυνθο. Ο πρώτος που αναφέρει ο Ζώης στο νησί ήταν κάποιος Νικόλαος από την Κέρκυρα, το 1538, η Μπόχαλη όμως είχε ήδη καταγραφεί σαν χωριό το 1527, με 100 φαμελιές και 440 κατοίκους. Ποιός ήταν λοιπόν ο άγνωστος ‘ανάδοχος’ του χωριού;
Σκαλίζοντας τις διαθέσιμες πηγές δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο να εντοπίσουμε κάποιο άλλο Μπόχαλη, κάτοικο Ζακύνθου λίγο πριν τη Βενετοκρατία. Υπάρχουν δύο γνωστά, αλλά παρανοημένα, Βενετικά έγγραφα του 1477, τα οποία παραθέτει ο Σάθας (5). Σε αυτά περιγράφεται η απόφαση να πάει επειγόντως ένας Βενετός ευπατρίδης και να βρει 300 Στρατιώτες από τη Μεθώνη, την Κορώνη, και τη Ζάκυνθο για να πάνε να πολεμήσουν στην Αλβανία. Τον εξουσιοδοτούν να τους πληρώσει κάποια χρήματα προκαταβολικά για να τους δελεάσει, από ένα κονδύλι 2.000 δουκάτων (6). Ο Andrea Zanchani, τον οποίο διάλεξαν για αυτή την αποστολή, αιτήθηκε την αύξηση του κονδυλίου σε 3.000. Επειδή η Ζάκυνθος το 1477 ανήκε στο Δουκάτο της Αγίας Μαύρας και όχι στη Βενετία, θεωρήθηκε ότι έπαιζε το ρόλο διαμετακομιστικού κόμβου και ότι δεν υπήρχε μόνιμη παρουσία Στρατιωτών.
Αυτή η θεώρηση είναι λανθασμένη. Το 1462, πριν ακόμη κηρυχθεί επίσημα ο Βενετοτουρκικός πόλεμος 1463 – 1479, ο Λεονάρδος Τόκκο είχε στείλει έναν αδελφό του στη Βενετία να ζητήσει 200 πεζούς και εφόδια. Οι Βενετοί του έδωσαν 400 δουκάτα και 100 άνδρες για ένα εξάμηνο (7). Φαίνεται ότι υπήρχε Βενετική στρατιωτική παρουσία στο δουκάτο από τότε.
Το πιο πιθανό είναι ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου, για οικονομικούς λόγους, ο Λεονάρδος ενισχύθηκε με Στρατιώτες, οι οποίοι ήταν πολύ φτηνότεροι από τους πεζούς. Τα εισοδήματα της Βενετίας είχαν καταβαραθρωθεί, επειδή το εμπόριο στην Ανατολική Μεσόγειο, το κυριότερο μέσο πλουτισμού της Γαληνοτάτης, είχε πληγεί σοβαρά. Κατά κανόνα ένας Ιταλός πεζός πληρωνόταν σχεδόν τα τριπλάσια από ένα Στρατιώτη, παρόλο που δεν είχε το έξοδο συντήρησης του αλόγου, ούτε διακινδύνευε την περιουσία του στη μάχη – τα άλογα των Στρατιωτών ήταν δικά τους. Οι Στρατιώτες έπαιρναν χτήματα και βοσκοτόπια – αλλά αυτά θα βάρυναν το Λεονάρδο – και επίσης έπαιρναν λάφυρα – αυτά βάρυναν τον εχθρό.
Λίγα χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου 10.000 Μοραΐτες πρόσφυγες, κυρίως από την Ηλεία, εγκαταστάθηκαν στη Ζάκυνθο με τη σύμφωνη γνώμη του Λεονάρδου. Η πλειοψηφία ήταν Αρβανίτες από τα ορεινά και ημιορεινά. Δεν επεκτείνομαι γιατί αυτά είναι πράγματα γνωστά, τα αναφέρει και ο Χιώτης και ο Κονόμος. Θέλω μόνο να επισημάνω δύο πράγματα. Το πρώτο είναι ότι ανάμεσα τους βρίσκονταν πολλοί Στρατιώτες. Γι αυτό είχαν φέρει άλλωστε τους Αρβανίτες στο Μοριά οι Παλαιολόγοι, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σαν μικροπρονοιάριοι-Στρατιώτες. Για τον ίδιο λόγο τους δέχτηκε και ο Λεονάρδος, για να μεγεθύνει τη στρατιωτική του ισχύ μπροστά στην Οθωμανική απειλή. Το δεύτερο είναι πως τους επιτράπηκε να κρατήσουν τη Βενετική υπηκοότητα, με σοβαρές αρμοδιότητες του Βενετού προξένου σε ζητήματα που τους αφορούσαν. Δεν είχε δηλαδή η Βενετία απλώς μια στρατιωτική βάση στη Ζάκυνθο, ήταν κράτος εν κράτει.
Φυσικά δεν υποστηρίζω ότι όλοι οι πρώην Στρατιώτες που εγκαταστάθηκαν τότε στη Ζάκυνθο, και μπορεί να ξεπερνούσαν τους χίλιους, απασχολούνταν σαν μισθοφόροι. Εξ άλλου οι περισσότεροι Στρατιώτες συνήθως περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους σε απλήρωτη εφεδρεία, ασχολούμενοι με τα πρόβατα τους ή τα χωράφια τους. Επίσης, είναι πολύ πιθανό, οι πρόσφυγες να μην διέθεταν άλογα και να τους έλειπαν βασικά στοιχεία οπλισμού, που ίσως είχαν αναγκαστεί να πουλήσουν για να επιβιώσουν. Υπήρχε όμως ένας πυρήνας Στρατιωτών με μόνιμη παρουσία και ίσως μόνιμα συμβόλαια με τη Βενετία (provisionati). Θα δούμε λίγο αργότερα την απόδειξη γι αυτό και ότι, κάποιοι τουλάχιστον από αυτούς, δεν προέρχονταν από τις τάξεις των προσφύγων.
Αυτοί οι ‘μόνιμοι’ θα είχαν τη βάση τους σε κάποιο κεντρικό σημείο – κοντά στο κάστρο αλλά όχι μέσα. Οι λόγοι είναι αρκετοί. Οι Στρατιώτες ήταν ιππείς, μπορεί ο καθένας να είχε δύο ή και τρία άλογα, τα οποία δεν αποχωρίζονταν. Στο κάστρο θα υπήρχε πρόβλημα χώρου. Επιπλέον ήταν ξένοι υπήκοοι, μισθοδοτούμενοι από ξένη δύναμη. Δεν μπορούσαν λοιπόν οι άνθρωποι του Λεονάρδου να τους έχουν απόλυτη εμπιστοσύνη. Εκτός αυτού ήταν και ορθόδοξοι Ρωμιοί. Ακόμα και οι Βενετοί ήταν διστακτικοί όταν επρόκειτο να εμπιστευθούν τη φύλαξη κάστρων ή προμαχώνων σε Ρωμιούς. Όταν δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς φρόντιζαν να υπάρχουν αρκετοί Ιταλοί, ή άλλοι ξένοι, σε καίριες θέσεις. Σαν να μην έφταναν αυτά, οι Στρατιώτες δεν είχαν μόνο τη φήμη ικανότατων ιππέων και καλών μαχητών αλλά και απείθαρχων ταραξιών.
Ιδανική θέση γι αυτούς ήταν η Μπόχαλη. Δίπλα στο κάστρο, μπορούσαν να τους θέσουν σε συναγερμό σε ελάχιστο χρόνο. Είχε χώρο για τα άλογα, και πλάτωμα για να ασκούνται στον Αρίγκο. Μπορούσαν να εποπτεύουν το μεγαλύτερο μέρος του κάμπου και σημαντικό μέρος των παραλίων. Υπήρχε ένας ‘δρόμος’ κατάβασης για καβαλάρηδες προς νότον και περισσότεροι προς βορράν. Είναι δε πολύ πιθανό η Μπόχαλη να διέθετε και τότε στοιχειώδη οχύρωση, όπως σε όλη τη διάρκεια της Βενετοκρατίας.
Κοιτώντας από τη Μπόχαλη
Διοικητής των Στρατιωτών της Ζακύνθου εκείνη την εποχή ήταν κάποιος Νικόλαος Μπόχαλης, όπως αποκαλύπτει ένα Βενετικό έγγραφο της 11ης Ιανουαρίου 1480 (8), το οποίο επίσης δημοσίευσε ο Σάθας (9):
Ήρθε πρόσφατα σε αυτή την πόλη και παρουσιάστηκε στις αυθεντίες μας ο πιστότατος αυθέντης Νικόλαος Μπόχαλης, ο οποίος ήταν διοικητής των Στρατιωτών της νήσου Ζακύνθου και μαζί του ήρθαν 10 ή 12 Στρατιώτες. Ανέφερε τη συμφορά και τη δυστυχία στην οποία βρίσκεται λόγω της αναγκαστικής αναχώρησης του από το νησί, κατά τη διάρκεια της οποίας, όπως επιβεβαιώνει ο Διοικητής του Στόλου, οι Τούρκοι λεηλάτησαν όλα τα αγαθά του, και έτσι κατάντησε γυμνός και χωρίς τα προς το ζην. Ταπεινά ζητάει αυτός και οι πιο πιστοί του άνθρωποι, οι οποίοι προσβλέπουν σε μας, να ζήσουν κάτω από τη σκιά της εξουσίας μας. Αφού η πίστη και η αφοσίωση του προαναφερθέντος Νικολάου προς το κράτος μας αξίζει έγκαιρη παροχή, ούτε αυτός ούτε οι αφοσιωμένοι του άνθρωποι θα είναι αναγκασμένοι να ζουν έτσι στο εξής. Ας του δοθούν εκατό δουκάτα, και άλλα εκατό στον Πέτρο Μποζίκη, καπετάνιο των Στρατιωτών του Ναυπλίου, για να τα μοιραστεί με τους άλλους Στρατιώτες που ήρθαν μαζί του.
Το έγγραφο περιγράφει μια σκηνή που επαναλήφθηκε άπειρες φορές στη Βενετία. Στρατιώτες, βετεράνοι των πεδίων της μάχης, ή οι χήρες και τα ορφανά τους, να εκλιπαρούν για κάποια αποζημίωση, κάποια σύνταξη, ή βοήθεια για την απελευθέρωση σκλαβωμένων συγγενών. Μας δίνει όμως έμμεσα κάποιες σημαντικές πληροφορίες. Αναφέρεται στο Μπόχαλη με τον τίτλο dominus, δηλαδή κύρης ή αφέντης. Αυτό δεν ήταν συνηθισμένο για καπεταναίους Στρατιωτών. Προδίνει την αναγνώριση της ευγενικής του καταγωγής, μας λέει πως πιθανότατα ήταν γιός του άρχοντα του Γαρδικιού Μανουήλ.
Αυτός είναι ο λόγος που διάλεξα την εικόνα ενός Στρατιώτη με πανοπλία για να τον αντιπροσωπεύσει. Οι Στρατιώτες, στον καιρό του, σπάνια διέθεταν θώρακα ή κράνος, ακόμα πιο σπάνια ολόκληρη πανοπλία. Ο εικονιζόμενος φοράει ευρωπαϊκού τύπου θώρακα αλλά η υπόλοιπη πανοπλία είναι ανατολική, έτσι που θυμίζει Τούρκο σπαχή. Τέτοιου είδους οπλισμό χρησιμοποιούσαν και οι στερνοί Βυζαντινοί, τουλάχιστον οι άρχοντες, που είχαν την οικονομική δυνατότητα να τον διαθέτουν.
Μας λέει το έγγραφο και κάτι άλλο, εκ πρώτης όψεως απροσδόκητο. Οι Βενετοί Στρατιώτες εξακολουθούσαν να μένουν στη Ζάκυνθο και μετά το τέλος του πολέμου με τους Τούρκους, ο οποίος είχε τερματιστεί ένα χρόνο πριν παρουσιαστεί ο Μπόχαλης στη Βενετία. Ακόμη πιο παράξενο φαίνεται επειδή ο Λεονάρδος Τόκκο δεν τα πήγαινε καθόλου καλά με τους Βενετούς εκείνη την εποχή. Τα τελευταία χρόνια του πολέμου ο Λεονάρδος είχε απομακρυνθεί από τη θαλασσοκράτειρα, που αντιμετώπιζε σοβαρά στρατιωτικά και οικονομικά προβλήματα, και προσεγγίσει τους αντιπάλους της στην Ιταλία, τον βασιλιά της Νεάπολης Φερδινάνδο και τον πάπα. Στη συνθήκη ειρήνης με τους Τούρκους οι Βενετοί είχαν συμπεριλάβει όλους τους συμμάχους τους αλλά είχαν αφήσει ακάλυπτο το Δουκάτο της Αγίας Μαύρας.
Το έγγραφο πάντως δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για το ότι ο Μπόχαλης ήταν επικεφαλής των Βενετών Στρατιωτών της Ζακύνθου και αναγκάστηκε να φύγει μόνο μετά την Τουρκική επίθεση εναντίον του νησιού δύο μήνες νωρίτερα. Η αλήθεια είναι πως ακόμη και αν ήθελε ο Λεονάρδος να διώξει τους Στρατιώτες από τη Ζάκυνθο δεν θα το είχε τολμήσει. Οι Βενετοί υπήκοοι στη Ζάκυνθο αντιπροσώπευαν τουλάχιστον το 40% του πληθυσμού και ήταν σε μεγάλο βαθμό ένοπλοι και εμπειροπόλεμοι. Εκτός από τους ντόπιους ευγενείς και τους ανθρώπους τους, στους οποίους δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι μπορούσε να βασιστεί, και μερικούς μισθοφόρους πιθανότατα, σε κανέναν άλλο δεν μπορούσε να υπολογίζει ο δούκας. Μια εξέγερση και θα έχανε τη Ζάκυνθο. Αν απλωνόταν και στα άλλα νησιά – και ο αδελφός του Αντώνιος, που διαφέντευε την Κεφαλονιά, κάθε άλλο παρά δημοφιλής φαίνεται πως ήταν – θα έχανε τα πάντα.
Οι Βενετοί πάλι, που φαίνεται πως δεν θα τους κακοφαινόταν η απόκτηση της Ζακύνθου, δεν βιάζονταν να αποσύρουν τους Στρατιώτες τους από εκεί. Άλλωστε το μόνο που δεν χρειάζονταν στο Μοριά ήταν περισσότερους Στρατιώτες. Στα δεκαέξι χρόνια του πολέμου είχαν προσλάβει χιλιάδες και, όταν συμφωνήθηκε ειρήνη, δεν ήξεραν τι να τους κάνουν. Έτσι ο Νικόλαος Μπόχαλης και ο Πέτρος Μποζίκης, ο οποίος φαίνεται ότι ήταν επικεφαλής μιας κομπανίας Ναυπλιωτών και υπαρχηγός του πρώτου, βρίσκονταν ακόμη στη Ζάκυνθο το καλοκαίρι του 1479.

Σπάθη καπετάνιου Στρατιωτών (Chef dEstradiots) που χαρίστηκε στο Βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Γ΄ στα 1602.

---------------------------------------------------------------------- 
(1)  Franz Babinger, Mehmed the Conqueror and His Time, σελ. 175.
(2)  Σύμφωνα με τον Ψευδο-Σφραντζή ο Μωάμεθ αθέτησε την υπόσχεση του.
(3)  Συγκεκριμένα ήταν η γυναίκα του Μανουήλ, η Ευγενία, που ήταν συγγενής του Μαχμούτ. Ο Babinger ισχυρίζεται ότι ήταν Αλβανίδα και θετή αδελφή του Μεγάλου Βεζίρη. Ούτε το πρώτο ισχύει ούτε το δεύτερο. Σύμφωνα με το Σφραντζή, που ήταν σύγχρονος τους και σε θέση να γνωρίζει, ήταν κόρη κάποιου Γεωργίου Παλαιολόγου, ο οποίος ήταν πρωτοξάδελφος της μητέρας του Μαχμούτ. Υπάρχουν επίσης αρκετοί που ισχυρίζονται ότι ο ίδιος ο Μανουήλ Μπόχαλης ήταν Αλβανικής καταγωγής ή Αρβανίτης. Ανάμεσα τους είναι και ο Λ. Ζώης, ο οποίος αναφέρει στο ίδιο λήμμα ότι Μποχαλαίοι υπήρχαν στο Μοριά το 12ο αιώνα και στα μέσα του 14ου. Ακόμη και τα μέσα του 14ου όμως προηγούνται της εγκατάστασης Αρβανιτών εκεί. Όσο για τη λέξη μπόχα, αυτή δεν είναι Αλβανική, όπως λέει ο Κ. Μπίρης, αλλά έχει ελληνική ετυμολογία κατά το Γ. Μπαμπινιώτη.
(4)  Theoharis Stravrides, The Sultan of Vezirs: The Life and Times of the Ottoman Grand Vezir Mahmud Pasha Angelović (1453 – 1474), σελ. 79, σημ. 27.
(5)  Κωνσταντίνος Σάθας, Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος 7ος, σελ. 16.
1477, 29 Maii
Facit pro nostro dominio providere quod deliberatio facta in hoc consilio Stratiotorum levandorum ex Amorea effectum habeat, maxima quidem cum celeritate; proinde Vadit pars quod crastino die mane per scrutinium cum Collegio eligatur unus nobilis civis noster, qui cum prima galea discedere et proficisci debeat Mothonum et Coronum et ad insulam Jacynthi ad levandos tercentes Stratiotos deliberatos per hoc consilium, et illud plus quod facere poterit innavando eos et conducendo cum omni possibili celeritate in Albaniam cum illo modo et ordine qui ei mandabitur per Collegium, cui denture ducati duomille accipiendi ex omni loco et officio ex pecuniis nostri dominii, cum mandato ut dictis Stratiotis dare debeat duas pagas pro quolibet aut id plus quod ei videretur, casu quo non essent contenti de duabus pagis. Habeat autem prefatus nobilis noster ducatos 150 pro expensis quas faciet, tam eundo, quam redeundo, de quibus nullum computum ostendere teneatur.
1477, 4 Junii
Quoniam nobilis vir Andreas Zanchani electus per Collegium ad levandum Stratiotas insule Jacynthi et Amoree prebet se difficilem ad eundum ad exequendum hujusmodi negotium, petens novas conditiones, captum sid quod crastino die mane dominatio nostra eum accersere debeat et intelligere suam voluntatem, et si responderit nolle ire cum conditionibus quibus fuit electus, scribatur et mandetur auctoritate hujius consilii nobili viro Marco da Lege castellano et provisori Mothoni quod omni studio et sollicitudine det operam levandi ex Mothono, Corono, et ex insula Jacynthi tercentos Stratiotos, et id plus quod poterit, et illos innavare debeat in arsile, et in aliis navigiis prout res exiget, et mittere in Albaniam, expeditusque a Jacyntho Modonum redeat; dicto autem castellano mitantur ducati ter mille pro dandis duabus pagis Stratiotis predictis, aut eo pluri , quod ei necessarium videretur, si forti ipsi Stratioti non contentarentur de duabus pagis.
(6)  Στις πληρωμές των Στρατιωτών ίσχυε το ‘ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι’ και οι οικογένειες τους βρίσκονταν τακτικά αντιμέτωπες με το φάσμα της πείνας, γι αυτό αν δεν τους έδιναν ‘πέντε και στο χέρι’ δεν θα πήγαιναν.
(7)  Kenneth M. Setton, The Papacy and the Levant (1204 – 1571): The Fifteenth Century, Volume II, σελ. 242, σημ. 39.
(8)  Το έγγραφο φέρει ημερομηνία 11 Ιανουαρίου 1479. Ο λόγος είναι ότι το Βενετικό έτος άρχιζε την 1η Μαρτίου. Ο Ιανουάριος ήταν για αυτούς ο 11ος μήνας του 1479 και όχι ο 1ος του 1480.
(9)  Σάθας, Μνημεία, τόμος 7ος, σελ. 22.
1479, 11 Januarii
Venit nuper in hanc urbem ad presentiam nostri dominii fidelissimus dominus Nicolaus Bocholi qui erat prefectus Stratiotorum insule Jacynthi et secum venerunt X aut XII Stratiote; qui, commemorata ingente calamitate et miseria in qua versatur propter suum necessarium discessum ex dicta insula, in quo quidem discessu affirmat per capitaneum classis Turci  contra formam promissionis facte spoliasse se omnibus bonis suis, adeo quia redactus est nudus et sine ullo prorsus presidiae sustentanda vitae, suppliciter petiit ut sibi et sociis fidelissimis devotissimis que nostris prospicere dignemur, ut vivere possint sub umbra nostri dominii; et quum fides et devotio prefati domini Nicolai erga statum nostrum merentur ut ei opportune provideamus, Vadit pars quod pro nun ut modum habeant Vivendi cum predictis eius sociis donec aliter ei prospectum fuerit, denture ei ducati centum, et similiter denture ducati centum Petro Busichio capitaneo Stratiotorum Neapolis partiendi inter eum et ceteros Stratiotos qui secum venerunt.

5 σχόλια:

  1. Ἀκόμα μία ἐνδιαφέρουσα πραγματεία ποὺ ξεδιαλύνει τὶς περιπέτειες τῶν παράξενων αὐτῶν καβαλάρηδων. Ποὺ μὲ τὸ ἐξωτικὸ γιὰ μᾶς παρουσιαστικό, λὲς καὶ ξεπήδησαν καλπάζοντας ἀπ' τὶς σελίδες κάποιου παραμυθιοῦ, διέσωσαν τὴν ἀρετὴ τοῦ γένους τους στὰ πεδία τῶν μαχῶν ἑνὸς μεταβαλλόμενου κόσμου. Φαίνονται λίγο ἀπόμακροι, ὅμως εἶναι ἁπλῶς οἱ πρόγονοί μας.

    Καλὴ συνέχεια, καλὴ χρονιὰ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το ότι το παρουσιαστικό τους μας φαίνεται εξωτικό είναι δείγμα της αποξένωσης μας από ένα τμήμα του ιστορικού μας παρελθόντος. Τα παράξενα ρούχα τους δεν είναι παρά η ενδυμασία των Ελλήνων το 15ο και 16ο αιώνα, η οποία βρισκόταν σε χρήση και το 17ο. Εμείς όμως πιστεύουμε πως περάσαμε από τους χιτώνες κατευθείαν στις φουστανέλες. Για τους Δυτικοευρωπαίους της εποχής τους ήταν βέβαια ρούχα εξωτικά, και θα δούμε Στρατιώτες, σε λίγο καιρό, στην εικονογράφηση ενός βασιλικού παραμυθιού των αρχών του 16ου αιώνα. Προς τα μέσα του αιώνα εκείνου όμως δεν τους φαίνονταν πια τα ρούχα αυτά παράξενα. Ήταν η μόδα στις βασιλικές αυλές! Θα τα πούμε αυτά. Καλή χρονιά και να θυμίσω πως οι Στρατιώτες ψάχνουν κάποιον να τραγουδήσει την παλληκαριά τους από τον καιρό του Μανόλη Μπλέσση, κοντά 350 χρόνια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. διάβασα το άρθρο σας,από ανάρτηση που έκανε φίλη μου,στο Επτανησιακό FB που έχουμε κάνει,Θαύμασα την βαθειά γνώση της ιστορίας της περιόδου των Τόκκων που έχετε.Συγχαρητήρια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ευχαριστώ πολύ αλλά η αλήθεια είναι ότι για την περίοδο αυτή τα στοιχεία είναι λιγοστά. Μακάρι να ξέραμε περισσότερα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .