Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

Οι Ανγκολέζοι του Τζάντε


Δύσκολα βρίσκει κανείς αντιθέσεις πιο φαινομενικά ασυμβίβαστες σε μια ιστορική προσωπικότητα όσο στον Sir Francis Drake: γιός προτεστάντη ιερωμένου, καραβοκύρης, εξερευνητής, ήρωας θρυλικός της πατρίδας του, πειρατής, δουλέμπορος. Το παραπάνω οικόσημο είναι του εξαδέλφου του – συναδέλφου, συνεταίρου και συν-θριαμβευτή ενάντια στην Ισπανική Αρμάδα – του Sir John Hawkins. Το συμπληρώνει – για μας ξεδιάντροπα – η φιγούρα ενός Αφρικανού σκλάβου. Ο Hawkins θεωρείται ο άνθρωπος που έσπασε το Ιβηρικό μονοπώλιο στο Αφρικανικό δουλεμπόριο, αρπάζοντας, το 1555, μια τρακοσαριά σκλάβους από τους Πορτογάλους και πουλώντας τους στην Αμερική. Λίγο αργότερα ξεκίνησε αυτό που λέγεται τριγωνικό εμπόριο:  Αγγλία, Αφρική, Αμερική, πάλι Αγγλία, και κέρδη σε κάθε σταθμό. Δεν ήταν όμως ο πρώτος Άγγλος που πήρε σκλάβους από τη Δυτική Αφρική.


Αυτή η ανατριχιαστική πρωτιά ανήκει σε κάποιο John Lok ή Locke, γιό ενός πλούσιου εμπόρου με οικονομικά πάρε-δώσε με τον Ερρίκο Η΄ (1). Αυτός είχε φέρει πέντε σκλάβους στο Λονδίνο μετά από ένα ταξίδι στη Γουινέα το 1554 (2). Ένα χρόνο νωρίτερα τον βρίσκουμε να περιδιαβαίνει τη Χώρα της Ζακύνθου, επισκεπτόμενος εκκλησίες ορθόδοξες και καθολικές (3). Ο Locke δεν έψαχνε να αγοράσει σκλάβους, για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους πήγαινε. Δουλεμπόριο όμως στο Τζάντε – και μάλιστα Αφρικανών – γινότανε. Είναι γνωστό και το είχε αναφέρει ο Βέλγος Giovanni Zuallardo (Jean Zuallart) που επισκέφτηκε το νησί το 1586. Να τι είπε, όπως το έδωσε ο Κώστας Καιροφύλας στο ‘Η Ζάκυνθος όπως την είδαν οι περιηγηταί’.



Μια σχετική πληροφορία, μη διαδεδομένη μέχρι τώρα, μας δίνει και ο φίλος μας ο Pedro Teixeira.


Είδα σε αυτό το νησί μεγάλη χρήση νέγρων σκλάβων, μερικούς από τους οποίους τους έφεραν κατευθείαν από την Αφρική – αλλά τους περισσότερους τους έφεραν οι Άγγλοι τα προηγούμενα χρόνια, έχοντας λεηλατήσει Πορτογαλικά πλοία από τη Γουινέα και την Ανγκόλα. (4)

Όταν δηλαδή ο Zuallardo έλεγε πως τους περισσότερους Αφρικανούς τους πουλούσαν στους Τούρκους δεν εννοούσε πως τους υπόλοιπους τους πουλούσαν αλλού. Πως τους κρατούσαν στη Ζάκυνθο εννοούσε. Φαίνεται ακόμα πως οι Άγγλοι, που εκείνα τα χρόνια έρχονταν να αγοράσουν σταφίδα, δεν πλήρωναν το μαύρο χρυσό της Ζακύνθου πάντα με κίτρινο. Κάποιες φορές πλήρωναν με ενός άλλου είδους μαύρο χρυσό.

Το κάστρο São Jorge da Mina, που έχτισαν οι Πορτογάλοι στη Δυτική Αφρική το 1482, εδώ μετά την κατάληψη του από τους Ολλανδούς το 1637, ήταν σταθμός ανεφοδιασμού δουλεμπόρων για αιώνες. Atlas Blaeu van der Hem, 17ος αιώνας.

Οι Άγγλοι δεν ήταν όμως οι μόνοι που άρπαζαν σκλάβους από άλλους δουλεμπόρους. Ένας Άγγλος, σκλάβος του Πασά της Τρίπολης (στη Λιβύη), ο Thomas Sanders, έγραψε για ένα συμβάν το Μάιο του 1584, λίγο μετά τη δική του σύλληψη (5). Βάλανε, λέει, οι Βορειοαφρικανοί, τον ίδιο και σχεδόν ενενήντα άλλους Χριστιανούς να κωπηλατήσουν σε μια γαλιότα. Το πλοίο πήγαινε να πιάσει ένα Ελληνικό καραμοσάλι (εμπορικό της Τουρκοκρατίας – karamürsel στα Τούρκικα) που προσπαθούσε να κλέψει νέγρους (to steal negroes). Βρήκαν το καραμοσάλι και οι επίδοξοι δουλέμποροι βγήκαν κουρεμένοι στην κυριολεξία – τους σκλάβους οι Μουσουλμάνοι τους ξυρίζανε. Ο Sanders και κάποιοι από τους συντρόφους του απελευθερώθηκαν με μεσολάβηση της βασίλισσας τους, της Ελισάβετ, στο σουλτάνο Μουράτ Γ΄ και βρέθηκαν στη Ζάκυνθο. Το πλοίο που τους μετέφερε ήταν του Μάρκου Σιγούρου.
Δύσκολα μπορούμε να καταλάβουμε πως είναι δυνατόν κάποιοι που είχαν δει συμπατριώτες τους να σέρνονται στα κάτεργα του Ουλούτζαλη (Uluç Ali) λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1571, ή που είχαν δει την οδύνη των συγγενών τους, να κερδίζουν από τη δυστυχία ανθρώπων που δεν τους είχαν φταίξει σε τίποτα. Ξέρουμε πως είχαν τις δικαιολογίες τους και στην εποχή τους  είχαν πέραση. Προσωπικά βρίσκω το ίδιο, αν όχι περισσότερο, δύσκολο να καταλάβω κάποιους που, στα γυρίσματα του 20ου προς τον 21ο αιώνα, έχοντας δει δικούς τους ανθρώπους να φεύγουν μετανάστες, προσπαθούν με ηλίθιες και ρατσιστικές δικαιολογίες να κερδίσουν από την εκμετάλλευση μεταναστών.
Δεν μπορώ παρά να αναρωτιέμαι σε τι δουλειές απασχολούσαν αυτούς τους δυστυχισμένους Αφρικανούς. Πως τους μεταχειρίζονταν και τι απέγιναν τελικά. Ελπίζω να ενσωματώθηκαν κάποτε στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα του νησιού που απορρόφησε τόσους ξεριζωμένους.

 

(1) ‘A history and genealogy of Captain John Locke (1627-1696) of Portsmouth and Rye, N.H., and his descendants; also of Nathaniel Locke of Portsmouth, and a short account of the history of the Lockes in England’, του Arthur Horton Locke, σσ. 576 – 577.


(2) ‘The second voyage to Guinea set out by Sir George Barne, Sir John Yorke, Thomas Lok, Anthonie Hickman and Edward Castelin, in the yere 1554. The Captaine whereof was M. John Lok’, από το The Principal Navigations, Voyages, Traffiques, and Discoveries of the English Nation’, του Richard Hakluyt, τόμος 6, σσ. 154 -176, έκδοση του 1904.

(3) ‘The voyage of M. John Locke to Jerusalem’, από τοThe Principal Navigations, Voyages, Traffiques, and Discoveries of the English Nation’ του Richard Hakluyt, τόμος 5, σσ. 81 – 83, έκδοση του 1904.

(4) ‘The Travels of Pedro Teixeira: with his Kings of Harmuz and extracts from his Kings of Persia’, μετάφραση του William F. Sinclair, εισαγωγή και σημειώσεις του Donald Ferguson, σ. 147, έκδοση του 1902.

(5) ‘An English Garner, The unfortunate Voyage of the Jesus to Tripoli, in 1584’, τόμος 2, σσ.  20-21, 1879.


Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Οι γκιόστρες των Βυζαντινών


Τα άλογα που πριν την 4η Σταυροφορία κοσμούσαν τον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης. Θεωρούνται έργο του Λύσιππου και βρίσκονται στη Βενετία.

Είδαμε στις προηγούμενες αναρτήσεις πως η γκιόστρα ήταν – στη Ζάκυνθο τουλάχιστον – ένα γνήσια λαϊκό δρώμενο. Την παρακολουθούσαν μεγάλα πλήθη από όλες τις κοινωνικές τάξεις, γινόταν στην πόλη αλλά και στα χωριά, σε πανηγύρια, στα Καρναβάλια, σε κρατικές φιέστες όπως η Πρωτομαγιά (σε άλλες Βενετικές περιοχές, όπως η Κύπρος, γινότανε του Αγίου Μάρκου στις 25 Απριλίου*). Οι πρωταγωνιστές της δεν ήταν παραμυθένια ρηγόπουλα. Οι πιο πολλοί δεν ήταν καν γραμμένοι στο libro doro. Ο Αχτύπης που νίκησε στη Γκιόστρα του Γαϊτανιού το 1504 δεν ήταν ούτε τσιταντίνος, δεν είχε δηλαδή σπίτι στη Χώρα του Κάστρου. Ούτε και στη Χώρα του Γιαλού είχε σπίτι, ένας χωριάτης από το Γαϊτάνι ήτανε. Δε νίκησε βέβαια τίποτα αρχοντόπουλα – αυτό έλειπε να αναμετριούνται οι ευγενείς με την πλέμπα. Για τους δικούς του ανθρώπους όμως η τιμή ήταν μεγάλη. 

Γκιόστρες, κατά πάσα πιθανότητα, γίνονταν στη Ζάκυνθο και πριν τη Βενετοκρατία, στον καιρό των Ορσίνι και των Τόκκο. Η αγωνιστική συμμετοχή όμως δεν μπορεί παρά να ήταν περιορισμένη στο στενό κύκλο μιας χούφτας φεουδαρχών – ώσπου ήρθαν οι πρώτοι Στρατιώτες. Γέμισε το νησί καβαλάρηδες με μακριά κοντάρια, ανθρώπους ταπεινής καταγωγής που όμως ήξεραν να περνούν κακοτράχαλα βουνά και φουσκωμένα ποτάμια πάνω στη σέλα, μάστορες του ιππικού πολέμου. ‘... επειδή αυτοί οι χωριάτες είναι ικανότεροι από τους Ιταλούς’ ανέφερε στη Signoria ο Βενετός Provveditor General του Μοριά στα 1465, Jacopo Barbarigo**.

Η προέλευση των Στρατιωτών, όπως και του ονόματος τους, ήταν Βυζαντινή. Τι σχέση είχαν οι Βυζαντινοί με τη γκιόστρα; Σίγουρα δεν τους ήταν άγνωστη. Η τζούστρα και ο τορνεμές ήταν ανάμεσα στα πολλά ιππικά παιχνίδια που είχαν συσσωρεύσει στη Ρωμανία τόσο η Ελληνορωμαϊκή παράδοση όσο και οι ανατολικές και δυτικές επιρροές.

  
Ακόμη και αυτοκράτορες, σαν τον Μανουήλ Α΄Κομνηνό (1143-1180) και τον Ανδρόνικο Γ΄Παλαιολόγο (1328-1341), έπαιρναν μέρος. Τέτοιοι αγώνες ίσως κάποτε έπαιρναν το χαρακτήρα αιματηρής έφιππης μονομαχίας. Μια τέτοια, μυθιστορηματική, απεικονίζεται σε μικρογραφία από ‘Ρομάντζο του Μεγαλέξαντρου’ του 14ου αιώνα που βρίσκεται στο Instituto Ellenico di Venezia.

Το 1433 ένας ευγενής από τη Βουργουνδία, ο Bertrandon de la Broquiere, πέρασε από την Κωνσταντινούπολη στην δια ξηράς επιστροφή του από ένα προσκύνημα στους Αγίους Τόπους. Μας άφησε περιγραφές*** για τρία ιππικά αγωνίσματα που παρακολούθησε:

Μπροστά από την Αγία Σοφία είναι μια μεγάλη και όμορφη πλατεία, τριγυρισμένη από τοίχους σαν παλάτι, όπου τα αρχαία χρόνια γίνονταν αγώνες (ο Ιππόδρομος). Είδα τον αδελφό του αυτοκράτορα, το δεσπότη του Μοριά, να εξασκείται εκεί με καμιά εικοσαριά καβαλάρηδες. Καθένας τους είχε ένα τόξο, και κάλπαζαν κατά μήκος της περίφραξης, πετώντας τα καπέλα τους μπροστά τους, τα οποία, μόλις τα είχαν προσπεράσει, τα τόξευαν. Αυτός που θα τρυπούσε με το βέλος το καπέλο του, ή θα το πλησίαζε περισσότερο, θεωρούνταν ο καλύτερος. Αυτή την άσκηση την είχαν υιοθετήσει από τους Τούρκους και ήταν μία από αυτές στις οποίες προσπαθούσαν να αριστεύσουν.

Ο αυτοκράτορας ήταν ο Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος και ο αδελφός του, ο δεσπότης του Μοριά, ο Κωνσταντίνος, ο τελευταίος.

Λίγες μέρες μετά (την Υπαπαντή) με πήγαν να δω μια γιορτή που γινότανε για τους γάμους ενός συγγενή του αυτοκράτορα. Έγινε μια γκιόστρα, με τον τρόπο που γίνονται σ’ αυτή τη χώρα, αλλά που εμένα μου φάνηκε πολύ παράξενη. Θα την περιγράψω. Στη μέση μιας πλατείας είχαν καρφώσει, όπως στην (γκιόστρα) Quintana, ένα μεγάλο στύλο στον οποίο είχαν στερεώσει μια σανίδα τρία πόδια φαρδιά και πέντε πόδια μακριά. Σαράντα άρχοντες προχωρήσανε σε αυτό το σημείο, χωρίς καθόλου όπλα ή πανοπλίες εκτός από ένα κοντό ραβδί. Πρώτα διασκεδάσανε κυνηγώντας ο ένας τον άλλο, κάτι που κράτησε περίπου μισή ώρα.

Απ ότι φαίνεται αυτό που περιγράφει ο Bertrandon είναι το cirit, που στα Τούρκικα σημαίνει ακόντιο. Είναι το τζιρίττιν των Κυπρίων, ένα παλιό πολεμικό παιγνίδι των Τούρκων, που παίζεται από δύο ομάδες ιππέων οπλισμένων με ένα ραβδί σε μέγεθος σκουπόξυλου.

Τούρκοι παίζουν cirit στο At Meidani, δηλαδή στον ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης, γύρω στα 1800, έργο του Ignace Duvivier.

Συνεχίζει ο Bertrandon:

Μετά φέρανε εξήντα με ογδόντα ράβδους από σκλήθρα (δέντρο συγγενικό με τη σημύδα), σε πάχος και μήκος όπως αυτές που χρησιμοποιούμε στις αχυροσκεπές. Ο γαμπρός πήρε πρώτος μία και ξεκίνησε με γρήγορο καλπασμό προς τη σανίδα για να τη σπάσει. Έτσι όπως παλλόταν στο χέρι του την έσπασε εύκολα, οπότε αντήχησαν φωνές χαράς, και τα μουσικά όργανα, συγκεκριμένα νιάκαρα σαν αυτά των Τούρκων, άρχισαν να παίζουν. Καθένας από τους άρχοντες έσπασε τη ράβδο του με τον ίδιο τρόπο. Μετά ο γαμπρός έδεσε δύο μαζί, που στ’ αλήθεια δεν ήταν πολύ γερές, και τις έσπασε χωρίς να τραυματιστεί. Έτσι τελείωσε η γιορτή και όλοι γύρισαν στα σπίτια τους σώοι κα αβλαβείς. Ο αυτοκράτωρ και η αυτοκράτειρα (η Μαρία Κομνηνή από την Τραπεζούντα) είχαν παρακολουθήσει από ένα παράθυρο.

Δεν ξέρω εσείς τι περιμένατε, πάντως ο καλός ιππότης, που κάθε άλλο παρά έκρυβε την αντιπάθεια του για τους Ρωμιούς, ήθελε να πάνε στο γάμο να ματοκυλιστούνε για να ναι ευχαριστημένος.


* Λεπτομέρειες για τις γκιόστρες της Κύπρου και τα αγωνίσματα σκοποβολής αναφέρει στο άρθρο της ‘Κονταρομαχίες στην Κύπρο κατά τη βενετοκρατία’ η Νάσα Παταπίου, εφημερίδα Πολίτης, 03/01/2010.
** ‘... quod isti paesani sint potentiores gentibus Italicis, Jacomo Barbarigo, Dispacci della guerra di Peloponneso, 1465-1466, 1.25, Κ. Σάθας, Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος ΣΤ΄).
*** The travels of Bertrandon de la Brocquiere to Palestine and his return from Jerusalem overland to France, μετάφραση από τα Γαλλικά Thomas Johnes, 1807.

Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

Η Γκιόστρα του Γαϊτανιού ή η Γκιόστρα του Αγίου Κωνσταντίνου;

Ιππικοί αγώνες στη Γερμανία το 1480, ανωνύμου
Σήμερα σας έχω λουκούμι – ή μάλλον παστέλι. Από το μεγάλο πανηγύρι του Γαϊτανιού. Όχι του Οσίου Ιωσήφ. Από ένα παλιότερο από αυτό, και όπως φαίνεται μεγαλύτερο και εντελώς άγνωστο, τόσο στον πολύ κόσμο όσο και στους Ζακυνθινούς ιστορικούς. Το μόνο που είναι γνωστό, και μας προϊδεάζει, είναι λίγες λέξεις του Λεξικού του Λεωνίδα Ζώη στο λήμμα για τoυς αγώνες.

Δεν γνωρίζω ούτε την πηγή της πληροφορίας αυτής ούτε αν η χρονολογία 1504 είναι σωστή. Στο λήμμα για την οικογένεια Αχτύπη ο Ζώης αναφέρει σαν χρόνο πρωτοεμφάνισης της στη Ζάκυνθο το 1532. Επομένως ή οι αγώνες του Γαϊτανιού έγιναν μετά το 1532 ή οι Αχτυπαίοι ήταν εγκαταστημένοι στο Γαϊτάνι πριν το 1504. Όπως και να ’χει το πράγμα το παστέλι είναι αλλού.

Εμπορικά πλοία στα τέλη του 16ου αιώνα. Theodore Bry, Voyage au Brésil, 1592


Ο Pedro Teixeira ήταν ένας Πορτογάλος ταξιδευτής στα τέλη του 16ου και τις αρχές του 17ου αιώνα. Ήταν μάλλον Εβραϊκής καταγωγής, ίσως και κρυπτο-Εβραίος. Ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε για τον ίδιο. Ίσως ήταν μέντικος, να τον πούμε έτσι μην προσβάλλουμε κανένα σημερινό γιατρό, ίσως σπετσέρης, το αυτό για τους φαρμακοποιούς. Είχε ταξιδέψει για χρόνια στις Ινδίες, την Περσία, την Άπω Ανατολή και το Μεξικό. Γυρίζοντας από τις Ινδίες δια ξηράς, μπαρκάρησε στην Αλεξανδρέττα σε ένα Βενετσιάνικο καράβι με προορισμό τη Βενετία. Το λέγανε Rizarda, γιατί ανήκε σε κάποιον Rizardi.  Ήταν ένα όμορφο και ευρύχωρο πλοίο με 23 μπρούτζινα κανόνια που μπορούσε να φορτώσει πάνω από 500 τόνους. Μετά την Κύπρο πιάσανε στο λιμνιώνα του Τζάντε. Ήταν το 1605, έξι χρόνια μετά την πρώτη επίσκεψη του Dallam. Για τη Ζάκυνθο μας είπε πολλά και ενδιαφέροντα. Δίνω εδώ το πρώτο κομμάτι, αναγκαστικά μετάφραση της μετάφρασης γιατί είμαι λίγο πίσω στα Πορτογαλικά – για την ακρίβεια δεν άρχισα να τα μαθαίνω ακόμα. Τα υπόλοιπα προσεχώς.

Οι αντίθετοι άνεμοι και το ρεύμα μας βγάλανε εκτός πορείας, σχεδόν μέχρι τη Μπαρμπαριά, από όπου με ένα δυνατό δυτικό άνεμο, πήραμε πορεία βόρεια για να πιάσουμε λιμάνι. Μετά από τρεις μέρες σε αυτή τη ρότα, το Σάββατο, την 28η (Μαΐου), στην πρωινή βάρδια, είδαμε ένα νησί που το λένε Strival (Στροφάδια). Μπορεί να έχει περιφέρεια πέντε μίλια, είναι επίπεδο και ακατοίκητο, εκτός από ένα μοναστήρι των caloiros με μερικά γελάδια. Έχει καλό νερό, γι αυτό συχνάζουν εκεί και Χριστιανικές και Τούρκικες γαλέρες.
Αμέσως, όπως δυνάμωνε το φως, είδαμε το νησί του Τζάντε, όπου πηγαίναμε, και συνεχίσαμε την πορεία μας. Το καβατζάραμε από τα ανατολικά και στις 6 το βράδυ (απόγευμα) ρίξαμε άγκυρα στο λιμάνι που είναι στη βόρεια (βορειοανατολική) πλευρά.
Αυτό το νησί του Τζάντε έχει περίμετρο 60 μίλια, και σαν να είναι φραγμένο από ψηλά βουνά ένα γύρω, με μία ευρύχωρη πεδιάδα ανάμεσα τους, γεμάτη αμπέλια, λιοστάσια και σταροχώραφα. Η παραγωγή αυτών των τελευταίων φτάνει μόνο για τέσσερεις μήνες και για τον υπόλοιπο χρόνο το νησί βασίζεται σε εισαγωγές. Γι’ αυτό η Σινιορία της Βενετίας, στην οποία ανήκει το νησί, έχει συνεχώς αποθηκευμένες εκεί μεγάλες ποσότητες κεχριού, ώστε αν υπάρξει πιεστική ανάγκη να βοηθήσουν τον πληθυσμό. Αλλά όσο για τα αμπέλια και τα λιοστάσια η παραγωγή τόσο λίγης γης είναι απίστευτη – γιατί ξερά Κορινθιακά σταφύλια (σταφίδες) από τον ένα χρόνο στον άλλο βγάζουν από δεκαπέντε μέχρι είκοσι χιλιάδες arrobas (γύρω στους 200 τόνους). Το κρασί τους φτάνει τα δεκαέξι με δεκαοχτώ χιλιάδες βαρέλια (των 480 λίτρων), άριστης ποιότητας,  και το λάδι τους πάνω από πεντακόσια βαρέλια.
Γι’ αυτό συχνάζουν στο νησί Γαλλικά, Αγγλικά και άλλα πλοία. Το κλίμα είναι αδιάφορο, αλλά υπάρχει αφθονία φρούτων και χορταρικών, λουλουδιών, χρήσιμων ή ευωδιαστών, και μελιού. Αλλά η ξυλεία είναι δυσεύρετη,  και πρέπει να εισαχθεί, και δεν υπάρχουν πολλά ψάρια. Μέσα και γύρω από την πόλη υπάρχει άφθονο νερό,  αλλά στο υπόλοιπο νησί σπανίζει. Μου ειπώθηκε από αξιόπιστους ανθρώπους – αν και εγώ δεν το είδα – ότι σε κάποια μέρη μερικές φορές ζυμώνουν το ψωμί τους με κρασί, λόγω έλλειψης νερού (αναρωτιέμαι αν του είπανε για ψωμί ή για παξιμάδια).
Υπάρχουν δύο λιμάνια, το καλύτερο στα βόρεια, όπου είναι η κύρια πόλη του νησιού. Μπορεί να έχει και τρεις χιλιάδες σπίτια από πελεκημένη πέτρα και ασβέστη, με κεραμιδένιες σκεπές, στα πόδια ενός ψηλού βουνού, όπου υπάρχει ένα φρούριο. Αυτή είναι η κατοικία του Κυβερνήτη, απόρθητη λόγω θέσης και οχύρωσης, καλά εξοπλισμένη και φρουρούμενη, και με όλα τα αναγκαία για την άμυνα της.
Οι ντόπιοι είναι Έλληνες, και υπάρχουν ανάμεσα τους στην πόλη τριάντα με σαράντα σπίτια Εβραίων εμπόρων, και επιπρόσθετα άλλα στα χωριά και τους οικισμούς από τα οποία το νησί έχει αρκετά. Με καλέσανε σε ένα από αυτά, λεγόμενο Gayetan (Γαϊτάνι), να δω κάποιους αγώνες προς τιμήν της γιορτής ενός Έλληνα (εννοεί ορθόδοξου) αγίου. Τους παρακολουθήσανε οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης που είναι μόνο τρία μίλια μακριά. Μόλις φτάσαμε στο χωριό βρήκαμε στους δρόμους μεγάλες φωτιές στις οποίες ψήνανε ολόκληρα τριακόσια με τετρακόσια πρόβατα( αρνιά), για να τα αγοράζουν και να τα απολαμβάνουν οι επισκέπτες.
Μετά απ’ αυτό, οι επισκέπτες από την πόλη και τα άλλα χωριά ενώθηκαν με αυτούς του χωριού σε κοινές παρέες, και  χόρεψαν μαζί, στη μουσική των δικών τους φωνών, έχοντας ένα πρωτοτραγουδιστή στον οποίο οι υπόλοιποι απαντούσανε (λέτε να χορεύανε Γιαργητό;). Μετά απ’ αυτό είχανε γκιόστρες και άλλες πολύ ευχάριστες διασκεδάσεις.

Γκιόστρα λοιπόν στο Γαΐτάνι! Δεν είχε άδικο ο Ζώης, αν και δεν είχε πάει το μυαλό του στο τι είδους ιππικούς αγώνες κάνανε εκεί. Γκιόστρα εκτός της πόλης και μάλιστα όχι διοργανωμένη από τους Βενετούς αλλά σε πανηγύρι ορθόδοξου αγίου. Και ήταν η γκιόστρα το αποκορύφωμα του πανηγυριού. Τους αγώνες τον πήγαν για να δει, μας λέει ο Pedro. Πόσες γκιόστρες άραγε γίνονταν κάθε χρόνο στη Ζάκυνθο; Έχουμε τρείς επιβεβαιωμένες και ενδείξεις για άλλη μία στο ΓερακαρίοΚατά πως φαίνεται γίνονταν αρκετές αφού και οι τέσσερες αυτές πέφτανε μέσα σε ένα μόνο τετράμηνο περίπου.
Το άλλο ερώτημα που προκύπτει είναι ποιόν άγιο γιορτάζανε στο Γαϊτάνι. Δεν ήτανε τούτο ’δω πανηγυράκι της σειράς. Τριακόσια με τετρακόσια αρνιά καταναλώνανε. Για να σηκωθεί να πάει και τόσος κόσμος από τη Χώρα πάει να πει πως ήτανε και αργία. O Teixeira έφτασε στη Ζάκυνθο στις 28 Μαΐου και έμεινε οχτώ μέρες. Επειδή το πλοίο ήτανε Βενέτικο και είχαν μαζί τους άνθρωπο με επιρροή μείνανε λιγότερο από μία μέρα στην καραντίνα. Με το Ιουλιανό ημερολόγιο η επίσκεψη ξεκίνησε στις 18 Μαΐου. Ψάχνοντας το εορτολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας η μόνη γιορτή που θα δικαιολογούσε τέτοιο πανηγύρι είναι νομίζω των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στις 21 Μαΐου. Υπήρχε εκκλησία τέτοια στο Γαϊτάνι τη συγκεκριμένη εποχή; Ίσως ήταν ο Άγιος Κωνσταντίνος του Μινώτου*.

*  Ντίνος Κονόμος, ‘Ζάκυνθος: Πεντακόσια Χρόνια (1478 – 1978), τόμος δεύτερος, Ύπαιθρος Χώρα’.
Το κείμενο της διήγησης το μετάφρασα από το βιβλίο ‘The Travels of Pedro Teixeira: with his Kings of Harmuz and extracts from his Kings of Persia’, μετάφραση του William F. Sinclair, εισαγωγή και σημειώσεις του Donald Ferguson, έκδοση του 1902.

Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

Η γκιόστρα των πολιτικών

 Η Αφροδίτη του Ούρμπινο, Tiziano, 1538


Αν μου λέγατε κάποτε πως θα νοσταλγούσα τη λέξη ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟΝ θα σας εφασκέλωνα. Κι όμως, έφτασα να λέω ας είχε η Ζάκυνθος θερινό σινεμά κι ας μου απαγορευότανε η είσοδος. Και τούτο το κείμενο ότι και να κάνω, όπως και να το στριφογυρίζω στο μυαλό μου, μου βγαίνει ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟΝ. Θεωρείστε τους εαυτούς σας προειδοποιημένους. Δε λέω πως φταίει η νοσταλγία, αυτός ο βρομόστομος ο Σαχλίκης φταίει. Δική του είναι η γκιόστρα των πολιτικών.

Τι σας πέρασε από το μυαλό; Πως μιλάω για πολιτική αναμέτρηση σε δημοτική και περιφερειακή αρένα; Άαπαπα! Δεν είχε τέτοια το 14ο αιώνα. Το ότι ψηφίζουνε οι Ζακυνθινοί σε λίγες μέρες για κονσέγιο (συμβούλιο για τους αμύητους) είναι απλή συγκυρία – και πρώτης τάξεως δικαιολογία για βωμολοχίες. Για όσους επιμένουν να είναι ανυποψίαστοι να εξηγήσω πως πολιτικές λέγανε στον ύστερο Μεσαίωνα τις αμαρτωλές. Και αν ακόμα δεν καταλάβατε, ορίστε:


Ναι ρε σεις, για πουτάνες μιλάμε. Τους πολιτικούς τώρα, τι να λέμε, τους ξέρετε – δυστυχώς. Και που διαφέρουν οι πολιτικές από τους πολιτικούς, εκτός από το γένος, θα μου πείτε. Στην πραμάτεια φυσικά, που αλλού; Οι πρώτες πουλούσαν τα κάλλη τους. Οι δεύτεροι πουλούν μούρη, εκδουλεύσεις, αέρα κοπανιστό, την πατρίδα τους στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, τη μάνα τους αν βρουν αγοραστή. Το κορμί τους σπάνια το πουλούν, όχι γιατί αντίκειται στις αρχές τους αλλά γιατί συνήθως είναι μηδαμινής αξίας.

Όχι, όχι, δεν τους αδικώ! Δεν θα το ήθελα άλλωστε ποτέ αφού ούτε αυτοί μας έχουν αδικήσει. Τα θέλαμε και τα πάθαμε. Το δίκαιο και το σωστό να λέγεται. Παραδείγματος χάριν, εγώ τους πιστεύω πως πραγματικά θα φτιάξουν προβλήτα για τα κρουαζιερόπλοια. Περιμένουν όμως πρώτα να πέσει το Κάστρο για να ’χουμε μπάζα. Κάτι λίγους σεισμούς μετράμε. Τι να το κάνουμε το Κάστρο όταν έχουμε το κτίριο Βούρτση που δεν πέφτει με τίποτα;

Θυσιαστήριο και σύμβολο του παρόντος μας. Αξιοθέατο του μέλλοντος των απογόνων μας; Το κτίριο Βούρτση.

Ο Στέφανος ο Σαχλίκης λοιπόν μπορεί να ήτανε τζογαδόρος και πορνόβιος αλλά ήτανε και λεβέντης, γι αυτό είδε της φυλακής τα σίδερα από τη μέσα μερίααπέσω που θα ’λεγε ο ίδιος. Έχοντας αρκετό χρόνο για περίσκεψη εκτίμησε δεόντως το χαρακτήρα κάποιας συγκεκριμένης κυρίας, της Κουταγιώταινας, και της αφιέρωσε σημαντικό μέρος του έργου του υμνητικότατα:


Τώρα που ελπίζω πως φτιάξαμε κάποιο κλίμα ας ηχήσουν οι σάλπιγγες και ας αρχίσει το αιματηρό κονταροχτύπημα.


                                                         ή και




   Αμαζόνες, Χρονικό της Νυρεμβέργης, Hartmann Schedel, 1493


Έχοντας απολαύσει τη φανταστική περιγραφή μιας γκιόστρας αμαζόνων στη Βενετοκρατούμενη Κρήτη ας μη τσιγκουνευτούμε και κάποιες σκέψεις για τα λιγότερο σημαντικά,  τις επερχόμενες εκλογές εν προκειμένω. Όπως μαντεύετε περιμένω μία από τα ίδια. Στη χώρα που η ατιμία παίζει πάντα εντός έδρας, με κανόνες βολικούς και πουλημένο διαιτητή φαίνεται πως η ανάγκη είναι η μόνη δύναμη προόδου. Και πάλι είμαστε και θα αποδειχθούμε κατώτεροι των περιστάσεων. Ο Στέφανος πάντως έδωσε γραμμή:


Δεν προτρέπω κανέναν να την πάρει.  Μην περιμένετε όμως ούτε να σας πω τι να ψηφίσετε. Όχι επειδή ξεκίνησα ένα ιστολόγιο να σας πατρονάρω κιόλας. Καλύτερα να μου πείτε εσείς ποιόν να ψηφίσω. Θα σας παιδέψω όμως λέγοντας πως τους αναρμόδιους στα δύσκολα και κωλυόμενους από τη γραφειοκρατία, τους ρήτορες της δεκάρας, τους χασομέρηδες της πρώτης γραμμής στις δοξολογίες και επετείους, τους εντεταλμένους λύτες προβλημάτων των μη συμμετεχόντων, τα κομματικά στρατιωτάκια και τους παραγοντίσκους αντάρτες, τους πρωθιερείς του εγώ, τους διαχειριστές του ελλείμματος τσίπας, τους ευέλικτους ψηφοσυλλέκτες και παπατζήδες της αλήθειας, αλλά και όλες γενικά τις κλανιόλες, τους έχω γραμμένους εκεί που δεν πιάνει ούτε σταυρός προτίμησης.

Όσο για τις πολιτικές της πολιτικής, τους χορευτές και τους χειροκροτητές στο μακρύ ζεϊμπέκικο της διαφθοράς και της κατάντιας μας, ας έχει ο καθένας τους την κατάρα του Σαχλίκη:



Ούτε μία αξιόπιστη κατάρα δε μπορεί να βρει κανείς πια. Φτού!


Τα αποσπάσματα είναι από ‘Carmina Graeca Medii Aevi’ του Wilhelm Wagner, 1873 και ‘Γραφαί και Στίχοι και Ερμηνίαι Στέφανου του Σαχλήκη’ του Emile Legrand, 1871

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .