Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2011

Το νησί του πολιτισμού


Υποθέτω πως κάποτε περιείχε κατιτί Made in China. Τη βρήκα, καταχωνιασμένη μαζί με άλλες, στο ντουλάπι κάτω από τη σκάλα. Μου θύμισε κάτι που είχε γράψει ο μακαρίτης ο Yılmaz Güney περιγράφοντας σαρκαστικά τους καιρούς μας. Δεν θυμάμαι ακριβώς πως το είχε πει: η Εποχή, ή ο Πολιτισμός, του Πλαστικού. Πλαστικές σακούλες, πλαστικά λουλούδια, πλαστικό χρήμα, πλαστικές σημαίες, πλαστικές συνειδήσεις.
Μου θύμισε επίσης τον Enver Hoxha, που η Αλβανία του ήταν, υποτίθεται, ‘ο φάρος του Κόσμου’. Η Ζάκυνθος νησί του πολιτισμού!!! Exo Chora Bay baby, και κουλτούρα να φύγουμε!  Όχι πως δεν παράγει η Ζάκυνθος πολιτισμό. Υπάρχουν και σήμερα αξιόλογοι Ζακυνθινοί εκπρόσωποι του πολιτισμού – πως να μην υπάρχουν με μια τόσο πλούσια παράδοση – αλλά ακόμα και η Αλβανία του Hoxha είχε κάποιους σημαντικούς πνευματικούς ανθρώπους, όπως ο Ismail Kadare. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση οι φωτεινές εξαιρέσεις απλώς επιβεβαιώνουν τον έρμο και σκοτεινό κανόνα. Η απελπισμένη πάλη μιας μειοψηφίας να αποφύγει τη βρώση από το απόλυτα κυρίαρχο, αδηφάγο πλαστικό μόνο νησί του πολιτισμού δεν κάνει τη Ζάκυνθο.
Υπάρχουν, δεν ξέρω πόσοι ακριβώς, οχτώ, ή ίσως δέκα, ορισμοί του τι είναι πολιτισμός. Από αυτούς βέβαια αφορούν την περίπτωση μας μόνο αυτοί που αναφέρονται στην ύπαρξη ή παραγωγή πνευματικών αγαθών. Η Ζάκυνθος, για λόγους αντικειμενικούς, δεν μπορεί να διακριθεί στην παραγωγή υλικών.
Όσον αφορά τον τοπικό μας πολιτισμό, τα ιδιαίτερα μας γνωρίσματα, ελάχιστα πράγματα απομένουν από μια έντονα Επτανησιακή κουλτούρα. Κάποτε, η μεγαλύτερη αξία για ένα Ζακυνθινό ήταν η τιμή του. Αν σου τη θίγανε έβγαζες μαχαίρι, ή κλαδευτήρι, ή τέλος πάντων ότι είχες απάνω σου, και χυνότανε αίμα. Τώρα, αν σε πει κάποιος άτιμο θα τον κοιτάξεις με ορθάνοιχτα μάτια και θα αναρωτηθείς: Μωρέ από που τον φέρανε τούτον;
Η υπέρτατη αξία σήμερα είναι η εξυπνάδα. Όχι το να είσαι έξυπνος, αλλά το να είσαι ξύπνιος. Ο ξύπνιος δεν έχει ιδιαίτερα μεγάλο IQ. Κυρίως δεν έχει αρχές – καθόλου. Δεν σέβεται τίποτα, και δεν τον ενδιαφέρει κανένας και τίποτα. Εκτός από το να κάμει τη δουλειά του. Όχι τη δουλειά που πληρώνεται να κάνει. Αυτό το κάνει αυτός που στέκεται στον αντίποδα του ξύπνιου, ο μαλάκας, ή, για να θυμόμαστε κάποιους ντόπιους, αποθνήσκοντες όρους, ο μιναδόρος. Θεωρείται μεγάλη μαλακία να κάνεις τη δουλειά για την οποία πληρώνεσαι. Ένα από τα μεγαλύτερα όνειρα του ξύπνιου είναι να είναι αργόμισθος.
Ας μου επιτραπεί εδώ μια μικρή παρένθεση για να εκθειάσω την Ελληνική εφευρετικότητα, την οποία οι Νεοζακυνθινοί έχουν εξυψώσει σε αξεπέραστη τέχνη. Δεν υπάρχει στα Αγγλικά, και σε πολλές άλλες γλώσσες στοιχηματίζω, λέξη αντίστοιχη του αργόμισθος. Όπως δεν υπάρχει και λέξη αντίστοιχη ενός άλλου ιδανικού προτερήματος των ξύπνιων, του τζαμπατζή. Γι αυτό βεβαίως οι λαοί που στερούνται τέτοιων αξιών λέγονται και κουτόφραγκοι.
Ο ξύπνιος φροντίζει – αν παρ’ ελπίδα αναγκαστεί να πάει στον τόπο της επί πληρωμή εργασίας του – να κάνει όσο το δυνατόν λιγότερα. Υπάρχει μια λαϊκή έκφραση που περιγράφει Λακωνικά αυτή τη δραστηριότητα του ξύπνιου – συμπτωματικά αρχίζει από ξύ- – αλλά ας διατηρήσουμε ένα μίνιμουμ γλαφυρότητας. Αν πάντως ο ξύπνιος είναι αρκετά ξύπνιος, δηλαδή έχει γερό δόντι, θα πάρει αύξηση και προαγωγή σαν να δούλευε σκυλίσια.
Η φράση ‘να κάμει τη δουλειά του’ σημαίνει να εξυπηρετήσει το προσωπικό του συμφέρον, το νιτερέσο του. Εννοείται πως συνήθως το συμφέρον του είναι αντίθετο με οποιονδήποτε ισχύοντα νόμο ή κανονισμό. Στις ελάχιστες περιπτώσεις που ο στόχος του ξύπνιου δεν είναι παράνομος, θα φροντίσει να παρακάμψει οποιονδήποτε προηγείται για ‘να κάμει τη δουλειά του’ γρηγορότερα. Υπέρτατο αγαθό, και τελικός στόχος του ξύπνιου, είναι η καλοπέραση, που συνήθως επιτυγχάνεται μέσω του πλουτισμού. Κάθε πνευματικό αγαθό, οτιδήποτε μπορεί να του δημιουργήσει συνειδησιακά διλήμματα και να σταθεί εμπόδιο στην καλοπέραση, ο ξύπνιος επιβάλλεται να το αγνοεί και να το περιγελάει.
Η χειρότερη βρισιά λοιπόν που μπορεί κανείς να σου εκσφενδονίσει σήμερα είναι να σε πει μαλάκα, υποδηλώνοντας ότι παρουσιάζεις έλλειμμα της υπέρτατης αξίας, της εξυπνάδας. Ευτυχώς, επειδή η υπερισχύουσα ιδεολογία των ξύπνιων έχει φροντίσει για την περιφρόνηση των πάντων, ούτε η προσβολή παίρνεται στα σοβαρά. Τι σε φτύνουν, τι ψιχαλίζει, το ίδιο κάνει. Πετάς ένα ‘Μαλάκας είσαι και φαίνεσαι’, άντε και ένα φάσκελο, και καθαρίζεις. Δεν χρειάζεται να τραβήξεις μαχαίρι. Αυτό μπορεί να μην είναι πολιτισμός – με την έννοια ότι ούτε με την τοπική κουλτούρα έχει σχέση ούτε το κίνητρο είναι ο σεβασμός της ανθρώπινης ζωής – είναι όμως πρόοδος.
Δυστυχώς η πρόοδος σταματάει εδεπά. Από δω και πέρα μόνο καταστροφή. Σχεδόν όλα τα κακά της Ζακύνθου έχουν τη ρίζα τους στην υιοθεσία του μοντέλου του ξύπνιου και την πολιτιστική αφασία που δημιούργησε. Η καλλιέργεια και η καλαισθησία αγνοούνται. Η τιμιότητα, η ευθύτητα, η φιλαλήθεια, η δικαιοσύνη, η νομιμοφροσύνη, η φιλοπατρία, η αλληλεγγύη, ο σεβασμός στο συμπολίτη και το περιβάλλον, η εργατικότητα, η ανιδιοτέλεια, η φιλία, ακόμα κι ο έρωτας μερικές φορές, θεωρούνται χαρακτηριστικά του μαλάκα. Η κοινωνική προσφορά χωρίς εγγυημένα ανταλλάγματα προκαλεί βδελυγμία μετ’ εμετού. Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα δεν είναι καθόλου παράξενη η έλλειψη υποδομών, η κατάντια όσων υπάρχουν, ή ακόμα και ακραίες, τραγελαφικές καταστάσεις, όπως η απόπειρα εμπρησμού του δημαρχείου από το δήμαρχο. Οι Ζακυνθινοί ‘έκαμαν τις δουλειές τους’, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο, και το νησί χαντακώθηκε.
Μέχρι και η κακή φήμη που έχει αποκτήσει συνολικά η Ζάκυνθος στην Ευρώπη λόγω των εκτρόπων, της κραιπάλης, των βιασμών, και των φονικών του Λαγανά εκεί ανάγεται. Όταν δεν μπορούν οι Ζακυνθινοί να δουν τη Ζάκυνθο σαν σπίτι τους πως να αντιληφθούν ότι το έχουν αφήσει να γίνει μπορντέλο και ότι φταίνε οι ίδιοι που εκεί μέσα θα μεγαλώσουν τα παιδιά τους; Όταν δεν αισθάνονται τη Ζάκυνθο δική τους πως θα τη διεκδικήσουν από τη μαφία των μπαρ; Πριν μου ζητήσει κανείς στοιχεία, που δεν έχω, ξεκαθαρίζω ότι τον όρο μαφία τον χρησιμοποιώ γιατί αυτό που γίνεται στο Λαγανά αποτελεί οργανωμένο έγκλημα εναντίον της Ζακύνθου. Οργανωμένο από τις τουριστικές εταιρείες του εξωτερικού που, με την συνεργασία ντόπιων, έχουν βρει διέξοδο για το κατακάθι της πελατείας τους. Γιατί κατακάθι μπορεί να είναι αλλά κανένας επιχειρηματίας δεν διώχνει πελάτες. Η δυσκολία είναι στο να βρουν μέρος – όχι βέβαια στην Ισημερινή Αφρική για να μην ανεβούν οι τιμές των αεροπορικών εισιτηρίων και κολλήσουν και ελονοσία – που να τους ανεχτεί και να τους παρέχει τις απαιτούμενες ‘υπηρεσίες’. Και βρήκανε!
Ο καρκίνος αυτός, δεν αμαυρώνει μόνο την εικόνα όλης της Ζακύνθου αλλά εξαπλώνεται μεταστατικά. Κι αν νομίζετε πως έχουμε δει τα χειρότερα, με τα δήθεν μεμονωμένα περιστατικά, δυστυχώς δεν έχουμε πιάσει πάτο ακόμα.
Όσο για μένα, τον υπερβάλλοντα μαλάκα, ετοιμάζω τις βαλίτζες μου για να επισκεφτώ τη Ζάκυνθο σε μια βδομάδα οικογενειακώς. Το αίμα νερό δε γίνεται και αυτά τα μάγια δε λύνονται. Αν αντέξω και δε σκάσω θα βάλω καινούργια ανάρτηση τον άλλο μήνα.

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2011

Στου Ρωμανού τη βρύση


Είναι ζηλευτός τόπος Καλβικής ‘ιερής ανάπαυσης’ – πανέμορφος, γαλήνιος, σκιερός, κάτω από το Κάστρο, και απέναντι, πέρα από τη ζαφειρένια θάλασσα του Τζάντε, το κάστρο της Γλαρέντζας, το Χλεμούτσι. Πάνω από το Αργάσι ο Σκοπός φυλάει αιώνια ακοίμητος όσους έγειραν πάνω στο άπειρο να ξαποστάσουν. Είχα πεθυμήσει το Εβραϊκό Νεκροταφείο, όπως και το Κάστρο αποπάνω του.
Ζεστό, ανοιξιάτικο απομεσήμερο ανηφόρισα τη Σαρτζάδα. Περασμένες δύο έφτασα στην πύλη του Κάστρου. Χρειαζόσουνα πολιορκητική μηχανή για να μπεις μέσα. Όλα κι όλα, τι κάστρο είναι αν μπαίνει μέσα όποιος θέλει, όποτε θέλει. Πάνε τα χρόνια που σκαρφαλώναμε την Κοντή για γανιό (σκασιαρχείο) και περνάγαμε λίγες ανέμελες ώρες ανάμεσα στα ερείπια της Ιστορίας μας. Τώρα, λένε, δεν υπάρχουν λεφτά να πληρώνεται ο φύλακας, μπορεί να μείνει και μόνιμα κλειστό. Ο εθελοντισμός δεν υπάρχει ούτε σαν σπόρος ιδέας στο μυαλό των Ζακυνθινών. Ποιός άνεργος, ή συνταξιούχος, θα καθότανε μια φορά τη βδομάδα να κόψει δέκα εισιτήρια; Μεγάλος ο κίνδυνος να μπλέξει σε καμιά συζήτηση – Θεός φυλάξοι – για την Ιστορία του νησιού του. Εξ άλλου η τηλεόραση και τα καφενεία δουλεύουνε και τις εφτά μέρες της εβδομάδας.
Κατηφόρισα από το δρόμο προς το Ψήλωμα και μπήκα στον Αϊ Γιώργη των Φιλικών. Άναψα ένα κερί συμβολικά στη μνήμη των γενναίων και αφελών ονειροπόλων, χωρίς τους οποίους δεν θα είχε σήμερα η Ελλάδα περισσότερους γενίτσαρους από όσους είχε σε ολόκληρη την Τουρκοκρατία. Όπως και ο Αϊ Γιώργης, το Εβραϊκό Νεκροταφείο δίπλα ήταν ανοιχτό, πάντα ανοιχτό. Προσωπικό, κατά κάποιο τρόπο, το καλωσόρισμα της ξεκλείδωτης μπασίας. Ο μοναχικός επισκέπτης, ή προσκυνητής, είναι πάντα μόνος εδώ – με τις σκέψεις ή τις προσευχές του.
Αμέσως μόλις μπεις μια μαρμάρινη πλάκα σε πληροφορεί πως ιδρύθηκε το 1281.
Αν και η επιγραφή αυτή φαίνεται να έχει ηλικία δεκαετιών και όχι αιώνων, είναι άγνωστη η πηγή της πληροφορίας. Το βέβαιο είναι πως το νεκροταφείο υπάρχει σε αυτό το σημείο – που λεγότανε ‘Του Ρωμανού η βρύση’ – τουλάχιστον από το 1656. Τότε, κατόπιν αιτήματος των Ζακυνθινών Εβραίων, τους παραχωρήθηκε το οικόπεδο και περιφράχτηκε (1). Αυτό δεν σημαίνει ότι το Εβραϊκό Νεκροταφείο στου Ρωμανού τη βρύση δεν προϋπήρχε. Η απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου του 1656 μπορεί να ήταν απλώς η επισημοποίηση της χρήσης του οικοπέδου ή η επανέγκριση της. Παραχωρήσεις, αφαιρέσεις, επαναπαραχωρήσεις, επαναβεβαιώσεις προνομίων και τίτλων ιδιοκτησίας, ήταν συνηθισμένα στη Βενετοκρατία. Αποφάσεις παίρνονταν, και τροποποιούνταν ή αναιρούνταν, ανάλογα με τις συνθήκες, αλλά και τις ισορροπίες, τα διαπλεκόμενα συμφέροντα, τις πιέσεις, και συχνότατα τις δωροδοκίες. Ειδικά για τους Εβραίους, που δεν είχαν καθόλου πολιτικά δικαιώματα και πολύ περιορισμένα θρησκευτικά και ιδιοκτησιακά, δεν αποκλείεται να έθαβαν μέχρι τότε τους νεκρούς τους σε κάποιο χώρο χωρίς την παραμικρή νομική κατοχύρωση.
Το ότι τέτοιος χώρος προϋπήρχε του 1656 είναι σίγουρο, και όχι μόνο επειδή το λέει ο Λεωνίδας  Ζώης. Οι Χριστιανοί μέχρι το 19ο αιώνα έθαβαν τους νεκρούς τους γύρω και μέσα σε εκκλησίες, οικογενειακές και μή. Καθολικοί μάλιστα μπορούσαν να θαφτούν σε Ορθόδοξες εκκλησίες και το αντίθετο, λόγω των μικτών γάμων που ήταν συνηθισμένοι στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Δεν υπάρχει όμως περίπτωση να θαβόταν Εβραίος εκεί, και οι Εβραίοι δεν έθαβαν νεκρούς στις συναγωγές. Άρα πρέπει να υπήρχε, έστω ντε φάκτο μόνο, κάποιο νεκροταφείο από την αρχή της εγκατάστασης τους στο νησί – όχι αναγκαστικά όμως στου Ρωμανού τη βρύση.
Ο χρόνος της επίσημης παραχώρησης έχει νομίζω τη σημασία του. Στο πρώτο ήμισυ του 16ου αιώνα οι Εβραίοι της Ζακύνθου ήταν κυρίως πλανόδιοι έμποροι και προοδευτικά κάποιοι άρχισαν να ασχολούνται με τοκογλυφίες (2). Στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα, όταν πια άνθιζε το εμπόριο της σταφίδας, μερικοί ξανοίχτηκαν και πλούτισαν. Ο σημαντικότερος από αυτούς ήταν ο Μοϊζέ Κόπιος και αργότερα ο γιός του Σίμων (3). Ήταν μεσάζοντες σε συμφωνίες των Σουμάκηδων και των Σιγούρων, οι οποίοι αναφέρθηκαν στην προηγούμενη ανάρτηση. Είχαν μεγάλες αποθήκες στη Ζάκυνθο και ασχολήθηκαν και με την ασφάλιση πλοίων. Ο Λ. Ζώης διέσωσε τη διαθήκη της ‘αρχόντισσας κυράτζας Ρεφηάς’, χήρας του Σίμωνα, που γράφτηκε στις 30 Ιουλίου 1661 (4) και στην οποία αφήνει δεκάδες χιλιάδες δουκάτα – κυρίως στα ανίψια τους γιατί φαίνεται δεν άφησαν κατευθείαν απογόνους. Οι Εβραίοι τις Ζακύνθου συνέδεαν τους Ζακυνθινούς και τους Άγγλους ή Φλαμανδούς εμπόρους με Εβραίους Πορτογαλικής καταγωγής εγκατεστημένους στη Βενετία και με τους Εβραίους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σαν σημαντικός κόμβος ενός εκτεταμένου και προσοδοφόρου εμπορικού δικτύου δεν πλούτισαν μόνο αλλά και αυξήθηκαν σημαντικά σε αριθμό. Από 300-400 άτομα στα μισά του 16ου αιώνα έφτασαν τα 800 στα μισά του 17ου.
Όπως είναι φυσικό θίχτηκαν συμφέροντα και η ευμεγέθης και εύπορη Εβραϊκή κοινότητα αντιμετωπίστηκε πλέον ανταγωνιστικά από κάποιους Χριστιανούς. Ειδικά όταν μετά το ξέσπασμα του Κρητικού Πολέμου (1645 – 1669) οι Εβραίοι άρχισαν τα απευθείας πάρε-δώσε με τους Άγγλους, ναυλώνοντας καράβια για την ενίσχυση της Κρήτης (5). Υποκινήθηκε λοιπόν ο αντισημιτισμός και έχουμε επιβολή παραπέρα περιορισμών – όπως για παράδειγμα το πόσο κρέας επιτρεπόταν να αγοράσουν οι Εβραίοι, περιορισμός που λίγο αργότερα μετριάστηκε – και φαινόμενα βαρβαρότητας  – όπως η σύληση τάφων και οι επιθέσεις κατά της συναγωγής το 1661. Η Εβραϊκή κοινότητα όμως φαίνεται πως είχε πλέον αρκετά αναπτυγμένα οικονομικά μούσκουλα. Προχώρησε στην ίδρυση όχι μόνο νεκροταφείου αλλά και νέων συναγωγών, και το 1658 και σχολείου.
Στους τελευταίους δύο αιώνες της ύπαρξης της η Εβραϊκή κοινότητα ήταν αριθμητικά και οικονομικά υποβαθμισμένη. Αυτό αντικατοπτρίζεται και στο νεκροταφείο όπου οι περισσότεροι τάφοι είναι πολύ απλοί. Υπάρχουν όμως ακόμη αρκετοί με οικόσημα ή άλλες παραστάσεις.

Ένα από τα πράγματα που μου έμαθε το Εβραϊκό Νεκροταφείο είναι πως ο δικέφαλος είναι και Εβραϊκό σύμβολο.

Υπάρχει ένα ανακάτεμα γλωσσών: Ελληνικά, Ιταλικά, Εβραϊκά.

Κάποιοι, χωμένοι λες στην πλαγιά, φέρνουν στο νου τάφους βιβλικούς.

Τους πιο παράξενους δεν τους είδα αυτή τη φορά. Η παρακάτω φωτογραφία είναι από την προηγούμενη επίσκεψη μου, πριν λίγα χρόνια.

Ήταν σα νάτανε πλασμένοι από πηλό και φαίνονταν πολύ παλιοί. Δεν ξέρω γιατί δεν τους είδα. Είδα όμως πολλούς επισκευασμένους τάφους, καρπό μιας προσπάθειας συντήρησης που γίνεται τα τελευταία χρόνια από τους Ζακυνθινής καταγωγής Εβραίους του Ισραήλ, της Αθήνας, και της Αμερικής.

Δεν ξέρω αν οι ‘κεραμικοί’ τάφοι ανακατασκευάστηκαν και γι αυτό δεν τους εντόπισα. Αν έγινε αυτό, πάλι δεν μπορώ να επικρίνω μερικούς ανθρώπους που κάνουν ότι καλύτερο μπορούν χωρίς βοήθεια από κανένα. Ελπίζω όμως να είναι αποκαταστάσιμοι, και να επανέλθουν στην αρχική τους μορφή, όταν οι Ζακυνθινοί αποκτήσουμε πραγματικά πολιτισμό και είμαστε σε θέση να φροντίσουμε όσα μνημεία μας έχουν απομείνει.
Οι απόγονοι των Εβραίων της Ζακύνθου επισκέπτονται τους τάφους των ανθρώπων τους όποτε μπορούν.

Υπάρχει και η βέβαιη προσφορά της Ζακυνθινής άνοιξης.

Ο τελευταίος χρονολογικά τάφος: Ρεβέκκα Μόρδου, 1876 – 1954. Κανείς δεν θάφτηκε από τότε εδώ. Η κοινότητα δεν υπάρχει πια. Οι περισσότεροι μετανάστευσαν μετά τον πόλεμο. Τη χαριστική βολή την έδωσε η καταστροφή του 1953.

Ένας Ζακυνθινός Εβραίος που βρίσκεται εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες θαμμένος στο Ισραήλ, ο Ροβέρτος Δαλμέδεγος (6), έγραψε ένα ποίημα υμνώντας τις χαρές περασμένων ζωών στη μάνα γη. Δεν κάτεχε την τέχνη, ούτε διέθετε την ποιητική μεγαλοφυΐα, των μεγάλων Ζακυνθινών ξενιτεμένων. Τα συναισθήματα όμως είναι ίδια, όπως κι αν εκφράζονται, και νομίζω αρκεί να είναι κανείς Ζακυνθινός για να τον αγγίξουν οι στίχοι του – αν τυχόν είναι και ξενιτεμένος ακόμα βαθύτερα.
ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ

Μες στα πλατιά μου όνειρα
σε βλέπω κάθε βράδυ,
πρέπει να σβήσει ο καημός
προτού πάω στον Άδη.

Τότε θα σβήσει ο καημός
χρυσό μου μοσχονήσι.
Όταν βρεθώ στην Μπόχαλη
και στην «παλιά τη Βρύση».

Όταν εις τον Πλατύφορο
θα κάμω λίγες βόλτες
ακούγοντας τη μουσική
του Πήλικα τις νότες.

Όταν «στο κρύο το νερό»
θα φάω ριγανάδα
να μου θυμίσει τα παλιά
που πήγαινα βαρκάδα.

Και ευθύς όταν το πόδι μου
στη Ζάκυνθο πατήσω
γονατιστός στο χώμα της
συγγνώμη θα ζητήσω.

Και στην ανοικοδόμηση
δεν βρέθηκα κοντά της
να χύσω τον ιδρώτα μου
σαν όλα τα παιδιά της.

Στη Ζάκυνθο γεννήθηκα
γι αυτό την αγαπάω
και να μ’ αξιώση ο Θεός
μια μέρα κει να πάω.

Να την ιδώ όπως άλλοτε
γεμάτη με λουλούδια
με κέντρα διασκεδάσεως,
καντάδες και τραγούδια.



-------------------------------------------------------------------- 
(1)  Λεωνίδας Ζώης,  , τόμος 1ος, σ. 175 και σ. 471.
(2)  Σαμουήλ Ε. Μόρδος, Οι Εβραίοι της Ζακύνθου: Χρονικό Πέντε Αιώνων, σσ. 42-43.
(3)  Maria Fusaro, Cooperating mercantile networks in the Early Modern Mediterranean: The English and the Greeks, a Case Study, Commercial Networks in the Early Modern World, European University Institute, Φλωρεντία, 2002 και Coping with transition: Greek merchants and ship owners between Venice and England in the late sixteenth century, Oxford University, 2005, της ιδίας.
(4)  Χρονικά Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου, τεύχος 145, και αναδημοσιευμένη από το Σ.Ε. Μόρδο, βλέπε (2), Παράρτημα 1ο, σσ. 288-290.
(5)  Maria Fusaro, Cooperating mercantile networks in the Early Modern Mediterranean: The English and the Greeks, a Case Study, Commercial Networks in the Early Modern World, European University Institute, Φλωρεντία, 2002.
(6)  Ο Ροβέρτος Δαλμέδεγος γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1902. Αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει μετά την καταστροφή του 1953. Κατάφερε να την επισκεφτεί μόνο μια φορά, το 1978. Το ποίημα αυτό, γραμμένο αρκετά χρόνια πριν, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελεύθερη Φωνή το 1979. Αναδημοσιεύτηκε πέρυσι από τον Σ. Ε. Μόρδο [βλέπε (2), κεφ. Ι, σσ. 223-224], με την ευγενική άδεια του οποίου το αντέγραψα εδώ.

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2011

Η σαΐτα του Μάρκου Σιγούρου


Πριν από πολλούς μήνες είχαμε αναφερθεί στον Thomas Sanders, σκλάβο στην Τρίπολη της Λιβύης. Είχαμε πει τότε πως όταν απελευθερώθηκε, το 1585, είχε μεταφερθεί στη Ζάκυνθο με πλοίο του Μάρκου Σιγούρου. Ο Sanders έγραψε (1):

Και περίπου τρεις μήνες μετά την απελευθέρωση μας (τον Ιούλιο του 1585), ο κύριος Barton με όλα τα απομεινάρια της παρέας του, αναχώρησε από την Τρίπολη για τη Ζάκυνθο, με ένα σκάφος που αποκαλείται settee, ενός Μάρκου Σιγούρου που έμενε στη Ζάκυνθο. Μετά την άφιξη μας στη Ζάκυνθο μείναμε δεκαπέντε μέρες πάνω στο πλοίο πριν να πάρουμε platego (2), δηλαδή άδεια αποβίβασης – επειδή είχε πανούκλα στο μέρος από το οποίο είχαμε έρθει.
Τρεις μέρες μετά την αποβίβαση μας ήρθε ένα άλλο settee, Μασσαλιώτικο, με προορισμό την Κωνσταντινούπολη. Τότε ο κύριος Barton και η παρέα του, μαζί με δύο ακόμη από την Εταιρεία μας, επιβιβάστηκαν σαν επιβάτες σε αυτό το settee και πήγαν στην Κωνσταντινούπολη.
Αλλά οι υπόλοιποι εννέα απο μας μείναμε στη Ζάκυνθο, και περίπου τρεις μήνες αργότερα επιβιβαστήκαμε σε ένα πλοίο του προαναφερθέντος Μάρκου Σιγούρου, το οποίο ήρθε στη Ζάκυνθο και είχε προορισμό την Αγγλία.
Ο Μάρκος Σιγούρος ήταν ο επιφανέστερος εκπρόσωπος της σημαντικότερης οικογένειας της Ζακύνθου εκείνη την εποχή. Οι Σιγούροι ήταν απόγονοι των Νορμανδών De Segur και βρίσκονταν ήδη εγκατεστημένοι στη Ζάκυνθο χρόνια αμέτρητα (3). Από τα τελευταία χρόνια της δυναστείας των Τόκκο, το αργότερο, είχαν ασπαστεί την Ορθοδοξία. Είχαν γλυτώσει στην καταστροφή από τους Τούρκους το 1479 και επιστρέψει λίγα χρόνια αργότερα, στις αρχές της Βενετοκρατίας. Υπηρέτησαν πιστά τους Βενετούς, στην αρχή σαν Στρατιώτες. Μάρκος λεγόταν και ο πρωτότοκος γιός της οικογένειας που είχε σκοτωθεί στη πολιορκία του κάστρου του Αγίου Γεωργίου στην Κεφαλονιά το 1500. Μάρκος λεγόταν και ο ανιψιός του, κατοπινός αρχηγός της οικογένειας. Ο μικρότερος αδελφός αυτού του Μάρκου, ο Νούκιος ή Νούτζος, πατέρας του Αγίου Διονυσίου, ακολούθησε και αυτός το παράδειγμα του παππού του Νούτζου και υπηρέτησε σαν καπετάνιος Στρατιωτών στην Ιταλία. Αργότερα, ένας άλλος Νούτζος, γιός του αδελφού του Μάρκου και του Νούτζου, του Ιωάννη, έδρασε στην επαναστατημένη Μάνη.
Με την πολεμική της δράση η οικογένεια κατόρθωσε να πετύχει την αναγνώριση από τη Βενετία των παλιών τίτλων ευγενείας και την επανάκτηση της προγονικής περιουσίας. Πέτυχε όμως και την παραχώρηση πολλών νέων χτημάτων. Τώρα πια η δράση τους απλώθηκε και στη θάλασσα. Ο Μάρκος, πρωτότοκος γιός του Ιάκωβου, τον διαδέχτηκε σαν σοπρακόμιτος πολεμικού πλοίου το 1527. Σχεδόν ταυτόχρονα έγινε σοπρακόμιτος και ο αδελφός του Κωνσταντίνος. Το 1535 ακολούθησε ο Νούτζος.
Οι Σιγούροι βέβαια φρόντιζαν να οικοδομούν συμμαχίες με άλλες ισχυρές φαμελιές του τόπου. Μάνα των Μάρκου, Κωνσταντίνου, Νούτζου, και Ιωάννη ήταν η Ισαβέλλα, από την αρχοντική – βυζαντινής προέλευσης – οικογένεια των Μονδίνων (Μουντίνων). Η αδελφή τους Λάουρα παντρεύτηκε το Δημήτριο, δευτερότοκο γιό του αρχικαπετάνιου των Στρατιωτών της Ζακύνθου Θεόδωρου Παλαιολόγου, της γνωστής αυτοκρατορικής οικογένειας. Στα τέλη του 1532, μερικούς μήνες μετά το θάνατο του Θεόδωρου, ο Μάρκος ορίστηκε από το Δημήτριο πληρεξούσιος του για την τακτοποίηση των κληρονομικών του υποθέσεων. Οι Παλαιολόγοι, αν και έμεναν πια στη Βενετία, είχαν μεγάλη περιουσία στη Ζάκυνθο από τη γυναίκα του Θεόδωρου, τη Μαρία Καντακουζηνή που είχε σκοτωθεί στο μεγάλο σεισμό του 1513.
Ο Δημήτριος δεν μπορούσε φαίνεται να κατεβεί ο ίδιος στη Ζάκυνθο εκείνη την εποχή γιατί αντιμετώπιζε σοβαρότατα οικογενειακά προβλήματα. Πιο συγκεκριμένα, δύο μήνες αργότερα, η Lucietta Martini, κόρη του αρχιναυπηγού της Βενετίας, έκανε αίτηση ακύρωσης του γάμου της με το Δημήτριο με το αιτιολογικό της διγαμίας. Το ντοκουμέντο αυτό – εκατό δυσανάγνωστες σελίδες στα Λατινικά απ’ ότι ακούω – δεν έχει μέχρι τώρα δημοσιευτεί, αν και θα έλυνε πολλές απορίες που δημιουργούνται σε σχέση με το γάμο αυτό και περιέχει πληροφορίες τόσο για τους Παλαιολόγους όσο και για τους Σιγούρους (4).
Το οικόσημο των Σιγούρων. Ένα γεράκι κατασπαράσσει ένα περιστέρι.
Ο Μάρκος που φιλοξένησε το Sanders ήταν γιός του Κωνσταντίνου και πρωτοξάδελφος του Αγίου Διονυσίου. Μαζί με τον αδελφό του Αγησίλαο ήταν οι κατεξοχήν εκπρόσωποι μιας Ζακυνθινής τάξης εμπόρων και εφοπλιστών – άλλο τρανταχτό όνομα ήταν το Σουμάκης – που, από τη ναυμαχία της Ναυπάκτου το 16ο αιώνα ως τον Κρητικό πόλεμο το 17ο, έπαιξαν πρωτεύοντα ρόλο στο εμπόριο της ανατολικής Μεσογείου με τη Δυτική Ευρώπη και κυρίως την Αγγλία (5).
Όπως μας λέει ο Sanders οι Σιγούροι έστελναν δικά τους καράβια απ’ ευθείας στην Αγγλία. Τα νταραβέρια τους εκεί τα είχε αναλάβει ο Ιωάννης Νταραβέρας (Zuanne Da Riviera), ένας Ζακυνθινός μόνιμα εγκατεστημένος το Λονδίνο που έγινε και πρόξενος της Βενετίας (6). Για τα ταξίδια αυτά προσελάμβαναν Άγγλους καπετάνιους και ολόκληρα τσούρμα. Έφταναν δε να παραγγέλνουν πλοία σε ναυπηγεία της Βαλτικής. Τα ονόματα των πλοίων τους δεν τα γνωρίζουμε, τουλάχιστον όχι τα περισσότερα. Κάποιες φορές αναφέρονται σαν Segura, χωρίς να είναι σίγουρο αν το όνομα του πλοίου ήταν Σιγούρα, ή αν, κατά τη Βενετική συνήθεια, απλώς αντικατόπτριζε το όνομα του ιδιοκτήτη ή του καπετάνιου. Ένα από τα πλοία τους λεγόταν Παναγία Σκοπιώτισσα. Το όνομα αυτό ήταν αναμφίβολα το δημοφιλέστερο στη Ζάκυνθο. Υπήρχε και πλοίο του Μιχαήλ Σουμάκη που λεγόταν έτσι, και να μην ξεχνάμε την ομώνυμη γαλέα των Μουντίνων στη ναυμαχία της Ναυπάκτου – των Σιγούρων η γαλέα λεγόταν Ιουδήθ.
Τι πλοίο όμως ήταν αυτό το settee που λέει ο Sanders; Από το Concise Oxford Dictionary of English Etymology του 1996 μαθαίνουμε ότι λεγόταν και settea, αργότερα sattee, και satia, από το Ιταλικό saettia και saetta, Λατινικά sagitta, που σημαίνει βέλος. Ήταν δηλαδή ο τύπος πλοίου που Ελληνικά λέγεται σαΐτα. Δεν βρήκα απεικόνιση σαΐτας του 16ου αιώνα, βρήκα όμως του 17ου, από το ταξίδι του Edmund Dummer στη Μεσόγειο το 1682, και είναι το σχέδιο στην αρχή της ανάρτησης. Μία από τις σαΐτες απεικονίζεται με συνδυασμό τριγωνικών πανιών με βορειοευρωπαϊκά τετράγωνα, το 16ο αιώνα όμως τα πανιά θα ήταν μόνο τριγωνικά.
Τα πλοία αυτά όργωναν τη Μεσόγειο από το 16ο αιώνα μέχρι το 19ο. Στο William Falconer's Dictionary of the Marine, έκδοση του 1769, διαβάζουμε:
SETTEE, (scitie, Fr.) Δικάταρτο πλοίο με τριγωνικά πανιά, τα οποία λέγονται κοινώς λατίνια. Αυτά τα σκάφη χρησιμοποιούνται αποκλειστικά στη Μεσόγειο, και γενικά τα ταξιδεύουν Ιταλοί, Έλληνες, ή Μωαμεθανοί.
Μια σύντομη περιγραφή μας δίνει το Oxford Companion to Ships and the Sea του 2006:
Δικάταρτο πλοίο της Μεσογείου. Είχαν λατίνια και στους δύο ιστούς, και συχνά χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά εφεδρικών πληρωμάτων των γαλερών. Είχαν μονό κατάστρωμα με μακριά, οξεία πλώρη, και ανήκαν περισσότερο στην ανατολική παρά στη δυτική Μεσόγειο. Χρησιμοποιήθηκαν από το 16ο μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Μερικές φορές λέγονταν και balancelles, από τα διπλά λατίνια.
Μπαλαντζέλες λεγόντουσαν αυτά τα σκαριά στη Γαλλία και τη βόρειο Ιταλία. Στη νότια Ιταλία όμως λεγόντουσαν παραντζέλες και αυτός ο όρος πέρασε και στο Ελληνικό λεξιλόγιο. Στον παρακάτω πίνακα του Edward William Cooke του 1847 μία παραντζέλα μισοκρυμμένη πίσω από ένα άλλο σκάφος. Στο βάθος ο Βεζούβιος.

-------------------------------------------------------------- 
1)  ‘An English Garner, The unfortunate Voyage of the Jesus to Tripoli, in 1584’, τόμος 2, σσ.  20-21, 1879.
2)  Pratique, από τον Ελληνικό όρο πρακτική, μέσω Μεσαιωνικής Λατινικής και Γαλλικής.
3) Λεωνίδα Ζώη, Ο Άγιος Διονύσιος, Προστάτης Ζακύνθου, Ζάκυνθος 1895. Από το ίδιο έργο προέρχονται οι περισσότερες περί Σιγούρων πληροφορίες της ανάρτησης  χωρίς αναφορά σε διαφορετική πηγή.
4) Η Μαριάννα Κολυβά ανέφερε το έγγραφο αυτό πριν πολλά χρόνια λέγοντας ότι θα επανέλθει για να το μελετήσει. Θεόδωρος Παλαιολόγος, Αρχηγός Μισθοφόρων «Στρατιωτών» και Διερμηνέας στην Υπηρεσία της Βενετίας, Θησαυρίσματα, 1973, σελ. 153.
(5)  Maria Fusaro, Cooperating mercantile networks in the Early Modern Mediterranean: The English and the Greeks, a Case Study, Commercial Networks in the Early Modern World, European University Institute, Φλωρεντία, 2002 και Coping with transition: Greek merchants and ship owners between Venice and England in the late sixteenth century, Oxford University, 2005, της ιδίας.
(6)  Βλέπε προηγούμενο.
Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .