Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

Μας πήρανε και τα βρακιά


Μισοαστεία η πρώτη ανάρτηση της χρονιάς – να ξορκίσουμε το νέο χρόνο, μη νομίσει πως τον παίρνουμε και πολύ στα σοβαρά. Και μισοσοβαρή, γιατί αφορά τη μισή εθνική μας φορεσιά. Ναι, τη μισή. Είναι κι αυτός ένας από τους απαραίτητους εθνικούς μας διχασμούς: Αθηναίοι / Σπαρτιάτες, Πράσινοι / Βένετοι, στεριανοί / νησιώτες, Αριστεροί / Δεξιοί, Ολυμπιακοί / Παναθηναϊκοί και πάει λέγοντας.
Ετούτος, φουστανελοφόροι / βρακοφόροι, είναι ίσως ο πιο καλοήθης από δαύτους. Μη ξεσυνερίζεστε την παραπάνω εικόνα ενός βρακοφόρου και ενός φουστανελά που πάνε να σφαχτούνε. Προ-Σολωμικοί κάτοικοι της Ζακύνθου είναι – από χαρακτικό του Antoine Laurent Castellan το 1808. Τι να σου κάνει η γλυκύτατη φύση ενός νησιού εποικισμένου από Αρβανίτες, Μανιάτες και Κρητικούς πολεμιστές, πάνω στο ρήγμα Ισλάμ και Χριστιανοσύνης; Αιώνες πάλεψε να τους ημερώσει. Είχανε τότε τη φήμη οι κάτοικοι του νησιού – όχι άδικα – πως ήτανε μαχαιροβγάλτες.
Βρακοφόροι οι Ζακυνθινοί, έτσι μας λέει ο André Grasset de Saint-Sauveur στα τέλη του 18ου αιώνα. Όχι πως σπανίζουν οι φουστανέλες σε απεικονίσεις τις εποχής αλλά ούτε και οι Μοραΐτες σπάνιζαν, ειδικά μετά τα Ορλωφικά. Και καλά, η φουστανέλα – όποιος έχει μάτια βλέπει – είναι μακρινή απόγονος του αρχαίου χιτώνα. Τη βράκα που τη βρήκαμε;
Μιας και η λέξη προέρχεται από τη Λατινική bracca, και αφού τη φορούσαν κυρίως οι νησιώτες – πληθυσμοί δηλαδή που είχαν περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα υπό την εξουσία της Βενετίας – λογικό είναι κάποιος να κοιτάξει προς δυσμάς. Οι Δυτικοί όχι μόνο την ήξεραν αλλά ήταν το άλφα και το ωμέγα της αντρικής μόδας του 16ου αιώνα. Οι Ισπανοί όμως την αποκαλούσαν gregüescos και οι Γάλλοι gregesque, λέξεις που προέρχονται από το Βενετικό grechesco,  δηλαδή ‘όπως οι Γραικοί’, ‘αλά Ελληνικά’. Φαίνεται λοιπόν πως οι Ευρωπαίοι πήραν τη βράκα από μας και όχι το αντίθετο. Εξ άλλου πριν το 16ο αιώνα είχαν τόση σχέση με βράκες όση και ο φάντης με το ρετσινόλαδο.


Όταν η φορεσιά των ταπεινών ψαράδων του Αιγαίου κατέλαβε εξ εφόδου τα Ευρωπαϊκά ανάκτορα. Οι θριαμβευτές της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου το 1571, με πρώτο το Ρηγόπουλο της Σπάνιας, το Δον Χουάν τον Αυστριακό, φορούσαν εντυπωσιακότατες βράκες.


Τότε που η παλληκαριά και η ναυτοσύνη μετριόντουσαν με τον πήχη του υφάσματος. Εδώ ο Ολλανδός ναύαρχος van de Watergeuzen. Τουλάχιστον λύσαμε το μυστήριο του Ιπτάμενου Ολλανδού: πετούσε με ... αερόστατο.

Αφού απέτυχα οικτρά να βρω την απάντηση που ζητούσα στη Δύση στράφηκα προς τη λεβεντογέννα Κρήτη. Δεν μπορεί, είπα, οι πιο περίφημοι και περήφανοι των βρακοφόρων κάτι θα ξέρουν. Η θεωρία που υπερισχύει – άνευ αντιπάλου νομίζω – στους ιστότοπους της μεγαλονήσου είναι πως τη βράκα την πήρανε από τους Βορειοαφρικανούς, και συγκεκριμένα τη φυλή των Zouaoua. Δηλαδή τους Ζουάβους αν έχετε ακουστά. Ήταν, λέει, μία μεταμφίεση για να μην επιτίθενται στους Κρητικούς ναυτικούς οι τρομεροί πειρατές από το Τούνεζι και το Αλγέρι.
Υπάρχουν κάμποσα πράγματα που δεν μου αρέσουν σε αυτή τη θεωρία. Πρώτα απ’ όλα, και καταλογίστε μου ότι έλλειψη θέλετε, ζορίζομαι να φανταστώ το Μανωλιό να κατεβαίνει στο Ρέθυμνο με κόκκινη βράκα Ζουάβου. Δεύτερον, γιατί να μάθουν οι Ισπανοί τη βράκα από τους Έλληνες και τους Βενετούς ενώ ήταν γειτονιά από αιώνες με τους Αλιτζερίνους; Τρίτον, για να γλυτώσουν οι Κρητικοί από τα ρεσάλτα των Βέρβερων θα έπρεπε να υπομείνουν τις επιθέσεις των Χριστιανών της Δύσης, που και μεγαλύτερα καράβια είχαν και περισσότερα κανόνια. Εν κατακλείδι, πως να μιμηθούν οι Κρητικοί τους  πειρατές της Μπαρμπαριάς, οι οποίοι, ακόμη και το 17ο αιώνα ήταν συνήθως ... ξεβράκωτοι;
 Βλέπετε εσείς βράκα; Histoire de Barbarie (1649).

Αναρωτιέστε τι κρυβόταν κάτω από τα καφτάνια τους; Ορίστε! Σαρακηνός πειρατής του Pier Francesco Mola (1650). Προσέξτε τη χρήση του ζωναριού, όπου έχει περάσει τις άκρες του επενδύτη του για να μη μπερδεύεται στα πόδια του και τον εμποδίζει.



Και από που να έμαθαν, λέτε, τη βράκα οι Σαρακηνοί; Από τα αφεντικά τους μάλλον – κάτι τύπους σαν τους γιούς της κυρά-Κατερίνας από τη Λέσβο, το διαβόητο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα και τα αδέλφια του. Η βράκα δηλαδή πήγε στα όρη του Άτλαντα από το Αιγαίο και όχι το αντίθετο. Απογοητεύτηκα! Επιτρέπεται να μη γνωρίζουν οι Κρητικοί από που κρατάει η ... βράκα τους;
Διέπλευσα λοιπόν τα πελάγη του διαδικτύου με σκάφος τύπου Google, και στραβώθηκα κοιτάζοντας σαλβάρια και σώβρακα σε μικρογραφίες, από την Τουρκία μέχρι την Ινδία και τη Μογγολία. Από αρχές του 16ου αιώνα και νωρίτερα εννοείται. Τα αποτελέσματα πενιχρά. Το πλησιέστερο που βρήκα είναι από μία Κεντροασιατική μικρογραφία των  τελών του 15ου. Την κούρσεψα από τους άπιστους του Πανεπιστημίου Bilkent της Άγκυρας και σας την έφερα να τη δείτε.

Παρ’ όλο που η εικόνα αυτή είναι πολύ όψιμη, θα μπορούσε, ίσως, να σηματοδοτήσει μια κατεύθυνση προέλευσης της βράκας από την Ασία. Υπάρχουν όμως αντίστοιχες απεικονίσεις από το Βυζάντιο που προηγούνται χρονικά. Στο ‘Μυθιστόρημα του Μεγάλου Αλεξάνδρου’ του Ψευδο-Καλλισθένη που σώζεται στο  Istituto Ellenico της Βενετίας, φιλοτεχνημένο το 14ο αιώνα, βλέπουμε αρκετούς Μακεδόνες στρατιωτικούς να απεικονίζονται φορώντας ένα είδος βράκας.

Ολόκληρη τη μικρογραφία μπορείτε να τη δείτε εδώ. Δεν βλέπω να υπάρχει συγκεκριμένος λόγος απεικόνισης τους με βράκα, το ίδιο άτομο κάποτε τη φοράει και κάποτε όχι. Ιδιαίτερη προτίμηση φαίνεται της είχαν οι αγγελιοφόροι, όπως αυτός στην άκρη εδώ, αλλά δεν τη φορούσαν πάντα. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες είναι και οι απεικονίσεις ναυτικών, με το χαρακτηριστικό ναυτικό ‘κουκούλιον’ με υποσιάγωνο, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο νομίζω αν φοράνε βράκα ή όχι.
Πρέπει να σημειώσουμε κάποια πράγματα για τις Βυζαντινές αυτές βράκες. Το πρώτο είναι ότι φοριούνται τελείως ακάλυπτες, σαν ‘εξώρουχο’, και όχι κάτω από κάποιο χιτώνα ή επενδύτη. Το δεύτερο ότι είναι εξαιρετικά μπόλικες στους γοφούς και στον καβάλο, ενώ στενεύουν από το γόνατο και κάτω, είναι δηλαδή βράκες με φουφούλα. Και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά τις ξεχωρίζουν από τα διάφορα Ασιατικά σαλβάρια και δείχνουν στενή συγγένεια με τις βράκες των νησιωτών, όπως αυτή του Ζακυνθινού με το μαχαίρι στο σχέδιο του Castellan. Είναι σχεδιασμένες για να προσφέρουν απόλυτη άνεση κινήσεων, διαφυλάσσοντας ταυτόχρονα με τις πτυχώσεις τους την ευπρέπεια του φορέα.
Νομίζω πως, κατά τα φαινόμενα, η βράκα, έτσι όπως υιοθετήθηκε από τους νησιώτες, έχει τις ρίζες της στο Βυζάντιο. Οι διάφορες περισκελίδες ήταν πολύ γνωστές στους Βυζαντινούς. Η ίδια η λέξη βράκα άλλωστε – οποιοδήποτε και αν ήταν το ακριβές της νόημα – παραπέμπει μάλλον στους πρώιμους αιώνες της αυτοκρατορίας. Σίγουρα ήταν σε χρήση πριν τη Φραγκοκρατία: ‘... αναξυρίς, ό το παρά Ρωμαίοις βρακίον δηλοί’ έγραψε ο Θεσσαλονίκης Ευστάθιος* το 12ο αιώνα (και συγγνώμη για το μονοτονικό).
Ίσως η βράκα γεννήθηκε στη θάλασσα, ίσως όχι. Ήταν όμως σίγουρα η ιδανική αμφίεση για τους ναύτες και γι αυτό εξαπλώθηκε. Όταν σκαρφαλώνεις στα άλμπουρα μέσα στο μπουρίνι και προσπαθείς να ισιώσεις το κορμί σου ανεβαίνοντας, το τελευταίο που σου χρειάζεται είναι να έχεις πατήσει τη φουστανέλα σου με το γόνατο. Το ίδιο κατεβαίνοντας, δεν θέλεις να σκαλώσει πουθενά. Ούτε το σώβρακο σου θέλεις να φαίνεται, ειδικά αν ελλείψει νερού για πλύσιμο το έχεις φορέσει ανάποδα ή καταργήσει τελείως.
Κι αν είχες βρεθεί στον πάγκο κάτεργου, από φτώχια, σκλαβιά, δουλοπαροικία, ή και σκέτη κακοτυχιά, η φιλοδοξία σου θα ήταν να γίνεις σκάπουλος (scappolo), δηλαδή ναύτης. Να γλυτώσεις από το κουπί, να τη σκαπουλάρεις που λέμε ακόμα και σήμερα. Θα προσπαθούσες να μιμηθείς αυτούς που ονειρευόσουνα να φτάσεις, και ένα από τα πρώτα πράγματα που θα έκανες με το μισθό ή την portata** σου θα ήταν να προμηθευτείς μια βράκα. Έτσι νομίζω έγινε η βράκα σύμβολο επαγγελματικής και κοινωνικής ανόδου, και από το λιμάνι ανέβηκε μέχρι τα ορεινά της Κρήτης και της Κύπρου.

 Σκάπουλος Βενετικού πλοίου, 16ος αιώνας, του Cesare Vecellio.


Μια παράλληλη και πολύ παρόμοια πορεία πρέπει να ακολούθησε η βράκα και στο Οθωμανικό ναυτικό, αφού αυτό στηριζόταν σε πληρώματα από τα παράλια του Αιγαίου περισσότερο από το Βενετικό. Δηλαδή εκτός από τους Ευρωπαίους μας πήραν τα βρακιά και οι Τούρκοι!

----------------------------------------------------------------------------
* Eustathii Archiepiscopi Thessalonicensis, Commentarii ad Homeri Iliadem pertinentes, Marchinus van der Valk, Εκ των της Α΄ ραψωδίας, 22.9, σελ. 36.
** Μικρή ποσότητα αδασμολόγητου εμπορεύματος που τα μέλη του πληρώματος των Βενετικών πλοίων είχαν δικαίωμα να πουλούν για λογαριασμό τους.


2 σχόλια:

  1. Πραγματικά συγχαρητήρια για την επίπονη δουλειά που κάνετε! Διάβασα ότι δεν είστε ιστορικός, αλλά νομίζω ότι το μόνο που σας λείπει είναι ο πάπυρος, που είναι και το πιο "άχρηστο" πράγμα που παίρνει κανείς από το πανεπιστήμιο..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Εξ άλλου πριν το 16ο αιώνα είχαν τόση σχέση με βράκες όση και ο φάντης με το ρετσινόλαδο.

    Δεν θα το έλεγα.

    Βλ. εδώ: Les braies occidentales aux XIIe et XIIIe siècles.

    Earion

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .