Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

Ο βασιλιάς, ο καστρόπυργος, και η Θαλασσομαχούσα


Μπορεί οι Βενετοί να μην άφησαν κανένα στοιχείο για τα Στροφάδια επί πολλές δεκαετίες μετά το 1416, άφησαν όμως άλλοι, ο πρώτος ένας Φλωρεντινός. Ο περιηγητής Cristoforo Buondelmonti (1) μας λέει στα 1420 ότι οι μοναχοί ήταν πάνω από 50 και ζούσαν σε ένα πύργο, επειδή οι παλιότεροι είχαν απαχθεί από βαρβάρους (2). Αναφέρεται σε Guminus και Caloieri, λέγοντας με άλλα λόγια ότι ήταν ορθόδοξοι, και πληροφορεί ότι η εκκλησία ήταν μέσα στον πύργο. Ακόμη ότι ζούσαν χωρίς να τρώνε καθόλου κρέας αλλά μόνο ψάρια ξεραμένα στον ήλιο, ξερό ψωμί, και νερό, για να παραδώσουν την ψυχή τους στον Ύψιστο άσπιλη (3).
Η αναφορά σε πάνω από 50 μοναχούς δείχνει ότι το μοναστήρι ήταν καλά εδραιωμένο το 1420 και δεν αποτελούσε κάποια πρόσφατη προσπάθεια επανεγκατάστασης ορθοδόξων στα Στροφάδια. Οι αιχμάλωτοι δηλαδή που εξαγόρασε ο Gritti το 1411, όπως δικαιολογημένα υποστηρίζει ο Δ. Μούσουρας (4), ήταν ορθόδοξοι. (Διόρθωση 28/09/11: ο Μούσουρας λέει μόνο ότι το μοναστήρι ήταν ορθόδοξο πολύ πριν το 1420)  
Το ότι η εκκλησία βρισκόταν μέσα στον πύργο είναι επίσης αξιοσημείωτο, γιατί αυτή η διάταξη διατηρήθηκε μέχρι σήμερα και είναι μοναδική σε ορθόδοξο μοναστήρι (5). Επιπλέον, είναι νομίζω μία ισχυρή ένδειξη ότι το κατώτερο μέρος του παλιού, δυτικού τμήματος του καστρόπυργου είναι το ίδιο που φτιάχτηκε από τους Βενετούς το 1416. Μάλλον δεν είναι τυχαίο ότι κοιτώντας τον από τα δυτικά θυμίζει τους Βενετσιάνικους πύργους της Νάξου. Κατά τους Γ. Πουλημένο και Ι. Στουφή – Πουλημένου η Μονή Στροφάδων δεν είναι ένα μοναστήρι με αμυντικό πύργο αλλά ένα οχυρωματικό έργο που επανδρώθηκε από μοναχούς (6). Αυτό δεν συνάδει μόνο με την απομόνωση και την τρωτότητα της μονής αλλά και με τα σχέδια των Βενετών το 1416 όπως υποστήριξα σε κείνη την ανάρτηση. Ο καστρόπυργος είναι φτιαγμένος για να αντέχει, σε σημαντικό βαθμό, σε βολές πυροβολικού που διέθεταν οι οργανωμένοι στρατοί της εποχής και όχι μόνο για να αντιστέκεται στον ελαφρά οπλισμένο συρφετό που αποβιβαζόταν από τις πειρατικές φούστες.
Η Βενετική ευεργεσία ξεχάστηκε σχετικά γρήγορα. Απομεινάρι της το 1532 ήταν μονάχα η σχέση της μονής με την οικογένεια Loredan που επικαλέσθηκε τότε ο ηγούμενος. Μια άλλη ευεργεσία όμως δεν ξεχάστηκε ποτέ. Ίσως γιατί προήλθε από ένα βασιλιά ορθόδοξο που μιλούσε τη γλώσσα τους – ένα δικό τους βασιλιά. Στον κώδικα των Στροφάδων, χρονολογημένο 1704-1705, αναφέρεται ότι το μοναστήρι ανακαινίστηκε από τον Ιωάννη Η’ Παλαιολόγο (7). Το ίδιο αναφέρει και ένα δίπτυχο της μονής περίπου ένα αιώνα αργότερα (8). Τόσο μάλιστα έντονη ήταν η ανάμνηση της ευεργεσίας του Ιωάννη ώστε σε ένα γράμμα ζητείας του 1707  υποστηρίζεται ότι ο αυτοκράτορας ίδρυσε τη μονή (9)!
Το δίπτυχο του 19ου αιώνα αναφέρει σαν χρονολογία της ανακαίνισης το 1440 (10). Τη χρονολογία αυτή δεν αποδέχεται ο Μούσουρας (11) ενώ οι Πουλημένος και Στουφή – Πουλημένου (12) τη θεωρούν προβληματική. Πραγματικά, πρόκειται για μια προσπάθεια από τους μοναχούς της εποχής να προσδιοριστεί μια ξεχασμένη χρονολογία συνδέοντας την ανακαίνιση με το πολύ γνωστό ταξίδι του Ιωάννη για τη σύνοδο της Φλωρεντίας (1437-1440). Αν και τα πλοία που μετέφεραν την πολυπληθή ορθόδοξη αντιπροσωπεία πέρασαν από την περιοχή, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να δείχνει ότι σταμάτησαν στα Στροφάδια.
Τόσο η μετάβαση όσο και η επιστροφή έγιναν στην καρδιά του χειμώνα και ήταν ταξίδια δύσκολα. Όπως μας λέει ο μέγας εκκλησιάρχης της Αγίας Σοφίας Σίλβεστρος Συρόπουλος στα απομνημονεύματα του, όλοι οι σκλάβοι (13) πέθαναν από πανώλη στο πρώτο ταξίδι και τα πλοία κινδύνεψαν σοβαρά από καταιγίδα στην Κεφαλονιά. Με τα μεγάλα και γνωστά διλήμματα περί ένωσης των Εκκλησιών που απασχολούσαν τον Ιωάννη, και τη δυσκολία του ταξιδιού, ούτε η επίσκεψη σε νησίδες, ούτε η ανακαίνιση μονών θα ήταν στην ημερήσια διάταξη. Ούτε και χρήματα υπήρχαν πλέον. Όλα τα έξοδα μετάβασης και παραμονής της αντιπροσωπείας στην Ιταλία τα πλήρωσε ο πάπας.
Πότε λοιπόν ανακαίνισε ο αυτοκράτορας το μοναστήρι των Στροφάδων; Ένα άγνωστο, ή  απόλυτα παραμελημένο, στοιχείο είναι πως το 1436 πέρασε από τα Στροφάδια ο Ισπανός προσκυνητής και περιηγητής Pero Tafur. Επειδή είχε πέσει ο αέρας του δόθηκε η δυνατότητα να αποβιβαστεί. Πήγε στους μοναχούς – που τους αποκαλεί calogueros του Αγίου Βασιλείου – ψάρια, γιατί ήξερε και αυτός πως δεν τρώνε κρέας. Τον δέχτηκαν με ευχαρίστηση και τον ξενάγησαν στο μοναστήρι, που το λέει Estanfárie – προφανώς εκ του Σταμφάνη, όπως λέγεται το μεγαλύτερο από τα νησιά (14). Εντυπωσιάστηκε αρκετά λοιπόν ο Tafur για να χαρακτηρίσει το μοναστήρι muy notable, πολύ αξιοπρόσεκτο. Το συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε είναι πως μάλλον δεν χρειαζόταν ανακαίνιση γιατί είχε ήδη ανακαινισθεί από τον αυτοκράτορα.
Μία επιπλέον ένδειξη είναι πως ο André Grasset de Saint-Sauveur, που επισκέφθηκε τη μονή το 1781, έγραψε ότι την ίδρυσε μία  πριγκίπισσα της δυναστείας των Τόκκο (15). Αυτό βέβαια δεν είναι ακριβές, αφού γνωρίζουμε ότι η μονή προϋπήρχε της δυναστείας, παραπέμπει όμως έμμεσα στην εποχή του γάμου του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και της Ζακυνθινής Μαγδαληνής/Θεοδώρας Τόκκο (16). Ο γάμος είχε γίνει έξω από την πολιορκημένη Πάτρα τον Ιούλιο του 1428 όπως είχε αναφερθεί στο προηγούμενο. Ήδη τότε, όλα τα εδάφη της Βαρονίας της Πάτρας, εκτός από την ίδια την πόλη, φαίνεται πως είχαν περάσει στην εξουσία του αυτοκράτορα. Η ανακαίνιση δηλαδή πρέπει να έγινε στο δεύτερο ήμισυ του 1428 ή, πιθανότερα, το 1429.
Η μονή των Στροφάδων όπως την είδε ο André Grasset de Saint-Sauveur
Ας θυμίσουμε πως ο γάμος αυτός ήταν το αποτέλεσμα της ήττας του Κάρολου Α΄ Τόκκο από το στόλο του Ιωάννη Παλαιολόγου στη Ναυμαχία των Εχινάδων το 1427. Ο Ιωάννης δεν είχε μόνο αποκομίσει εδάφη και δόξα από τη νίκη του στις Εχινάδες αλλά και χρήματα (17). Τα ποσά για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων ευγενών και μόνο πρέπει να ήταν πολύ μεγάλα. Τα ξόδεψε όμως σε ευεργεσίες – οι δωρεές σε μοναστήρια ήταν από τις πιο συνηθισμένες της εποχής – που γέμισαν το άδειο πια από χρήματα ταμείο του (18). Με μέρος αυτών των χρημάτων έγινε λοιπόν, όπως φαίνεται, η ανακαίνιση της μονής των Στροφάδων (19) (20).
Ένα ερώτημα που είναι εύλογο και πρέπει να απαντηθεί είναι το αν οι Παλαιολόγοι πριν την ανακαίνιση προσάρτησαν τα Στροφάδια, αφού οι διάφοροι ηγεμόνες δεν έκαναν δωρεές αποκλειστικά σε μονές της επικράτειας τους. Μέσα σε λίγα χρόνια οι Βυζαντινοί είχαν ουσιαστικά εξαλείψει τη Βαρονία της Πάτρας και περιορίσει τα υπολείμματα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας σε δύο μόνο κάστρα, απορροφώντας όλες τις κτήσεις τους. Ταυτόχρονα είχαν πάρει από το Δουκάτο της Αγίας Μαύρας όλα τα εδάφη που είχε αποκτήσει στο Μοριά και του είχαν στερήσει τη δυνατότητα για θαλάσσιες πολεμικές επιχειρήσεις. Τα Στροφάδια ήταν δικά τους αν τα ήθελαν. Και τα ήθελαν!
Ο λόγος ήταν ελάχιστα διαφορετικός από αυτό των Βενετών το 1416. Ο Πρίγκιπας Κεντυρίων Ζακκαρία κρατούσε ακόμη τα κάστρα της Χαλανδρίτσας και της Αρκαδιάς και ήταν ο επόμενος στόχος. Πραγματικά το καλοκαίρι του 1429, και ενώ η πόλη της Πάτρας αντιστεκόταν ακόμη στις δυνάμεις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ο μικρός Παλαιολόγος, ο Θωμάς, εμφανίζεται στο προσκήνιο πολιορκώντας τη Χαλανδρίτσα. Αν η Αρκαδιά δεν ήταν ακόμη υπό πολιορκία η σειρά της θα ερχόταν πολύ σύντομα. Τα Στροφάδια βρίσκονται ακριβώς απέναντι της σε απόσταση 31 ναυτικών μιλίων. Ένας χρήσιμος και ήδη οχυρωμένος σταθμός ανεφοδιασμού σε νερό, ευκαιριακό καταφύγιο, παρατηρητήριο και ορμητήριο ενέδρας για τα Βυζαντινά κάτεργα από τη Γλαρέντζα και το Ποντικόκαστρο (21). Για την Ιστορία η πόλη της Πάτρας παραδόθηκε λίγο αργότερα, ενώ οι τελευταίοι υποστηρικτές του αρχιεπισκόπου Μαλατέστα άντεξαν την πείνα και τις κακουχίες, κλεισμένοι στο κάστρο, μέχρι το 1430. Το Γενάρη αυτού του χρόνου παντρεύτηκε ο Θωμάς την κόρη του Ζακκαρία Αικατερίνη (Catharina), το μοναδικό γνήσιο του παιδί, παίρνοντας προίκα τη Χαλανδρίτσα. Το 1432 κληρονόμησε και την Αρκαδιά. Ολόκληρος ο Μοριάς ήταν στα χέρια των Παλαιολόγων εκτός από τις Βενετικές κτήσεις Μεθώνη, Κορώνη, Ναβαρίνο, Άργος και Ναύπλιο.
Οι Παλαιολόγοι είχαν λοιπόν λόγους να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή στα Στροφάδια την εποχή της ανακαίνισης. Τι είδους ανακαίνιση όμως είχε ανάγκη το μοναστήρι όταν οι Βενετοί το είχαν οχυρώσει λίγο παραπάνω από μια δεκαετία νωρίτερα; Το ότι ξεκίνησαν τα έργα οι Βενετοί δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι τα τελείωσαν, αφού, όπως είπαμε, τον επόμενο χρόνο κατέλαβαν το Ναβαρίνο και κατά πάσα πιθανότητα το ενδιαφέρον τους για τα νησιά μειώθηκε. Ούτε σημαίνει πως ενδιαφέρθηκαν για χρήσιμες λειτουργικές εγκαταστάσεις πέρα από τις αμυντικές. Επιπλέον είναι απίθανο οι καθολικοί Βενετοί να φρόντισαν για το διάκοσμο του νέου ναού στο εσωτερικό του πύργου, ενός ναού ορθόδοξου. Μπορούμε νομίζω να πούμε με σιγουριά πως αυτό αποτέλεσε μέρος της ευεργετικής δράσης του Ιωάννη.
Πως αλλιώς θα μπορούσε άλλωστε να εξηγηθεί πειστικά η παρουσία μιάς αριστουργηματικής, Κωνσταντινουπολίτικης εικόνας στα Στροφάδια σε συνδυασμό με το μοναδικό και παράξενο προσωνύμιο της; Μιλάω βέβαια για την υπέροχη Παναγία Θαλασσομαχούσα που, προερχόμενη από τα Στροφάδια, βρίσκεται σήμερα στον Ι.Ν. Αγίου Διονυσίου στον Άμμο. Μόνο δώρο αυτοκρατορικό, αναμνηστικό της νίκης στη ναυμαχία των Εχινάδων και αφιέρωμα ευχαριστήριο στην Υπέρμαχο Στρατηγό, μπορεί να είναι.

Μία εικόνα της Θεοτόκου συνόδευε πάντα το Βυζαντινό αυτοκράτορα στη μάχη (22). Θα μπορούσε να είναι η ίδια εικόνα που συνόδεψε τον Ιωάννη σε αυτή την εκστρατεία; Σε ποιά θέση πιο αρμόζουσα θα μπορούσε να την είχε αναθέσει αν όχι σε ένα καστρόπυργο μοναστηριού αφιερωμένου στη χάρη της, στη μέση του πελάγους; Νομίζω πως όχι. Η εικόνα πού συνόδευε τον αυτοκράτορα θα επέστρεφε μαζί του στην Κωνσταντινούπολη με τις πρέπουσες τιμές. Επιπλέον η Θαλασσομαχούσα, αν και φορητή εικόνα, έχει αρκετά μεγάλες διαστάσεις (122,5 εκ. x 93 εκ.). Ο Βασίλειος Β΄ ( ο Βουλγαροκτόνος) στη μάχη της Αβύδου το 989 κρατούσε στο ένα χέρι το ξίφος και στο άλλο εικόνισμα της Παναγίας (23), το οποίο πρέπει να ήταν σημαντικά μικρότερο. Πρακτικά, η Νικοποιός εικόνα πρέπει να μπορούσε να φέρεται άνετα από έναν ιππέα της βασιλικής ακολουθίας. Το ενδεχόμενο όμως να φερόταν η Θαλασσομαχούσα από το πλοίο που μετέφερε τον Ιωάννη στο Μοριά, ή από τη ναυαρχίδα του Λεοντάριου, δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Προφανώς η ανάμνηση της τιμητικής αυτοκρατορικής ευεργεσίας και η προσωνυμία της Παναγίας διατηρήθηκαν, ενώ η ανάμνηση της νικηφόρας ναυμαχίας έσβησε με τον καιρό. Η παράδοση βέβαια μας λέει ότι η εικόνα ρίχτηκε στη θάλασσα από τους εικονοκλάστες και τα κύματα την έφεραν στα Στροφάδια. Γνωρίζουμε όμως πως το περί εικονομαχίας τμήμα της παράδοσης είναι δημιούργημα της κάπως πεζής φαντασίας κάποιου μοναχού, μιας και η Θαλασσομαχούσα έχει χρονολογηθεί (24) στις αρχές του 13ου αιώνα, δηλαδή κάμποσους αιώνες αργότερα.
Αν και μέχρι τώρα κανείς δεν είχε συνδέσει τη Θαλασσομαχούσα με τη ναυμαχία των Εχινάδων, υπάρχει ήδη σαν αντίλογος η άποψη πως η χρονολόγηση αυτή ενισχύει την βασιμότητα της παράδοσης περί ίδρυσης της μονής από το Θεόδωρο Α΄ Λάσκαρη. Πραγματικά ο Θεόδωρος Α΄ Λάσκαρης βασίλεψε στη Μικρά Ασία στο πρώτο μισό του 13ου αιώνα. Η παράδοση όμως διέσωσε μόνο τα ονόματα των ιδρυτών Θεόδωρος Λάσκαρης και Ειρήνη Λασκαρίνα – και τίποτα άλλο (25). Τόσο η ταύτιση των ιδρυτών με τον αυτοκράτορα της Νίκαιας και την κόρη του, όσο και η χρονική τοποθέτηση της ίδρυσης στα χρόνια της βασιλείας του, είναι κατοπινές υποθέσεις που βασίστηκαν αποκλειστικά στη σύμπτωση των ονομάτων.
Θεωρητικά, η ίδρυση από τον Θεόδωρο Α΄ ίσως ήταν δυνατή. Οι σχέσεις των Φράγκων φεουδαρχών της Αχαΐας με την Καθολική Εκκλησία κάθε άλλο παρά αρμονικές ήταν στην αρχή της Φραγκοκρατίας. Η καθολική ιεραρχία επιθυμούσε τον, με κάθε μέσο και πίεση, ασπασμό του δόγματος τους από τους ορθοδόξους υπηκόους των κατακτημένων περιοχών, αλλά οι πραγματιστές βαρόνοι, που δεν είχαν καμία διάθεση να έλθουν αντιμέτωποι με επαναστάσεις, δεν συνεργάζονταν. Οι σχέσεις τους είχαν πάρει το χαρακτήρα ψυχρού πολέμου και ο πρώτος βαρόνος της Πάτρας, ο Guillaume Aleman, δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει την κατοικία του Λατίνου αρχιεπισκόπου και τη μητρόπολη σαν οικοδομικά υλικά για το κάστρο του (26). Παρ’ όλα αυτά η επανασυμφιλίωση βαρόνων και Δυτικής Εκκλησίας ήταν ζήτημα χρόνου και οι Βυζαντινοί της Νίκαιας εξακολουθούσαν να είναι εχθροί και των δύο. Η ίδρυση μονής από ένα ορθόδοξο βασιλιά της Ανατολίας στην αντίθετη πλευρά της Φραγκοκρατούμενης Ελλάδας θα ήταν, από πολιτική και οικονομική σκοπιά, τόσο σοφή όσο η απόφαση ενός σημερινού Αμερικανού να στήσει ιδιωτική επιχείρηση στο Ιράν. Όπως άλλωστε είδαμε, η μονή είχε περάσει στα χέρια των καθολικών στα τέλη του αιώνα, και ίσως πολλές δεκαετίες νωρίτερα.
Ακόμα και αν ο Θεόδωρος Α΄Λάσκαρης ήταν ο ιδρυτής της μονής τίποτα δεν τον συνδέει με την εικόνα αυτή. Ούτε βέβαια η υπόθεση ότι ήταν δώρο δικό του εξηγεί την ονομασία της εικόνας, ενώ αντίκειται και στον περί αυτής θρύλο. Σύμφωνα με αυτόν η Θαλασσομαχούσα ονομάστηκε έτσι γιατί έφτασε στα Στροφάδια από την Κωνσταντινούπολη – όχι από τη Νίκαια – ταξιδεύοντας όρθια πάνω στα κύματα. Προσωπικά πιστεύω ότι αυτό είναι το αληθινό, ποιητικό-λατρευτικό τμήμα της παράδοσης. Αυτό που μας λέει πως ήρθε πάνω σε πολεμικό πλοίο (27).

--------------------------------------------------------------------- 
(1)  Cristoforo Buondelmonti, Liber insularum Archipelagi, σσ. 61-62.
(2)  In ea igitur fraternitas Caloierorum resedit, quae cum piscibusque aqua asperam trahit vitam. Et quia, semel a barbaris captivi, omnes venditi fuerunt, moderni colentes, ut secure viam Dei contemplari possent, turrim aedificavere , in qua vere vitam gerunt heremiticam, et ex omni progenie plus quam quinquaginta ibi coadunati recreantur.Η αναφορά σε βαρβάρους παραπέμπει σε Βορειοαφρικανούς, κατοίκους δηλαδή της Μπαρμπαριάς (Βέρβερους).
(3)  In quibus turris cum ecclesia est, et Caloieri horis canonicis in eam conveniunt, ubi Guminus, i. e. prior, vitam sanctorum patrum coram omnibus legendo declarat. Igitur quid sit vita istorum, iudica, pater, quia cerie asperrima reputatur, cum spatium habeant unius milliarii et a terra octingentorum stadiorum elongati. Ibi carnes neglectae sunt, et cum piscibus, saepe a sole combustis, paneque arido et aqua vitam sustentare congaudent, ut Altissimo immaculatam quilibet suam possit reddere animam.
(4)  Διονύσιος Μούσουρας, Αι μοναί Στροφάδων και Αγίου Γεωργίου των Κρημνών Ζακύνθου, σ. 50.
(5) Αικατερίνη Θεοδωροπούλου, Η Μονή Στροφάδων: Αποτύπωση – Παθολογία – Προδιαγραφές Αποκατάστασης, Διατριβή Διπλώματος Ειδίκευσης, σ. 21.
(6)  Γρηγόρης Α. Πουλημένος και Ιωάννα Στουφή – Πουλημένου, Το Οικοδομικό Χρονικό της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Στροφάδων, Μονές της Ζακύνθου: Ιστορία – Αρχιτεκτονική – Τέχνη, Πρακτικά Επιστημονικής Ημερίδας, 1996, σ. 233.
(7)  Μούσουρας, Αι μοναί, σ. 61.
(8)  Παναγιώτης Χιώτης, Ιστορικά απομνημονεύματα της νήσου Ζακύνθου, τ. Β΄, σ. 535.
(9)  Μούσουρας, Αι μοναί, σ. 304.
(10)  Ανεκαινίσθη το μοναστήριον των Στροφάδων από τον μακαρίτην Ιωάννην Παλαιολόγον Αυτοκράτορα Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος ήτον βασιλεύς εις τους 1440.
(11)  Μούσουρας, Αι μοναί, σ. 59.
(12)  Πουλημένος και Στουφή – Πουλημένου, Το Οικοδομικό Χρονικό, σ. 230.
(13)  Οι σκλάβοι ήταν από τα σημαντικότερα προϊόντα εξαγωγής των λιμανιών της Μαύρης Θάλασσας, από όπου επέστρεφαν τα Βενετικά πλοία που μετέφεραν τους ορθόδοξους στην Ιταλία, αν και το συγκεκριμένο φορτίο ήταν παράνομο.
(14)  é seys millas antes fallamos un escullo do está un monesterio muy notable de calogueros de Sant Basilio, que nosotros los latinos llamamos monges, é allí, porque el viento era escaso é por ver el monesterio, rogué al patrón que con la barca me embiase, é fui al monesterio, é léveles pescado, que Jamás ellos según su regla non comen carne; ellos nos rescibieron alegremente c nos mostraron la casa, é luego nos par"timos. Dizen los de aquella tierra que viven santamente ; á este monesterio llaman Estanfárie., από το Coleccion De Libros Españoles Raros Ó Curiosos, τ. 8, σσ. 44-45.
(15)  Une princesse de la famille Tocchis, régnante à Zante, bâtit le monastére de Strophades, sous l’invocation du rédempteur;”, André Grasset de Saint-Sauveur, Voyage historique, littéraire et pittoresque dans les isles et possessions ci-devant vénitiennes du Levant, σ. 324.
(16)  Πουλημένος και Στουφή – Πουλημένου, Το Οικοδομικό Χρονικό, σ. 231.
(17)  Ου μην αλλ’ επεί και πλούτος υπετέθη τη ανδρία”, Σπυρίδων Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τ. Γ’, Ανωνύμου Πανηγυρικός εις Μανουήλ και Ιωάννην Η΄ τους Παλαιολόγους, βλέπε π. 50, σ. 198.
(18)  Βλέπε προηγούμενη παραπομπή.

(19)  Ο William Miller στο The Latins in the Levant, a history of Frankish Greece (1204-1566), σ. 534, έγραψε “When, however, the Greeks recovered Achaia, the Emperor John VI restored the monastery of the Redeemer.” Ο Miller εννοούσε βέβαια John VIII και όχι John VI, ενώ συνδέει την ανακαίνιση της μονής με την κατάκτηση της Αχαΐας. Δεν είναι ξεκάθαρο άν λέγοντας Αχαΐα εννοεί την περιοχή της Πάτρας ή το Πριγκηπάτο της Αχαΐας. Το σίγουρο είναι πως δεν συνδέει τα Στροφάδια με την Αγία Μαύρα ή τη Βενετία.
(20)  Η σύλληψη της ιδέας ότι η μονή των Στροφάδων ανακαινίσθηκε με χρήματα που είχαν σαν προέλευση τη νίκη στις Εχινάδες δεν είναι δική μου. Ανήκει, μαζί με την ευγνωμοσύνη μου, στον Pierre A. MacKay, ομότιμο καθηγητή στο Τμήμα Κλασσικών Σπουδών του University of Washington. Κατά ευτυχή σύμπτωση δούλευε πάνω στον Ανώνυμο Πανηγυρικό όταν έψαχνα στοιχεία και εξηγήσεις για την ανακαίνιση πριν από ενάμιση χρόνο περίπου.
(21)  Δηλαδή το – μάλλον άτυχο στις ελληνικές ονομαστικές επιλογές που το αφορούν – Κατάκολο.

(22)  Bissera V. Pentcheva, Icons and power: the Mother of God in Byzantium, σ. 75. 
(23)  Βλέπε προηγούμενη παραπομπή.
(24)  Μυρτάλη Αχειμάστου – Ποταμιάνου, Εικόνες της Ζακύνθου, σσ. 46-48.
(25)  Π. Χιώτης, Ιστορικά απομνημονεύματα, τ. Β΄, σσ. 535-536.
(26)  William Miller, The Latins in the Levant, σ. 51.
(27)  Κατά την ταπεινή μου άποψη η Θαλασσομαχούσα θα πρέπει να μεταφερθεί από την εκκλησία στο μουσείο της μονής, όχι μόνο γιατί αδικείται από το φωτισμό αλλά και γιατί αποτελεί εθνικό κειμήλιο.

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Αρχές του 15ου αιώνα στον περίγυρο των Στροφάδων


Η σημερινή ανάρτηση δεν παρουσιάζει κανένα νέο στοιχείο. Αποκλειστικός σκοπός της είναι να περιγράψει το πως, και πότε ακριβώς, πέρασε στα χέρια των Βυζαντινών η Βαρονία της Πάτρας – και μαζί της και τα Στροφάδια . Θα συνιστούσα πάντως σε όποιον σκοπεύει να συνεχίσει την ανάγνωση αυτής της σειράς αναρτήσεων να τη διαβάσει, ακόμα και αν είναι άριστος γνώστης της Ιστορίας εκείνων των χρόνων.

Στις αρχές του 15ου αιώνα η Ελλάδα ήταν όχι μόνο κατακερματισμένη σε κράτη και κρατίδια, αλλά και πεδίο συνεχών πολεμικών συγκρούσεων και εδαφικών ανακατατάξεων. Ο παραπάνω χάρτης δίνει μια εικόνα της εδαφικής διαίρεσης σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, στα 1422, και ελπίζω ότι θα βοηθήσει τον αναγνώστη να παρακολουθήσει την περιληπτική εξιστόρηση των γεγονότων στη νοτιοδυτική Ελλάδα.
Η Ζάκυνθος ανήκε στον Κάρολο Α΄ Τόκκο, Δούκα της Αγίας Μαύρας (Λευκάδας), ένα δραστήριο και δυναμικό ηγεμόνα, αν και τοπικά την εξουσία εξασκούσε ο αδελφός του Λεονάρδος Β΄, Κόμης της Ζακύνθου. Ο Κάρουλος, όπως συνήθως αποκαλούνταν στα Ρωμαίικα, είχε διεκδικήσει με επιτυχία την κληρονομιά του στην Ήπειρο και διώξει τους Αρβανίτες πολέμαρχους που είχαν κυριαρχήσει για ένα διάστημα εκεί. Σαν κύριος της Άρτας, των Ιωαννίνων, και του μεγαλύτερου μέρους της δυτικής Ελλάδας, είχε πάρει τον τίτλο του δεσπότη από το Βυζαντινό αυτοκράτορα το 1415.    Ταυτόχρονα, από το 1404 και μετά, είχε εμπλακεί σε πόλεμο με τον Πρίγκιπα της Αχαΐας Κεντυρίωνα Ζακκαρία – που ήταν άντρας της ανιψιάς του, κόρης του Λεονάρδου – και κυριεύσει τη Γλαρέντζα (Κυλλήνη), για να τη χάσει ξανά μερικά χρόνια αργότερα. Της κατάστασης επωφελήθηκαν οι Βυζαντινοί, πού επιτέθηκαν στον Κεντυρίωνα παίρνοντας τον κάμπο της Μεσσηνίας και ένα μέρος της Ηλείας. Το Πριγκιπάτο της Αχαΐας είχε οδηγηθεί σε επιθανάτια παρακμή.
Το 1418 ένας Γενουάτης μισθοφόρος του Κεντυρίωνα αποκαλούμενος Λιβέρης (Oliveiro Franco), αποφάσισε να αυτοαπασχοληθεί. Κατέλαβε λοιπόν την Γλαρέντζα, της οποίας μάλλον ήταν φρούραρχος, αιχμαλωτίζοντας την οικογένεια του Κεντυρίωνα. Χωρίς να έχει άλλη επιλογή ο πρίγκιπας τον πάντρεψε με την εξώγαμη κόρη του και του έδωσε τη Γλαρέντζα προίκα. Ο Λιβέρης όμως, που δεν φαίνεται να είχε κίνητρα ερωτικά, πούλησε τη Γλαρέντζα στον Κάρολο Τόκκο μετά από τρία χρόνια και έφυγε από την Ελλάδα. Έτσι ο ‘φτωχός’ πρίγκιπας – που εκτός από τους συμπεθέρους του δεν είχε καλές σχέσεις ούτε με τον αδελφό του τον Αρχιεπίσκοπο Πατρών – βρέθηκε να εξουσιάζει μόνο τη Χαλανδρίτσα – νότια της Πάτρας – και την Αρκαδιά (Κυπαρισσία), ενώ το Ναβαρίνο το πούλησε στους Βενετούς (1) θέλοντας και μη (αφού το είχαν ήδη καταλάβει το 1417).
Ο αρχιεπίσκοπος, που είχε για πολλά χρόνια αποφύγει τους πονοκεφάλους αφήνοντας τους Βενετούς να διοικούν την Πάτρα, τελικά γλύτωσε από τις εγκόσμιες σκοτούρες το 1424. Οι Βενετοί ζήτησαν από τον πάπα να ορίσει Βενετό αρχιεπίσκοπο (2). Ήταν οι μόνοι, όπως αποδείχτηκε, που θα μπορούσαν να κρατήσουν τη βαρονία σε καθολικά χέρια. Ο Μαρτίνος Ε΄, που όπως είπαμε στην προηγούμενη ανάρτηση δεν εμπιστευόταν τους Βενετούς στις υποθέσεις της Πάτρας, προτίμησε να διορίσει τον Pandolfo Malatesta. Ο Παντόλφο ήταν ανιψιός του αλλά πιο σημαντικό είναι πως ήταν κουνιάδος του Δεσπότη Θεοδώρου Β΄ Παλαιολόγου. Είχε έτσι την ελπίδα ότι θα απέφευγε μία επίθεση των Βυζαντινών εναντίον της Πάτρας.
Στο μεταξύ ο Κάρουλος της Αγίας Μαύρας είχε επεκτείνει την περιοχή που έλεγχε γύρω από την Γλαρέντζα στο μεγαλύτερο μέρος της Ηλείας. Επικεφαλείς των δυνάμεων του ήταν δύο από τους πέντε νόθους γιούς του, ο Ηρακλής (Ercole) και ο Τούρνος (Turno). Η σύγκρουση με τους Βυζαντινούς ήταν αναπόφευκτη καθώς οι Παλαιολόγοι ήθελαν να αποβάλλουν όλους τους Φράγκους από το Μοριά – εξαιρουμένων των ισχυρών Βενετών τους οποίους έβλεπαν και σαν πιθανούς συμμάχους εναντίον των Τούρκων.
Ο Θεόδωρος Α΄ Παλαιολόγος, θείος και προκάτοχος του Θεόδωρου Β΄, είχε από χρόνια εγκαταστήσει στο Δεσποτάτο μεγάλο αριθμό Αρβανιτών με αντάλλαγμα τις στρατιωτικές τους υπηρεσίες. Οι Αρβανίτες ήταν νομάδες κτηνοτρόφοι από την Αλβανία και την Ήπειρο που είχαν μετακινηθεί νότια πριν από αρκετές γενιές, συμπαρασύροντας και πολλούς ντόπιους του ίδιου πολιτιστικού επιπέδου και τρόπου ζωής. Οι άντρες, όπως γίνεται συχνά στους νομαδικούς πληθυσμούς (3), περνούσαν τη ζωή τους πάνω στη σέλα και με τα όπλα στα χέρια, ενώ τις περισσότερες δουλειές τις έκαναν οι γυναίκες και τα παιδιά. Έτσι είχε ενισχυθεί σημαντικά ο στρατός των Παλαιολόγων με μικρό κόστος. Στο Μοριά οι Αρβανίτες συνέχισαν τον παραδοσιακό τους τρόπο ζωής, και κάθε χειμώνα κατέβαζαν τα κοπάδια τους από τα ορεινά στον κάμπο της Ηλείας. Οι άνθρωποι του Καρόλου θεώρησαν καλό να τους ληστέψουν στα τέλη του 1426, παίρνοντας τους πολλά ζώα. Οι Αρβανίτες ήταν υπήκοοι του Δεσποτάτου, που είχε ήδη δεχθεί επιθέσεις από κουρσάρους της Αγίας Μαύρας στη Βοστίτσα (Αίγιο) και αλλού. Όχι μόνο ο Θεόδωρος Β΄ κήρυξε τον πόλεμο στον Κάρολο αλλά και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας των Ρωμαίων Ιωάννης Η΄, που ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός του δεσπότη, κατέβηκε στο Μοριά από την Κωνσταντινούπολη με το νεότερο αδελφό τους Κωνσταντίνο.
Ο Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος

Ο Αυτοκράτωρ Μανουήλ Β΄με την Αυτοκράτειρα Ελένη και τους τρείς μεγαλύτερους γιούς τους, Ιωάννη, Θεόδωρο και Ανδρόνικο
Ίσως πρέπει να θυμίσουμε εδώ ότι ο αυτοκράτορας είχε πέντε αδελφούς (4). Ο ασθενικός Ανδρόνικος, ήταν Δεσπότης Θεσσαλονίκης μέχρι το 1423. Εκείνη τη χρονιά η πόλη του ήταν πολιορκημένη από πολυάριθμο Τουρκικό στρατό και ο Ανδρόνικος, μη έχοντας αρκετούς πολεμιστές για να την κρατήσει, ούτε αρκετά πλοία για να σπάσει τον αποκλεισμό, την είχε παραχωρήσει (5) στους Βενετούς και καρεί μοναχός. Ένας άλλος ήταν ο Δημήτριος, το προβληματικό μέλος της οικογένειας, που όντας ακόμη στην εφηβεία είχε προσπαθήσει να αυτομολήσει στους Τούρκους. Τελικά είχε ζητήσει άσυλο από το Βασιλιά της Ουγγαρίας το 1423, δείχνοντας από τότε πως είχε πολλές πίκρες φυλαγμένες στους αδελφούς του. Είχε επιστρέψει όμως, και βρισκόταν στη Λήμνο που του ανήκε. Ο μικρότερος, ο Θωμάς, δεν είχε μέχρι τότε κάνει κάτι άξιο αναφοράς.
   Ο Ιωάννης και οι αδελφοί του πολιόρκησαν τη Γλαρέντζα ενώ ο στόλος τους την είχε αποκλείσει από τη θάλασσα. Ο Κάρολος Τόκκο μάζεψε στόλο από τις κτήσεις του, ηπειρωτικές και νησιωτικές, και τον ενίσχυσε με μισθοφορικά πλοία από τη Μασσαλία. Κατάφερε να έχει σημαντική αριθμητική υπεροχή και όρισε ναύαρχο το γιό του τον Τούρνο. Βυζαντινός ναύαρχος ήταν ο έμπειρος στρατηγός των Παλαιολόγων Δημήτριος Λάσκαρης Λεοντάριος ή Λεοντάρης. Ένας ανώνυμος πανηγυρικός (6) στον Ιωάννη Η΄ και στον πατέρα του Μανουήλ Β΄ υποστηρίζει ότι ο Λεοντάρης είχε πολύ συγκεκριμένες οδηγίες από τον αυτοκράτορα για το πως να ναυμαχήσει. Οι δύο στόλοι συναντήθηκαν, παραδόξως χειμώνα, το 1427 κοντά στους Κουρτσολάρους, δηλαδή τις Εχινάδες νήσους. Ήταν η ίδια περιοχή όπου ο Μακεδονικός στόλος είχε νικήσει τον Αθηναϊκό το 323 πΧ και το 1571 θα γινόταν η πιο αιματηρή ίσως ναυτική σύγκρουση της παγκόσμιας Ιστορίας, η ναυμαχία της Ναυπάκτου. Και αυτή η ναυμαχία ήταν αιματηρή, τουλάχιστον για τις δυνάμεις του Καρόλου, αφού κατά τον πανηγυρικό, που δίνει δραματικές λεπτομέρειες του αγώνα, οι απώλειες των Βυζαντινών ήταν ελάχιστες.
Η ναυμαχία κατέληξε σε μάχη σώμα με σώμα και οι Βυζαντινοί κατέλαβαν πολλά πλοία (7) και συνέλαβαν πάνω από 150 αιχμαλώτους. Οι νεκροί όμως ήταν πολλαπλάσιοι, κυρίως κωπηλάτες (8). Πολλοί από τους αιχμαλώτους ήταν ευγενείς (9) και ανάμεσα τους ο ανιψιός και διάδοχος (10) του Καρόλου και άλλοι συγγενείς του. Ο Τούρνος γλύτωσε τελευταία στιγμή, όταν η ναυαρχίδα του κατάφερε να ξεγαντζωθεί από το αντίπαλο πλοίο και με ευνοϊκό άνεμο να ξεφύγει, για να προσαράξει τελικά στη Λευκάδα. Έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του Βυζαντινού ναυτικού, μία περίλαμπρη αλλά τελευταία νίκη.
Η πολιορκία της Γλαρέντζας συνεχίστηκε και ο Κάρολος αναγκάστηκε να δώσει σύζυγο στο νεαρό δεσπότη Κωνσταντίνο την ανιψιά του τη Μαγδαληνή (Maddalena) και μαζί όλες τις κτήσεις του στην Ηλεία. Ο γάμος έγινε τον Ιούλιο του 1428 έξω από την Πάτρα (11). Έγινε εκεί γιατί οι Παλαιολόγοι δεν είχαν χάσει καιρό – η Γλαρέντζα τους είχε παραδοθεί το Μάιο – και, έχοντας καταλάβει τα εδάφη της Πάτρας, πολιορκούσαν την ίδια την πόλη. Ανάμεσα στα εδάφη της Πάτρας ήταν – όπως δείχνουν τα λίγα στοιχεία που υπάρχουν – και τα Στροφάδια. Για τους Παλαιολόγους και τη σχέση τους με τα Στροφάδια όμως θα τα πούμε στο επόμενο.

------------------------------------------------------------------------- 
(1)  Kenneth M. Setton & Harry W. Hazard, A History of the Crusades, τ. 3, The Fourteenth and Fifteenth Centuries, σ. 164
(2)  Βλέπε προηγούμενη παραπομπή.
(3)  Ανακοινώσεις στο Central and Inner Asian Seminar, University of Toronto, 1 May 1998 and 23 April 1999, John Masson Smith Jr., The Nomads’ Armament: Home Made Weaponry, σ. 52.
(4)  Άλλοι δύο πέθαναν σε πολύ μικρή ηλικία.
(5)  Το αν είχε πουληθεί ή παραχωρηθεί η Θεσσαλονίκη είναι ζήτημα αμφισβητούμενο.
(6)  Σπυρίδων Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τ. Γ’, Ανωνύμου Πανηγυρικός εις Μανουήλ και Ιωάννην Η΄ τους Παλαιολόγους. Η ναυμαχία περιγράφεται στίς σελίδες 195-197.
(7)  Τα πολεμικά της εποχής έφεραν ένα είδος ράμφους στην πλώρη με το οποίο προσπαθούσαν να εμβολίσουν το αντίπαλο σκάφος. Αντίθετα με το έμβολο της αρχαίας τριήρους το ράμφος της γαλέρας ήταν πολύ ψηλότερα από την επιφάνεια της θάλασσας και στόχος ήταν να ακινητοποιηθεί το άλλο πλοίο και όχι να βυθιστεί. Μετά τον εμβολισμό χρησίμευε σαν γέφυρα για ρεσάλτο και κατάληψη του εχθρικού.
(8)  Οι κωπηλάτες δεν έφεραν πανοπλία και έτσι ήταν ευάλωτοι στα βέλη και τα άλλα όπλα του αντιπάλου.
(9)  Οι εξελιγμένες πανοπλίες των ευγενών όχι μόνο τους προφύλασσαν από τα εχθρικά όπλα αλλά και τους ξεχώριζαν σαν πολύτιμους αιχμαλώτους που θα απέφεραν μεγάλα ποσά σε λύτρα.
(10)  Ο Κάρολος Α΄ είχε μόνο νόθους γιούς και γι’ αυτό είχε υιοθετήσει τα παιδιά του αδελφού του Λεονάρδου.
(11)  Σπυρίδων Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τ. Γ’, Πρόλογος, σ. λα’.

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Οι ‘καλοί’ Βενετοί και οι καλόγεροι

Καλόγερος στα Στροφάδια το 1912
   Την άνοιξη του 1411 η Βενετία αποφάσισε (1) να αποζημιώσει τον Antonio Gritti, Βενετό πρόξενο στην Τύνιδα, για τα έξοδα εξαγοράς σκλάβων που είχε αρπάξει μία Βορειοαφρικάνικη φούστα (1). Ήταν μερικοί μοναχοί των Στροφάδων και τα άπορα μέλη του πληρώματος μίας Κορωναίικης γρυπαρίας (2).
Οι Κορωναίοι ήταν υπήκοοι της Βενετίας ήδη από διακόσια χρόνια νωρίτερα. Όταν ο Gritti εξαγόραζε την ελευθερία τους ήξερε εκ των προτέρων ότι θα πάρει τα λεφτά του πίσω. Οι Στροφαδιώτες όμως; Όπως θα δούμε σε επόμενη ανάρτηση δεν ήταν καν Καθολικοί. Δεν ξέρουμε πόσοι ήταν αλλά το ποσό ήταν σίγουρα μεγάλο. Αν και οι τιμές υπάκουαν στο νόμο της προσφοράς και της ζήτησης μπορούμε χοντρικά να πούμε πως ένας σκλάβος κόστιζε περίπου όσο ένα άλογο. Με σημερινούς όρους όσο ένα αυτοκίνητο. Αν ο καλός αυτός άνθρωπος απελευθέρωνε όποιον άπορο Χριστιανό έφτανε αλυσοδεμένος στο Τούνεζι, θα χρεοκοπούσε μέσα σε λίγους μήνες το πολύ. Πρέπει να ήταν σίγουρος για την αποζημίωση του και όντως αποζημιώθηκε. Γιατί όμως να πληρώσει, έτσι χωρίς ιδιαίτερο δισταγμό, η Βενετική Σινιορία αν δεν ήταν υπήκοοι της; Και μάλιστα πλήρωσε χωρίς νύξη για αίτηση αποζημίωσης από τον ηγεμόνα του οποίου ήταν υπήκοοι οι μοναχοί.
Βορειοαφρικάνικη φούστα ή γαλιότα με σπασμένο κατάρτι
Στα τεράστιας έκτασης Βενετικά αρχεία, που μελετώνται εντατικά από τους ερευνητές εδώ και δύο αιώνες, δεν έχει βρεθεί παλιότερο έγγραφο αναφερόμενο στα Στροφάδια. Αυτός είναι μάλλον ο λόγος που κανένας ιστορικός μέχρι τώρα δεν θεώρησε πιθανό ότι ανήκαν τότε στη Βενετία. Η μόνη εξήγηση που προτείνεται είναι πως ανήκαν στο Δουκάτο της Αγίας Μαύρας, το διάδοχο κράτος της Παλατινής Κομητείας Κεφαλληνίας και Ζακύνθου, και, επειδή οι Βενετοί δεν ήταν γνωστοί για ανιδιοτέλεια ή γενναιοδωρία, η απελευθέρωση των μοναχών εικάζεται πως ήταν το αποτέλεσμα μιας στενής και αμοιβαία επωφελούς σχέσης μεταξύ της μονής των Στροφάδων και της Βενετίας. Δεν αμφισβητώ ότι οι σχέσεις Στροφαδιωτών και Βενετών ήταν διαχρονικά καλές και αμοιβαία επωφελείς. Αυτό όμως καθόλου δεν σημαίνει πως οι Βενετοί θα έφταναν να αντιμετωπίζουν τους μοναχούς σαν υπηκόους τους. Η θεωρούμενη ειδική σχέση, ακόμα και αν την γνώριζε, δεν θα ενέπνεε τον Antonio Gritti με καμία βεβαιότητα ότι θα πάρει πίσω τα χρήματα του. Επιπλέον, όπως έδειξα στην προηγούμενη ανάρτηση, τα Στροφάδια δεν φαίνεται να ανήκαν στους Ορσίνι όταν διαφέντευαν τη Ζάκυνθο. Αντιπρότεινα ότι τα Στροφάδια πρέπει να ήταν έδαφος της Βαρονίας της Πάτρας.
Και πως, θα ρωτήσει κάποιος δικαιολογημένα, δένει η δική μου πρόταση με την απελευθέρωση των μοναχών το 1411; Η εξήγηση είναι πως το 1411 η Βαρονία της Πάτρας ανήκε προσωρινά στη Βενετία. Από το 1402 τουλάχιστον, η Βενετία ενδιαφερόταν για την Πάτρα ψάχνοντας για περισσότερα ερείσματα στο Μοριά (4). Τελικά νοίκιασαν τη βαρονία για μία πενταετία το 1408 (5) από τον Αρχιεπίσκοπο Στέφανο Ζακκαρία (Stefano Zaccaria), τον όχι ιδιαίτερα αγαπητό αδελφό του τελευταίου Φράγκου Πρίγκιπα της Αχαΐας Κεντυρίωνα Ζακκαρία (Centurione Zaccaria). Το 1413 επέστρεψαν την Πάτρα στη διοίκηση του αρχιεπισκόπου αλλά χωρίς να εγκαταλείψουν τις φιλοδοξίες τους και, μάλλον, ούτε την πραγματική εξουσία. Το 1417 η συμφωνία ανανεώθηκε και οι Βενετοί έγιναν πάλι, και τυπικά, κύριοι της βαρονίας. Η κατάσταση ανησύχησε τον Πάπα Μαρτίνο Ε΄, που έβλεπε να αποξενώνεται η περιουσία της Καθολικής Εκκλησίας και που είχε εύκολα διαβλέψει τις προθέσεις των Βενετών. Μετά την αντίδραση του η Βενετία παρέδωσε ξανά τη διοίκηση της Πάτρας στον αρχιεπίσκοπο το 1419 (6). Διατήρησε όμως σημαντική επιρροή μέχρι την κατάληψη της από τις δυνάμεις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου μια δεκαετία αργότερα. Με άλλα λόγια, οι Βενετοί αντιμετώπισαν τους μοναχούς των Στροφάδων σαν υπηκόους τους ακριβώς επειδή ήταν όντως υπήκοοι τους εκείνη την εποχή.
Όταν μιλήσαμε για τις σχέσεις της μονής των Στροφάδων με τη Βενετική οικογένεια Loredan είχαμε αναφέρει ένα άλλο Βενετικό έγγραφο που αφορούσε το μοναστήρι και που συντάχθηκε ακριβώς πέντε χρόνια μετά από αυτό για την αποζημίωση του Gritti. Είναι η απόφαση της Βενετίας να βοηθήσει τους μοναχούς των Στροφάδων να χτίσουν και να οχυρώσουν ένα κτίριο, για να προστατευτούν από τις επιθέσεις Μουσουλμάνων πειρατών που είχαν λεηλατήσει τα νησιά και πάρει αιχμαλώτους (7). Παρατηρούμε ότι η απόφαση αυτή του 1416 πάρθηκε στο διάστημα που οι Βενετοί είχαν παραδώσει τη διοίκηση της Πάτρας – και των Στροφάδων που ήταν εξάρτημα της – στον αρχιεπίσκοπο-βαρόνο Στέφανο Ζακκαρία. Ένα χρόνο αργότερα θα την αναλάμβαναν και πάλι. Η ‘φιλάνθρωπη’ και ‘ευσεβής’ αυτή χειρονομία θα είχε οπωσδήποτε τη σύμφωνη γνώμη του ‘συνεταίρου’ τους αρχιεπισκόπου και θα είχε παρθεί μετά από αίτημα των απελευθερωθέντων με την παρέμβαση του Gritti μοναχών.
Το περίεργο σε αυτή την υπόθεση είναι πως, λογικά, οι μοναχοί θα είχαν ζητήσει βοήθεια για την οχύρωση της μονής λίγο μετά την επίθεση των πειρατών. Οι Βενετοί όμως θυμήθηκαν το παραγκωνισμένο αίτημα μια ολόκληρη πενταετία αργότερα, και μάλιστα όταν δεν είχαν πλέον τυπικά καμιά υποχρέωση αφού τη διακυβέρνηση της βαρονίας εξασκούσε και πάλι ο αρχιεπίσκοπος. Προς τι λοιπόν αυτή η ξαφνική επίδειξη φιλανθρωπίας; Ο χρόνος της απόφασης, σε συνδυασμό με το ότι εκείνη τη χρονιά ο Πρίγκιπας της Αχαΐας Κεντυρίων Ζακκαρία διαπραγματευόταν την πώληση του Ναβαρίνου στους Γενουάτες (8), ρίχνει τη σκιά της υποψίας στα Βενετικά κίνητρα.
   Το Ναβαρίνο είναι πολύ κοντά στα δύο μάτια της Βενετίας στο Μοριά, τη Μεθώνη και την Κορώνη. Οι Βενετοί ήταν ανήσυχοι από την προοπτική οι αιώνιοι ανταγωνιστές και συχνοί αντίπαλοι τους να βάλουν πόδι στην περιοχή (9). Η Μεθώνη βρίσκεται μόνο 7 ναυτικά μίλια νότια του Ναβαρίνου. Τα Στροφάδια 38 ναυτικά μίλια βορειοδυτικά του. Επιπλέον είναι ακριβώς απέναντι από μία άλλη παραλιακή κτήση του Κεντυρίωνα, την Αρκαδιά (Κυπαρισσία). Τα νησάκια, που ίσως χαρίστηκαν στον πάπα γιατί θεωρούνταν μπελάς, απέκτησαν ξαφνικά στρατηγική αξία λόγω της θέσης τους και του πόσιμου νερού (10) που διέθεταν άφθονο (11).
Το λιμάνι και το κάστρο του Ναβαρίνου το 1680
   Τα κατ’ εξοχήν πολεμικά πλοία της εποχής ήταν τα λεγόμενα κάτεργα ή γαλέες (12) που σήμερα έχει επικρατήσει να λέγονται γαλέρες. Κάθε ένα από αυτά είχε 150-180 κωπηλάτες. Μαζί με τους υπόλοιπους ναυτικούς και το απαραίτητο άγημα τοξοτών ο αριθμός έφτανε, και συχνά ξεπερνούσε κατά πολύ, τους 250. Το καλοκαίρι, που γίνονταν και οι περισσότερες επιχειρήσεις, οι ανάγκες σε νερό ήταν πολύ μεγάλες, ιδιαίτερα αν υπήρχε νηνεμία. Θα μπορούσε να πεί κανείς πως το νερό ήταν το καύσιμο των πολεμικών του Μεσαίωνα στη Μεσόγειο. Όμως αυτά τα πλοία δεν μπορούσαν να μεταφέρουν μεγάλη ποσότητα φορτίου και κατά συνέπεια ούτε νερού. Η γεωγραφική θέση των Στροφάδων είναι τέτοια που, αν κάποιος σκόπευε να προχωρήσει σε ναυτικό αποκλεισμό του Ναβαρίνου και της Αρκαδιάς, ελέγχοντας τες επέκτεινε τη ζώνη αποκλεισμού και το χρόνο παραμονής των πλοίων του σε περιπολία. Ήταν δηλαδή τα νησιά ένας πολλαπλασιαστής δύναμης, κάτι σαν αβύθιστο πετρελαιοφόρο στόλου θα λέγαμε σήμερα, και ιδιαίτερα χρήσιμα για την αποσόβηση της εγκατάστασης ανεπιθύμητων νέων γειτόνων. Η προθυμία της Σινιορίας να βοηθήσει δήθεν τους μοναχούς έκρυβε την ορατή προοπτική να χρησιμοποιηθούν για την αποτροπή της Γενουατικής παρουσίας στο Μοριά. Ακόμη και αν αυτό δεν γινόταν επιτευκτό τα Στροφάδια θα βοηθούσαν στον μελλοντικό έλεγχο της ναυτικής δραστηριότητας των Γενουατών στην περιοχή.
Η κατασκευή οχυρού σε έδαφος που τυπικά δεν ανήκε στη Βενετία χρειαζόταν κάποια εύσχημη δικαιολογία και οι πειρατικές επιδρομές ήταν ιδανική. Έτσι ξεθάφτηκε το προ πενταετίας αίτημα των καλογέρων. Η παρουσία στις νησίδες πληρωμάτων του στόλου – που οι Βενετοί απασχολούσαν τακτικά στην κατασκευή οχυρωματικών έργων – θα απέτρεπε στο μεταξύ τυχόν κατάληψη τους από τον αντίπαλο. Τελικά, για να είναι σίγουροι, οι Βενετοί κατέλαβαν το Ναβαρίνο το 1417 (13), μόλις προλαβαίνοντας την κατάληψη του από τους Γενουάτες (14). Οι Βενετικές πηγές ιστορικών πληροφοριών για τα Στροφάδια θα σωπάσουν ξανά μέχρι το τέλος του αιώνα, ισχυρότατη ένδειξη πως η εξάρτηση τους από τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία εκείνο τον καιρό δεν ήταν παρά ένα σχετικά σύντομο επεισόδιο. Σε λίγο περισσότερο από μια δεκαετία όμως θα ανοίξει ένα καινούργιο κεφάλαιο της ιστορίας τους.

-------------------------------------------------------------------- 

(1) “31 mars - 7 avril 1411. Venise accorde, au consul de Tunis, Antoine Gritti ', la restitution des dépenses faites pour le rachat de quelques moines enlevés par une « fuste » maure sur l'île de Strivali ', et de quelques hommes sans moyens, pris par le même vais-seau sur une griparia de Coron.”, από το Revue de l’Orient latin, τ. 4ος, σ. 508.

(2)  Η φούστα ήταν μικρό πολεμικό τύπου γαλέρας με 48-72 κωπηλάτες. Μαζί με το υπόλοιπο πλήρωμα μπορεί να είχε πάνω από 100 ενόπλους, αφού και οι κωπηλάτες έπαιρναν μέρος στις μάχες αντίθετα με το αυτό που πιστεύουν πολλοί. Ήταν το πλοίο που προτιμούσαν οι πειρατές λόγω της ταχύτητας του, της ευελιξίας του και της δυνατότητας του να επιχειρεί σε ρηχά, παράκτια νερά.
(3)  Η λέξη γρυπαρία προέρχεται από τη λέξη γρύπος, όπως στο Μεσαίωνα λεγόταν το γνωστό μας ψαροκάικο. Ήταν δηλαδή ένα μεγάλο καΐκι που το χρησιμοποιούσαν κυρίως για μεταφορές. Οι Βενετοί το έλεγαν griparia και οι Τούρκοι igribar.
(4)  Κωνσταντίνος Σάθας, Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τ. 10ος, Cancellaria Secreta, 3.
(5)  Kenneth M. Setton, The Papacy and the Levant (1204-1571), Volume I, The Thirteenth and Fourteenth Centuries, σ. 14, και William Miller, The Latins in the Levant, a history of Frankish Greece (1204-1566), σ. 364.
(6)  Kenneth M. Setton & Harry W. Hazard, A History of the Crusades, τ. 3, The Fourteenth and Fifteenth Centuries, σ. 163.

(7) "6-11 avril 1416. Le gouvernement vénitien décide d'aider les moines des « scopuli Strivalii, siti prope Mothonum » à bâtir et à fortifier une maison pour se défendre contre les incursions des pirates musulmans, qui pillaient et prenaient des captifs dans l'Ile”, από το Revue de l’Orient latin, τ. 4ος, σ. 563.

(8)  Σπυρίδων Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τ. Γ’, Πρόλογος, σ. κγ’.
(9)  Βλέπε προηγούμενη παραπομπή.
(10)  αν λάχη και θέλης να πας εις τα Στρουφάδια διά νερόν άμε εις το ακρωτήριν το λιγνόν”, Armand Delatte, Les portulans grecs, σ. 52. 

(11)  ΄Ενας παλιός θρύλος των Στροφάδων λέει πως το νερό πηγαίνει εκεί υπόγεια από τον ποταμό Αλφειό. Λέγεται ότι έχουν βρεθεί φύλλα πλατάνου και άλλα αντικείμενα σε πηγάδια που είναι αδύνατο να προήλθαν από τα νησιά. Βλ. Walter Rodwell Wright, Horae Ionicae, σσ. 50-52. Ο θρύλος βέβαια δεν είναι αναγκαστικά μύθος. Βλέπε Cindy Clendenon, Ancient Greek Hydromyths About the Submarine Transport of Terrestrial Fresh Water Through Seabeds Offshore of Karstic Regions, σ. 5.
(12)  Και οι δύο όροι είναι ελληνικής προέλευσης. Το γαλέα προέρχεται από το σκυλόψαρο γαλέος λόγω του μακρόστενου σχήματος του πλοίου. Οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν τον όρο kadirga και οι Ιταλοί galea.
(13)  Kenneth M. Setton & Harry W. Hazard, A History of the Crusades, τ. 3, The Fourteenth and Fifteenth Centuries, σ. 163.
(14)  William Miller, The Latins in the Levant, a history of Frankish Greece (1204-1566), σ. 385.

 

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Ο πάπας, η πριγκηπέσα Ιζαμπώ, και τα Στροφάδια


Το να επισκεφτεί κανείς τη Μεσαιωνική ιστορία των Στροφάδων δεν είναι απλά ταξίδι σε βαθιά νερά. Πλέεις πάνω από μιαν άβυσσο σκοτεινή, κάτω από έναν ουρανό ανήλιο και ανάστερο, σε μια εποχή που ο μπούσουλας ήτανε περιφρονημένος και οι χάρτες λειψοί και λαθεμένοι. Στην καταχνιά που σκεπάζει τον ορίζοντα, σαν σε γιγάντια, τρισδιάστατη οθόνη, μπερδεύονται γεγονότα, θρύλοι, θαύματα, και λάθη, χορεύοντας, παίζοντας με το μυαλό σου. Λίγοι ιστορικοί τολμήσανε να βάλουνε πλώρη για κει, γιατί λίγα τα σημάδια και πολλοί οι ύφαλοι και οι ξέρες. Από τις ιστορίες που φέρανε πίσω καμιά δε με άφησε αδιάφορο. Άλλες εξάψανε τη φαντασία μου και άλλες μου κάτσανε στο στομάχι. Και στις δύο περιπτώσεις ήθελα να μάθω περισσότερα, να βρω δικά μου σημάδια.
Έτσι γεννηθήκανε μια σειρά κειμένων που θα αποτολμήσω τώρα να σας προτείνω. Από αυτά μπορείτε να πάρετε ή να αφήσετε ότι θέλετε. Είναι μόνο ένα κομμάτι από την ιστορία των Στροφάδων όπως την καταλαβαίνω εγώ, η δική μου προσωπική εξήγηση ενός ακόμα θαύματος αυτής της μικρής Χώρας των Θαυμάτων: του πως ο ‘καστρόπυργος των Παλαιολόγων’, το οχυρό μοναστήρι των Στροφάδων, έμεινε ακατάκτητο από την Οθωμανική Αυτοκρατορία όταν όλα τα άλλα κάστρα – εκτός από την απρόσιτη Μονεμβασιά – είχαν προ πολλού πέσει ή παραδοθεί. Το ταξίδι στο οποίο σας προσκαλώ είναι επίπονο αλλά δείτε το, αν θέλετε, σαν ένα νοερό προσκύνημα.
Ξεκινάμε σήμερα από το σωτήριον έτος 1299. 38 χρόνια νωρίτερα οι Βυζαντινοί είχαν ξαναπάρει από τους Φράγκους την Κωνσταντινούπολη. Εκτός όμως από την Ήπειρο, ολόκληρη η Ελλάδα, και σχεδόν όλα τα νησιά της, βρίσκονταν στα χέρια των Δυτικών. Μόνο στο Μοριά είχαν μερικά ισχυρά κάστρα οι Βυζαντινοί, που τους δόθηκαν μετά τη μάχη της Πελαγονίας. Δύο μέρες πριν την εκπνοή εκείνου του χρόνου, και του 13ου αιώνα, ο Πάπας Βονιφάτιος Η΄ έγραψε μια επιστολή (1). Σε αυτήν επικυρώνει το διορισμό ενός νέου ηγουμένου στη μονή των Στροφάδων (2), κάποιου Hugolino de Forolivio.
Ο Βονιφάτιος σε έργο του Giotto

Η επιστολή λέει πως η μονή ανήκε στο τάγμα των Βενεδικτίνων της Επισκοπής Ωλένης (στην Ηλεία) και βρισκόταν σε ένα νησί κοντά στο Πριγκιπάτο της Αχαΐας. Εκτός από το νέο ηγούμενο, επιστολές με παρεμφερές περιεχόμενο στάλθηκαν ταυτόχρονα στους μοναχούς, στον Κόμητα Κεφαλληνίας και Ζακύνθου Ριχάρδο Ορσίνι, στην Πριγκίπισσα της Αχαΐας Ισαβέλλα – την πριγκηπέσα Ιζαμπώ του ομώνυμου μυθιστορήματος του Τερζάκη – και στον Λατίνο Αρχιεπίσκοπο Πατρών.

Η σφραγίδα της Ισαβέλλας

Τό ότι η μονή ανήκε εκείνα τα χρόνια στη Δυτική Εκκλησία δεν προκαλεί έκπληξη. Αναρίθμητες εκκλησίες και μοναστήρια αρπάχτηκαν στην αρχή της Φραγκοκρατίας από τους Καθολικούς, μαζί βέβαια με τις περιουσίες τους. Εγείρει όμως η επιστολή κάποια ερωτήματα. Υπό ποία κοσμική εξουσία βρισκόταν το μοναστήρι; Το παπικό γράμμα αναφέρει ότι βρισκόταν σε νησί κοντά στο Πριγκιπάτο, όχι σε νησί του Πριγκιπάτου. Αν υποθέσουμε ότι ανήκε στην Κομητεία Κεφαλληνίας και Ζακύνθου γιατί να υπάγεται εκκλησιαστικά στην Αχαΐα; Δεν θα δημιουργούσε αυτό πρόβλημα πολιτικό και διπλωματικό; Γιατί οι δύο ηγεμόνες ενημερώνονται ταυτόχρονα σαν να είναι απλώς γείτονες και όχι σαν να ανήκει η μονή σε έναν από αυτούς; Μήπως δεν ανήκε σε κανέναν τους και ανήκε σε κάποιον άλλο, παραδείγματος χάριν τους Βενετούς αφέντες της ελάχιστα πιο μακρινής Μεθώνης; Όμως ο πάπας δεν έγραψε στο δόγη, άρα οι Βενετοί πρέπει μάλλον να αποκλειστούν. Ας αφήσουμε αυτά τα ερωτήματα να πλανώνται για λίγο και ας ασχοληθούμε με ένα άλλο.
Γιατί να χρειάζεται η επικύρωση του διορισμού από τον ίδιο τον πάπα, και γιατί η αρχική επιλογή του ηγουμένου έγινε στη Ρώμη; Οι ηγούμενοι μοναστηριών του Τάγματος των Βενεδικτίνων εκλέγονταν από τους μοναχούς και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις χρειαζόταν η επέμβαση του τοπικού επισκόπου (3). Ο επίσκοπος Ωλένης στη συγκεκριμένη περίπτωση αγνοήθηκε. Κάποιες σημαντικές μονές των Βενεδικτίνων υπαγόντουσαν κατευθείαν στη Ρώμη και ήταν τα λεγόμενα αββαεία. Ο ηγούμενος των Στροφάδων όμως αποκαλείται πρίωρ στην επιστολή και όχι αββάς. Ο πρίωρ ήταν, από το 10ο αιώνα και μετά, επικεφαλής μοναστηριού των Βενεδικτίνων που συνήθως ήταν εξαρτημένο από κάποιο αββαείο. Δείχνει δηλαδή πως η μονή των Στροφάδων δεν είχε ιδιαίτερα μεγάλη επιρροή και βαρύτητα. Ενδεικτικός, και εντυπωσιακός, είναι και ο υπολογισμός του αριθμού των μοναστηριών του τάγματος εκείνη την εποχή σε 37.000 (!) (4). Το ότι ο πάπας ασχολήθηκε με το διορισμό ηγουμένου σε ένα μεσαίας σημασίας μοναστήρι δεν ήταν συνηθισμένο γεγονός.
Ο συμπατριώτης Διονύσιος Μούσουρας – ένας από τους ελάχιστους ιστορικούς που ασχολήθηκε με την ιστορία των Στροφάδων εκείνη την εποχή – το αποδίδει σε μια πιθανή ανώμαλη κατάσταση που επικρατούσε στη μονή, βασισμένος σε κάποιες φράσεις της επιστολής (5). Πρέπει εδώ να πω ότι ο Μούσουρας έχει μελετήσει ανέκδοτο αντίγραφο της από τα αρχεία του Βατικανού ενώ στη διάθεση μου βρισκόταν μόνο η δημοσιευμένη περίληψη της. Η άποψη του φαίνεται δικαιολογημένη και θα μπορούσε με τη σειρά της να δικαιολογήσει την παπική εμπλοκή.
Όμως, λίγα χρόνια αργότερα, το 1306, ένας άλλος πάπας, ο Κλήμης Ε΄, έγραψε και αυτός μια επιστολή με σημείο αναφοράς τη μονή των Στροφάδων (6). Κατά παράκληση της Ισαβέλλας και του Επισκόπου του Albano (κοντά στη Ρώμη) – η επισκοπή αυτή είχε από παλιά στενές σχέσεις με τη Λατινική Αρχιεπισκοπή Πατρών, όπως επισημαίνει ο Μούσουρας – παραχώρησε ένα εγκαταλειμμένο μετόχι των Στροφάδων που βρισκόταν στην Επισκοπή Ωλένης, την Sancta Maria de Camina, στους Κιστερκίους μοναχούς του Δαφνιού. Η Ισαβέλλα ήθελε να το ενοποιήσει με μια νέα μονή που έχτιζε εκεί κοντά για την αντιμετώπιση πειρατικών επιδρομών, όπως ισχυριζόταν. Σε αυτή την επιστολή η μονή των Στροφάδων αναφέρεται σαν ‘b. Mariae de Strofaria ord.s.Ben. Cephaluden.’. Δηλαδή μας λέει ότι πλέον ανήκε στους Βενεδικτίνους της επισκοπής Κεφαλού.
Ο Κλήμης Ε΄ σε απεικόνιση του στην Παναγία των Παρισίων.
Ας μου επιτρέψετε εδώ μια παρένθεση. Αν τυχαίνει να μην ξέρετε που πέφτει η Κεφαλού σας πληροφορώ ότι βρίσκεται στη Σικελία. Πως θα πήγαινε κάποιος από τα Στροφάδια στη Σικελία εκείνο τον καιρό; Θα θαλασσοπνιγόταν με κανένα καϊκάκι και θα διακινδύνευε να αιχμαλωτιστεί από πειρατές για να πάει κατευθείαν;  Ή θα πήγαινε στον κοντινότερο θαλάσσιο κόμβο – τη Μεθώνη συγκεκριμένα – για να μπει σε κάποιο πλοίο της προκοπής; Η Μεθώνη ήταν μία ή δύο μέρες ταξίδι, ανάλογα με τον καιρό. Εκεί θα έπρεπε να περιμένει, ποιός ξέρει πόσο, ώσπου να βρει πλοίο για Σικελία, επειδή η Μεθώνη ανήκε στη Βενετία και η συνήθης ρότα των καραβιών ήταν προς την Αδριατική. Θα μπορούσε βέβαια να περιμένει στα Στροφάδια μέχρι να πιάσει εκεί κάποια γαλέα από τη Γένουα ή το Αμάλφι που ξέμεινε από νερό. Στο γυρισμό όμως έπρεπε να πάει μέσω Μεθώνης. Μιλάμε για ταξίδι πολλών εβδομάδων, ίσως μηνών. Μου κάνει εντύπωση ότι κανείς δεν βρέθηκε μέχρι τώρα να αμφισβητήσει το ότι η μονή των Στροφάδων είχε σταματήσει, για οποιοδήποτε λόγο, να υπάγεται στους Βενεδικτίνους της Ωλένης – όπου μπορούσε κάποιος να πάει και να ’ρθει σε τρεις ή τέσσερες μέρες – για να υπαχθεί στους Βενεδικτίνους της Κεφαλού. Επειδή δεν αναγνωρίζω αλάθητο στον πάπα, ούτε βέβαια στο γραμματικό του ή στους γραφιάδες που αντέγραψαν, καθαρόγραψαν, και ξανα-αντέγραψαν την επιστολή, πιστεύω πως τα Στροφάδια είχαν υπαχθεί στη Λατινική επισκοπή Κεφαλληνίας και Ζακύνθου (7). Πρόκειται περί γραφικού λάθους, όπου σε κάποια στιγμή, αντί για Cephalonien[sis] γράφτηκε Cephaluden[sis].
Κλείνει η παρένθεση, με την επισήμανση ότι είναι, πιστεύω, σημαντική γιατί δείχνει πως η μονή δεν είχε ιδιαίτερο εκκλησιαστικό δεσμό ούτε με την Επισκοπή Ωλένης ούτε με την Επισκοπή Κεφαλληνίας και Ζακύνθου, και ανήκε πότε στη μία και πότε στην άλλη. Αυτό με τη σειρά του συνηγορεί στην έλλειψη κοσμικού δεσμού με τα αντίστοιχα γειτονικά κράτη, το Πριγκιπάτο της Αχαΐας και την Κομητεία Κεφαλληνίας και Ζακύνθου. Αυτή που φαίνεται να αποφασίζει και στις δύο περιπτώσεις είναι η Ρώμη. Και αν στην πρώτη περίπτωση μπορεί να βρεθεί δικαιολογία για ένα ζήτημα διοικητικό, στη δεύτερη το ζήτημα είναι ένα απλό περιουσιακό. Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί μια αντίδραση του ηγουμένου των Στροφάδων, ή του επισκόπου Κεφαλληνίας και Ζακύνθου, αλλά δεν υπάρχει καμία ένδειξη για κάτι τέτοιο. Κατά τα φαινόμενα το μετόχι ήταν εγκαταλειμμένο και η επιστολή του Κλήμη Ε΄ είναι προς τον ηγούμενο του Δαφνίου με κοινοποίηση στον Λατίνο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και τους Αρχιεπισκόπους Αθηνών και Θηβών.
Μήπως λοιπόν ο διαφαινόμενος δεσμός των Στροφάδων με τη Ρώμη ήταν περισσότερο δεσμός πολιτικής εξουσίας και λιγότερο εκκλησιαστικός; Μήπως τα Στροφάδια ανήκαν στο παπικό κράτος; Πως θα μπορούσε να δικαιολογηθεί αυτό; Υπήρχε λόγος πολιτικός, ιστορικός, ή θρησκευτικός πέρα από την ύπαρξη μοναστηριού; Θρησκευτικός λόγος υπήρχε και ήταν το θρυλούμενο θαύμα του Αγίου Μάρκου που είχαμε αναφέρει εδώ τον περασμένο Δεκέμβριο, δείχνοντας και την εικόνα που είχε ζωγραφίσει ο Paolo Veneziano το 1345. Τα Στροφάδια δεν ήταν μόνο η τοποθεσία όπου συντελέστηκε το θαύμα αλλά και ο χώρος που μεταλλάχθηκε από αυτό και που αποτελούσε ταυτόχρονα το εφεξής πειστήριο του. Οι νησίδες ήταν χώματα καθαγιασμένα.
Μα πως ήταν δυνατό τα Στροφάδια να ανήκουν πολιτικά στη μακρινή Ρώμη; Δεν θα υπήρχαν τα ίδια και χειρότερα προβλήματα που θα ίσχυαν αν ανήκαν εκκλησιαστικά στην Κεφαλού; Πραγματικά, η μικρή οικονομική και στρατηγική βαρύτητα των νησίδων ήταν δυσανάλογη με την μεγάλη απόσταση από τη Ρώμη. Το παπικό κράτος όμως δεν ήταν μόνο η Ρώμη, ούτε περιοριζόταν στην Ιταλία. Η Βαρονία της Πάτρας – μία από τις δύο μεγαλύτερες (8) του Πριγκιπάτου της Αχαΐας – είχε πουληθεί στην Καθολική Εκκλησία στα 1276 (9) από το Βαρόνο Αλαμάνο (Aleman). Ο καθολικός Αρχιεπίσκοπος Πατρών έγινε ταυτόχρονα και βαρόνος (10) που προοδευτικά, και με Βενετική βοήθεια, ανεξαρτητοποιήθηκε από το πριγκιπάτο (11). Διατήρησε όμως πάντοτε τη λιζία (12) με τον πάπα, ο οποίος ουσιαστικά τον διόριζε. Ο ηγούμενος μπορούσε λοιπόν να απευθύνεται στην Πάτρα και δεν χρειαζόταν να προστρέχει κάθε φορά στη Ρώμη.
Ο Βονιφάτιος Η΄ στην επιστολή του 1299 ζήτησε από τον Αρχιεπίσκοπο Πατρών να υποστηρίξει το νέο ηγούμενο ώστε να τον υπακούουν οι μοναχοί και οι άλλοι υπήκοοι του μοναστηριού, για να αποδίδονται στο ακέραιο όλα τα εισοδήματα (13). Η εντολή αυτή, στην οποία αναφέρονται και μη μοναχοί, φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σχέση με κοσμικές διοικητικές αρμοδιότητες του αρχιεπισκόπου-βαρόνου επί των Στροφάδων παρά με εκκλησιαστικές. Οι εκκλησιαστικές εξ άλλου ανήκαν πιο άμεσα, τύποις τουλάχιστον, στον Επίσκοπο Ωλένης από ότι στον Αρχιεπίσκοπο Πατρών. Μπορούμε επίσης να φανταστούμε αρχιεπισκοπικό, ή ακόμη και παπικό, δάκτυλο στη μεταφορά της μονής από την επισκοπή Ωλένης στην επισκοπή Κεφαλληνίας και Ζακύνθου. Ίσως στόχος τέτοιων αλλαγών να ήταν η αποφυγή του εναγκαλισμού της μονής από το αντίστοιχο γειτονικό κράτος, όταν αυτός γινόταν στενότερος του δέοντος.
Πως όμως είχαν περιέλθει οι νησίδες στην εξουσία του παπικού κράτους; Τα Στροφάδια βρίσκονται πιο κοντά στη Ζάκυνθο, την Ηλεία, και τη Μεθώνη από την Πάτρα. Η Ζάκυνθος έπεσε στα χέρια των Φράγκων το 1195 και ο Μοριάς μια δεκαετία αργότερα. Λογικά έπρεπε να ανήκουν στον Πρίγκιπα της Αχαΐας, τον Κόμη της Ζακύνθου, ή, το πολύ-πολύ, στους Βενετούς κατόχους της Μεθώνης. Όποιος όμως και να κατείχε τα Στροφάδια θα ήταν υποχρεωμένος να διαθέτει ναυτικές και στρατιωτικές δυνάμεις για την προστασία τους, διαφορετικά θα χρησιμοποιούνταν από πειρατές για ανεφοδιασμό σε νερό, προσωρινή απόθεση λαφύρων, και ξεκούραση μεταξύ επιδρομών. Το ετήσιο τίμημα – πληρωμή και τροφοδοσία στρατιωτών και πληρωμάτων, κατασκευή και επισκευή οχυρώσεων – για να μην αφεθούν οι νησίδες να γίνουν πληγή για όλη την περιοχή ήταν σημαντικό.

Η λύση που φαίνεται πως προκρινόταν σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως δείχνει η παπική επιστολή του 1306, ήταν να στηθεί ένα μοναστήρι. Οι μοναχοί και οι δουλοπάροικοι αναλάμβαναν την άμυνα της περιοχής. Τέτοια παραδείγματα έχουμε και από τη Ζάκυνθο την εποχή της Βενετοκρατίας.
Τα Στροφάδια όμως ήταν μικρά, εκτεθειμένα, και απομονωμένα, σχεδόν τριάντα μίλια ανοιχτά του Μοριά και της Ζακύνθου. Δεν θα ήταν καθόλου εύκολο να βρουν καλογέρους πρόθυμους να διακινδυνέψουν σε τέτοια ερημιά. Ένας μεγάλος αριθμός εκπροσώπων του Λατινικού κλήρου εκείνη την εποχή είχε σαν μοναδικό ενδιαφέρον στην Ελλάδα την απομύζηση των εσόδων της εκκλησιαστικής περιουσίας. Αρκετοί μάλιστα φαίνεται πως τα κατάφερναν ενόσω καλοπερνούσαν στη Γαλλία και την Ιταλία.
Το πιθανότερο είναι, κατά τη γνώμη μου, πως τα Στροφάδια πετάχτηκαν σαν ‘καυτή πατάτα’ στον πάπα υπό μορφήν δήθεν δώρου: Πάρε Άγιε Πατέρα τα άγια νησιά και χρησιμοποίησε την επιρροή σου στα μοναχικά τάγματα για να επανδρώσεις το μοναστήρι. Ο Αρχιεπίσκοπος Πατρών μάλλον θα συνηγόρησε. Δεν θα ήταν μικρή πρόσθεση στο κύρος αυτού που διαφέντευε τον τόπο μαρτυρίου του Αγίου Ανδρέα να διαφεντεύει και τον τόπο του θαύματος του Αγίου Μάρκου. Όπως όμως είδαμε, ακόμη και η Ρώμη αντιμετώπισε προβλήματα στο μοναστήρι και, όπως θα δούμε σε επόμενη ανάρτηση, μακροπρόθεσμα απέτυχε.
Σε αυτή την ανάρτηση κάναμε μια υπόθεση, κάπως ριζοσπαστική, που όμως εξηγεί και συνδέει μεταξύ τους γεγονότα λίγο παράδοξα. Στην επόμενη θα κάνουμε ένα χρονικό άλμα εκατονταετίας – αναγκαστικά, λόγω έλλειψης ιστορικών πληροφοριών – για να εξετάσουμε κάποια άλλα γεγονότα αλλά και ταυτόχρονα να δούμε αν η υπόθεση που κάναμε αντέχει στη δοκιμασία του χρόνου.

--------------------------------------------------------------------------------------- 
(1)  Les Registres de Boniface VIII, τ. II, σσ. 540-541.
(2)  Η μονή αποκαλείται Sancta Maria de Tropharia.
(3)  CH Lawrence, Medieval Monasticism, σ. 28.
(4)  The Catholic Encyclopedia (1913), The Benedictine Order, History of the order.
(5)  Δ. Μούσουρας, Αι μοναί Στροφάδων και Αγίου Γεωργίου των Κρημνών Ζακύνθου, σ. 40.
(6)  Regestum Clementis Papae V, σσ. 283-284.
(7)  Η επισκοπή αυτή ιδρύθηκε μάλλον το 1223 με έδρα την Κεφαλονιά. Στα μέσα του 15ου αιώνα η έδρα της μεταφέρθηκε στη Ζάκυνθο και μετονομάστηκε σε Ζακύνθου και Κεφαλληνίας (Zacynthiensis et Cephaloniensis).
(8)  Η Πάτρα είχε 24 ιπποτικά φέουδα. Kristian Molin, Unknown Crusader Castles, σ. 223.
(9)  Kenneth M. Setton, The Papacy and the Levant (1204-1571), τόμος I, The Thirteenth and Fourteenth Centuries, σ. 31  Σύμφωνα με άλλες πηγές η μεταβίβαση έγινε το 1266 ή 1267.
(10)  Ο βαρόνος της Πάτρας ήταν υψηλόβαθμος φεουδάρχης που εξασκούσε ‘υψηλή δικαιοσύνη’, είχε δηλαδή δικαίωμα να καταδικάζει σε εκτέλεση ή ακρωτηριασμό μέλους. Kristian Molin, Unknown Crusader Castles, σ. 369, σημ. 102.
(11)  Donald Edgar Pitcher, An Historical Geography of the Ottoman Empire: From Earliest Times to the End of the Sixteenth Century, σ. 65. Επίσης Kristian Molin, Unknown Crusader Castles, σ. 230.
(12)  Σχέση μεταξύ υποτελούς και κυρίαρχου φεουδάρχη ή ηγεμόνα.
(13)  Βλέπε (5).
Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .